Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Πρώτη παραίτηση του αρχιστρατήγου
Το ενδεχόμενο της καθόδου του στρατάρχη Παπάγου στον εκλο­γικό αγώνα ήταν φυσικό να προκαλεί αληθινό πανικό στον Κων­σταντίνο Τσαλδάρη, που έβλεπε διαγραφόμενη τη βέβαιη διάλυ­ση του παρακμασμένου ήδη κόμματος του και το τέλος του δικού του ηγετικού ρόλου. Αλλά ακριβώς αυτός ο πανικός οδηγούσε τον Τσαλδάρη και το άμεσο περιβάλλον του σε τέτοιες αντιδρά­σεις, που ήταν δυνατόν να επισπεύσουν την παραίτηση του αρχι­στρατήγου και την κάθοδο του στην πολιτική.
Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου, οι σχέσεις του αρχιστρατήγου με τον πρώτο αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως βρίσκονταν ήδη σε πο­λύ άσχημο σημείο. Ο Παπάγος ήταν οργισμένος, γιατί στην εφη­μερίδα που εξέδιδε ο γιος του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος, Αθανάσιος Τσαλδάρης, Καιροί, γίνονταν υπαινιγμοί εναντίον του. Σε μια συνεδρίαση του Συντονιστικού Συμβουλίου, ο αρχιστρά­τηγος, δείχνοντας τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, είπε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Διομήδη:
- Κύριε πρόεδρε, παρακαλώ να πήτε στον κύριο αυτό να παύ­ση να εκτοξεύη συκοφαντίας εναντίον μου διά του δημοσιογρα­φικού του οργάνου.
Ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος διαμαρτυρήθηκε, ισχυριζό­μενος πως είναι ξένος προς τα δημοσιεύματα.
- Δεν επιτρέπω να με διαψεύδουν, απάντησε θυμωμένος ο στρατάρχης.
Το επεισόδιο το αποκάλυψε μια ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης και το αναδημοσίευσε ο αθηναϊκός Τύπος. Οι Τσαλ­δάρης, Διομήδης και Παναγιώτης Κανελλόπουλος το διέψευσαν. Αλλά Το Βήμα της 23ης Δεκεμβρίου 1949 έγραφε:
«Παρά τας ανωτέρω κυβερνητικάς διαψεύσεις, από άλλας, καλώς πληροφορημένας πηγάς παρείχετο η πληρο­φορία ότι το επεισόδιο πράγματι συνέβη, αλλ'ότι οι με­τάσχοντες της συνεδριάσεως εκείνης του Συντονιστικού Συμβουλίου ανέλαβον την υποχρέωσιν να αποφύγουν την κοινολόγησίν του».
Τα Χριστούγεννα, εφημερίδα θεωρούμενη φιλοανακτορική δη­μοσίευε ρεπορτάζ κατά το οποίο επιθυμία του βασιλιά ήταν να σχηματιστεί «άχρους κυβέρνησις», να αναβληθούν για ένα χρόνο οι εκλογές και να διενεργηθούν τότε με πλειοψηφικό σύστημα. Οι θιασώτες της μεταβατικής κατέβαλλαν τις τελευταίες προσπά­θειες να επιβάλουν τις απόψεις τους. Ο πρωθυπουργός Διομήδης έσπευσε να δηλώσει ότι οι εκλογές θα γίνουν οπωσδήποτε τον Απρίλιο, ίσως και νωρίτερα, με το αναλογικό σύστημα. Και το πο­λιτικό γραφείο του βασιλιά με ανακοίνωση του διέψευδε ότι το δημοσίευμα εξέφραζε βασιλικές απόψεις. Οι δημοσιογράφοι έβλε­παν πίσω από το ρεπορτάζ της φιλοανακτορικής εφημερίδας τον Παναγιώτη Πιπινέλη.
Στο μεταξύ, ο Τσαλδάρης άρχισε προεκλογική περιοδεία. Τα Χριστούγεννα πήγε στη Βόρειο Ελλάδα και μετά την Πρω­τοχρονιά στην Πελοπόννησο. Προσπαθούσε να τονώσει το κόμ­μα του, που παρουσίαζε κάμψη μετά την αποκάλυψη των σκαν­δάλων, καθώς και την προσωπική του θέση στην παράταξη της Δεξιάς, που κινδύνευε από την κίνηση υπέρ του Παπάγου. Αλλά ορισμένοι οπαδοί του. κατά την περιοδεία του, τον υποδέχο­νταν με το σύνθημα «Θέλουμε τον Παπάγο». Στην Τρίπολη, παραδοσιακό κέντρο της Δεξιάς, οι εκδηλώσεις υπέρ του Πα­πάγου ήταν ζωηρότερες. Και ο Τσαλδάρης αποφάσισε ν' αντε­πιτεθεί:
«Θα σας ομιλήσω και περί αυτού – είπε - σύμφωνα με το ρεπορτάζ των εφημερίδων. Υπάρχουν ανώτεροι αξιωμα­τικοί τους οποίους ουχί άπαξ, ουχί δις. αλλά πολλάκις παρεκάλεσα να αναλάβουν να πολεμήσουν τον συμμοριτισμόν και μου ηρνήθησαν, δικαιολογούμενοι ότι δεν θεωρούν τας δυνάμεις και τα μέσα επαρκή. Και όταν η πολιτική ηγε­σία παρεσκεύασε στρατόν με άφθονα εφόδια, τότε κατε­βλήθη ο συμμοριτισμός. Υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αναμ­φισβητήτως προσέφεραν υπηρεσίαν τινά εις τον αγώνα. Αλλά, εάν προχωρήσουν και αλλαχού, θα προξενήσουν ζημίαν εις τον τόπον».
Ήταν φανερό ότι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος είχε πε­ράσει τον Ρουβίκωνα. Δεν περιορίστηκε να υπερασπιστεί τη δική του θέση. αλλά είχε θίξει τα άγια των αγίων της παράταξής του: Τον θρύλο του «Νικητού αρχιστρατήγου». Το ποτήρι είχε ξεχει­λίσει. Ο Παπάγος πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες, αλλά και από φίλους του, που ήταν στην Τρίπολη, την επίθεση του Τσαλ­δάρη. Του είπαν μάλιστα ότι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος χαρακτήρισε «αγυιόπαιδας» τους πολίτες που φώναζαν «Θέ­λουμε τον Παπάγο. Ζήτω ο Παπάγος». Έξαλλος ο στρατάρχης αποφάσισε ν' ανοίξει την κρίση.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ


Το σχέδιο ψηφίσματος «περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» είχε δύο κεφάλαια. Το πρώτο προέβλεπε τη σύσταση «Οργανι­σμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» με έδρα την Αθήνα, «υπα­γομένου υπό την ανωτέραν εποπτείαν πενταμελούς συμβουλίου, αποτελουμένου εκ των υπουργών Δικαιοσύνης, Στρατιωτικών, Παιδείας, Δημοσίας Τάξεως, Τύπου και Πληροφοριών». Σκοπός του οργανισμού «είναι η διά της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις των εις αυτό υπό του κράτους παραπε­μπομένων ατόμων, άτινα διά της καθ'οιονδήποτε τρόπον παρα­νόμου δράσεως αυτών, υπενόμευσαν ή υπονομεύουν το πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς της χώρας».
Το άρθρο 6 του σχεδίου ψηφίσματος όριζε ότι στον ΟΑΜ υπά­γονταν:
«α) Οι στρατιωτικοί εν γένει, οίτινες λόγω της δράσεώς των ή της αναμείξεώς των εις αντεθνικάς ενεργείας, θεωρού­νται επικίνδυνοι εις την ασφάλειαν των ενόπλων δυνάμεων, β) Οι υπό των επιτροπών ασφαλείας του κράτους βάσει της κειμένης νομοθεσίας εκτοπιζόμενοι ως επικίνδυνοι διά την δημόσιαν ασφάλειαν (...). γ) Οι αυθορμήτως παρου­σιαζόμενοι ή συλλαμβανόμενοι συμμορίται, εφόσον δεν αφήνονται αμέσως ελεύθεροι υπό των στρατιωτικών Αρχών και δ) Οι δυνάμει του παρόντος ψηφίσματος παραπεμπό­μενοι εις τον οργανισμόν κατάδικοι και υπόδικοι. Άπαντες οι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος διατελούντες εν εκτοπίσει...».
Το δεύτερο κεφάλαιο του σχεδίου ψηφίσματος πρόβλεπε με ποιους όρους οι κατάδικοι και υπόδικοι «δι'αδικήματα σχέσιν έχοντα προς τον διεξαγόμενον συμμοριακόν αγώνα ή την παράνομον δράσιν του Κομμουνιστικού Κόμματος και των παραφυά­δων αυτού» μπορούσαν να υπαχθούν στον οργανισμό.
Ήταν φανερό ότι οι εμπνευστές του σχεδίου διέβλεπαν ότι, αφού είχε τελειώσει ο Εμφύλιος Πόλεμος, η χώρα θα περνούσε σε κάποια ομαλότητα και οι κυβερνήσεις θα υποχρεώνονταν, εξαι­τίας και των διεθνών πιέσεων, να απέλυαν τουλάχιστον σημα­ντικό αριθμό από τους πολιτικούς κατάδικους, αλλά ακόμα πε­ρισσότερο από τους εκτοπισμένους και τους «προληπτικώς συλληφθέντας», που δεν τους βάραινε καμιά συγκεκριμένη κα­τηγορία. Επιδίωκαν λοιπόν να εφαρμόσουν, όσο ήταν ακόμα και­ρός, και στους χιλιάδες κρατούμενους πολίτες - άντρες, γυναίκες, ακόμα και ανήλικα παιδιά - τις ίδιες μεθόδους «αναμορφώσεως», δηλαδή αιματηρή σωματική και ψυχολογική βία, που είχαν ασκή­σει, στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εναντίον δεκάδων χι­λιάδων αριστερών στρατιωτών, με σκοπό να τους εξουθενώσουν.
Η μηχανή της «αναμορφώσεως» στη Μακρόνησο - που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, δεν ήταν μόνο πολιτικά, αλλά και οικο­νομικά προσοδοφόρα για ορισμένους από τους πρωτομάστορές της - στηριζόταν στον συνδυασμό της ένοπλης βίας εναντίον αό­πλων, που έφτασε και σε φυσική εξόντωση μερικών δεκάδων κρατουμένων, με την ψυχολογική πίεση. Η Μακρόνησος είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται από τον Μάη του 1947 για «αναμόρφωση» αριστερών στρατιωτών, που από το 1945 τους συγκέντρωναν σε «ειδικά τάγματα». Αμέσως η Μακρόνησος άρχισε να γίνεται πο­λιτικό θέμα: οι εφημερίδες της Αριστεράς που κυκλοφορούσαν ακόμα νόμιμα, καθώς και διάφορα έντυπα στο εξωτερικό κατάγγελλαν ότι η «αναμόρφωση» σήμαινε συστηματικά βασανι­στήρια και πιέσεις εις βάρος των αριστερών στρατιωτών. Ο διε­θνής θόρυβος για το θέμα αποκορυφώθηκε ύστερα από την ένοπλη επίθεση κατά των στρατιωτών του Α' Τάγματος Μακρονήσου, που έγινε στις 29 Φεβρουαρίου και την 1η Μαρτίου 1948, από στεριά και θάλασσα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν, κατά τα επίσημα στοιχεία, 17 και να τραυματιστούν 61 στρατιώτες (Ν.Μάργαρη, Ιστορία της Μακρονήσου, και Το Βήμα, 2 Μαρτίου 1948). Από τον Ιούνιο του 1947, μεταφέρονται στο νοτιότερο άκρο του νησιού και οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), όπου επίσης αρχίζουν να βασανίζονται υπόδικοι, στρατιώτες για να υπογράφουν «δη­λώσεις μετανοίας». Σε όλο αυτό το διάστημα, πολιτικοί της Δε­ξιάς και του Κέντρου και διάφοροι διανοούμενοι επισκέπτονταν τη Μακρόνησο και εξυμνούσαν το «έργο της αναμορφώσεως». Υπουργοί χαρακτήρισαν τη Μακρόνησο «μεγάλο εκπαιδευτήριο» (Κ.Τσάτσος), «σχολείον εθνικής μετανοίας και αναβαπτίσεως» (Π.Κανελλόπουλος), επαίνεσαν την «εθνική προσφορά» του διοι­κητή της, συνταγματάρχη Γ.Μπαϊρακτάρη και των «εκλεκτών συνεργατών του» (Κ.Ρέντης) κ.λπ. (Περιοδικό Σκαπανεύς, Οκτω­βρίου 1949 και Ν.Μάργαρη, στο ίδιο.)
Οι μεταγωγές πολιτικών εξόριστων - που είχαν από το καλο­καίρι μεταφερθεί από την Ικαρία, τη Λήμνο και άλλα νησιά στο Δ' Τάγμα Μακρονήσου (στρατόπεδο χωροφυλακής στα βόρεια του ερημονήσου) - στο Α' (ΑΕΤΟ) και στο Β' (ΒΕΤΟ) στρατιωτικά τάγματα για «αναμόρφωση», σύμφωνα με τον νόμο για τον ΟAM. αρχίζουν τον Νοέμβρη του 1949 και τελειώνουν τον Δεκέμβρη. Τον Γενάρη μετάγονται και οι εκτοπισμένες γυναίκες από το Τρίκερι. Κάθε αποστολή, οι φρουρές την υποδέχονται με άγριες επι­θέσεις και ξυλοδαρμούς από οργανωμένες ομάδες αλφαμιτών και ειδικευμένων βασανιστών με επικεφαλής μονίμους ή εφέδρους αξιωματικούς. Σοβαρότερα γεγονότα διαδραματίστηκαν κατά τις αποστολές των νέων στην ηλικία πολιτικών εξόριστων στο Α' Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ). Αναφέρονται τέσσερις νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, πολλοί με απώλεια της ομιλία τους, ψυχονευρώσεις κ.λπ.
Ο διοικητής του ΑΕΤΟ ταγματάρχης Αντ.Βασιλόπουλος, πα­ρουσιάζει ως εξής τα γεγονότα στην επίσημη έκθεσή του:
«.. .θεατρικά κρούσματα αυτοκτονίας, σύμφωνα με γραμμήν ΚΚΕ, εις τε τους αρνηθέντας να υπογράψουν δηλώσεις, ως και τους υπογράψαντας μετά πάροδον ημερών (κατάποσις κοχλιαρίων, αποκοπή αρτηριών χειρών και καρωτίδος διά ξυριστικών λεπίδων, κατάποσις τεθραυσμένης υάλου, είς απαγχονισμός)...».
Στα βασανιστήρια στο ΑΕΤΟ διακρίθηκε ο υπολοχαγός τότε Δημ.Ιωαννίδης. Στις αποστολές στο ΒΕΤΟ αναφέρονται ως εξα­κριβωμένοι νεκροί δύο. εκατοντάδες τραυματίες κ.λπ. Στις φυ­λακές της Μακρονήσου (ΣΦΑ) πέθανε, ύστερα από ολονύχτια βασανιστήρια στις 10 Ιανουαρίου 1950, ο Δημήτρης Τατάκης, πλοί­αρχος του εμπορικού ναυτικού. Επικεφαλής στα βασανιστήρια και στους ξυλοδαρμούς στο ΒΕΤΟ ήταν, εκτός από τον διοικητή, ταγματάρχη Γ.Τζανετάτο. οι έφεδροι υπολοχαγοί Αντ.Ξηρουχάκης. δικηγόρος. Ελ.Ράντος, πρωτοδίκης, ο ανθυπολοχαγός Π.Μπουτσικάρης κ.λπ... Ως συστηματικούς βασανιστές των κρα­τουμένων χρησιμοποιούσαν άτομα μειωμένης διανοητικότητας ή ανώμαλους τύπους ή ακόμα και μερικούς αριστερούς, που ήθε­λαν να δείξουν καλή διαγωγή. (Περιγραφή των γεγονότων της Μακρονήσου. Στον Ν.Μάργαρη, το ίδιο, τόμος Β,σ. 490-520. Και Φ.Γελαδόπουλου, Μακρονήσι. 1965.)
Την 1 Ιανουαρίου 1950, δημοσιεύεται στο Βήμα ακόλουθη ανταπόκριση από το Λονδίνο:
«Η έγκυρος επιθεώρησις Γουόρλντ Τουνταίυ υπογραμμί­ζει εντόνως τα θλιβερά επεισόδια τα εκτυλιχθέντα εις Μακρόνησον κατά τας πρώτας αποστολάς (...) και προσθέτει ότι, μολονότι δεν υπάρχουν επίσημοι πληροφορίαι, ουδε­μία υπάρχει αμφιβολία περί της αυθεντικότατος των επει­σοδίων, τα οποία επιβεβαιούν τους φόβους σχετικώς με το πείραμα της Μακρονήσου».
Συστηματική εκστρατεία για την αποκάλυψη των οργίων που έγιναν στη Μακρόνησο και για την κατάργηση του ΟAM αρχίζει αμέσως μετά τη λήξη του Ανταρτοπολέμου ο Ηλίας Τσιριμώκος, γενικός γραμματέας τότε του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΛΔ και το δημοσιογραφικό του όργανο Μάχη:
«Μέσα σε λίγες μέρες - γράφει ο Τσιριμώκος ανάμεσα σε άλλα άρθρα του στις 17 Μαρτίου 1950, στη Μάχη - από τότε που άρχισε η μεταφορά από το στρατόπεδο πολιτι­κών εξοριστούν (το "Στρατόπεδο Ρέντη") στο αναμορφω­τήριο, εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι, που είχαν μείνει εκεί χρόνια δίχως να έχουν υπογράψει "δήλωση", υπο­γράφουν μία, δύο ή και τρεις δηλώσεις. Τι είχε συμβεί; Όλος ο κόσμος κατάλαβε και τρόμαξε... Το βογκητό της Μακρονήσου έφτασε και στην Αθήνα. Η κραυγή ακού­στηκε: "Βασανίζομαι! "»...
Την ίδια περίπου περίοδο, ο Γεώργιος Καρτάλης επισκέφθη­κε τον αρχιστράτηγο Παπάγο και του έδωσε υπόμνημα, στο οποίο εξιστορούσε με λεπτομέρειες όσα είχαν γίνει στη Μακρόνησο. Ο Καρτάλης είπε στον Παπάγο:
«Αν αυτά που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα είναι αλη­θινά, οφείλετε να επέμβετε και να τα σταματήσετε. Αν εί­ναι ψευδή, τότε πρέπει να με παραπέμψετε στο στρατο­δικείο. Ο Παπάγος έβαλε το υπόμνημα στο συρτάρι του γραφείου του». (Αφήγηση του Κομνηνού Πυρομάγλου.)
Ποιοι ήταν οι εμπνευστές της φοβερής μηχανής της «αναμορφώσεως» στρατευμένων παιδιών και πολιτών; Το ΓΕΣ, ο ΙΔΕΑ, οι Αμερικανοί; Αναφέρεται ότι «δύο άνθρωποι της CIA είχαν απο­σπαστεί σαν "παρατηρητές" κοντά στον διοικητή της Μακρονή­σου, συνταγματάρχη Γ.Μπαϊρακτάρη». (Σπ.Θεοδωρόπουλου. Από το «δόγμα Τρούμαν» στο δόγμα «Χούντα», Εκδόσεις Παπαζήση, σ. 149.) Οπωσδήποτε, Έλληνες πολιτικοί, όχι μόνο της Δεξιάς, αλλά και του Κέντρου - από τον Κ.Τσαλδάρη και τον Π.Κανελλόπουλο, ως τον Σοφ.Βενιζέλο και τον Κ.Ρέντη - εισηγή­θηκαν και κάλυψαν με την ευθύνη τους τα νομοθετήματα που άνοιξαν τον δρόμο για ομαδικά εγκλήματα στη Μακρόνησο.


Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΟΜΑΛΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, ο πόλεμος τέλειωσε τον Μάη του 1945. Χάρη στο μόχθο των λαών της και στις παροχές του Σχεδίου Μάρσαλ, στις αρχές κιόλας του 1949, η Δυτική Ευρώπη έχει ξε­περάσει το προπολεμικό επίπεδο της βιομηχανικής της παραγω­γής. Στην Ανατολική Ευρώπη, την καθυστερημένη και αγροτική, πραγματοποιούν - αν και με τις αυταρχικές μεθόδους της σταλι­νικής γραμμής - σχέδια γοργής εκβιομηχανίσεως.
Στην Ελλάδα, η ειρήνη άργησε να έλθει. Όταν, τον Σεπτέμβρη του 1949, το κανόνι παύει να βροντά, χιλιάδες ελληνικά χωριά και επαρχιακές πόλεις κείτονται σε ερείπια ή είναι μισοκατεστραμένα. Εφτακόσιες χιλιάδες περίπου άτομα έχουν απομακρυνθεί από τα χωριά τους, που είχαν γίνει πεδία μαχών. Περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες βρίσκονται στη Μακρόνησο, στη Γιάρο και στις διάφορες φυλακές. Μαζί με τους αναπήρους, τους συνταξιούχους, τους απόρους, τα απροστάτευτα παιδιά, υπολογίζονται σε δυόμισι εκατομμύρια, δηλαδή στο ένα τρίτο του πληθυσμού, εκείνοι που έχουν ανάγκη από την κρατική περίθαλψη. (Σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα, έκδοση της Αμερικανικής Αποστολής. Αθή­να 1953.) Περίπου εξήντα χιλιάδες είναι οι αντάρτες του Δημο­κρατικού Στρατού που κατέφυγαν, μετά την ήττα τους, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και είκοσι οκτώ χιλιάδες τα παιδιά που μεταφέρθηκαν εκεί.
Γενικά, υπολογίζεται ότι στην περίοδο 1940-1949 οι ανθρώπινες απώλειες της Ελλάδας φτάνουν το μισό εκατομμύριο. Η αγροτική παραγωγή έχει πέσει μετά τον πόλεμο στο 30% της προπολεμικής και μόνο το 1950 φτάνει, εκείνη του 1939. Η βιο­μηχανική παραγωγή - κατά στοιχεία του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων - το 1945 έχει πέσει στο 33% της προπολεμικής, το 1946 φτάνει το 53%, το 1947 το 67% και στα τέλη του 1949 το 87%/97% μαζί με την ηλεκτρική ενέργεια. Οι συγκοινωνίες και οι επικοινωνίες είναι εξαρθρωμένες. Οι ελληνικές εξαγωγές, που προπολεμικά κάλυπταν το 60% των εξωτερικών πληρω­μών, στις αρχές του 1950 φτάνουν το 28%. Το εθνικό κατά κε­φαλήν εισόδημα μόλις φτάνει τα εκατό δολάρια.
Ο πληθωρισμός, που δημιουργείται από την ανεπάρκεια της πα­ραγωγής και από τις υπέρογκες κρατικές δαπάνες, κυρίως τις στρα­τιωτικές. παίρνει απειλητικές, κατοχικές διαστάσεις. Η ξένη βοή­θεια χρησιμοποιείται κυρίως για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού. Στον προϋπολογισμό του 1949-1950 οι στρατιω­τικές δαπάνες μαζί με τις δαπάνες για τους πρόσφυγες (κοντύλι «συμμοριόπληκτοι») καλύπτουν το 45%. Σύμφωνα με υπολογι­σμούς του αγγλικού περιοδικού Εκόνομιστ, το 1949-50, η Ελλάδα διέθετε μόνο για στρατιωτικές δαπάνες τι 35% του κρατικού προϋπολογισμού, και το 7,5% του εθνικού της εισοδήματος. Την ίδια εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν για τον ίδιο σκοπό, αντί­στοιχα το 34% και 6,4% η Αγγλία το 20% και 7,6% η Γαλλία 17% και 4,9%, το Βέλγιο 12% και 3,2%, η Ιταλία τα 25% και 6,3%. (Το άρθρο αναδημοσιεύεται στο τεύχος 6/1950 της Νέας Οικονομίας.)
Η Αμερικανική Αποστολή μάς πληροφορεί ότι «από τα 4.550 δισεκατομμύρια δραχμές, που δαπανήθηκαν για έργα ανασυγκροτήσεως στην Ελλάδα ως το 1952, τα 2.076 δισεκατομμύρια, δηλαδή τα μισά σχεδόν, καταναλώθηκαν για τη στέγαση και την περίθαλψη των προσφύγων» (Σχέδιο Μάρσαλ, σ. 16).


Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου αρχίζει το ιστόρημα που ακολουθεί. Είναι φανερό πως, στην Ελλάδα, όχι μόνο στα πρώτα – ύστερα από το 1949 χρόνια - αλλά και για δε­καετίες ολόκληρες, θα βαραίνουν αποφασιστικά στις εξελίξεις τα γεγονότα του Πολέμου του 1940-41. της Κατοχής και του Εμφυ­λίου, με όλες τις όψεις τους και τις συνέπειές τους - τις πολιτι­κές, κοινωνικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις που έφεραν, τους ηρωισμούς και τις αθλιότητες, το μεγαλείο και τις μικρότητες, τις εξάρσεις και τις πτοήσεις, τις καταστροφές και τα τραύματα που άφησαν στη χώρα και στο έθνος. Η πορεία που ακολούθησαν τε­λικά τα πράγματα επηρεάστηκε από πολλούς παράγοντες, διεθνείς και εσωτερικούς, και από ελληνικές ιδιομορφίες. Παρ' όλα αυτά, θα'ταν λάθος να παραδεχτούμε πως η πορεία αυτή ήταν αναπόφευκτη, ότι ένας εθνικός συμβιβασμός που θα απέτρεπε τον αιματηρό Εμφύλιο Πόλεμο, δεν μπορούσε σε καμιά περί­πτωση να υπάρξει. Μια τέτοια εκδοχή, στο όνομα κάποιου ιστο­ρικού φαταλισμού, θα απάλλασσε από τις ευθύνες τους ηγέ­τες και των δύο παρατάξεων που συγκρούστηκαν στην περίοδο του 1944-49, και ιδιαίτερα εκείνους που έπαιξαν ενσυνείδητα το παιγνίδι των ξένων.
Οι καταστάσεις και οι συνθήκες στην Ελλάδα, εξαιτίας και της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της Δικτατορίας που είχε προη­γηθεί, ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Αλλά οι συνθήκες - κοινωνικοοι­κονομικές. διεθνής συσχετισμός δυνάμεων, γεωγραφική θέση μιας χώρας κ.λ.π. - και οποιοιδήποτε νόμοι ή τάσεις στην κοινωνική εξέ­λιξη δεν δημιουργούν από μόνοι τους την Ιστορία. Παρεμβάλλε­ται η δράση των οργανωμένων ομάδων και των πολιτικών ηγετών που κάνουν τις επιλογές τους. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ο διεθνής περίγυρος, η βαθμίδα στην εξέλιξη σε μια ορισμένη επο­χή, η διάταξη των ταξικών δυνάμεων διαγράφουν τα πλαίσια των επιλογών, αλλά δεν τις προκαθορίζουν. Τα πλαίσια των επιλογών για τους πολιτικούς ηγέτες, τα κόμματα, τις οργανωμένες ομάδες, τους λαούς είναι πολύ πλατιά. Και οι αποφάσεις τους, με τις συ­νέπειες τους, δημιουργούν καταστάσεις που ενσωματώνονται τε­λικά στις αντικειμενικές συνθήκες κάθε εποχής και επιδρούν στην εξέλιξη για πολλές, συχνά, δεκαετίες.
Μέσα στους σκληρούς εμφύλιους αγώνες που άρχισαν στα τελευταία χρόνια της Κατοχής και κορυφώθηκαν το 1947-49, οι συντηρητικές δυνάμεις, με την ενίσχυση των Άγγλων και των Αμε­ρικανών, που ενδιαφέρονταν κυρίως για τη στρατηγική αξία της χώρας μας, κατάφεραν συντριπτικά πλήγματα στην Αριστερά και στο ΕΑΜικό κίνημα που την ηγεσία του είχε το ΚΚΕ. Μερίδα του παλιού πολιτικού κόσμου, με την έμπνευση και της ιθύνου­σας τάξης της χώρας μας, δεν δίστασε να ζητήσει και να καλύ­ψει την ξένη ένοπλη επέμβαση ούτε να συσσωματώσει στον κορ­μό της «εθνικοφροσύνης» δοσίλογα στοιχεία, που υπηρέτησαν στην Κατοχή τους τρεις κατακτητές. Από την άλλη πλευρά, η ηγε­σία του ΚΚΕ, που αποδείχτηκε ικανή να οργανώσει το ΕΑΜικό κίνημα και να εξασφαλίσει τον έλεγχο του, όταν, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής, οι καταστάσεις άρχισαν να γί­νονται πιο λεπτές και πολύπλοκες, στάθηκε ανίκανη να εκτιμή­σει με νηφαλιότητα τους διεθνείς και εσωτερικούς συσχετισμούς των δυνάμεων και να χαράξει την κατάλληλη για κάθε στιγμή τα­κτική. Το ότι, πιθανότατα, αγνοούσε τις συμφωνίες Τσόρτσιλ - Στάλιν, που εκχωρούσαν την Ελλάδα στην αγγλοαμερικανική ζώ­νη επιρροής, δεν φτάνει για να εξηγήσει το γεγονός, ότι, παραπαίοντας ανάμεσα σε έναν άκρατο εξτρεμισμό και μια αδι­καιολόγητη, καμιά φορά, υποχωρητικότητα, έπεσε σε όλες τις παγίδες που της έστησαν οι ξένοι - οι Άγγλοι και όπως ίσως απο­δειχτεί με νεότερα στοιχεία από τότε και οι Αμερικανοί - και δεν οδήγησε το ΕΑΜικό κίνημα ούτε στη νίκη και στην εξουσία ούτε σε έναν εθνικό συμβιβασμό, που θα του επέτρεπε να κρατήσει αλώβητες τις δυνάμεις του για να παίξει πρωταρχικό ρόλο στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού αστικού καθεστώτος ύστερα από την Απελευθέρωση.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος, εκτός από τις ανθρώπινες τραγωδίες και την οικονομική καταστροφή, οδήγησε και στην πόλωση ανά­μεσα στη Δεξιά και στο ΚΚΕ. Οι ενδιάμεσες δυνάμεις καταστρά­φηκαν ή καταδικάστηκαν να παίζουν υπηρετικό ρόλο. Το Κέντρο, από τον φόβο μιας κομμουνιστικής δικτατορίας, που την ταύτιζε με σοβιετική κυριαρχία στη χώρα μας, έπεσε στην αγκαλιά αυτής της «εθνικής» συμμαχίας των πιο ανόμοιων στοιχείων, στην οποία κυριαρχούσε η Δεξιά μαζί και με το τμήμα της που είχε συνερ­γαστεί με τους κατακτητές.
Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, θα εκφραστεί αμέσως, σε πρώ­τη ευκαιρία, η έντονη επιθυμία μεγάλης μερίδας του λαού για εθνική συμφιλίωση και αλλαγή. Η ΕΠΕΚ του Ν.Πλαστήρα κα­τά κύριο λόγο και η Δημοκρατική Παράταξη με επικεφαλής τους I.Σοφιανόπουλο, Αλέξανδρο Σβώλο κ.λ.π., έγιναν οι φορείς αυ­τών των αιτημάτων. Αλλά ο Εμφύλιος Πόλεμος, εκτός από τις άλλες καταστροφές που έφερε, οδήγησε και στη μεγαλύτερη εξάρτηση της χώρας μας, στην αρχή από τους Άγγλους και αρ­γότερα από τους Αμερικανούς. Το έργο των ηγετών που είχαν τηρήσει ουδέτερη στάση στον Εμφύλιο Πόλεμο και είχαν αγω­νιστεί για ένα συμβιβασμό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Ούτε η Δεξιά, που ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» είχε γίνει η νέα ιδεο­λογία της. αλλά ούτε και η ηγεσία του ΚΚΕ, που έδειχνε αδυναμία αναπροσαρμογής και επιμονή στη μονοπώληση του αρι­στερού και προοδευτικού κινήματος, άφηναν να κλείσουν τα χάσματα. Εξάλλου, οι Αμερικανοί, που, με το δόγμα Τρούμαν, τις στρατιωτικές και οικονομικές αποστολές και το Σχέδιο Μάρσαλ, είχαν εδραιώσει τη θέση τους στη χώρα μας και χρησιμο­ποιούσαν ως όργανά τους τα Ανάκτορα, μέρος του πολιτικού κόσμου και τους στρατιωτικούς τού ΙΔΕΑ, καθώς και η παλαιά και νέα οικονομική ολιγαρχία, επιδίωκαν να θεσμοποιήσουν και να μονιμοποιήσουν την εξάρτηση της Ελλάδας. Το ίδιο επι­δίωκε και η Δυναστεία, που τη διακατείχε πάντα ο φόβος μιας εκθρόνισης. Έτσι. κυρίως οι Αμερικανοί, αφού για ένα μικρό διάστημα ευνόησαν να πάρουν την κυβέρνηση - όχι βέβαια και την αληθινή εξουσία - φιλελεύθερες δυνάμεις, που τους διευ­κόλυναν να δημιουργήσουν στο εξωτερικό την εικόνα μιας δη­μοκρατικής Ελλάδας, ιδιαίτερα ύστερα από τον πόλεμο της Κορέας, προχώρησαν στην υπονόμευση των κεντρώων κομμάτων και στην προπαρασκευή για την πλήρη επικράτηση μιας ανασυγκροτημένης Δεξιάς, που θα ενίσχυε, θεσμοποιούσε και θα μονιμοποιούσε το κράτος του άκρατου αντικομμουνισμού και της υποτέλειας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το πέ­τυχαν, χάρη και στα λάθη των φιλελεύθερων και αριστερών κομ­μάτων, με την άνοδο στην εξουσία του παπαγικού Συναγερμού. Στην περίοδο του Συναγερμού, το «κράτος της Δεξιάς», του «όσο δεξιότερα τόσο καλύτερα», που έχει τις ρίζες του στο 1935 και στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου και δεν θα πάψει να υπάρ­χει και στην Κατοχή, θα εδραιωθεί, με τη βοήθεια των Αμερι­κανών, αλλά και του παρασυντάγματος των ψηφισμάτων του Εμφυλίου Πολέμου που, με ευθύνη των κομμάτων του Κέντρου, θα διατηρηθεί και μετά την ψήφιση του νέου, συντηρητικού Συ­ντάγματος του 1952.
Όσοι μου έχουν κάνει την τιμή να διαβάσουν τα προηγούμενα ιστορήματά μου (Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Η4ηΑυγούστου - Το έργο και η Πολιτεία της, Η εξωτερική πολιτική της 4ης Αυ­γούστου, Ο πόλεμος του 1940-41 και η Μάχη της Κρήτης), ίσως να απορήσουν γιατί, αντί να συνεχίσω με την Κατοχή, την Εθνική Αντί­σταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο, «πήδησα» στη μετά το 1949 πε­ρίοδο. Είναι αναμφίβολο πως η περίοδος 1941-49, από τις πιο απο­φασιστικές για την Ελλάδα, παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες. Υπάρχει γι' αυτήν άφθονο υλικό, που θέλει μεγάλη προσπάθεια για να επιχειρήσεις να το βάλεις σε κάποια σειρά, αλλά ίσως και πολύ λίγο για να μπορέσεις να ξεκαθαρίσεις μερικά παρασκήνια της εποχής και να καταλήξεις σε σχετικά θεμελιωμένα συμπερά­σματα. Ύστερα, πρόσθετη δυσκολία είναι οι ισχυρές συναισθημα­τικές αντιδράσεις που προκαλεί η αναδρομή στην περίοδο αυτή σε όσους ζήσαμε όχι σαν απλοί θεατές την Εθνική Αντίσταση και τις πολιτικές περιπέτειες που ακολούθησαν.
Παρ' όλα αυτά, η εξήγηση για το «πήδημα» αυτό είναι πο­λύ πιο απλή και, περίπου, «τεχνική». Ένα μέρος του ιστορήματος που αρχίζει με τον τόμο αυτό να εκδίδεται, έχει γραφεί για πρώτη φορά στη διάρκεια της εφταετίας και συγκεκριμένα το 1972-73. Γράφτηκε, κατά παραγγελία πρωινής εφημερίδας, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να δημοσιευτεί σε συνέχειες, έστω και χωρίς το όνομα του συγγραφέα, στην περίοδο της «φιλελευθεροποιήσεως» του Παπαδόπουλου. Για να μπορέσει ευ­κολότερα να περάσει χωρίς να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις της Χούντας, αποφασίσαμε να κινηθεί ανάμεσα στην μετά τον Εμφύλιο και στην πριν από το πραξικόπημα του 1961 περίοδο. Ακολούθησαν το Κίνημα του Ναυτικού, η νέα σκλήρυνση της δικτατορίας, αργότερα το πραξικόπημα Ιωαννίδη και η δημοσίευ­ση του ιστορήματος αναβλήθηκε για «ευθετότερο» χρόνο. Με­τά τη Μεταπολίτευση. χρειάστηκε φυσικά να το ξαναγράψω.
Βασικές πηγές που χρησιμοποίησα ήταν οι εφημερίδες της εποχής, οι αφηγήσεις πρωταγωνιστούν των γεγονότων της πε­ριόδου εκείνης και στοιχεία από τα αρχεία τους. Πρόκειται για τις πιο πολύτιμες αλλά και τις πιο επικίνδυνες πηγές, που χρειά­ζονται έλεγχο, διασταύρωση και διερεύνηση. Στις εφημερίδες της εποχής υπάρχει πάντα το στοιχείο της προπαγάνδας, της επικαιρότητας, της σκοπιμότητας και του φανατισμού. Αλλά, εκτός από το ότι και αυτά τα δημοσιεύματα τους είναι χρήσιμα και ενδεικτικά για το πολιτικό κλίμα της εποχής, πολύτιμα βοη­θήματα αποτελούν τα κείμενα δηλώσεων και ανακοινώσεων που δημοσιεύουν, καθώς και η χρονολογική σειρά των γεγονότων που καταγράφουν. Στις προσωπικές αφηγήσεις και αναμνήσεις, που αποτελούν επίσης πολύτιμο και αναντικατάστατο υλικό, υπάρ­χει πάντα η παγίδα του υποκειμενισμού. Ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος να προσέχει, γιατί και στους πιο υπεύθυνους και ψύ­χραιμους ανθρώπους, ακόμα και με την άμβλυνση των παθών που φέρνει ο χρόνος, διατηρείται πάντα η επιθυμία της υστερο­φημίας και της δικαίωσης μιας ζωής, που επιδρά, αθέλητα τις πιο πολλές φορές, και οδηγεί σε κάποια παραμόρφωση των γε­γονότων. Ο έλεγχος και η διασταύρωση είναι πάντα αναγκαία αλλά και πολύ επίπονη δουλειά.
Άλλες χρήσιμες πηγές είναι τα Πρακτικά της Βουλής, οι μο­νογραφίες, τα περιοδικά, οι στατιστικές, οι ειδικές μελέτες κτλ.
Προτίμησα να δώσω όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέ­ρειες και ντοκουμέντα της εποχής, γιατί, για μια σχετικά αδιε­ρεύνητη περίοδο, νομίζω πως αυτό είναι χρήσιμο και για τις μελ­λοντικές έρευνες, έστω και αν μπορεί καμιά φορά να κόβει τη συνέχεια της αφήγησης. Τη δράση κάθε παράγοντα της πολιτικής ζωής προσπαθώ να την δώσω, όπως προκύπτει από τα γεγονό­τα, δηλαδή χωρίς δικές μου κρίσεις για τον «θετικό» ή «αρνητι­κό» ρόλο τους, πέρα από όσες θεωρώ απαραίτητες και, κυρίως, όσο είναι ανθρώπινα δυνατόν, χωρίς προκαταλήψεις. Προπαντός, είμαι εντελώς αντίθετος στην τάση που παρατηρείται συχνά – όχι μόνο στην επίσημη κομμουνιστική ιστοριογραφία - να φωτίζεται ή να εξαφανίζεται ένα πρόσωπο από την Ιστορία ανάλογα με το ποια ήταν η κατοπινή του δράση. Μια τέτοια μονόπλευρη πα­ρουσίαση των γεγονότων όχι μόνο αποτελεί παραποίηση της Ιστο­ρίας, αλλά και δυσκολεύει το έργο των μελλοντικών ερευνητών που θα ήθελαν να αποτιμήσουν συνολικά τη δράση προσώπων και κομμάτων και να βρουν τις αντιφάσεις τους και τις αιτίες της κά­θε φορά στάσης τους.
Αν είναι υπερβολή αυτό που έχει ειπωθείς ότι η Ιστορία ένα μόνο πράγμα διδάσκει, πως δεν διδάσκει τίποτα και κανέναν αν πιστεύουμε πως η γνώση των γεγονότων, πέρα από τις οποιεσ­δήποτε τοποθετήσεις, κρίσεις και συμπεράσματα, είναι πολύτι­μη και βοηθά στο να αποφεύγουμε, τουλάχιστον, να επαναλά­βουμε τα παλιά λάθη· αν δεχόμαστε πως η χρησιμότητα και η αξία των οποιωνδήποτε θεωριών δοκιμάζονται στην πράξη και ότι η κατά το δυνατόν πιστότερη απεικόνιση της πραγματικότητας βοη­θά στην επιβεβαίωση, στη διάψευση, στην αναθεώρηση ή στη συμπλήρωση των θεωρητικών γενικεύσεων, που, με τη σειρά τους, αποτελούν όπλα για την προσέγγιση στη βαθύτερη κατανόηση κάποιων νόμων ή τάσεων που διέπουν την Ιστορία, οφείλουμε να είμαστε όσο γίνεται πιο επίμονοι στην αναζήτηση της αλήθειας.
Τελειώνοντας θέλω να αναφέρω, όχι μόνο για να τους ευχαριστήσω και δημόσια, αλλά και γιατί οι αφηγήσεις τους και τα στοιχεία από τα προσωπικά τους αρχεία ήταν βασικές πηγές της εργασίας μου, όλους τους πολιτικούς ηγέτες και όσους άλλους με εβοήθησαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ανάμεσά τους, ένας δεν βρίσκεται πια μαζί μας: ο αξέχαστος γιατρός και αγωνιστής Γιώργος Σπηλιόπουλος.
Οι άλλοι είναι:
Γεώργιος Μαύρος, Ηλίας Ηλιού, Στέφανος Στεφανόπουλος, Γιάννης Ζίγδης, Σταύρος Ηλιόπουλος, Κομνηνός Πυρομάγλου, Βιργινία Τσουδερού, Βάσος Βασιλείου, Τάκης Κύρκος, Λεωνίδας Κύρκος, Γιάννης Κοκορέλλης, Παναγιώτης Τζαννετάκης, Κώστας Μπασιάκος, οι αξιωματικοί της αεροπορίας Βλάσης Δέδες και Γιώργος Μαδεμλής. και ο Παναγιώτης Κατερίνης.
Πολύτιμες για την ακριβή γνώση των γεγονότων και του κλί­ματος της εποχής ήταν οι επανειλημμένες συνομιλίες που είχα σχετικά με την περίοδο αυτή με τον πολιτικό και ιστορικό Σπυρ.Μαρκεζίνη.
Σημαντική βοήθεια μου έδωσαν, τέλος, οι συνάδελφοι και φί­λοι δημοσιογράφοι Νίκος Αλεξίου, Λέων Καραπαναγιώτης, Γιώρ­γος Λεονταρίτης, Νίκος Νικολάου και Γιώργος Ρωμαίος.


Αύγουστος 1977                                   Σ.Ν.Λ.


Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Το τέλος του Εμφυλίου
Ο Νίκος Ζαχαριάδης επανέρχεται στην Ελλάδα από το στρατό­πεδο του Νταχάου (Μάιος 1945) και επιβάλλει τη γραμμή ένο­πλου αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Συγκροτείται ο Δη­μοκρατικός Στρατός υπό την ηγεσία του Μάρκου Βαφειάδη. Με την πρώτη πολεμική εξόρμηση στο Λιτόχωρο αρχίζει ο «τρίτος γύρος» του αγώνα του ΚΚΕ για την κατάληψη της εξουσίας.
Στις εκλογές του Μαρτίου 1946, το ΚΚΕ απέχει, όπως και οι Γ.Καφαντάρης, I.Σοφιανόπουλος. Εμ.Τσουδερός και Γ.Καρτάλης. Την πλειοψηφία θα αποσπάσει το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο σχηματίζει κυβέρνηση με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη.
Θα ακολουθήσει δημοψήφισμα για τον βασιλιά. Οι συνθήκες ευνοούσαν τους οπαδούς του. Και με «ολίγη νοθεία», ο Γεώρ­γιος Β' επιστρέφει στον θρόνο στις 27 Σεπτεμβρίου 1946. Την 1η Απριλίου 1947 θα αποβιώσει. Θα τον διαδεχθεί ο αδελφός του Παύλος Α'.
Στην Ελλάδα όλα πάνε «δεξιά»: Συγκροτούνται τρία στρα­τόπεδα συγκέντρωσης. Στη Μακρόνησο για τους αριστερούς στρα­τεύσιμους, στο Τρίκερι για τους υπόπτους και στη Γιάρο για τους φυλακισμένους και συλλαμβανόμενους αριστερούς πολίτες. Ιδρύο­νται έκτακτα στρατοδικεία σε όλους τους νομούς.
Ο Κ. Τσαλδάρης πηγαίνει στις ΗΠΑ και ζητεί βοήθεια για αντι­μετώπιση των κομμουνιστών. Την επιτυγχάνει και εγκρίνεται από την κυβέρνηση και τα κόμματα. Η Αγγλία γνωστοποιεί στις ΗΠΑ ότι αδυνατεί να συνεχίσει τη βοήθεια προς την Ελλάδα. Το κενό καλύπτει η Αμερική με το «Δόγμα Τρούμαν».Έχει αρχίσει και ο «Ψυχρός Πόλεμος».
Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις των ανταρτών σε πόλεις της Βό­ρειας Ελλάδος ενισχύουν τον ρόλο των Αμερικανών. Η κυβέρνη­ση Τσαλδάρη υπογράφει συμφωνία, με την οποία εξουσιοδοτού­νται οι ΗΠΑ να εποπτεύουν ελεύθερα τις ελληνικές Αρχές, που διαχειρίζονται την αμερικανική βοήθεια. Η Ελλάδα γίνεται προτεκτοράτο των ΗΠΑ... Ανοικτή επέμβαση και στα πολιτικά. Στην κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος (Κ.Τσαλδάρη) θα επιβάλουν και τον Θεμ.Σοφούλη (των Φιλελευθέρων) και στη συνέχεια θα «υποβαθμίσουν» τον Τσαλδάρη σε υπουργό Εξωτερικών με πρω­θυπουργό τον Σοφούλη.
Επιθυμούν «δημοκρατικό πρωθυπουργό» για την επιβολή έκτακτων μέτρων: Στρατιωτικός νόμος, αναγκαστικός νόμος 509, ο οποίος θέτει το ΚΚΕ εκτός νόμου και οδηγεί πολλούς στην εξο­ρία, και ψηφίσματα για τη δήμευση περιουσιών των ανταρτών.
Από την πλευρά τους, οι κομμουνιστές συγκροτούν νέα «Δη­μοκρατική Κυβέρνηση» με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη και υπουργούς τους I.Ιωαννίδη, Μ.Πορφυρογένη, Π.Ρούσσο, Β.Μπαρτζώκα, Δ.Βλαντά, Λ.Στρίγγο και Π.Κόκκαλη.
Ακολουθεί η τελική αναμέτρηση. Η δολοφονία του υπουρ­γού Εσωτερικών Χρ.Λαδά. την 1η Μαΐου 1948, οδηγεί στην τε­λική αναμέτρηση. Ο Αλ.Παπάγος αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία και προχωρεί σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Μουργκάνα, τον Γράμμο και το Βίτσι. Τον «βοηθάει» και ο Τί­το, ο οποίος συγκρούεται με την Κομινφόρμ και κλείνει τα σύ­νορα. Εγκαταλείπεται και το σχέδιο της προσάρτησης της ελ­ληνικής Μακεδονίας στη «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», το οποίο υποστήριζε ο Στάλιν και με το οποίο εί­χε συμφωνήσει και το ΚΚΕ!
Στις 18 Οκτωβρίου 1948, το ΚΚΕ ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός. Τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Θα διακηρύξει, όμως, ότι έχει τα όπλα «παραπόδας», που εσήμαινε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν απέκλειε και τον δ' γύρο για την κατάκτηση της εξουσίας. Δεν ήταν άσχετη και η προσπάθεια του Ζαχαριάδη για «αυτονόμη­ση» της Μακεδονίας.
Ο νέος «Εθνικός Διχασμός» αρχίζει με την κήρυξη του ΚΚΕ εκτός νόμου, με τον πολλαπλασιασμό των περιοχών εκτόπισης των κομμουνιστών (Τρίκερι, Λήμνος, Λέρος, Αίγινα, Άγιος Ευ­στράτιος κ.ά.). Χιλιάδες αντάρτες θα αυτοεξοριστούν σε χώρες της ΣοβιετικήςΈνωσης και θα στερηθούν, με νόμο, της ελληνικής ιθαγένειας.
Με το τέλος του Εμφυλίου θα αποκατασταθεί η ειρήνη, όχι, όμως. και η πολιτική ομαλότητα. Από το 1950 μέχρι το 1967 (17 χρόνια) 8 εκλογικές αναμετρήσεις και 22 κυβερνήσεις! Από το 1944 μέχρι το 1950 (6 χρόνια) μία εκλογική αναμέτρηση (1946) και 12 κυβερνήσεις.
Με την ένταξη της Ελλάδος στο NATO (1952) και την εγκατά­σταση αμερικανικών βάσεων, η πολιτική αλλά και η οικονομική πορεία της χώρας καθοδηγείται και ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Το τέλος αυτής της «πορείας» ήταν η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Τα Δεκεμβριανά
Την Παρασκευή 1η Δεκεμβρίου ο Βρετανός αντιστράτηγος Σκόμπυ, διοικητής των ελληνικών και των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, διατάσσει την αποστράτευση όλων των αξιωματι­κών και των ανδρών της ελληνικής Αντίστασης. Οι ΕΑΜικοί υπουρ­γοί αρνούνται να υπογράψουν το σχετικό διάταγμα και παραι­τούνται. ενώ η αντικυβερνητική πλευρά συντάσσει ένα «Σχέδιον Ενέργειας», για να «αντιταχθεί διά των όπλων κατά παντός πραξικοπήματος της αντιδράσεως» και με στόχο «να εκκαθαρίσει τας φιλικώς διακείμενας συνοικίας των Αθηνών εις όσον το δυ­νατόν βραχύτερον χρόνον. Να εκκαθαρίσει τελικώς την κατάστασιν τόσον εις την περιοχήν Γουδί - Ψυχικού, όσον και εις την υπόλοιπον πόλιν των Αθηνών».
Την επόμενη ημέρα, το Σάββατο 2 Δεκεμβρίου, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ συνεδριάζει και αποφασίζει:
1.                    Να απευθύνει έκκληση στις κυβερνήσεις των Συμμάχων Μ. Βρετανίας, ΣοβιετικήςΈνωσης και Αμερικής.
2.                    Να οργανωθεί παλλαϊκή συγκέντρωση στην πλατεία Συ­ντάγματος την επόμενη (3 Δεκεμβρίου) στις 11 π.μ.
3.                    Να οργανωθεί και να κηρυχθεί παλλαϊκή απεργία για τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου.
4.                    4. Να ανασυγκροτηθεί η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ.
Την Κυριακή το συλλαλητήριο πραγματοποιείται και η αστυ­νομία ανοίγει πυρ με αποτέλεσμα τον θάνατο και τον τραυματι­σμό πολλών διαδηλωτών. Την επόμενη της επίθεσης. Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου, το Δεύτερο Σύνταγμα της 2ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ αιφνιδιάζεται και αφοπλίζεται στη Φιλοθέη από τα βρετανικά στρατεύματα, όμως άλλες δυνάμεις του ΕΛΑΣ σημειώνουν επι­τυχίες σε Αθήνα και Πειραιά. Η σύγκρουση μεταξύ των Άγγλων και των κυβερνητικών δυνάμεων από τη μία και του ΕΛΑΣ από την άλλη έχει πια ξεκινήσει για τα καλά και τις επόμενες μέρες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Αθή­να, όπου και οι δύο πλευρές σημειώνουν επιτυχίες, καθώς και στον Πειραιά, όπου ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να παρεμποδίσει τη συνεχιζό­μενη ενίσχυση των βρετανικών δυνάμεων. Την ίδια περίοδο, δη­λαδή κατά τη διάρκεια το3ν σφοδρών συγκρούσεων στην Αθήνα και τον Πειραιά, ο Τσόρτσιλ δηλώνει πως «Είναι φυσικά πολύ επιθυμητό να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος. Αλλά είναι πολύ πιο σημαντικό να κερδίσουμε μια αποφασιστική νίκη για τον νό­μο και την τάξη στην πρωτεύουσα».
Στις 11 Δεκεμβρίου, φθάνει στην Αθήνα, για να δει από κοντά την κατάσταση, ο Βρετανός στρατάρχης Αλεξάντερ και αποφα­σίζει να αντικαταστήσει τον Σκόμπυ με τον στρατηγό Τζον Χόκσγουερθ. Ο Σκόμπυ παραμένει στην Αθήνα για να αναλάβει τις διαπραγματεύσεις με τον ΕΛΑΣ.
Τις αμέσους επόμενες ημέρες, παράλληλα με κάποιες πρώτες προσπάθειες συνεννόησης, αλλά και τη συνεχιζόμενη ενίσχυση των βρετανικών και των κυβερνητικών δυνάμεων με αποβάσεις στον Πειραιά και το Παλαιό Φάληρο, οι δύο αντίπαλες πλευρές συνε­χίζουν με αμείωτη ένταση τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Αθή­να και τον Πειραιά. Ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τη Σχολή Ευελπίδων, ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις καταλαμβάνουν το νοσοκομείο Σω­τηρία. Αμέσως μετά, ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει και ανατινάζει το κτήριο της Γενικής Ασφάλειας, ενώ με τη σειρά τους οι κυβερνη­τικές δυνάμεις σημειώνουν επιτυχίες στον Πειραιά και οι Βρετα­νοί βομβαρδίζουν από αέρος τους Αγίους Αναργύρους και τα Κά­τω Λιόσια.
Την τρίτη εβδομάδα των συγκρούσεων, η πλάστιγγα έχει αρ­χίσει να γέρνει προς την πλευρά των συνεχώς ενισχυμένων βρε­τανικών και κυβερνητικών δυνάμεων, οι οποίες περνούν στην αντε­πίθεση στις περιοχές του Ζαππείου, του Φιλοπάππου, του Κε­ραμικού, της Νέας Σμύρνης, της Καλλιθέας, της Κυψέλης και του Αμαρουσίου.
Την Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου, κάτω από τη συνεχή πίεση του αντιπάλου, σαμποτέρ του ΕΛΑΣ τοποθετούν εκρηκτικά στα θε­μέλια του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», στην πλατεία Συ­ντάγματος. Η επιχείρηση όμως ακυρώνεται λόγω της επικείμε­νης - την επόμενη ημέρα - επίσκεψης του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίστον Τσόρτσιλ.
Ανήμερα των Χριστουγέννων, 25 Δεκεμβρίου του '44, το αερο­πλάνο που μεταφέρει τον Ουίστον Τσόρτσιλ και τον Άντονι Ήντεν, ένα αμερικάνικο Σκάιμαστερ, προσγειώνεται στο αεροδρόμιο του Καλαμακίου. Στην πρώτη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε μέσα στο αεροπλάνο - με τη συμμέτοχη των Αλεξάντερ, Λίπερ και Μακ Μίλαν - ο στρατάρχης Αλεξάντερ ενημερώνει τον Τσόρτσιλ πως «η κατάσταση που ήταν σοβαρή πριν από δεκαπέντε ημέρες, τώ­ρα είναι πολύ καλύτερη και κάθε κίνδυνος έχει περάσει». Το από­γευμα ο Τσόρτσιλ έφυγε από το Σκάιμαστερ και μετέβη με τε­θωρακισμένο όχημα στον όρμο του Φαλήρου από όπου και επιβιβάστηκε στο βρετανικό πολεμικό πλοίο «Άγιαξ». Λίγο αρ­γότερα έφτασαν και οι Λίπερ, Αλεξάντερ, Μακ Μίλαν. Σκόμπυ, Παπανδρέου και ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, τον οποίο οι Βρε­τανοί σκέφτονταν ως υποψήφιο για τη θέση του αντιβασιλέα.
Την επόμενη ημέρα, 26 Δεκεμβρίου, πραγματοποιείται μεγάλη σύσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών υπό την προεδρία του Αρχιε­πισκόπου Δαμασκηνού και την παρουσία του Τσόρτσιλ, του Ήντεν, του Αμερικανού πρεσβευτή Μακβή, του Ρώσου αντισυνταγματάρχη Ποπόφ. Οι κυβερνητικές δυνάμεις εκπροσωπούνται από τους Γ.Παπανδρέου, Θ.Σοφούλη, Ν.Πλαστήρα, Δ.Μάξιμο και Καφα­ντάρη, αλλά και άλλες πολιτικές προσωπικότητες, ενώ το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εκπροσωπούν οι Σιάντος, Παρτσαλίδης και Μάντακας.
Ο Τσόρτσιλ ανέφερε πως η επίσκεψή του κάτω από τέτοιες δυσχερείς συνθήκες υποδήλωνε το βρετανικό ενδιαφέρον για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση στην οποία είχε περιέλθει και εξέφρασε την αναγκαιότητα μιας γρήγορης επίλυσης και την ελ­πίδα τού ότι αυτή θα ερχόταν. Αργότερα, ο Τσόρτσιλ αποχώρη­σε και η σύσκεψη συνεχίστηκε στην προσπάθεια να επιτευχθεί κά­ποιος συμβιβασμός και να σταματήσουν οι ένοπλες συγκρούσεις. Όμως, πέρα από το θέμα του διορισμού αντιβασιλέα, όπου υπήρ­ξε καταρχήν συμφωνία, ο συμβιβασμός δεν επιτυγχάνεται.
Ταυτόχρονα, οι κυβερνητικές και οι βρετανικές δυνάμεις πιέ­ζουν όλο και περισσότερο τον ΕΛΑΣ και καταφέρνουν σημαντι­κές επιτυχίες στο Ψυρρή, στον Βύρωνα, την Καισαριανή. Μερι­κές ημέρες αργότερα, στις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου του '45, μετά από σφοδρές και επίμονες συγκρούσεις, οι κυβερνητικές και οι βρετανικές δυνάμεις καταλαμβάνουν τις περιοχές των Εξαρ­χείων, των Αμπελοκήπων και του Ψυχικού.
Στις 2 Ιανουαρίου, ο ΕΛΑΣ πραγματοποιεί την τελευταία του προσπάθεια αντιστροφής της κατάστασης με μια νυχτερινή αντεπί­θεση για την ανακατάληψη της περιοχής του Ψυχικού, του Γηροκο­μείου, των προσφυγικών πολυκατοικιών και τις φυλακές Αβέρωφ. Η επιχείρηση αποτυγχάνει και το βράδυ της ίδιας μέρας, στις 23.50, το Α' Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ διατάσσει τις δυνάμεις του στην Αθή­να να υποχωρήσουν προς περιοχές εκτός της πρωτεύουσας.
Στις 11 Ιανουαρίου, ημέρα Πέμπτη, και αφού είχε προηγηθεί σημείωμα από τον Ζεύγο με το οποίο η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ ζητούσε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, ενώ παράλλη­λα συνεχιζόταν η σταδιακή υποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αττι­κή, υπεγράφη η συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών ανά­μεσα στον στρατηγό Σκόμπυ και τους Ζεύγο, Παρτσαλίδη, Μακρίδη και Αθηνέλλη από την πλευρά του ΕΛΑΣ.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1944 ορκίζεται αντιβασιλιάς ο Αρχιεπί­σκοπος Δαμασκηνός Παπανδρέου και ορίζεται διαδικασία για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επάνοδο του βασιλιά Γεωρ­γίου Β'. Στις 3 Ιανουαρίου παραιτείται ο άλλος Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός. Διάδοχος ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, ο αρχηγός της Επανάστασης του 1922. Ήταν «επιθυμία» των Άγγλων. Ολιγομελής η κυβέρνηση: I.Σοφιανόπουλος, Ν.Κολυβάς, Π.Ράλλης, Γ.Σιδέρης, I.Γλαβάνης και Λ.Σακελλαρόπουλος. Και «ολίγον άχρους».
Οι εχθροπραξίες διακόπτονται και στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφεται η Συμφωνία της Βάρκιζας. Προβλέπονταν διεξα­γωγή εκλογών, δημοψήφισμα για το καθεστωτικό, διάλυση των ανταρτικών ομάδων, αμνήστευση του ΕΛΑΣ. Η Συμφωνία, όμως, δεν πρόκειται να εφαρμοσθεί.
Ο Πλαστήρας θα εναντιωθεί στο νόθο δημοψήφισμα που σχεδία­ζαν οι Άγγλοι για την επαναφορά του βασιλιά. Θα «εκπαραθυρωθεί» από τους αρχικούς «προστάτες» του. Διάδοχος του ο ναύαρ­χος Π.Βούλγαρης, που είχε καταστείλει το ΕΑΜικό κίνημα στο ναυ­τικό στη Μέση Ανατολή. Μέχρι και τις εκλογές (31 Μαρτίου 1946) θα σχηματισθούν τρεις ακόμη κυβερνήσεις (σε ένα χρόνο): Του αντιβασιλιά Δαμασκηνού, του Π.Κανελλόπουλου και του Θεμ.Σοφούλη.



Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ
Σύμφωνα με όλα τα υπάρχοντα στοιχεία, η μόνη χώρα που ενδιαφερόταν πραγματικά για την κατάσταση στην κατοχική και κυρίως στην μετακατοχική Ελλάδα ήταν η Αγγλία. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, αν και συχνά διαφωνούσαν με τους αγγλικούς χειρισμούς στο Ελληνικό Ζήτημα, δεν έδειχναν ιδιαίτερη διάθεση να επιβάλλουν τη γνώμη τους. Η Αγγλία διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο στην μετακατοχική Ελλάδα και την αποτροπή οποιασδήποτε πιθανότητας σοβιετικής επιρροής στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Έτσι, από τον Αύγουστο του 1944, ο Τσόρτσιλ έχει αποφασίσει την επιχείρηση «Μάννα», που μεταφράζεται στη δυνατότητα και την ετοιμότητα ένοπλων βρετανικών επιχειρήσεων στο ελληνικό έδαφος.
Στα πλαίσια αυτά, τα βρετανικά στρατεύματα αρχίζουν να επιστρέφουν σταδιακά στην Ελλάδα από τις 14 Οκτωβρίου, την ίδια μέρα που ο στρατάρχης Ρόμελ βάζει ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Ο Βρετανός συνταγματάρχης Τζέλικο και μια μικρή μονάδα προσγειώνονται στο αεροδρόμιο των Μεγάρων και φτάνουν μέχρι την Αθήνα. Δύο μέρες αργότερα, στις 16 Οκτωβρίου, αποβιβάζεται στον Πειραιά η Ινδική Ταξιαρχία των Γκούρκας. Την επόμενη ημέρα, αποβιβάζονται στον Πειραιά ο στρατηγός Σκόμπυ μαζί με 4.000 άνδρες. Η εντολή που έχει από τον Τσόρτσιλ είναι σαφής: «Μην διστάζετε να ενεργείτε σαν να ευρίσκεσθε σε μια κατεχόμενη πόλη όπου θα ξεσπούσε μια τοπική εξέγερσις».
Μετά την επιστροφή στην Ελλάδα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Παπανδρέου, το θέμα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ μετατρέπεται σε μείζον πρόβλημα και κεντρικός στόχος του Λονδίνου είναι να διατηρηθεί η κυβέρνηση Παπανδρέου στην εξουσία μέχρι να ολοκληρωθεί ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, μέχρι δηλαδή να αποκτηθεί το στρατιωτικό και συνεπώς πολιτικό πλεονέκτημα. Οι Άγγλοι  έχουν αποφασίσει να τηρήσουν σκληρή στάση στο θέμα του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ. Η αναχώρηση της Ορεινής Ελληνικής Ταξιαρχίας (που αποτελείτο από τμήματα του στρατού που έλαβαν μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής τον Απρίλιο του 1944) από την Ιταλία για τον Πειραιά στις 7 Νοεμβρίου, συνοδεύεται από την εντολή του Τσόρτσιλ στον Σκόμπυ «να μην διστάσει να πυροβολήσει αν είναι απαραίτητο».
Στις 8 Νοεμβρίου, οι Τσόρτσιλ και Ήντεν στέλνουν εκ νέου εντολές στον πρεσβευτή Λίπερ: «Τα βρετανικά στρατεύματα φυσικά πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να υποστηρίξουν την τήρηση του νόμου και της τάξης, κάνοντας χρήση των όπλων τους αν χρειαστεί». Την ίδια μέρα ο Τσόρτσιλ ζητά από τον στρατηγό Γουίλσον, ανώτατο στρατιωτικό διοικητή Μεσογείου, να ενισχύσει τα υπάρχοντα βρετανικά στρατεύματα στην Αθήνα με άμεση αποστολή της 3ης Ινδικής Ταξιαρχίας, επειδή υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κομμουνιστές σχεδιάζουν να καταλάβουν βίαια την εξουσία.
Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση, ακόμα και αν το επιθυμούσε, δεν έθετε στις άμεσες προτεραιότητές της την Ελλάδα. Η Μόσχα, προκειμένου να συμφωνήσει σε ορισμένα μεταπολεμικά ζητήματα με το Λονδίνο, θα έπρεπε να δείξει ότι σέβεται, τουλάχιστον προσωρινά, το βρετανικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Η απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944) γιορτάστηκε μέσα σε ένα παραλήρημα λαϊκού ενθουσιασμού (η κεφαλή της παρέλασης βρισκόταν στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και το τέλος στη διασταύρωση των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Αγίου Μελετίου). Περίπου στις 10 το πρωί, και ενώ οι γερμανικές φάλαγγες, συνέχιζαν την έξοδό τους από την Αθήνα, δύο αποσπάσματα Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών διέσχισαν την λεωφόρο Πανεπιστημίου ανάμεσα σε ένοπλους φρουρούς. Το ένα κατευθυνόταν προς το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, όπου κατέθεσε στεφάνι ο Φέλμυ (στρατιωτικός διοικητής Αθηνών) και το άλλο στην Ακρόπολη για την παραλαβή της γερμανικής σημαίας. Αργότερα, οι Αθηναίοι πήραν το στεφάνι και το πέταξαν σε έναν υπόνομο, ενώ άλλοι θρυμμάτισαν το κοντάρι που προηγουμένως υψωνόταν το ναζιστικό σύμβολο.
Την ίδια μέρα, η κυβέρνηση Παπανδρέου αναχώρησε από την Κάβα ντέι Τιρένι για τον Τάραντα. Εκεί την περίμενε ένα καναδικό πλοίο, ο «Πρίγκιπας Δαβίδ», που με συνοδεία βρετανικών πολεμικών, την μεταβίβασε στον Πόρο. Εκεί, το βράδυ της 17 Οκτωβρίου, την πύρε ο θρυλικός «Αβέρωφ» και την μετέφερε στο Κερατσίνι του Πειραιά. Την επομένη ημέρα, ο πρωθυπουργός ανέβηκε στην Ακρόπολη, ύψωσε την ελληνική σημαία και αφού ακλούθησε δοξολογία στην Μητρόπολη, ύστερα εκφώνησε τον περίφημο και ιστορικό λόγο της Απελευθέρωσης στο Σύνταγμα, από το ίδιο μπαλκόνι που είχε εκφωνήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον Σεπτέμβριο του 1910 τον προγραμματικό του λόγο μετά το κίνημα στο Γουδί. Στον λόγο του ο Παπανδρέου ανήγγειλε τη γρήγορη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα και την προκήρυξη εκλογών για την ανάδειξη Συντακτικής Βουλής, ενώ όταν ένα μεγάλο μέρος του πλήθους άρχισε να φωνάζει «Λαοκρατία, Λαοκρατία και όχι Βασιλεία», ο Παπανδρέου απάντησε με την περίφημη πια φράση «Πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν».
Όμως πίσω από τον λαϊκό ενθουσιασμό για την απελευθέρωση από τη ναζιστική κατοχή κρύβονταν οι ανησυχίες για την επόμενη ημέρα. Αν και ο ΕΛΑΣ είχε πειθαρχήσει στη Συμφωνία της Καζέρτας και δεν μπήκε στην Αθήνα, ωστόσο μέσα στην Αθήνα υπήρχαν τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που αποτελούσαν το Α’ Σώμα Στρατού, ένοπλες δυνάμεις της Δεξιάς – για παράδειγμα η οργάνωση Χ του συνταγματάρχη Γ.Γρίβα. Σε δύο δρόμους πίσω από το Πανεπιστήμιο και την Ακαδημία, στο κέντρο δηλαδή της πόλης, οι Αθηναίοι έβλεπαν, από τις πρώτες μέρες της Απελευθέρωσης, τις έδρες δύο στρατηγείων: του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στην οδό Σίνα και της Χ στην οδό Σόλωνος. Παρακάτω, σε διάφορα ξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια είχαν εγκατασταθεί άλλες οργανώσεις της Δεξιάς μαζί με ομάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που είχαν εγκαταλείψει τις μονάδες τους. Αυτή η εικόνα, όμως, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την πραγματική πολιτική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος, δηλαδή τη δυαδική εξουσία που χαρακτήριζε, αν όχι επίσημα πάραυτα ουσιαστικά, τη μετακατοχική ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Ή αλλιώς την πολιτική ηγεμονία που διεκδικούσε από τη μία πλευρά το παλαιοκομματικό καθεστώς και η Δεξιά – με την υποστήριξη των Άγγλων -  και οι πολιτικές και κοινωνικές βλέψεις που διεκδικούσαν – ως βασικότατο κομμάτι της Αντίστασης – το ΕΑΜ και οι λοιπές αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις.
Στις 23 Οκτωβρίου διευρύνεται η κυβέρνηση με την ένταξη πολιτικών και από άλλες, πλην του ΕΑΜ, αντιστασιακές οργανώσεις. Θα ονομασθεί «κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Η σύνθεση:
Πρωθυπουργός                                Γ.Παπανδρέου
Εξωτερικών – Στρατιωτικών           Φ.Μανουηλίδης
Εσωτερικών                                      Π.Κανελλόπουλος
Ναυτικών                                           Π.Φικιώρης
Αεροπορίας                                       Ν.Αβραάμ
Δικαιοσύνης                                      Θεμ.Τσάτσος
Εφοδιασμού                                      Κ.Μαρούλης
Υγιεινής                                              Π.Ράλλης
Εμπορικής Ναυτιλίας                       Στ.Στεφανόπουλος
Μεταφορών                                       Δ.Λόντος
Κοινωνικής Πρόνοιας                      Α.Θεολογίτης
ΤΤΤ                                                      Π.Χατζηπάνος
Παιδείας & Εκκλησιαστικών           Αλ.Σβώλος
Οικονομικών                                     Ηλ.Τσιριμώκος
Εθνικής Οικονομίας                         Α.Ασκούτσης
Δημοσίων Έργων                            Μ.Πορφυρογένης
Εργασίας                                           Ι.Ζεύγος
Γεωργίας                                            Γ.Καρτάλης
Άνευ Χαρτοφυλακίου                       Φ.Δραγούμης
Υφ.Εξωτερικών                                 Λ.Λαμπριανίδης
Υφ.Στρατιωτικών                              Π.Γαρουφαλιάς
Υφ.Τύπου – Δικον.                           Α.Αγγελόπουλος
Υφ.Παρά τω Πρωθυπουργώ          Κ.Βλαχοθανάσης
Δύο μέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, έφτασαν στην Αθήνα ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Άντονι Ήντεν μαζί με τον στρατηγό Γουίλσον και τον ναύαρχο Κάνινγκχαμ, ενώ στις 5 Νοεμβρίου, μετά από σύσκεψη με τον στρατηγό Σκόμπυ, ο Παπανδρέου ανακοίνωσε ως καταληκτική ημερομηνία του αφοπλισμού των αντιστασιακών οργανώσεων τη 10η Δεκεμβρίου και τον πρώτο προγραμματισμό για τη δημιουργία μιας προσωρινής εθνοφυλακής.
Ο Παπανδρέου, μετά και τη σύμφωνη γνώμη των Άγγλων, αλλά και την αποδοχή της Δεξιάς και της Αριστεράς, αποφασίζει να διορίσει αρχιστράτηγο του νέου εθνικού στρατού τον δημοκρατικό στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο (πρόεδρος του στρατοδικείου που καταδίκασε τους έξι για τη Μικρασιατική Καταστροφή). Ο τελευταίος δηλώνει την επιθυμία να διορίσει ως νέο του επιτελάρχη τον στρατηγό του ΕΛΑΣ Στέφανο Σαράφη, τον οποίο είχε ως επιτελάρχη και πριν το κίνημα του 1935. Το ΕΑΜ, όπως είναι φυσικό, αποδέχεται να παραχωρήσει τον Σαράφη για τη συγκεκριμένη θέση, όμως αυτή η επιθυμία του Οθωναίου – καθώς και η θέση του πως αν διοριστεί αρχιστράτηγος θα δίνει λόγο μόνο στον πρωθυπουργό – σκοντάφτει πάνω στην κατηγορηματική άρνηση του Σκόμπυ και των Άγγλων, με αποτέλεσμα την παραίτηση του Οθωναίου στις 13 Νοεμβρίου.
Μετά την παραίτηση Οθωναίου, οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση Παπανδρέου και τον ΕΑΜ γύρω από το ακανθώδες θέμα του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ και της δημιουργίας ενός ενιαίου εθνικού στρατού γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες, αναμειγνυόμενες ακόμα με εξίσου σημαντικά ζητήματα, όπως το πολιτειακό, το καθεστώς και ο χρόνος των επόμενων εθνικών εκλογών, ενώ τα χρονικά περιθώρια ολοένα και στενεύουν.
Οι διαπραγματεύσεις οδηγούν σε προτάσεις και αντιπροτάσεις, σε αποδοχές και αρνήσεις. Όταν για παράδειγμα, κάποια στιγμή, η κυβέρνηση Παπανδρέου αποδέχεται το αίτημα του ΕΑΜ για διάλυση της Ταξιαρχίας ου Ρίμινι, ο Τσόρτσιλ το απορρίπτει χωρίς συζήτηση, αρνούμενος να συναινέσει στη διάλυση μιας ετοιμοπόλεμης δύναμης που θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμη στο άμεσο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, το πολιτικό κλίμα φορτίζεται όλο και περισσότερο με συνεχόμενες διαδηλώσεις αλλά και με εμπρηστικά δημοσιεύματα στον φίλα προσκείμενο και ελεγχόμενο από κάθε παράταξη Τύπο. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Παπανδρέου κάνει μια δήλωση χαρακτηριστική των κρίσιμων και οριακών ωρών στις οποίες είχαν οδηγήσει τη χώρα και την κυβέρνηση οι σκληρές και ακόμα αδιέξοδες διαπραγματεύσεις.
«Κατεχόμενη  από την συνείδησιν των ευθυνών μας, αγωνιζόμεθα να αποτρέψομεν τον εμφύλιον πόλεμον. Είμεθα ευγνώμονες προς εκείνους οι οποίοι είναι παραστάται των προσπαθειών μας. Αλλά καταγγέλλομεν εκείνους, οι οποίοι με ανεξήγητον ελαφρότητα, εξωθούν κάθε ημέραν προς τον εμφύλιον πόλεμον. Διότι υπάρχουν δυστυχώς και όργανα του Τύπου και μέρος της ιθυνούσης τάξεως, η οποία μας επικρίνει διότι βραδύνομεν να τον πραγματοποιήσομεν… Παραμένομεν αδιάφοροι προς την παράκρουσιν μίας μερίδος της ιθυνούσης τάξεως. Και εις το πείσμα όλων των μνηστήρων της ανωμαλίας και των προφητών της καταστροφής, αισιοδοξούμε δια το μέλλον».
Η αισιοδοξία του πρωθυπουργού, όμως, επρόκειτο πολύ σύντομα να αποδειχθεί εντελώς αβάσιμη. Η αντίστροφη μέτρηση προς τη σύγκρουση, μια αντίστροφη μέτρηση που είχε ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό, έφτανε σιγά σιγά προς το τέλος της.