Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Άλλες τορπίλες

Αλλά ακριβώς αυτή η εγκαρδιότητα των Αμερικανών, των Άγγλων και των Γιουγκοσλάβων απέναντι στην κυβέρνηση Πλαστήρα την κάνει ακόμα πιο ύποπτη στους Σοβιετικούς, στους άλλους Ανα­τολικούς και στο ΚΚΕ. Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας χα­ρακτηρίζει τον Έλληνα πρωθυπουργό «λακέ της Γουώλ Στρητ» και ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «απατεώνα, ψευτοδημοκράτη, φαυλοκράτη, διάδοχο του Τσαλδάρη». Ο Ζαχαριάδης, μαινόμενος κα­τά του Πλαστήρα, γράφει στην απόφαση του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ της 26ης Απριλίου:

«Η κυβέρνηση Πλαστήρα – Παπανδρέου – Βενιζέλου - Τσουδερού αποκαλύφθηκε, από το πρώτο κιόλας βήμα της, σαν τυφλό όργανο της αμερικανοκρατίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θέλουν την Ελλάδα οικονομικά - αγροτικά εξάρτημα τους και αγορά για τα προϊόντα τους, γι'αυτό και αποκρούουν στην πραγματικότητα την εκβιο­μηχάνιση της χώρας. Πολιτικά τη θέλουν αποικία, που θα προσφέρει κρέας για τα κανόνια τους (...). Η κυβέρνηση του "Κέντρου", με όλα τα παρακλάδια, κι αυτά που στέ­κονται έξω από την κυβέρνηση, υποτάχθηκαν σ'αυτή τη θέληση της αμερικανοκρατίας (...). Η κυβέρνηση Πλαστή­ρα και Σία πρωταθλητής και εφαρμοστής στην πολιτική της δουλείας και της προδοσίας». (40 χρόνια..., σ.584-600.)

    Εκτός όμως από την έξαλλη επίθεση του Ζαχαριάδη - ο οποίος δεν προσαρμόζεται ακόμα στην ιδέα ότι το ΚΚΕ, ιδιαίτερα μετά την ήττα του, δεν μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στα πολι­τικά πράγματα της χώρας, τουλάχιστον για ένα μεγάλο διάστη­μα, και οφείλει να διευκολύνει τη δημοκρατική πορεία στο πλαί­σιο της αστικής δημοκρατίας - και από τη μετριοπαθή Αριστερά, ελληνική και ξένη, εκφράζονται αμφιβολίες αν οι διάφοροι ισχυ­ροί παράγοντες θα αφήσουν την ΕΠΕΚ να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Έτσι, η επιθεώρηση Νιου Σταίητσμαν, της Αριστε­ράς του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας γράφει ότι η κυβέρνηση Πλαστήρα «δεν θα παράσχει οιανδήποτε ουσιαστικών ικανοποίησιν εις την μεγάλην εκείνην μερίδα των Ελλήνων εκλογέων οι οποίοι εψήφισαν κατά των συντηρητικών κομμάτων και των προ­σώπων που διεξήγαγαν τον Εμφύλιον Πόλεμον. Η κυβέρνησις του κ.Πλαστήρα είναι καλυτέρα από την κυβέρνησιν του κ.Βε­νιζέλου, αλλά δεν είναι πολύ καλύτερα. Ο κ.Παπανδρέου, ο οποί­ος είναι βαθιά εμπλεγμένος εις την ωμήν και εκδικητικήν πολιτικήν των τελευταίων ετών, κατέχει το Υπουργείο Εσωτερικών, όπερ ελάχιστην καλήν υπόσχεσιν παρέχει εις τους χιλιάδας των πολιτικών κρατουμένων της Μακρονήσου και άλλων στρατοπέ­δων συγκεντρώσεως».
    Αφού υπογραμμίζει ότι ο Παπανδρέου ανέλαβε τον έλεγχο και των ενόπλων δυνάμεων, η αγγλική επιθεώρηση καλεί τον Πλα­στήρα, που «είναι έντιμος και ένθερμος φιλελεύθερος και πα­τριώτης», να «κουνηθή» για να μη γίνει απλώς το «ευϋπόληπτον προκάλυμμα της Ακρας Δεξιάς, με Αυλήν τόσον πολύ φοβισμένην όσον είναι σήμερον έναντι του ελληνικού λαού και με Αμερικανούς βλέποντας κάθε ελληνικήν αντιπολίτευσιν ως κομμουνιστικήν μηχανορραφίαν...». (ΤοΒήμα, 21 Απριλίου 1950.)


Ειρήνευση

Ο Πλαστήρας, με το λαϊκό του αισθητήριο και με τη στενή επαφή που έχει με τους ανθρώπους, αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική του επιτυχία θα κριθεί κυρίως στον τομέα της ειρηνευσεως της χώ­ρας. Εξάλλου, την ίδια αντίληψη είχαν και οι περισσότεροι πα­ράγοντες της ΕΠΕΚ, που η εκλογική τους βάση έχει κυρίως ΕΑΜική προέλευση. Προσωπικά ο Πλαστήρας, ανθρωπιστής, χριστιανός, ασκητικός, ακόμα και προληπτικός, με οδυνηρές εμπειρίες από τις εθνικές περιπέτειες του 1915-35, κατέχεται από την πεποίθη­ση ότι δεν θα πρέπει να χυθεί σταγόνα αίμα όσο θα είναι αυτός πρωθυπουργός.
    Αλλά, σ' αυτόν ακριβώς τον τομέα της ειρηνεύσεως, θα συνα­ντήσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και υπονομεύσεις. Την ίδια μέρα που ανέλαβε την Αρχή, οι στρατιωτικές Αρχές έστειλαν στην Αίγινα εκτελεστικό απόσπασμα για να παραλάβει και να εκτε­λέσει θανατοποινίτες πολιτικούς κρατουμένους. Ταυτόχρονα, υπήρχαν πληροφορίες ότι θα έπαιρναν θανατοποινίτες για εκτέ­λεση και από άλλες φυλακές. Στην Αίγινα και στις Φυλακές Αβέ­ρωφ, οι πολιτικοί κρατούμενοι, με κραυγές από τα παράθυρα, καλούσαν σε βοήθεια και διαμαρτύρονταν. Ο Πλαστήρας ειδο­ποιήθηκε από τους συγγενείς των κρατουμένων και από βουλευ­τές και διέταξε αμέσως την αναστολή των εκτελέσεων.
    Στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο, η κυβέρνηση έχει αποφα­σίσει να αντικαταστήσει αμέσους όλους τους διοικητές των ταγ­μάτων της Μακρονήσου. Την απόφαση αυτή είχε κατ'αρχάς πά­ρει η προηγούμενη κυβέρνηση Βενιζέλου, ύστερα από την έκθεση που υπέβαλαν οι πέντε υπουργοί της που επισκέφτηκαν το νησί και ύστερα από μια επίσκεψη του υφυπουργού «παρά τω πρωθυπουργώ» Εμμανουήλ Κοθρή, στο 401 Νοσοκομείο, όπου είχαν κηρύξει απεργία πείνας εφτά βαριά άρρωστοι από τα βασανι­στήρια της Μακρονήσου πολιτικοί εξόριστοι (ανάμεσα στους οποίους και ο Μίκης Θεοδωράκης). Επίσης, στην πρώτη σύσκε­ψη της αρμόδιας από υπουργούς επιτροπής αποφασίστηκε κατ' αρχάς να απομακρυνθούν από τη Μακρόνησο οι 4.700 πολιτικοί εξόριστοι και να μεταφερθούν σε άλλο νησί. (Η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε τελικά τον Ιούλιο, με τη μεταφορά των πολιτικών εξόριστων στον Άγιο Ευστράτιο.) Εξάλλου, ο υπουργός Δικαιο­σύνης διέταξε να σταματήσει η μεταφορά πολιτικών κρατουμέ­νων από άλλες φυλακές στη Γυάρο, όπου ήδη βρίσκονταν 9.500. Τα μέτρα αυτά, ενώ δεν ικανοποιούσαν ούτε την Αριστερά ού­τε τα στελέχη της ΕΠΕΚ, προκαλούσαν τις έντονες αντιδράσεις της Δεξιάς. Ο δεξιός Τύπος μιλούσε για παράδοση στον κομ­μουνισμό και ο Κανελλόπουλος στις 25 Απριλίου 1950, δήλωνε στη Βουλή ότι η κυβέρνηση δεν εκφράζει το εθνικό συμφέρον και ότι επιδιώκει να κολακεύσει την Αριστερά. Έτσι, από την πρώ­τη στιγμή, ο Πλαστήρας βρίσκεται «μεταξύ δύο πυρών». Πιο επι­κίνδυνη όμως είναι η φωτιά που κρυφοκαίει μέσα στην ίδια την κυβέρνηση.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Πρώτη τορπίλη από τα Δωδεκάνησα

Κανένας δεν έχει πιστέψει ότι πραγματικοί λόγοι υγείας υπο­χρέωναν τον Βενιζέλο να μην πάρει μέρος στην κυβέρνηση. Πραγ­ματικά, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων υποφέρει από στηθάγχη, που, μετά 14 χρόνια, θα τον οδηγήσει στον τάφο. Όλοι όμως ξέ­ρουν ότι, πριν από μερικές μέρες, επέμενε να παραμείνει πρω­θυπουργός και να αντιμετωπίσει από τη θέση αυτή όλες τις δυ­σκολίες και τις αντιδράσεις. Είναι φανερό λοιπόν ότι κάτι άλλο έχει στον νου του ο Βενιζέλος. Πικραμένος από την άρνηση των άλλων αρχηγών να συνεργαστούν με τη δική του κυβέρνηση, προ­τιμά να κρατήσει ελεύθερα τα χέρια του για να διαλύσει, την κα­τάλληλη στιγμή, τον συνασπισμό του Κέντρου, που τον θεωρεί, εξάλλου, βραχύβιο.
    Ήδη, η άρνηση του αρχηγού του μεγαλυτέρου κόμματος του συνασπισμού να αναλάβει τη θέση του στην κυβέρνηση μειώνει το κύρος της και δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας. Αλλά ο Βενιζέλος δεν αργεί να εξαπολύσει την πρώτη επίθεση του: Στις 20 Απριλίου, τα μέλη του Συντονιστικού Συμβουλίου, ενώ συνε­δριάζουν, πληροφορούνται ότι ο αρχηγός των Φιλελευθέρων έχει δηλώσει στη Λέρο ότι δίνει μόνο ενάμιση μηνός ζωή στην κυβέρ­νηση Πλαστήρα. Όπως είναι φυσικό, δημιουργείται αμέσως σά­λος. Οι ΕΠΕΚικοί και οι παπανδρεϊκοί ζητούν από τον εκπρόσω­πο των Φιλελευθέρων, Κωστόπουλο, να επικοινωνήσει αμέσως με τον αρχηγό του και να μάθει τι έχει ακριβώς πει. Ο Κωστόπουλος πραγματικά σπεύδει να τηλεφωνήσει στον Βενιζέλο και εκείνος τον... καθησυχάζει: Δεν συνέβη τίποτε, οι δημοσιογράφοι παρεξήγησαν ένα αστείο του. Φυσικά, το «αστείο» του Βενιζέ­λου έχει γίνει το κύριο θέμα των δεξιών εφημερίδων, που ζητούν ευκαιρία για να κλονίσουν το κύρος της κυβερνήσεως. Την άλλη μέρα, επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Βενιζέλος επισκέπτεται τον Πλαστήρα για να του δώσει εξηγήσεις: Ήταν πραγματικά ένα αστείο που έκανε με τον Τουρκοβασίλη. Το «ατύχημα» ήταν ότι τα «αστεία» τα έλεγαν μπροστά στους δημοσιογράφους. Εκεί­νοι. .. τα πήραν στα σοβαρά και τα τηλεγράφησαν στις εφημερί­δες τους...


Ευφορία

Προς το παρόν πάντως φαίνεται ότι η κυβέρνηση στέκεται καλά. Στις 17 Απριλίου είχαν αρχίσει οι εργασίες της Βουλής, όπου ο βα­σιλιάς εκφωνεί τον λόγο του Θρόνου, ανταλλάσσοντας θερμές χειραψίες με τον πρωθυπουργό. Η γραφική, λαϊκή φυσιογνωμία του Μαύρου Καβαλάρη, με τα άσπρα μουστάκια και το τίμιο βλέμ­μα, δημιουργούν ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης. Εκατοντάδες συνωστίζονται στην είσοδο της Βουλής για να εξασφαλίσουν μια θέ­ση στα θεωρεία και να παρακολουθήσουν τις εργασίες του ανανεωμένου Κοινοβουλίου. Και ο Βενιζέλος είναι εκεί, στις πρώτες γραμμές των βουλευτών της συμπολιτεύσεως, αλλά αποφεύ­γει να λάβει τον λόγο.
    Ένας τίμιος λοιπόν πρωθυπουργός, που έχει συμφιλιωθεί με τον βασιλιά και που έχει την υποστήριξη των Συμμάχων. Γιατί δεν θα τηρήσει τον λόγο του για κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνευση, αμνη­στία, πάταξη των κερδοσκόπων; - σκέφτονται χιλιάδες πικραμέ­νοι σε ολόκληρη τη χώρα. Για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι Σύμμαχοι είναι στο πλευρό του, ο ένας μετά τον άλλο σπεύδουν να εκφράσουν την ικανοποίησή τους που σχηματίστηκε η νέα κυ­βέρνηση. Πρώτο το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τον εκπρόσωπο του Μακ Ντέρμοτ. και το Φόρεϊν Όφις αμέσως κατόπιν:

«Μολονότι Μ. Βρετανία - δηλώνει ο εκπρόσωπος του αγ­γλικού Υπουργείου Εξωτερικών - απέσχεν επιμόνως από οιονδήποτε σχόλιον επί της μορφής της μετεκλογικής κυ­βερνήσεως, αποτελεί κοινόν μυστικόν ότι η βρετανική κυβέρνησις πιστεύει ότι η κυβέρνησις συνασπισμού των κομ­μάτων του Κέντρου απηχεί περισσότερον πιστώς τας επιθυμίας του ελληνικού λαού. Αποτελεί επίσης κοινήν άποψιν ότι η ευρυτέρα αυτή κυβέρνησις θα είναι επαρκώς ενισχυμένη κατά τας παρούσας επαφάς με το Βελιγράδι επί ζητημάτων ως είναι το άνοιγμα της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Γευγελής», (Εφημερίδες, 18 Απρι­λίου 1950.)

    Παρόλο ότι από την ελληνική πλευρά είχε τεθεί ως όρος για τη βελτίωση των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία η επιστροφή των παι­διών που έχουν μεταφερθεί εκεί από τον Δημοκρατικό Στρατό, οι Γιουγκοσλάβοι επίσημοι, βέβαιοι ότι θα υπάρξει συνεννόηση, δεν υστερούσαν σε εκδηλώσεις ικανοποιήσεως για τη νέα κυβέρνηση. Στις 20 Απριλίου, ο επιτετραμμένος της Γιουγκοσλαβίας, Σέχοβιτς. επισκέπτεται τον Πλαστήρα και, μαζί με τα συγχαρητήρια της κυβερνήσεως του, του διαβιβάζει και μήνυμα του Τίτο: Η γιου­γκοσλαβική κυβέρνηση είναι έτοιμη να στείλει πρεσβευτή στην Αθήνα - τονίζει ο Πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας - αν και η ελληνι­κή στείλει στο Βελιγράδι.
    Πιο ενθουσιασμένος απ' όλους για τη νέα κυβέρνηση φαίνε­ται ο Γκραίηντυ, που τόσο είχε κοπιάσει για να της ανοίξει τον δρόμο. Δεν περιορίζεται στην καθιερωμένη επίσκεψη στον νέο πρωθυπουργό. Σε αποκλειστική του συνέντευξη στο Βήμα, στις 22 Απριλίου, δηλώνει:

«Μου έκαμεν εντύπωσιν η ενεργητικότης του πρωθυ­πουργού και των συνεργατών του, η εκ μέρους των κατανόησις των ελληνικών προβλημάτων και η απόφασίς των να προχωρήσουν εις το έργον της ανασυγκροτήσεως. Ιδιαιτέραν εντύπωσιν μου επροξένησεν η εκ μέρους των Ελλή­νων επισήμων κατανόησις του πνεύματος και των αρχών επί των οποίων βασίζεται η αμερικανική πολιτική βοηθείας, ως και η ισχυρά απόφασίς των να λάβουν τα αναγκαία μέ­τρα διά να καταστήσουν αποδοτικήν την βοήθειαν».

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Κυβέρνηση Πλαστήρα

Αλλά η τύχη της κυβερνήσεως Βενιζέλου έχει ήδη κριθεί. Στις 11 Απριλίου, ο διαχειριστής της Διοικήσεως Οικονομικής Συ­νεργασίας, δηλαδή του Σχεδίου Μάρσαλ, Πολ Χόφμαν, αναγ­γέλλει ότι εγκρίθηκε το πρόγραμμα εξηλεκτρισμού της Ελλάδος, με ύψος δαπάνης 79.060.000 δολάρια. Προσθέτει όμως ότι το πρόγραμμα θα αρχίσει να εφαρμόζεται μόνο όταν η κυβέρ­νηση εξασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει κίνδυνος πληθωρισμού, πραγματοποιήσει οικονομικό σχέδιο και προχωρήσει σε διοι­κητικές μεταρρυθμίσεις για την αποτελεσματική χρησιμοποίη­ση της αμερικανικής βοήθειας. Ένα από τα μέτρα που αξίωναν οι Αμερικανοί είναι η καθήλωση των μισθών και ημερομισθίων τουλάχιστον για ένα τρίμηνο.
    Ο Βενιζέλος πείθεται οριστικά ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία, όταν παίρνει ένα τηλεγράφημα του Δένδρα - μή από την Ουάσιγκτον:         Ο Έλληνας πρεσβευτής του μετέδωσε άρθρο αμερικανικής εφημερίδας, που τόνιζε ότι είναι τυφλός όποιος παραγνωρίζει το αίτημα της επιστολής Γκραίηντυ να σχηματιστεί ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση του Κέντρου. Έτσι, ενώ ως τις 11 Απριλίου ο Βενιζέλος, στις δηλώσεις του, επέμενε ότι η κυβέρνη­ση του θα εμφανιζόταν στη Βουλή, όπου και θα κρινόταν το πρό­γραμμα της, το βράδυ της 12ης, ύστερα από συνομιλία του με τον βασιλιά, σπεύδει να συναντηθεί και πάλι στο σπίτι του Τζον Γκλαβάνη με τον Πλαστήρα, στον οποίο και ανακοινώνει την πρόθεση του να παραιτηθεί για να δώσει τη θέση του στον αρχηγό της ΕΠΕΚ. Ακολουθούν και άλλες συναντήσεις των δύο και συνεννοήσεις με τους Παπανδρέου και Τσουδερό, και στις 14 Απριλίου ο αρχηγός της ΕΠΕΚ ανεβαίνει στα Ανάκτορα και παίρνει την εντολή από τον βασιλιά. Ο Παύλος, παίρνοντας πίσω όσα είχε πει, δέχεται εγκάρδια τον αρχηγό της «Επαναστάσεως του 1922», τον «εχθρό της οικογενείας του», τον «Μαύρο Καβαλάρη» του αντιβασιλισμού. Έχει μεσολαβήσει και μια συνάντηση του Αρ.Μεταξά με τον I.Μοάτσο, στην οποία έχουν ρυθμιστεί τα σχετικά με την «ακρόαση». Είχε για άλλη μια φορά αποδειχτεί ότι το «ποτέ» δεν έχει πέραση στην πολιτική.
    Την «πικρία» του για την επέμβαση των Αμερικανών, που ανέ­τρεψε το ανακτορικό σχέδιο, την εξέφρασε ο βασιλιάς σε συνέντευξή του στην αμερικανική επιθεώρηση Νιους εντ Γουόρλντ Ρηπόρτ, υπογραμμίζοντας ότι ο Γκραίηντυ έπρεπε την επιστολή του να την απευθύνει μόνο στον πρωθυπουργό και να μην τη δώσει στη δημοσιότητα, και ότι ο πρεσβευτής των ΗΠΑ ξέχασε ν'ανα­φερθεί και στο «αίμα και τα δάκρυα» που έχυσε ο ελληνικός λαός όλ' αυτά τα χρόνια.
    Το Κόμμα των Φιλελευθέρων, σε ανακοίνωση που εξέδωσε για τις εξελίξεις, ανέφερε ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να παραι­τηθεί, «λαμβάνουσα υπόψη»:
«1) Την έκδηλον προτίμησιν του συμμαχικού παράγοντος δι'άλλο κυβερνητικόν σχήμα με ευρυτέραν κοινοβουλευτικήν βάσιν. 2) Την υπό του ιδίου παράγοντος πρόσφατον υποβολήν εις την κυβέρνησιν προς άμεσον επίλυσιν σειράς δυσχερεστάτων ζητημάτων, τινά των οποίων από ετών εκ­κρεμούν, και την προβαλλομένην σκοπιμότητα της αναλή­ψεως τοιαύτης εκτάσεως προσπαθείας υπό ευρυτέρας κυ­βερνήσεως. 3) Την διάθεσιν συμπράξεως εις την κυβέρνησιν ενότητος από την οποία διαπνέεται η χθεσινή δήλωσις του στρατηγού Πλαστήρα. 4) Την υπό της συνελεύσεως των με­λών του Κόμματος των Φιλελευθέρων εν καιρώ εκφρασθείσαν ευχήν υπέρ της διευρύνσεως της κυβερνήσεως...».

    Δηλαδή, την εποχή εκείνη, ο «συμμαχικός παράγων» αναφέ­ρεται ημιεπίσημα ως ρυθμιστικός της δημόσιας ζωής της χώρας: Όλοι καταλάβαιναν ότι εννοούν τους Αμερικανούς, με την επι­βλητική παρουσία των Αποστολών τους στην Ελλάδα (διπλωμα­τικής, στρατιωτικής και οικονομικής) και με τα κονδύλια των εκα­τομμυρίων δολαρίων της βοηθείας, και, κατά δεύτερο λόγο. τους Άγγλους.
    Ο Βενιζέλος, αφού διεκδίκησε για το κόμμα του και τον εαυ­τό του καίριες θέσεις στην κυβέρνηση (μια που είχε και τις πε­ρισσότερες έδρες στη Βουλή από τα άλλα δύο του συνασπισμού), ανακοινώνει ότι δεν θα αναλάβει προς το παρόν ο ίδιος κανένα υπουργείο, γιατί θα φύγει για το εξωτερικό, για λόγους υγείας.
    Έτσι, η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση Πλαστήρα, που ορ­κίστηκε στις 15 Απριλίου το βράδυ, έχει την παρακάτω σύνθεση:

Νικόλαος Πλαστήρας, πρόεδρος και προσωρινά υπουργός Εξωτερικών, Τύπου και Πληροφοριών (το Υπουργείο Εξω­τερικών προορίζεται για τον Βενιζέλο, όταν θα αποφάσιζε να πάρει μέρος στην κυβέρνηση). Γεώργιος Παπανδρέου, αντιπρόεδρος και υπουργός Εσωτερικών. Θεμιστοκλής Τσάτσος, Δικαιοσύνης, Πέτρος Γαρουφαλιάς, Δημοσίας Τάξεως, Γ.Αθανασιάδης-Νόβας, Θρησκευμάτων και Παιδείας, Εμμανουήλ Τσουδερός, Συντονισμού, Γεώργιος Καρτάλης, Οικονομικών, I.Μελάς, Εθνικής Οικονομίας, Δ.Χατζηγιάννης, Γεωργίας, Θ.Χαβίνης, Δημοσίων Έργων, Χ.Ψαρρός, Μεταφορών και ΤΤΤ, Σταύρος Κωστόπουλος, Εμπορικής Ναυτιλίας. I.Γκλαβάνης, Υγιεινής, Προνοίας, Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, Κ.Μανέτας, Εφοδιασμού και Διανομών, I.Μιχαήλ, Εργασίας, Φ.Μανουηλίδης, Εθνικής Αμύνης, Λ.Ιασονίδης, Βορείου Ελλάδος, Λ.Σακελλαρόπουλος, υφυ­πουργός παρά τω πρωθυπουργοί Δ.Γόντικας, υφυπουρ­γός Στρατιωτικών (αντικαταστάθηκε σε λίγες μέρες από τον στρατηγό Λεωνίδα Σπαή), Λέων Μακκάς, υφυπουργός Ναυτικών, Μ.Βολουδάκης, υφυπουργός Αεροπορίας.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παρασκήνιο

Και οι μεν Αμερικανοί είχαν ήδη πειστεί ότι στο πρόσωπο του Πλαστήρα βρήκαν μια νέα περίπτωση Σοφούλη της περιόδου 1947-1949. Ο στρατηγός θα έδινε μεγαλύτερη ακόμα ευρύτητα στην αντικομμουνιστική και φιλοδυτική πολιτική, που την έκανε δια­βλητή όταν την εφάρμοζε, η Δεξιά. Το Στέητ Ντηπάρτμεντ ήταν σύμφωνο να δοθεί η εντολή στον Πλαστήρα. Υπέρ της λύσεως Πλαστήρα ήταν, για άλλους λόγους, και ο αρχιστράτηγος Παπά­γος και ο Σπ.Μαρκεζίνης (ο οποίος είχε την ατυχία να μην εκλε­γεί στη Βουλή εκείνη - το κόμμα του συγκέντρωσε 43.000 περί­που ψήφους, αλλά έβγαλε μόνο ένα βουλευτή).
    Τουλάχιστον ως την έκρηξη του πολέμου στην Κορέα, η επί­σημη αμερικανική πολιτική ευνοούσε «φιλελεύθερες» κυβερνή­σεις στην Ελλάδα, με τον όρο να είναι έντονα φιλοδυτικές και αντικομμουνιστικές. Στις οδηγίες του προς τον αρχηγό της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα Γκρίσγουωλντ, τον Ιούλιο του 1947, ο τό­τε υπουργός των Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, στρατη­γός Μάρσαλ, έγραψε πως «στην ιδανική περίπτωση» τα μέλη της ελληνικής κυβερνήσεως έπρεπε να επιλεγούν και από την Αρι­στερά και από το Κέντρο και από τη Δεξιά, αρκεί «να μην είναι τόσο αριστεροί που να προσφέρονται για παραχωρήσεις ή δια­πραγματεύσεις με τους κομμουνιστές, ούτε τόσο δεξιοί που να αρνούνται τη συνεργασία με μη κομμουνιστές». Και οπωσδήπο­τε να έχουν βασικό στόχο τους την «αποφασιστική αντιμετώπιση των ανατρεπτικών δυνάμεων».
    Και ο Γκρίσγουωλντ θα υποστηρίξει, μετά ένα χρόνο, σε γράμ­μα του στον Χέντερσον:

«.. .δεν μπορείτε να εδραιώσετε την ειρήνη και την ησυχία στην Ελλάδα, στηρίζοντας μια κυβέρνηση στα δεξιά κόμ­ματα. Οι ομάδες αυτές έχουν μια ισχυρή τάση να εξοντώ­σουν όλους τους Έλληνες που δεν συμφωνούν πολιτικά μα­ζί τους... Κατά τη γνώμη μου, έχει μεγάλη σημασία να προσπαθήσουν οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ στην Ελλάδα να αναδείξουν μια ηγεσία μετριοπαθών και διορατικών φιλε­λευθέρων...».
    (Και τα δύο αποσπάσματα αναφέρονται από τον κα­θηγητή Τζον Ιατρίδη, στο άρθρο του: «Το δόγμα Τρούμαν», που δημοσιεύεται στο βιβλίο Η αμερικανική πολιτι­κή στην Ελλάδα και Κύπρο, επιμέλεια Couloumbis-Hicks, 35-6, Εκδόσεις Παπαζήση, 1976.)

    Αφού τα τρία κόμματα έχουν την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, φυσικό είναι να περιμένουν ότι ο βασιλιάς θα καλέσει αμέ­σως τον Νικόλαο Πλαστήρα να του αναθέσει την εντολή. Αλλά, όπως ήδη είπαμε, ο Παύλος θεωρούσε ακατανόητο να έχει πρω­θυπουργό «του» τον Πλαστήρα, στον οποίο είχε ορκιστεί κάπο­τε - καθώς αφηγείται ο Σουλτσμπέργκερ - ότι δεν θα δώσει ποτέ το χέρι του. Κινήθηκε λοιπόν αμέσως το ανακτορικό παρασκήνιο για να διασπαστεί η συνεργασία των τεσσάρων αρχηγών. Η αχίλ­λειος πτέρνα του συνασπισμού είναι εκείνη τη στιγμή ο Βενιζέ­λος, ο οποίος είχε και τη φιλοδοξία να κυβερνήσει τη χώρα και τρέφει μνησικακία προς τον Πλαστήρα. Ο Βενιζέλος διατηρεί επα­φή με τον Τσαλδάρη και τον Κανελλόπουλο, οι οποίοι τον διαβε­βαιώνουν ότι είναι πρόθυμοι να στηρίξουν μια κυβέρνηση υπό την προεδρία του, χωρίς τη συμμετοχή της ΕΠΕΚ.
    Ο βασιλιάς, γνωρίζοντας και θέλοντας να βοηθήσει τις παρα­σκηνιακές αυτές κινήσεις, αγνόησε τη συμφωνία των τριών κομ­μάτων και τη «δεδηλωμένη» τους πλειοψηφία. Το απόγευμα της 13ης Μαρτίου, ο διευθυντής του πολιτικού του γραφείου Αρ.Με­ταξάς έστειλε προς καθέναν από τους τέσσερις αρχηγούς χωριστά, επιστολή στην οποία τους διαβεβαίωνε ότι ο βασιλιάς «ευχαρίστως έλαβε γνώσιν» της συμφωνίας τους και συνέχιζε:

«Έχων τούτο υπ'όψιν, η A.M. ο βασιλεύς θέλει επωφεληθή τού μέχρι της συγκεντρώσεως των οριστικών αποτελεσμάτων χρονικού διαστήματος, ίνα κατά τα κρατούντα ακούση τας απόψεις όλων των κ.κ. πολιτικών αρχηγών επί τω σκοπώ του σχηματισμού κυβερνήσεως».

    Ο βασιλιάς απαντούσε δηλαδή στους τέσσερις αρχηγούς ότι έμαθε «ευχαρίστως» τη συμφωνία τους, αλλά θα την αγνοήσει, θα διατηρήσει στην εξουσία την υπηρεσιακή Θεοτόκη, θα περι­μένει τα οριστικά αποτελέσματα των εκλογών και θα ακούσει στο μεταξύ τις απόψεις όλων των κομμάτων. Την άλλη μέρα, Το Βή­μα σε κύριο άρθρο του έγραφε:

«Υπονομευταί της λαϊκής θελήσεως, οι τρέμοντες την απο­κάλυψη των σκανδάλων της Τετραετίας κινούνται εν συγ­χορδία από χθες προς... Οικουμενικήν, με πρωθυπουργόν τον κ.Θεοτόκην ή, εάν αποτύχουν, με τον κ.Διομήδην, διά να εξαπατήσουν ευχερέστερα τους Φιλελευθέρους. Παί­ζουν με τη φωτιά».

    Την ίδια μέρα ο Τσαλδάρης αποκάλυπτε ότι, αμέσως μετά τις εκλογές, διαμήνυσε στον Βενιζέλο ότι είναι πρόθυμος να υπο­στηρίξει κυβέρνηση υπό την προεδρία του. Όπως έγινε γνωστό, τότε, μεσολαβητής ανάμεσα στους Τσαλδάρη και Βενιζέλο ήταν ο φιλελεύθερος βουλευτής Γρηγόριος Κασιμάτης.
    Ο Αμερικανός πρεσβευτής Γκραίηντυ ζητούσε από τον βασι­λιά να αναθέσει την εντολή στον Πλαστήρα. Εκπρόσωπος του Στέητ Ντιπάρτμεντ δήλωνε, στις 16 Μαρτίου, ότι η επιθυμία των ΗΠΑ είναι να σχηματιστεί το ταχύτερο η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα, «κυβέρνησις αντιπροσωπεύουσα την θέλησιν του ελλη­νικού λαού, όπως εξεφράσθη αύτη ελευθέρως εις τας εκλογάς της 5ης Μαρτίου». Ο Παύλος όμως, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο, πραγματοποιούσε με αργό ρυθμό τις ακροάσεις των πο­λιτικών αρχηγών. Τα προβλήματα πίεζαν, ο τόπος είχε ανάγκη από κυβέρνηση, αλλά τα Ανάκτορα περίμεναν να ευοδωθούν οι προσπάθειες του παρασκηνίου. Στις 21 Μαρτίου, ο βασιλιάς συ­νέχιζε ακόμα τις ακροάσεις, που τις είχε αρχίσει από τις 15. Και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, βγαίνοντας από τα Ανάκτορα, δήλωνε ότι θα πρέπει να σχηματιστεί κυβέρνηση Βενιζέλου-Παπανδρέου, στηριζομένη στην ανοχή της Δεξιάς.
«Την συμμετοχήν του στρατηγού Πλαστήρα - συνέχισε ο αρχηγός του Ενωτικού Κόμματος - και μάλιστα ως πρω­θυπουργού, θεωρώ αφ' ενός μεν ως εθνικώς απαράδεκτον, διότι το υπ'αυτόν κόμμα ουδεμίαν εγγύησιν παρέχει ακραιφνούς και πείσμονος εθνικής νοοτροπίας, αφ'ετέρου δε ηθικώς αποκρουστέαν, διότι η τακτική τού να εξαγοράζεται διά της πρωθυπουργίας η σιωπή ή η εθνική δια­γωγή των βλαπτόντων και διαβαλλόντων το έθνος οδηγεί προς πλήρη ηθικήν εξάρθρωσιν του τόπου». (Εφημερίδες, 21 Μαρτίου 1950.)

    Για τη δήλωση αυτή, με την οποία χαρακτήριζε την ΕΠΕΚ και έμμεσα τον ίδιο τον Πλαστήρα «εθνικώς απαράδεκτον», θα χρεια­στεί να δώσει εξηγήσεις πολλές φορές στα επόμενα χρόνια ο Πα­ναγιώτης Κανελλόπουλος.
    Πρόσφατα, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε για εκείνο το επεισόδιο:
«Οι ψυχώσεις, που αφήκε πίσω του ο Εμφύλιος Πόλεμος, μπορούν να δικαιολογήσουν κάπως την ανησυχία που γεν­νήθηκε μετά τις εκλογές του 1950, σε πολλούς αξιωματι­κούς, και σε άλλους Έλληνες, ακόμα και σε μένα. Δεν είπα ποτέ ότι ο Νικόλαος Πλαστήρας ήταν "εθνικώς απαράδε­κτος". Διαστράφηκε, τότε, σκόπιμα (ή αθέλητα) μια φρά­ση μου. Είχα, όμως, πράγματι πει (και έτσι δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες η δήλωσή μου) ότι εισηγήθηκα στον βασι­λέα, μετά τις εκλογές του 1950, να μη δοθεί η εντολή σχη­ματισμού κυβερνήσεως στον Ν.Πλαστήρα, επειδή η σύν­θεση του κόμματος του έκανε, την επαύριο του Εμφυλίου Πολέμου, μια τέτοια κυβέρνηση «εθνικώς απαράδεκτη». Εσφαλμένη - προϊόν των ψυχώσεων, που δεν με είχαν αφή­σει τότε άθικτο - ήταν και η γνώμη μου εκείνη, 0 Πλαστή­ρας και το κόμμα του εδημιούργησαν πολύ ωφέλιμες, από εθνική ακριβώς άποψη, διεξόδους. Αλλά το διαπίστωσα αργότερα». (Π. Κανελλόπουλου, Ιστορικά Δοκίμια, Αθή­ναι 1975, σ. 27.)

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Τα αποτελέσματα

Η 5η Μαρτίου 1950, γράφει ο Σούλτσμπεργκερ, «ήταν μια εξαι­ρετικά κρύα και βροχερή μέρα, κι ο άνεμος φυσομανούσε... Αφρι­σμένα κύματα τρέχανε πάνω στο μολυβί Αιγαίο πέλαγος... Εξο­ρισμένοι από τ'αγαπημένα τους καφενεία οι άντρες της Ελλάδος, σκυφτοί μέσα στο δυνατό άνεμο, πήγαιναν βιαστικοί στις κάλπες και ξαναγύριζαν στα σπίτια τους. Στην Αθήνα έριχνε ραγδαία βρο­χή από το πρωί ως τις 5 μ.μ.». Οι εκλογές έγιναν παντού με τάξη και ησυχία. Τα πρώτα αποτελέσματα, και ιδίως των μεγάλων πό­λεων, έδειχναν μεγάλη επιτυχία της ΕΠΕΚ. κατακόρυφη σχεδόν πτώση του Λαϊκού Κόμματος, κάμψη των Φιλελευθέρων, ελαφρά ενίσχυση του Παπανδρέου και σημαντική συγκέντρωση ψήφων από τη Δημοκρατική Παράταξη, που είχε συνδυασμούς σε 14 εκλογι­κές περιφέρειες. Το Λαϊκό Κόμμα διατηρούσε την πρώτη θέση, αλλά με πολύ μειωμένες δυνάμεις, η ΕΠΕΚ ερχόταν δεύτερη. Όπως θα γράψει αργότερα και ο Γάλλος ακαδημαϊκός Ζενεβουά:
«Οι εκλογές αυτές, όπως προβλεπόταν, ερμήνευσαν τη γε­νική ανάγκη και την προσδοκία νέων πολιτικών δυνάμεων και σχηματισμών. Τα παραδοσιακά κόμματα έλαβαν μό­νο τριάντα έξι στα εκατό των ψήφων... Υπεύθυνοι της πολιτικής κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν φανερό πως αυτοί θα υφίσταντο την οργή των δυσαρεστημένων». (Μωρίς Ζε­νεβουά, Η Ελλάς του Καραμανλή, Αθήνα 1973, σ. 164.)

    Ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωνε, αμέσως μετά τις εκλογές:
«Τα αποτελέσματα των εκλογών ηλλοίωσαν την φυσιογνωμίαν της πολιτικής μας ζωής. Ο μύθος των δύο μεγά­λων κομμάτων διελύθη... Εδημιουργήθη νέα πολιτική κατάστασις η οποία πρέπει να αντιμετωπισθή με νέα κριτήρια».

    Και ο Παπάγος, ο οποίος κατά τις εκλογές είχε υποστηρίξει όχι το κόμμα του φίλου του, Σπύρου Μαρκεζίνη, αλλά το ΠΑΠ των τεταρτοαυγουστιανών, δήλωνε, στον Νταίηλυ Τέλεγκραφ:

«Τα αποτελέσματα των εκλογών δεικνύουν τον αναμφισβήτητον πόθον του ελληνικού λαού διά κάτι το νέον».

    Ο στρατάρχης είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος για την καθίζηση του Λαϊκού Κόμματος. Αλλά και ο Βενιζέλος, που στους προεκλογικούς του λόγους είχε αποκλείσει κάθε μετεκλογική συ­νεργασία με τον Πλαστήρα, τώρα έσπευδε να πάρει στο τηλέφω­νο τον στρατηγό και να τον συγχαρεί για τη «μεγάλη του νίκη». Και άρχισε αμέσως διαπραγματεύσεις μαζί του και με τον Πα­πανδρέου για να σχηματίσουν κυβέρνηση των τριών κομμάτων του Κέντρου.
    Οι Αμερικανοί έκριναν - κατά τις εφημερίδες της 9ης Μαρ­τίου - τα αποτελέσματα ως «σοβαρή στροφή προς τα αριστερά», έδειχναν δυσαρέσκεια για τον «μεγάλο αριθμό ψήφων που εδό­θησαν εις το κόμμα των κ.κ.Σοφιανοπούλου και Σβώλου», αλ­λά, επίσημα, με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Ντην Άτσεσον, εκφράζανε ικανοποίηση γιατί οι εκλογές έγιναν με «πειθαρχία, αξιοπρέπεια και τάξη, και δείχνουν τι μπορεί να κάμη εις ελεύθερος λαός διά να σταθεροποίηση το δημοκρατικόν του καθεστώς».
    Εξαιτίας του πολύπλοκου συστήματος ψηφοφορίας των στρα­τιωτικών, τα τελικά αποτελέσματα άργησαν πολύ να εκδοθούν. Οι στρατιωτικοί ψήφοι, με τη συνηθισμένη απόκλιση τους προς τα δεξιά, αλλοίωσαν ελαφρά το αποτέλεσμα, εις βάρος της ΕΠΕΚ και της Δ.Π. Επί 135.215 ψήφων των στρατιωτικών τμημάτων, που είχαν ανακοινωθεί ως τις 26 Μαρτίου, οι Λαϊκοί έπαιρναν 32.019, οι Φιλελεύθεροι 26.810, το τεταρτοαυγουστιανό ΠΑΠ 16.997, ο Πα­πανδρέου 14.339, η ΕΠΕΚ 12.105, το ΜΕΑ 8.895, ο Ζέρβας 6.082, η Δ.Π. 5.708 κ.λ.π. Παρουσίαζαν δηλαδή πολύ διαφορετική εικόνα των δυνάμεων των κομμάτων από εκείνη που έδιναν τα πολιτικά τμήματα.

Τα τελικά αποτελέσματα ήταν τα εξής: επί 1.688.923 εγκύρων ψηφοδελτίων πήραν: Λαϊκό Κόμμα 317.512, δηλαδή τα 18,8% των ψήφων και έδρες 62. Κόμμα Φιλελευθέρων 291.083.17,24%, έδρες 56, ΕΠΕΚ 277.739, 16,44%, έδρες 45, Κόμμα Γ.Παπανδρέου 180.185,10,67%, έδρες 35, Δημοκρατική Παράταξις 163.824,9,70%, έδρες 18, ΠΑΠ (Κοτζιάς, Μανιαδάκης, Τουρκοβασίλης) 137.618, 8,15%, έδρες 16, ΜΕΑ (Κανελλόπουλος, Παπαδόπουλος, Σακελλαρίου) 88.979. 5,27%, έδρες 7, Εθνικόν Κόμμα (Ζέρβας) 61.573 3.65%, έδρες 7, ΠΑΕ (Μπαλτατζής, Μυλωνάς) 44.308 3,62%, έδρες 3, Νέον Κόμμα (Σπ.Μαρκεζίνης) 42.157 2,5%. έδρες 1. Η ΕΠΕΛ των Μαυρομιχάλη, Βαμβέτσου κ.λ.π., που πήρε 26.925 ψήφους, το Εθνικόν Αγροτικόν Κόμμα της Χ του Γρίβα, που συγκέντρω­σε 14.256 ψήφους και άλλα κομματίδια δεν κατόρθωσαν να βγά­λουν βουλευτή.

Η Δεξιά δηλαδή είχε υποστεί σοβαρότατη ήττα. Το Λαϊκό Κόμ­μα συγκέντρωσε τις μισές ψήφους σε σχέση με το 1946 και έχασε αναλογικά το ένα τρίτο των εδρών και από αυτές που του είχαν απομείνει μετά την αποχώρηση των μαρκεζινικών κ.λ.π. Οι απώ­λειες αυτές δεν αντισταθμίστηκαν από τα κέρδη του νέου συνα­σπισμού των τεταρτοαυγουστιανών, ενώ κάμψη παρουσίασε και το κόμμα του Ζέρβα.
    Το μεσημέρι της 12ης Μαρτίου, ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ν. Πλαστήρα, I.Μοάτσος επέδωσε στον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του βασιλιά Αρ.Μεταξά την επιστολή των τεσσάρων αρχηγών που είχε ως εξής:

«Μεγαλειότατε,
Λαμβάνομεν την τιμήν να ανακοινώσωμεν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι οι υπογραφόμενοι αρχηγοί κομμά­των, διαθέτοντες την πλειοψηφίαν της Βουλής, κατέληξαμεν εις συμφωνίαν περί σχηματισμού κυβερνήσεως, η πολιτική της οποίας συνοψίζεται εις το εσώκλειστον σημείωμα.
    Μετά βαθυτάτου σεβασμού Ν.Πλαστήρας, Σ.Βενιζέ­λος, Γ.Παπανδρέου, Εμμ.Τσουδερός».
    Το πρακτικό που είχαν υπογράψει οι τέσσερις αρχηγοί και αντίγραφο του οποίου έστειλαν στον βασιλιά, συνόψιζε την πολι­τική τους στους διάφορους τομείς ως εξής:

«1) Πολίτευμα. Ανεπιφύλακτος αναγνώρισις και έξαρσις του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. 2) Εξω­τερική πολιτική. α) Η θέσις της Ελλάδος ευρίσκεται παρά το πλευρόν των δυτικών Δημοκρατιών, προς τας οποίας αι­σθάνεται βαθυτάτην ευγνωμοσύνην διά την βοήθειάν των, εις την οποίαν οφείλει την διατήρησιν της εθνικής της ανε­ξαρτησίας και την οικονομικήν ανάρρωσιν του λαού της. β) Η Ελλάς αποβλέπει εις την ειρήνην και επιθυμεί ειλικρινώς αγαθάς σχέσεις με όλους και ιδίως με τους γείτονας, είναι δε πρόθυμος να ανταποκριθή εις πάσαν έμπρακτον εκδήλωσιν φιλικών διαθέσεων. γ) Η Ελλάς θα εξακολουθήσει συνεργαζομένη εντός του πλαισίου του ΟΗΕ καθώς και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, προς υπεράσπισιν της συλλογικής ασφαλείας και της ελευθερίας και θα τηρήσει πιστώς τας ανειλημμένας διεθνείς υποχρεώσεις της. 3) Στρατός. Αναγνώρισις του έργου του στρατού και της ηγεσίας του εις τον εθνικόν αγώνα. Επί των ενόπλων μας δυνάμεων στη­ρίζει το έθνος την ασφάλειάν του και εις το μέλλον. 4) 0 εθνικός αγών κατά του συμμοριτισμού. Ο πρόσφατος αγών εναντίον του συμμοριτισμού υπήρξεν εθνικός. Αποβλέπομεν εις την ειρήνευσιν της χώρας με απόλυτον επιβολήν ισοπολιτείας και δημιουργίαν Κράτους Δικαίου. Πάντες οι Έλληνες θα είναι ίσοι απέναντι του Νόμου».

    Το πέμπτο και τελευταίο σημείο του Πρακτικού πρόβλεπε αξιοποίηση της αμερικανικής βοηθείας, «αποκλειστικώς και μό­νον διά την θεμελίωσιν της παραγωγικής μας ικανότητος», οικο­νομίες, ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, κυρώσεις κατά των κα­ταχραστών, κοινωνική δικαιοσύνη κ.λ.π. (Εφημερίδες, 13 και 14 Μαρτίου 1950.) Στα καίρια σημεία, το περιεχόμενο του πρακτι­κού (που έχει τη σφραγίδα του ύφους και της γραμμής του Γεωρ­γίου Παπανδρέου) αποτελεί ιδεολογική ευθυγράμμιση του Πλα­στήρα με τους άλλους αρχηγούς. Έτσι, παρέχονται πλήρεις διαβεβαιώσεις στα Ανάκτορα, στον στρατό και στους Αμερικα­νούς, και σε όσους τυχόν υποπτεύονταν τον αρχηγό της ΕΠΕΚ για συνοδοιπορία με την Αριστερά, ότι θα συνεχιστεί η ίδια φιλοσυμμαχική και έντονα αντικομμουνιστική πολιτική.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εκλογές

Ο προεκλογικός αγώνας έγινε με αρκετό πάθος αλλά χωρίς σο­βαρά επεισόδια, τουλάχιστον σε μεγάλη έκταση. Ύστερα από μια τετραετία αίματος, μίσους και καταστροφών, και, σε σύγκριση με τις εκλογές και το αιματηρό δημοψήφισμα του 1946, η εκλογική αναμέτρηση του 1950 φάνηκε ειδυλλιακή. Για τους λόγους που αναφέραμε, όλοι ήθελαν να μην υπάρξει αμφισβήτηση του απο­τελέσματος. Και ο Παπάγος ως αρχιστράτηγος κατέβαλε προσπάθειες να μην υπάρξουν ανοιχτές παρεμβάσεις του στρατού. Έπρεπε να υπάρξει μια υποδειγματική δημοκρατική διαδικασία για να σταματήσουν οι κατηγορίες για «μοναρχοφασιστικό κα­θεστώς». Αυτή ήταν και η επιθυμία των Άγγλων και των Αμερι­κανών. Εξάλλου, ο Παπάγος γνώριζε ότι η τρομοκρατία και η ψυ­χολογική βία θα ωφελούσαν τους Λαϊκούς και δεν είχε κανένα λόγο να ενισχύσει το κόμμα του Τσαλδάρη.
     Φυσικά, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι εκλογές ήταν ανεπίληπτες και ότι υπήρχαν συνθήκες ίσης αναμετρήσεως για όλους. Η Δημοκρατική Παράταξη είχε συνδυασμούς μόνο στις μεγάλες πόλεις και σε ορισμένες άλλες εκλογικές περιφέρειες. Το κλίμα δεν ευνοούσε την κάθοδο της στις περισσότερες επαρ­χίες. Το ΣΚΕΛΔ κατάγγειλε επιθέσεις κατά του Τσιριμώκου στην Καλλιθέα και κατά του Σβώλου στο Ηράκλειο Κρήτης, κα­θώς και συλλήψεις και εκτοπίσεις στελεχών του. Και οι υποψή­φιοι της ΕΠΕΚ κατάγγειλαν επιθέσεις εναντίον τους από ενόπλους ΜΕΑ στην Κοζάνη και στα Τρίκαλα. Ο υφυπουργός Δημοσίας Τά­ξεως, στρατηγός Μανιδάκης, ύστερα από μια επίσκεψή του στην Πελοπόννησο, είχε δηλώσει ότι υπάρχει τάξη και ότι «οι κάτοικοι ευχαρίστως θα έβλεπαν την διάλυσιν των οργάνων ΜΕΑ, αι οποίαι δεν έχουν πλέον λόγον υπάρξεως». Αλλά το ΓΕΣ αντέδρασε αμέ­σως με την παρακάτω ανακοίνωση του:

«Εξ αφορμής αναγραφεισών απόψεων εις τον Τύπον πε­ρί αφοπλισμού των μονάδων ΜΕΑ, ανακοινούνται ότι αι μονάδες αύται αποτελούν κρατικήν ένοπλον οργάνωσιν, διοικούνται υπό αξιωματικών του στρατού και είναι υπό τον αυστηρόν έλεγχον των στρατιωτικών Αρχών με αποστολήν να συμπληρώσουν το έργον ασφαλείας των στρα­τιωτικών Αρχών και των σωμάτων ασφαλείας. Ουδεμία σκέψις δύναται να γίνη περί αφοπλισμού) των ή καταργήσεώς των, διότι οι κίνδυνοι του κομμουνισμού δεν έπαυ­σαν να απειλούν την ασφάλειαν της χώρας...» (Εφημερί­δες, 28 Ιανουαρίου 1950).

Ο στρατός, όπως είχε αποφασιστεί από την κυβέρνηση, ασκούσε το εκλογικό του δικαίωμα. Αξιωματικοί και στρατιώτες ψήφιζαν, όπου βρίσκονταν, αλλά τους υποψηφίους της περιφερείας από την οποία κατάγονταν. (Εκτός αν είχαν εκλογικό βιβλιάριο, οπότε ψή­φιζαν τους υποψηφίους της περιφερείας στην οποία ήταν γραμ­μένοι). Με τον ίδιο τρόπο ψήφισαν και οι χιλιάδες κρατούμενοι και στρατιώτες της Μακρονήσου, όπου την ημέρα των εκλογών εγκαταστάθηκαν εκλογικά τμήματα και έφτασαν οι εφορευτικές επι­τροπές και οι αντιπρόσωποι όλων των κομμάτων. Το αποτέλεσμα μάλιστα ήταν απογοητευτικό για τους «αναμορφωτάς»: οι περισσότεροι «ανανήψαντες» εψήφισαν ΕΠΕΚ και Δ.Π.
     Σ'όλο το διάστημα της προεκλογικής περιόδου συνεχίζονταν σποραδικές ή και συστηματικότερες επιχειρήσεις κατά υπο­λειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού και αναγγελλόταν κάθε τόσο η «εξόντωσις συμμοριών» σε Μακεδονία, Κρήτη, Εύβοια κ.λ.π. Ο στρατιωτικός νόμος είχε αρχίσει να αίρεται κλιμακωτά από τον Δεκέμβρη του 1949, αλλά παρέμενε σε αρκετές περιο­χές, όπως ήταν φυσικό. Η συντηρητική επιθεώρηση του Λονδί­νου Εκόνομιστ, σε ανταπόκριση της από την Αθήνα έγραφε, στις 2 Μαρτίου:

«Αι εκλογαί διεξάγονται υπό το φάσμα του φόβου και με τον Εμφύλιον τόσον πρόσφατον, ώστε να μην επιτρέπη δι­αυγή κρίσιν. Αι φυλακαί είναι γεμάται και εις την Μακρόνησον και Τρίκερι υπάρχουν πάρα πολλοί ύποπτοι χωρίς τίποτε εναντίον τους, εκτός ίσως συγγενούς συμπολεμήσαντος με τους αντάρτες, είτε κατηγοριών τρίτων προσώ­πων. Ακόμη και εάν αι πρακτικαί δυσχέρειαι των εκλογών δύνανται να υπερνικηθούν - η πλήρης αναθεώρησις των εκλογικών καταλόγων και η ματαίωσις του επηρεασμού διά της βίας των όπλων -, η ατμόσφαιρα της εντάσεως και της οξύτητος παραμένει». (Το Βήμα. 28 Ιανουαρίου 1950.)

     Μια απεργία των εργατών Τύπου, που κράτησε περίπου ένα μήνα (από τις 29 Ιανουαρίου ως τις 25 Φεβρουαρίου), δυσκόλεψε την προσπάθεια των νέων κομματικών σχηματισμών να εκλαϊ­κεύσουν τα προγράμματά τους. Παρ'όλα αυτά, οι εκλογές γίνονταν με πολύ καλύτερες συνθήκες απ'ό,τι μπορούσε να περιμέ­νει η αντιπολίτευση και ιδίως η Αριστερά, ύστερα από τόσο αίμα που είχε χυθεί. Εξάλλου ήταν φανερό ότι το κήρυγμα της «Αλλαγής» του Νικολάου Πλαστήρα έβρισκε πολύ μεγάλη απήχηση. Η προεκλογική συγκέντρωση της ΕΠΕΚ στην πλατεία Κλαυθμώνος, στις 27 Φεβρουαρίου, ήταν πολύ μεγάλη και παλλομένη από εν­θουσιασμό. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που κατάλαβε το μεγάλο ρεύ­μα υπέρ του Πλαστήρα, για να συγκρατήσει τους Φιλελευθέρους έριξε επίσης συνθήματα «κατά της απλήστου ολιγαρχίας», υπέρ της ισοπολιτείας και της «λήθης του παρελθόντος».

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Δημοκρατική Παράταξη
   Οι ζυμώσεις για το «μικρό μέτωπο» της Αριστεράς κατέληξαν τε­λικά σε συμφωνία των τριών κομμάτων, Ενώσεως Δημοκρατικών Αριστερών του Σοφιανόπουλου, ΣΚΕΛΔ και Αριστερών Φιλελευ­θέρων για τη σύμπραξη στις εκλογές με κοινούς συνδυασμούς υπό τον τίτλο «Δημοκρατική Παράταξη». Τα κόμματα που απο­τελούσαν μέλη του Πολιτικού Συνασπισμού του ΕΑΜ αποφασί­στηκε να αποκλειστούν από τη Δημοκρατική Παράταξη. Στον Πασαλίδη έγινε πρόταση να πάρει μέρος στους συνδυασμούς ως ξεχωριστή προσωπικότητα, αλλά εκείνος - όπως αφηγείται ο Σταύ­ρος Ηλιόπουλος - αρνήθηκε. Στην κοινή δήλωση τους, με την οποία ανάγγειλαν τη σύμπραξή τους, τα τρία κόμματα της Αριστεράς τόνιζαν ότι θα εξακολουθήσουν τις προσπάθειές τους «διά μίαν ευρυτάτην δημοκρατικήν συνεργασίαν», ότι πολιτεύονται «εντός των πλαισίων του πολιτεύματος», ότι διατηρούν την αυτοτέλεια τους και καθορίζουν τα εξής κοινά προγραμματικά σημεία:

«1) Διεθνής κατοχύρωσις της ακεραιότητος, ασφαλείας και ανεξαρτησίας της χώρας. 2) Ειρήνευσις του τόπου διά της παροχής αμνηστίας, της καταργήσεως όλων των εκτάκτων μέτρων και ανελεύθερων θεσμών, όπως είναι αι εκτοπίσεις και το Αναμορφωτικόν Σχολείον Μακρονήσου, και είσοδος εις την ομαλήν πολιτικήν ζωήν διά της αποκαταστάσεως ισοπολιτείας και ελευθέρου πολιτικού βίου με βάσιν την λαϊκήν κυριαρχίαν, την άρνησιν κάθε βίας και τον σεβασμόν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 3) Αποκατάστασις των συνδικαλιστικών ελευθεριών. 4) Επαναφορά των απομακρυθέντων της δημοσίας και ιδιωτικής υπηρεσίας διά πολιτικούς λόγους. 5) Προστασία των εφέδρων και θυμά­των πολέμου. 6) Σοβαρά μέριμνα υπέρ των επαναπατρι­ζόμενων. 7) Εξυγίανση του πολιτικού βίου της χώρας και πάταξη κάθε καταχρήσεως. 8) Εναντίον της οικονομικής ολιγαρχίας υπεράσπισις των διεκδικήσεων των λαϊκών τά­ξεων. Ειδικώτερον σοβαρά μέριμνα προς αποκατάστασιν της κατεστραμμένης αγροτικής οικονομίας και ανύψωσις του βιοτικού επιπέδου των αγροτών και 9) Αξιοποίησις της οικονομικής βοηθείας του Σχεδίου Μάρσαλ, αύξησις της παραγωγής και ανασυγκρότησις της χώρας προς όφελος του λαού και όχι των εκμεταλλευτών του». (Μάχη, 5 Φε­βρουαρίου 1950.)

Αφού διαμορφώθηκαν τα σχήματα στον χώρο του Κέντρου και της Αριστεράς, το ΚΚΕ υποχρεώθηκε να συστήσει στους οπα­δούς του να ψηφίσουν τη Δημοκρατική Παράταξη και, όπου η Δ.Π. δεν είχε συνδυασμούς, την ΕΠΕΚ. Ταυτόχρονα όμως δυνάμωσε την προπαγανδιστική επίθεση κατά των ηγετών και των δύο παρατάξεων, με σκοπό να τους αφαιρέσει όσο το δυνατόν περισσότερους σταυρούς προτιμήσεως κομμουνιστών και άλ­λων αριστερών. Ιδιαίτερα το ΚΚΕ σύστηνε στους οπαδούς του να μην ψηφίσουν τους Σβώλο, Τσιριμώκο, Στρατή, Πελτέκη, Τσιάρα, Τανούλα κ.λ.π., που τους περισσότερους μάλιστα χαρακτή­ριζε «πράκτορες» της Ιντέλιτζενς Σέρβις. Καλούσε, αντίθετα, τους αριστερούς να ψηφίσουν εκείνους τους υποψηφίους που τους θεωρούσε «συνεπείς δημοκράτες» ή και να γράψουν στα ψηφοδέλτια τα ονόματα πολιτικών κρατουμένων και εξόριστων, που δεν ήταν υποψήφιοι.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    ΚΚΕ: «Τα όπλα παρά πόδα»
    Αλλά και η ευρισκόμενη πια στο εξωτερικό ηγεσία του ΚΚΕ, πα­ρά τις διακηρύξεις της για παγκόσμια ειρήνη και ειρήνευση της χώρας, ενεργούσε με παρόμοια προοπτική. Και πίστευε ότι θα ήταν δυνατή μια επανάληψη του Ανταρτοπολέμου στην Ελλάδα, που είχε τέτοιο τραγικό για την Αριστερά τέλος. Στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, της 9ης Οκτωβρίου 1949, δηλαδή περισσότερο από ένα μήνα μετά την ήτ­τα στο Βίτσι και την αποχώρηση πέρα από τα ελληνικά σύνορα των κύριων δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού ανάμεσα σε διάφορες διακηρύξεις για ειρήνευση της χώρας και πανδημοκρατικό μέτωπο, διαβάζουμε ότι πρέπει να παραμείνουν «μικρά παρτιζάνικα τμήματα, σα μέσο πίεσης για όσο το δυνατόν περισσό­τερο εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής του τόπου».
Επέλεγε δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ την πιο κατάλληλη μέθο­δο για να δυσκολέψει τις προσπάθειες για ειρήνευση στη χώρα, αποκατάσταση ομαλού πολιτικού βίου και συμμέτοχη της Αρι­στεράς στην κοινοβουλευτική ζωή. Και με περισσότερη σαφήνεια παρακάτω πρόβλεπε ότι «ο ΔΣΕ, που έγινε βραχνάς για τους εχθρούς του λαού και της Ελλάδας, θα ανταποκριθεί στην ιστο­ρική του αποστολή σαν νεκροθάφτης του μοναρχοφασισμού». (Βλέπε, Σαράντα Χρόνια του ΚΚΕ, 1918-1958. Πολιτικές και Λο­γοτεχνικές εκδόσεις, σ. 580-83.) Χαρακτηριστικό ήταν ότι, και με­τά την επίσημη αναγγελία από τον εγκατεστημένο σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα», ότι στα­μάτησαν οι εχθροπραξίες, ο Ζαχαριάδης λάνσαρε το σύνθημα «Τα όπλα παρά πόδα» και διακήρυσσε ότι ο «Δ.Σ.» δεν διαλύεται.
Το ΚΚΕ. παρόλο που ήταν αποδιοργανωμένο και στις πόλεις, προσπαθούσε με τις οργανώσεις που του απέμεναν και με τις εκ­πομπές του ραδιοσταθμού του να επηρεάσει τις πολιτικές ζυμώ­σεις στην Ελλάδα. Στην Αθήνα τότε είχαν απομείνει, μετά τις συλ­λήψεις, παραπομπές σε στρατοδικεία, εκτελέσεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις, δύο βασικά κέντρα του εκτός νόμου Κομμουνιστικού Κόμματος. Το ένα υπό το παλαιό μέλος της ΚΕ Νίκο Πλουμπίδη και το άλλο μ' επικεφαλής ανώτατο στέλεχος της ΕΠΟΝ, τον Σταύ­ρο Κασιμάτη. Τα δύο κέντρα είχαν, για λόγους συνωμοτικούς, το καθένα ξεχωριστή επαφή με την ηγεσία στο εξωτερικό και το δι­κό του μηχανισμό. Σιγά σιγά άρχισαν να αλληλοϋποβλέπονται και να τρέφουν αμοιβαία καχυποψία. Ένα μέρος των «στοιχείων» εις βάρος του Πλουμπίδη, που, όπως θα δούμε, αργότερα ο Ζα­χαριάδης τον κατηγόρησε για «χαφιέ», προέρχονταν από το άλ­λο κομμουνιστικό κέντρο.
Προς το παρόν, ο Πλουμπίδης ήταν ο κύριος ηγέτης του πα­ρανόμου μηχανισμού του ΚΚΕ στην Ελλάδα και σ'αυτόν είχαν ανατεθεί οι επαφές με πολιτικά πρόσωπα. Κύρια επιδίωξη του ΚΚΕ ήταν να δημιουργηθεί το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, στο οποίο όμως οι κομμουνιστές να έχουν την πραγματική ηγεσία και τον καθοδηγητικό ρόλο. Την περίοδο αυτή, που ήταν εξαιτίας της ήτ­τας του αποδιοργανωμένο, το ΚΚΕ κατεχόταν από την αγωνία μήπως χάσει τον έλεγχο της Αριστεράς. Γι'αυτό, με τις εκπομπές του ραδιοσταθμού της, με προκηρύξεις και με τov «ψίθυρο», η ηγεσία του ΚΚΕ εξαπέλυε επιθέσεις εναντίον των κεντρώων και αριστερών ηγετών που θεωρούσε επικίνδυνους, δηλαδή ικανούς να παρασύρουν τον κόσμο της Αριστεράς έξω από τον έλεγχο της. Έτσι, κατηγορούσε τον Πλαστήρα, ιδιαίτερα μετά την άρνηση του στρατηγού να δεχτεί το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, καθώς και τον Τσουδερό, για «ψευτοδημοκράτες» που θέλουν «να νεκραναστησουν το Κέντρο του Σοφούλη», και τους ηγέτες των κομμά­των της Δημοκρατικής Αριστεράς ότι «κερδοσκοπούν πάνω στα αιτήματα του ελληνικού λαού με την ελπίδα να κληρονομήσουν τους ψηφοφόρους του ΚΚΕ».

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Η Αριστερά
Εκτός από τον Πλαστήρα, εμπνευστής στην κίνηση για συμβιβα­στική λύση στο ελληνικό πρόβλημα ήταν και ο Ιωάννης Σόφιανόπουλος. Πιστεύοντας ότι «η Ελλάδα μπορεί να γίνει το "σημείον ζεύξεως" του ανατολικού και του δυτικού κόσμου» και αξιοποιώντας τις γνωριμίες του και τις ευρύτατες γνώσεις του, ο Σοφιανόπουλος επεδίωκε στο εξωτερικό ξένη μεσολάβηση για να σταματήσει την ένοπλη σύγκρουση στην Ελλάδα. Προς αυτή την κατεύθυνση είχε ζητήσει τη συνδρομή του υπουργού της Τσε­χοσλοβακίας Μάζαρυκ (πριν από την πτώση του), καθώς και του Έβατ, με τον οποίο τον συνέδεε προσωπική φιλία και διατη­ρούσε αλληλογραφία. Στο Παρίσι, όπου είχε συνέλθει τότε η Γε­νική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Σοφιανόπουλος και ο Κομνηνός Πυρομάγλου επέδωσαν στον Έβατ υπόμνημα στο οποίο υποστήριζαν συμβιβαστική λύση του Ελληνικού και την ουδετε­ρότητα της Ελλάδας με εγγύηση των μεγάλων. Ο Έβατ, που, όπως είδαμε, είχε αναλάβει σχετική πρωτοβουλία, συμφώνησε - όπως αφηγείται ο Πυρομάγλου - μαζί τους. «Αυτή - τους είπε - είναι η λύση για την Ελλάδα».
Ο ίδιος ο Σοφιανόπουλος ανέπτυσσε τις απόψεις του, σε μια (ανέκδοτη ως τώρα) επιστολή του προς τον φίλο του δικηγόρο Γ.Κοκορέλλη, τον Μάη του 1948:
«...είμαι νυχθημερόν απησχολημένος – έγραφε - με το ζή­τημα της πιο συγκεκριμένης επαφής των μεγάλων, άνευ της οποίας δεν θα ημπορέσει να εξευρεθή λύσις ικανοποι­ητική διά το ελληνικόν πρόβλημα, μια φορά και οι Έλλη­νες τυφλωμένοι από το πάθος των δεν ημπορούν να αρ­θούν εις το ύψος του στοιχειωδεστέρου πατριωτισμού. Όπως θα αντιλαμβάνεσαι και από τα προς τας εφημερί­δας τηλεγραφήματα, η διάθεσις προς συνεννόησιν εξεδηλώθη, παρ'όλας δε τας επιφυλάξεις, που έχουν ως βάσιν το ψευτοφιλότιμο του καθενός και όλα τα ζικ ζακ, τελικώς θα καθήσουν στο σκαμνί για να συνεννοηθούν, γιατί η παγκόσμιος κοινή γνώμη ζητεί την συνεννόησιν και ο Μπλουμ στο σημερινό άρθρο του στην Populaire τούς υποδεικνύει την ανάγκην της ταχυτέρας δυνατής και συγκεκριμένης επαφής των. Θέλω να πιστεύω ότι και εγώ εν τω μέτρω των μικρών μου δυνάμεων συνετέλεσα εις το άνοιγμα κά­πως του ορίζοντος και, αν κρίνω από τας ενθαρρυντικάς απαντήσεις που έλαβα και από εδώ και από την Αμερικήν και την Αγγλίαν, φέρομαι εις το να παραδεχθώ ότι οι κό­ποι δεν θα πάνε στράφι (...) φυσικά θα εξακολουθήσω ιδία τώρα εργαζόμενος διά την σωτηρίαν της πατρίδος μας...». (Από το προσωπικό αρχείο του Γιάννη Κοκορέλλη.)

    Μετά τον τερματισμό του Ανταρτοπολέμου - που δεν τέλειω­σε όπως επεδίωκαν -, άλλοι από τους θιασώτες της «τρίτης λύ­σεως» εντάχθηκαν στην ΕΠΕΚ και άλλοι στην Ένωσιν Δημοκρα­τικών Αριστερών του Σοφιανόπουλου και σε άλλες ομάδες της μη κομμουνιστικής Αριστεράς.
Στον χώρο αυτό κινούνταν το ΣΚΕΛΔ (Σοσιαλιστικό Κόμμα - Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας) των Σβώλου - Τσιριμώκου και οι Αρι­στεροί Φιλελεύθεροι (Ν.Γρηγοριάδης, Στ.Χατζήμπεης κ.λ.π.), ομάδα συνεργαζόμενη πριν από το 1947 με το ΕΑΜ. Έγιναν διά­φορες κρούσεις προς τον Πλαστήρα για να συγκροτηθεί υπό την ηγεσία του ένα Δημοκρατικό Μέτωπο, στο οποίο θα περιλαμβά­νονταν όλες αυτές οι πολιτικές ομάδες και τα μικρά κόμματα της Αριστεράς. Σε έκκληση για τη συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μάχη, όργανο του ΣΚΕΛΔ, κα­θορίζονταν τα παρακάτω προγραμματικά σημεία:
«Διαχωρισμένο με σαφήνεια από το ΚΚΕ, αλλά διαχωρι­σμένο καθαρά και από τη Δεξιά, τους υπόπτους "οικονο­μικούς κύκλους" και κάθε υπηρέτη της ολιγαρχίας, το "Δ.Μ." θα έχει τρεις βασικούς σκοπούς: 1) Ν'αγωνισθή για την αποκατάσταση της ομαλότητας και τη διενέργεια ελευθέ­ρων εκλογών. 2) Ν'αγωνισθή για την εκλογική νίκη. 3) Ν'αγωνισθή για να εκκαθαρίση την ηθική κόπρο του Αυγείου της σημερινής πολιτικής ζωής της χώρας, ν'απόσπαση την εθνική οικονομία από τα νύχια της κερδοσκοπίας και να οδηγήση τον τόπο στον δρόμο της ανασυγκροτήσεως, της δημιουργικής δουλειάς και της προόδου».

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η ΕΠΕΚ και η καταγωγή της
Νέοι κομματικοί σχηματισμοί, που διεκδικούσαν ο πρώτος την εξουσία, ο δεύτερος σημαντικό αριθμό ψήφων, ήταν η ΕΠΕΚ και η Δημοκρατική Παράταξις.
Η ίδρυση της ΕΠΕΚ επηρέασε για μερικά χρόνια την πολιτική ζωή στην Ελλάδα.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Εμμανουήλ Τσουδερός. που ονό­μαζε το κόμμα του Δημοκρατικόν Προοδευτικόν, ανακοίνωσαν στις 14 Ιανουαρίου 1950 την απόφαση τους να συμπράξουν σε ενι­αίο κόμμα με την επωνυμία «Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέ­ντρου» (ΕΠΕΚ). Ο Τσουδερός είχε αρχίσει από τον Σεπτέμβρη τις περιοδείες του στην Κρήτη, όπου κήρυσσε την ανάγκη δημιουρ­γίας μιας «τρίτης δυνάμεως» από «νέα πρόσωπα και νέα κόμ­ματα, προοδευτικά και μεταρρυθμιστικά».
Ο Τσουδερός, πλάι στον Πλαστήρα, ήταν μια εγγύηση για τους Αγγλοαμερικανούς ότι η ΕΠΕΚ θα τηρούσε φιλοσυμμαχική πολι­τική. Εγγύηση για τους Αμερικανούς ήταν και η παρουσία στο στενό περιβάλλον του Πλαστήρα του I.Μοάτσου, ο οποίος είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στις Ηνωμένες Πο­λιτείες. Ο Πλαστήρας ένιωθε υποχρεωμένος απέναντι στον Μοάτσο (είχε βοηθήσει τον στρατηγό σε δύσκολες στιγμές της ζωής του, όταν ήταν εξόριστος στη Γαλλία), έτρεφε φιλικά αισθήματα απέναντι του και τον είχε έναν από τους κυριότερους πολιτικούς συμβούλους του.
Εκείνο που έκανε «ύποπτο» τον Ν. Πλαστήρα σε ορισμένους συμμαχικούς κύκλους και που εκμεταλλευόταν κυρίως η Δεξιά σε βάρος του ήταν το ότι στη διάρκεια του Ανταρτοπολέμου είχε πάρει μέρος σε μια κίνηση για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να εγγυηθούν την ουδετερότητα της Ελλάδας οι μεγάλες δυ­νάμεις. Η κίνηση αυτή εκδηλώθηκε τον Νοέμβριο του 1948, δηλα­δή μέσα στη μεγαλύτερη ένταση του Ανταρτοπολέμου, με ένα τηλεγράφημα εννιά πρώην υπουργών προς τον τότε πρόεδρο της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ Αυστραλό υπουργό Εξωτερικών Έβατ, που είχε αναλάβει πρωτοβουλία για την ειρήνευση στην Ελλάδα με συμβιβασμό και συνεννόηση ανάμεσα στις βαλκανι­κές δυνάμεις. Το τηλεγράφημα, που το υπέγραφαν οι πρώην υπουργοί Περικλής Αργυρόπουλος, Νικόλαος Ασκούτσης, Γεώρ­γιος Καρτάλης, Ν.Κολυβάς, Κ.Μανέττας, Στρατηγόπουλος, Βοραζάνης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μπένσης και ο από­στρατος στρατηγός Λ.Σακελλαρόπουλος, είχε ως εξής:
«Η αναληφθείσα υπό της Αυστραλιανής Αντιπροσωπείας πρωτοβουλία εγένετο δέκτη μετά πλήρους ικανοποιήσεως παρά της μεγάλης πλειονότητος του ελληνικού λαού, φρονούσης ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος δεν πρέπει να λήξη ειμή διά συμβιβαστικών μέτρων. Εξάλλου αι προσπάθεια, Υμών, όπως φέρητε τα βαλκανικά έθνη εις άμεσον συνεννόησιν, είναι αι μόναι ικαναί να επαναφέρουν την ειρήνην εις τα Βαλκάνια και να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησίαν των λαών και την ακεραιότητα των εδαφών των. Χάρις εις το γόητρον της Αυστραλιανής Αντιπροσωπείας είμεθα βέβαιοι ότι η υμετέρα παρέμβασις θα στεφθεί υπό επιτυχίας και ο ελληνικός λαός θα σας εγγράψει εις την Ιστορίαν του ως ειρηνοποιόν».         

   Το τηλεγράφημα προκάλεσε εκρήξεις οργής της Δεξιάς, αλλά και ορισμένων βενιζελικών στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Σοφοκλής Βε­νιζέλος δήλωσε στη Βουλή ότι ο Βοραζάνης, ο μόνος βουλευτής που είχε υπογράψει το τηλεγράφημα, διαγράφηκε από το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Γεώργιος Βοραζάνης ήταν ένα από τα πιο μορφωμένα μέλη του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Γεννήθηκε στην Ήπειρο το 1898. Σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες σε ξένα πανεπιστήμια. Είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και διε­τέλεσε υπουργός Οικονομικών το 1945. Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1965. Ενώ οι Κανελλόπουλος και Βενιζέλος αποδοκίμαζαν την πρά­ξη του, ο Βοραζάνης δεχόταν επίθεση από συναδέλφους του, που με κραυγές «προδότη», με κλοτσιές και γροθιές τον έδιωχναν από την αίθουσα των συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου. Ο Βοραζάνης - όπως γράφει η Ακρόπολις της 9ης Νοεμβρίου 1948 - «συρόμενος και δερόμενος εκβάλλεται (...) προς τους διαδρόμους», όπου συ­νεχίζεται το άγριο ξυλοκόπημα από συναδέλφους του.
Και οι εννιά που υπέγραψαν το τηλεγράφημα ήταν το 1949 - και το 1950 - στελέχη της κινήσεως του Πλαστήρα. Ήταν φυσικό λοιπόν να έχει δημιουργηθεί χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τη Δε­ξιά αλλά και σε ένα μέρος των Βενιζελικών.