Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εμπόδια για την ειρήνευση
Για  τον Νικόλαο Πλαστήρα το ιδεολογικό και πολιτικό κοστού­μι, που του έχει κατασκευάσει ο Παπανδρέου και που αναγκά­στηκε να φορέσει, είναι πολύ στενό. Ο Πλαστήρας επιθυμεί να πραγματοποιήσει την ειρήνευση και τον εκδημοκρατισμό της χώ­ρας, με κατάργηση της Μακρονήσου, όσο το δυνατόν ευρύτερη αμνηστία, κατάπαυση των διώξεων για πολιτικούς λόγους και των διοικητικών εκτοπίσεων. Αλλά οι αντιδράσεις είναι ισχυρές. Η Δεξιά, με τη μεγάλη δύναμη που διατηρεί στον κρατικό μηχα­νισμό και μετά την εκλογική ήττα της, προσπαθεί να ματαιώσει κάθε μέτρο «επιεικείας», που το χαρακτηρίζει παραχώρηση προς τον κομμουνισμό. Αυτή την πολιτική του αμείλικτου διωγμού κά­θε αριστερού ή κάθε υπόπτου για αριστερισμό, ακόμα και οπα­δών και στελεχών της ΕΠΕΚ, άλλοι την ενστερνίζονται, γιατί ει­λικρινά πιστεύουν ότι κινδυνεύουν το καθεστώς και η ασφάλεια της χώρας και μετά τη στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ, και άλλοι από πολιτικό υπολογισμό, από την πεποίθηση δηλαδή ότι η οξύτητα ευνοεί τη Δεξιά.
Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία του ΚΚΕ, διατηρώντας ακό­μα μικρές ομάδες ενόπλων σε ορισμένες περιοχές, ασυρμάτους μέσα στην Αθήνα και παράνομα τυπογραφεία, ενώ δεν προσπορίζεται κανένα πολιτικό όφελος, δίνει προσχήματα για τη διατή­ρηση του καθεστώτος των εκτάκτων μέτρων. Δεν θέλει να δεχτεί ότι, με το διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων, το πρόβλημα της εξου­σίας είχε κριθεί για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα και ότι, στην περίοδο αυτή, όπως συνήθιζε αργότερα να λέει ο Ηλίας Ηλιού, η πιο επαναστατική πολιτική για την Αριστερά είναι η επιδίωξη της νομιμότητας.
Επειδή και από μέσα από την ΕΠΕΚ πολλοί διαμαρτύρονται ότι η εφαρμογή της πολιτικής της ειρηνεύσεως φαλκιδεύεται, ο Πλαστήρας απευθύνεται στις 6 Μαΐου από το ραδιόφωνο προς τον λαό για να διακηρύξει:
«...η κυβέρνηση του Κέντρου της οποίας προΐσταμαι θα εκπληρώσει όλας της τα υποσχέσεις με σταθερότητα, αλ­λά και με γοργό ρυθμόν. Και, μεταξύ αυτών, πρώτην θέσιν κατέχει εις την εκτίμησιν και εμού και των συνεργα­τών μου η ειρήνευσις των Ελλήνων. Γεγονότα πασίγνωστα και οδυνηρά διετάραξαν την ψυχικήν ενότητα μεταξύ των Ελλήνων, εφυγάδευσαν την γαλήνην από πολλάς καρδίας και εκινδύνευσαν να προκαλέσουν ρήγματα εις το εθνικόν οικοδόμημα. Αυτά τα ρήγματα σας καλώ να τα φράξωμεν όλοι μαζί και αυτήν την φυγαδευθείσαν γαλήνην σάς καλώ επίσης να επαναφέρωμεν εις τον ρημαγμένον μας τόπο (...). Οι πολίται όλων των αποχρώσεων καλούνται να εμπιστευθούν εις το κράτος την ασφάλειάν των και την αποκατάστασιν του δικαίου όπου χρειάζεται (...). Εν τη εφαρμογή της πολιτικής της λήθης, η κυβέρνησις απεφάσισεν ήδη να καταργήση την Μακρόνησον ως στρατόπεδον πολιτικών κρατουμένων. Όσοι εξ αυτών δεν απολυ­θούν από τας κατά Νόμον αρμοδίας επιτροπάς διότι θα κριθούν επικίνδυνοι εις την δημοσίαν ασφάλειαν, αυτοί θα μεταφερθούν εις άλλην νήσον, όπου θα τελούν υπό καθεστώς απλού και προσωρινού περιορισμού και υπό συνθήκας συμφώνους προς τας αρχάς του ανθρωπισμού (...). Καλώ ολόκληρον τον ελληνικόν λαόν εις συναγερμόν ημερώσεως, εργασίας και χαράς. Τα μίση και η βία δεν έπληξαν ένα μόνον μέρος του. Υπήρξαν ολέθριοι φορείς δυστυχίας και πένθους δι'ολόκληρον το έθνος (...). Πο­λεμούμε ήδη επί δέκα συνεχή έτη. Ας δοκιμάσωμεν τώρα και την ειρήνην...».
Και η ομιλία αυτή επιβεβαιώνει υποχωρήσεις από τις αρχικές θέσεις του Πλαστήρα (π.χ. για την κατάργηση των εκτοπίσεων). Αλλά είναι μία άλλη γλώσσα από τις προγραμματικές δηλώσεις, που έχει διατυπώσει ο Γεώργιος Παπανδρέου. Μια γλώσσα, που ταιριάζει περισσότερο στη νοοτροπία και στην τοποθέτηση του Πλαστήρα και που ρίχνει βάλσαμο στις ψυχές χιλιάδων μαυροφορεμένων και κατατρεγμένων.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Περιπλοκές με τη Γιουγκοσλαβία
Αλλά και οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, που, με την άνοδο του Πλαστήρα στην αρχή φαίνονταν να έχουν μπει στον καλό δρό­μο, παρουσίασαν, εκείνη την περίοδο, αναπάντεχες, αν και προσωρινές, περιπλοκές. Η αγγλική διπλωματία πρωτοστατούσε στην προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Αλλά, στις 8 Μαΐου, δημοσιευόταν στον Γκάρντιαν μια ανταπόκριση του Αλεξάντερ Ουέρθ: «Η εξομάλυνση των σχέ­σεων – έγραφε - προσκρούει σε διάφορα προβλήματα, το μεγα­λύτερο από τα οποία είναι το θέμα των παιδιών, που έχουν μεταφερθεί από τους αντάρτες στη Γιουγκοσλαβία». Ο Ουέρθ παρέθετε τις επίσημες απόψεις των δύο κυβερνήσεων: Της ελ­ληνικής, που υποστήριζε ότι τα παιδιά μεταφέρθηκαν για να γί­νουν γενίτσαροι, και της γιουγκοσλαβικής, που έλεγε ότι οι αντάρτες τα απομάκρυναν από την Ελλάδα για να τα σώσουν από τις φρικαλεότητες του πολέμου και ότι οι γονείς των πε­ρισσοτέρων καταδιωκόμενοι κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και πολλοί απ'αυτούς είναι "Μακεδόνες" και μιλούν "σλαβομακεδονικά"».
Απαντώντας σε έκκληση του ΟΗΕ ν'αποδώσει τα παιδιά στους γονείς τους, η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση βεβαίωσε ότι θ'αντα­ποκριθεί. Και πρόσθεσε ότι είχε στείλει ήδη στη Γαλλία και στην Αυστραλία τα παιδιά που ζούσαν οι γονείς τους εκεί. Υποστήρι­ζε όμως ότι από τα 9.506 παιδιά που μεταφέρθηκαν στη Γιου­γκοσλαβία, τα 7.812 ζούσαν εκεί με τους γονείς τους.
Ενώ όμως το θέμα των παιδιών πηγαίνει να ρυθμιστεί - πα­ρέμεναν διαφορές μόνο για τον αριθμό -, οι Γιουγκοσλάβοι προ­βάλλουν ζήτημα προστασίας μειονοτικών δικαιωμάτων στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας. Πρώτος φαίνεται πως έθεσε το ζήτημα ο επιτετραμμένος στην Αθήνα, Σέχοβιτς, που θα επέδιδε, σε λίγες μέρες, τα διαπιστευτηριά του ως πρεσβευτής. Σχε­δόν ταυτόχρονα ο Καρντέλι, σε λόγο του, αναφέρει ότι «εάν εχορηγούντο βασικά μειονοτικά δικαιώματα εις τους Μακεδόνας εν Ελλάδι, η πλήρης εξομάλυνσις των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων θα διηυκολύνετο». Και ο ραδιοσταθμός των Σκοπίων δυ­ναμώνει την εκστρατεία του για «διωγμούς των αδελφών μας της Μακεδονίας του Αιγαίου». Στις 26 Μαΐου ο πρωθυπουργός Πλαστήρας, απαντώντας σε βουλευτές που αναφέρθηκαν στη Βουλή στις δηλώσεις Καρντέλι για μακεδονική μειονότητα, τονί­ζει ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα για την Ελλάδα.
Ύστερα από την ανακίνηση «Μακεδονικού» από τους Γιου­γκοσλάβους, η ανταλλαγή πρεσβευτών ματαιώνεται και οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις παρουσιάζουν επιδείνωση. Αλλά τι ήταν αυτό που έκανε τους Γιουγκοσλάβους να ανακινήσουν «Μακεδονικό», τη στιγμή εκείνη που η φιλία της Ελλάδας τους ήταν τόσο αναγκαία για να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις από τους ανα­τολικούς πρώην συμμάχους τους; Επειδή λείπουν ακόμα περισ­σότερα στοιχεία, μπορούμε να αποδώσουμε τη γιουγκοσλαβική αυτή στροφή σ' αυτές ακριβώς τις πιέσεις. Συγκεκριμένα, οι Σο­βιετικοί και οι άλλοι Ανατολικοί, συνεπικουρούμενοι και από το ΚΚΕ, κατηγορούσαν τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας ότι υπηρε­τούν τον δυτικό ιμπεριαλισμό, ότι προσχωρούν σε επιθετικό συ­νασπισμό με την Ελλάδα κ.λπ. Ήδη για την απόδοση των παι­διών έχει εξαπολυθεί εναντίον τους επίθεση από τους Ανατολικούς και από τον Ζαχαριάδη, που τους αποκαλεί «γκάγκστερς του Βε­λιγραδίου» κ.λπ. Σε συνδυασμό με τις φιλοδοξίες των ηγετών της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», που έχουν ιδρύσει με έδρα τα Σκόπια, οι πιέσεις αυτές, και ιδίως η μόνιμη διαφορά με τους Βουλγάρους για τη «Μακεδονία του Πιρίν», έπαιξαν τον ρόλο τους. Φυσικά, πρέπει να έχουμε στον νου μας από δω και πέρα, ότι και η αγγλική διπλωματία, αν και πρωτοστατεί στην αποκα­τάσταση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων, δεν παραλείπει να χρησιμοποιεί ως φόβητρο για την Ελλάδα -αντίβαρο για το Κυπριακό - την ανακίνηση «Μακεδονικού».
Για μερικούς μήνες έχουν διακοπεί οι διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Στα μέσα Αυγούστου επισκέπτεται την Αθήνα και το Βελιγράδι, ο Φίλιπ Νόελ Μπαίκερ και έπειτα ο κοινοβουλευτικός υφυπουργός Εξωτερι­κών της Μεγάλης Βρετανίας, Νταίβις, ο οποίος πραγματοποιεί επίσημες συνομιλίες - έχει μακρές συναντήσεις με τον βασιλιά, με τον Πλαστήρα, τον υφυπουργό Εξωτερικών Πολίτη και, στο Βελιγράδι, με τον Τίτο και άλλους Γιουγκοσλάβους ηγέτες. Αλλά, παρόλο ότι και οι Αμερικανοί πιέζουν τις δύο πρωτεύουσες, η αποκατάσταση των σχέσεων καθυστερεί.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Με δύο πνεύμονας...»

Η κυπριακή αντιπροσωπεία αρχίζει επισκέψεις στους πολιτικούς αρχηγούς. Γίνεται δεκτή και από τον Πλαστήρα, ο οποίος τους δηλώνει ότι ο πόθος του κυπριακού λαού είναι και πόθος όλων των Ελλήνων, αλλά η κυβέρνηση επιφυλάσσεται να χειριστεί το Κυπριακό «εντός του πλαισίου των σχέσεων μετά της φίλης και συμμάχου δυνάμεως, άμα ως θεώρηση ότι επέστη η στιγμή της ευτυχούς αυτού διευθετήσεως».
    Τα ίδια περίπου δηλώνει ο πρωθυπουργός σε λίγες μέρες στο Παρίσι, στην αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ (Παπαϊωάννου και δήμαρχος Αμμοχώστου, Αδάμαντος), που ξεκίνησαν για παράλ­ληλη περιοδεία στις πρωτεύουσες, αλλά δεν τους δόθηκε θεώρη­ση των διαβατηρίων από το ελληνικό προξενείο για να έλθουν στην Ελλάδα. Ο Πλαστήρας τους σύστησε να αποφύγουν κάθε ανακίνηση του θέματος στον ΟΗΕ, γιατί θα φέρουν σε δύσκολη θέση την Ελλάδα. Και, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, είπε καθαρά στην κυπριακή πρεσβεία ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κρίνει την στιγμή κατάλληλη για να αναλάβει πρωτοβουλία προς λύση του Κυπριακού.
Στην Αθήνα έχει φτάσει για να ενισχύσει τις ενέργειες της κυ­πριακής πρεσβείας και ο δήμαρχος της Λευκωσίας και αρχηγός του Εθνικού Κόμματος Θ.Δέρβης. Μαζί με τους Κυπρίους και πολλοί βουλευτές όλων των παρατάξεων πιέζουν την κυβέρνηση να δεχτεί επίσημα την κυπριακή πρεσβεία και να της επιτρέψει να παραδώσει, σε τελετή στη Βουλή, τους τόμους του δημοψηφίσματος. Ζητούν επίσης να επαναλάβει η ελληνική Εθνική Αντι­προσωπεία το ψήφισμα του 1947 υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση αρνείται. Ο αντιπρόεδρος Παπαν­δρέου λέει πιο απροκάλυπτα στον δήμαρχο Δέρβη:

«Η Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν, και δι'αυτό δεν ημπορεί λόγω του Κυπριακού να διακινδυνεύση να πάθη ασφυξίαν». Τη στιχομυθία αποκάλυψε ο Καραμανλής το 1956 στη Βουλή. Ο Παπανδρέου δεν δέχτηκε τη διατύπωση, παραδέχτηκε όμως ότι η ουσία των όσων είπε ήταν αυτή. Και πρόσθεσε: «...ήτο ολίγους μήνας έπειτα από τον τερματισμόν του συμμοριακού αγώνος και υπό τας συνθήκας εκείνας το ελληνικόν κράτος ήτο εντελώς απαράσκευον να εισέλθη εις μίαν περιπέτειαν. Έπρεπε να παρέλθη χρόνος ο οποίος να επιτρέψη περισυλλογήν εις το κράτος προς ανάπτυξιν περαιτέρω αγώνων». (Πρακτικά Βουλής, 25 Απρι­λίου 1956.)

    Στο μεταξύ, η κατάσταση στην Κύπρο οξύνεται. Ο δήμαρχος της Λεμεσού, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου και τέσσε­ρις δημοτικοί σύμβουλοι συλλαμβάνονται, στις 5 Ιουνίου, γιατί αρνούνται να αναρτήσουν στους δρόμους πινακίδες με το όνομα του τέως Άγγλου διοικητή Πάλμε και άλλων. Παύονται εφτά Κύπριοι, δάσκαλοι, γιατί έστειλαν υπόμνημα στο Υπουργείο Παι­δείας υπέρ της Ενώσεως και γιατί χρησιμοποιούσαν στο σχολείο χάρτες της Ελλάδας, όπου περιλάβαινε και την Κύπρο. Ξεσπούν απεργίες μαθητών και διαδηλώσεις στις κυπριακές πόλεις υπέρ της Ενώσεως. Η κυπριακή Αριστερά προσπαθεί να πάρει στα χέ­ρια της τη σημαία της Ενώσεως. Η ελεγχόμενη από το ΑΚΕΛ Παγκύπρια Ομοσπονδία Εργασίας (ΠΕΟ) κηρύσσει 24ωρη γενική απεργία. Το Κ.Κ. Αγγλίας κηρύσσεται υπέρ της Ενώσεως. Αλλά η αγγλική Εργατική κυβέρνηση είναι άκαμπτη. Ο Βρετανός υπουρ­γός των Αποικιακών Υποθέσεων, Ντακντέιλ, δηλώνει, στις 21 Ιου­νίου, στη Βουλή των Κοινοτήτων, ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν δέχεται να συζητήσει καμιά μεταβολή στην κυριαρχία της Κύ­πρου. Και ο υπουργός των Εξωτερικών της Τουρκίας δήλωσε προς την κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος:

«Δεν αναγνωρίζομεν την ύπαρξιν ζητήματος Κύπρου. Πρό­κειται περί προκλήσεως των κομμουνιστών, προς τους οποίους η ελληνική κυβέρνησις αντιτίθεται».

    Η κυπριακή πρεσβεία παραμένει στην Ελλάδα περισσότερο από δύο μήνες και, ενισχυόμενη και από Έλληνες βουλευτές και άλλους παράγοντες, αγωνίζεται να πείσει την ελληνική κυβέρνη­ση να παραλάβει τους τόμους του δημοψηφίσματος και να ανα­λάβει πρωτοβουλία στο Κυπριακό. Τελικά, σε συνεννόηση και με την αντιπολίτευση, η κυβέρνηση βρίσκει μια μέση λύση: Τους τό­μους τούς παραλαβαίνει, σε επίσημη τελετή, ο πρόεδρος της Βου­λής Δ.Γόντικας, ο οποίος, απαντώντας στον μητροπολίτη Κυρή­νειας, εκφράζει την πεποίθηση ότι:

«...θα επιστεί η στιγμή καθ'ην η Μ. Βρετανία, η οποία δις επολέμησεν ηρωικώς διά τας αρχάς της ελευθερίας και της αυτοδιαθέσεως των λαών με την Ελλάδα παρά το πλευρόν της, ως πιστή φίλη και σύμμαχο, θα αποφασίση να εκπληρώση το όνειρον των Ελλήνων».

    Την άλλη μέρα, διαβάζονται στη Βουλή η προσφώνηση του Κυ­πριανού και η απάντηση του Δ.Γόντικα, και εγκρίνεται πρόταση να χειριστεί το θέμα «της γνωστοποιήσεως των πόθων του ελληνικού λαού» ο πρόεδρος του Σώματος. Μιλούν οι εκπρόσωποι των κομμάτων. Ο Τσαλδάρης ζητά να αναλάβουν και άλλες πρω­τοβουλίες οι βουλευτές. Ο Σβώλος καλεί την κυβέρνηση να ανα­λάβει θαρραλέα διαχείριση του Κυπριακού, «με την πεποίθησιν ότι υπερασπίζεται μίαν από τα δικαιοτέρας υποθέσεις του ελλη­νικού έθνους». Ο Πλαστήρας απαντά ότι «η κυβέρνησις χειρίζε­ται η ιδία την εξωτερικήν πολιτικήν και δεν είναι δυνατόν να γί­νεται συζήτησις δημοσία». Η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει να γίνει συλλαλητήριο, που ζητούσαν οι οργανώσεις, σε ανοιχτό χώρο. Τε­λικά, επέτρεψε να πραγματοποιηθεί στο Στάδιο. Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου, μέσα στη λάβα της καρδιάς του καλοκαιριού, το Στάδιο κατακλύζεται από χιλιάδες Αθηναίους και Πειραιώτες που υποδέχονται με θερμές εκδηλώσεις την κυπριακή πρεσβεία. Μι­λά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων και εγκρίνεται ψήφισμα για την απελευθέρωση της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου. Στη συγκέντρωση επισημάνθηκε και η παρουσία οργανωμένων ομάδων της Αριστεράς, που έριχναν αντιαγγλικά συνθήματα και ζη­τούσαν ενότητα Εθναρχίας και ΑΚΕΛ. Η αστυνομία έκανε μερι­κές συλλήψεις.
    Συγκεντρώσεις για την απελευθέρωση της Κύπρου έγιναν και σε Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα και σε άλλες πόλεις. Η κυπριακή πρε­σβεία έφυγε από την Ελλάδα, αφού έγινε δεχτή και από τον βα­σιλιά Παύλο, ικανοποιημένη για την ομόθυμη λαϊκή συμπαρά­σταση, αλλά απογοητευμένη από την κυβερνητική στάση.
    Στο μεταξύ, στη Λευκωσία, στις 28 Ιουνίου πέθανε ο Αρχιε­πίσκοπος Μακάριος Β', σε ηλικία 81 χρόνων. Μετά τα γεγονότα του 1931, είχε εξοριστεί από την αγγλική διοίκηση και ήλθε στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε ως το 1946, που του επέτρεψαν να επι­στρέψει στην Κύπρο. Αρχιεπίσκοπος είχε εκλεγεί το 1947. Στην κηδεία του (ήταν μεγαλοπρεπής και την παρακολούθησε και ο Άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου) τον επικήδειο εξεφώνησε ο Μη­τροπολίτης Κιτίου, που όλοι τον θεωρούσαν τον πιθανότερο διά­δοχο του. Ο Κιτίου Μακάριος δεν παρέλειψε να κλείσει τον επι­κήδειο με την υπόσχεση ότι «οι διάδοχοι του Αρχιεπισκόπου θα συνεχίσουν τον αγώνα του υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα».






Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Οι «ενοχλητικοί» τόμοι

Αλλά και στα εξωτερικά θέματα αντιμετωπίζει δυσκολίες η κυ­βέρνηση Πλαστήρα. Και πρώτα απ'όλα στο Κυπριακό, καθώς ανεβαίνει ο αγώνας των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση και αρ­χίζει να γίνεται σοβαρός πονοκέφαλος όχι μόνο για το Λονδίνο αλλά και για την Αθήνα. Πριν ακόμα να φτάσει η κυπριακή αντι­προσωπεία, που φέρνει τους τόμους με τις υπογραφές του δημοψηφίσματος για την Ένωση, η κυβέρνηση βρίσκεται «μεταξύ δύο πυρών»: από τη μία πλευρά, οι Άγγλοι πιέζουν τον Πλαστή­ρα να μην ενθαρρύνει τους Κυπρίους στον αγώνα τους. (Ο πρε­σβευτής Νόρτον έκανε σχετικό διάβημα στον πρωθυπουργό, στις 12 Μαΐου, όπως αποκάλυψε η κυπριακή εφημερίδα Ελευθερία.) Από την άλλη, οι Κύπριοι και οι οργανώσεις στην Ελλάδα αξιώ­νουν να υπάρξει πλήρης συμπαράσταση της κυβερνήσεως. Συ­γκροτείται ειδική επιτροπή για να οργανώσει την υποδοχή της κυ­πριακής πρεσβείας. Η επιτροπή καλεί όλους τους κατοίκους της περιοχής πρωτευούσης να υποδεχτούν τους εκπροσώπους του κυπριακού λαού.
    Στις 20 Μαΐου, η Αθήνα και ο Πειραιάς έχουν σημαιοστολιστεί. Χιλιάδες λαού ξεσπούν στην κραυγή «Ένωση», καθώς το πλοίο «Ιωνία», που φέρνει την κυπριακή αντιπροσωπεία, φτάνει στο λι­μάνι του Πειραιά: είναι ο μητροπολίτης Κυρήνειας Κυπριανού, ο παλαίμαχος Κύπριος αγωνιστής Νικόλαος Λανίτης, ο Ζήνων Ρωσσίδης. Σ' αυτούς θα προστεθεί και ο δικηγόρος Σάββας Λοϊζίδης. Τους υποδέχονται στην αποβάθρα και τους χαιρετούν ο Πα­ναγιώτης Κανελλόπουλος, ο μητροπολίτης Αργυροκάστρου, ο πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς: Κανένας κυβερνητικός εκ­πρόσωπος. Σχηματίζεται πομπή που κατευθύνεται προς την Αθή­να, από την οδό Πειραιώς. Άλλα πλήθη λαού τους υποδέχονται στην Ομόνοια. Μαζί και οι διοικήσεις των εργατικών και επαγ­γελματικών οργανώσεων με τα λάβαρα τους. Εκφωνούνται και εκεί σύντομοι λόγοι και η πρεσβεία κατευθύνεται προς τον Μη­τροπολιτικό Ναό. Όλοι οι κεντρικοί δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο που τους ζητωκραυγάζει. Στη Μητρόπολη τους υποδέχε­ται ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων, που χοροστατεί σε δέ­ηση υπέρ της Ενώσεως. Νέα πλήθη κόσμου επευφημούν την πρε­σβεία, όταν καταθέτει στέφανο στον Άγνωστο. Το Κυπριακό έχει πια ηλεκτρίσει τις ψυχές των Ελλήνων και είναι δύσκολο για οποι­αδήποτε κυβέρνηση να το αγνοήσει.
    Προς το παρόν πάντως, η κυβέρνηση Πλαστήρα προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία ανάμεσα στα εθνικά αισθήματα και στην αγ­γλοελληνική φιλία και συμμαχία. Στις 22 Μαΐου, οι Τάιμς του Λον­δίνου γράφουν:

«Η ελληνική κυβέρνησις ετήρησε άψογον στάσιν επί του Κυπριακού (...). Εις την προκειμένην περίπτωσιν, ο πρω­θυπουργός κ. Πλαστήρας δεν έχει άλλη εκλογήν παρά να δεχθή την πρεσβείαν, εάν αυτή τον επισκεφθή, διότι άλλως θα κατηγορείτο ο ίδιος υπό των κομμουνιστών δι' έλλειψιν πατριωτισμού. Η ζωηρά όμως επιθυμία του είναι να μη θίξη τους Άγγλους».



Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

   
    Είναι γεγονός επίσης τα συμπτώματα σήψεως στον κρατικό μηχανισμό που επισημαίνουν Έλληνες και ξένοι παρατηρητές. Στις 11 Μαΐου, ο Γεώργιος Παπανδρέου ανακοινώνει ότι ανακριτικές επιτροπές από δικαστικούς θα εγκατασταθούν σε όλα τα υπουρ­γεία για να εξετάσουν τις ατασθαλίες της τετραετίας και ότι θα απομακρυνθούν όλοι οι υπάλληλοι για τους οποίους γίνεται ανά­κριση. Στα μέσα Μαΐου, παραπέμπονται δύο άτομα με βούλευ­μα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για το σκάνδαλο των καυ­σίμων. Το ίδιο βούλευμα αποδίδει ευθύνες στον πρώην υπουργό Μεταφορών Χατζηπάνου. Το θέμα των ευθυνών του Χατζηπάνου συζητείται στη Βουλή ανάμεσα σε επεισόδια και αντεγκλή­σεις. Τελικά, η Βουλή ψηφίζει την παραπομπή του Χατζηπάνου σε ειδικό δικαστήριο ευθύνης υπουργών. Στις 6 Ιουνίου, αρχίζει στο Πενταμελές Εφετείο η δίκη ενός υποπλοιάρχου του Λιμενι­κού Σώματος, ενός αντιπλοιάρχου και ενός ακόμη προσώπου, που κατηγορούνται ότι ιδιοποιήθηκαν πέντε δισεκατομμύρια της Συντονιστικής Επιτροπής Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών Ελλάδος. Ο πρώτος καταδικάζεται σε 20 χρόνια ειρκτή, ο τρίτος σε 10 χρό­νια, ερήμην και ο δεύτερος απαλλάσσεται «λόγω αμφιβολιών».
    Εξάλλου, εκείνη την περίοδο είναι συχνές οι καταδίκες «ευυπολήπτων» προσώπων για λαθρεμπόριο συναλλάγματος. Η ατμό­σφαιρα είναι τέτοια, που ο Πλαστήρας, για να δώσει το παράδειγμα, φεύγοντας αεροπορικώς για το Παρίσι, την 1η Ιουνίου, αξιώνει από τους τελωνειακούς να ψάξουν τις βαλίτσες τις δικές του και της συνοδείας του. (Η γυνή του Καίσαρος δεν αρκεί να είναι τιμία...).

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Χειρ Παπανδρέου»

Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεως, που διαβάζει ο Πλαστήρας στη Βουλή, στις 24 Απριλίου, αποτελούν ένα συγκε­ρασμό απόψεων των διαφόρων κομμάτων του συνασπισμού του Κέντρου, με κυριαρχία όμως, τουλάχιστον στο ιδεολογικό χρώ­μα, της γραμμής και της γραφίδας Παπανδρέου. Στην αρχή, ο Πλαστήρας απευθύνει «χαιρετισμόν ευγνωμοσύνης προς τα γεν­ναία τέκνα του ελληνικού λαού, τα οποία, υπό την έμπνευσιν του βασιλέως και την αξίαν των ηγεσίαν, με τον ηρωισμόν και την αυτοθυσίαν των, εδόξασαν την Πατρίδα και έσωσαν την εθνικήν ανεξαρτησίαν και τας δημοκρατικάς μας ελευθερίας», αναφέρεται στις θυσίες του αγροτικού κόσμου, «ο οποίος υπέστη την κόλασιν του συμμοριτισμού» και εξέφρασε «την θερμήν ευγνωμοσύνην του έθνους» για την «ηθικήν συμπαράστασιν και την υλικήν βοήθειαν των μεγάλων συμμάχων μας».
    Στην εξωτερική πολιτική, τονίζει την προσήλωση της Ελλάδος στις δυτικές Δημοκρατίες και στον ΟΗΕ και στην επιθυμία της για καλές σχέσεις με όλες τις χώρες, και ιδίως με τις γειτονικές. «Θεωρούμεν υπέρτατον χρέος μας – προσθέτει - την ακάματον σταυροφορίαν διά την επάνοδον των 28.000 Ελληνοπαίδων».
    Σχετικά με την εσωτερική πολιτική, υπογραμμίζει ότι δεν θα χαλαρωθούν τα μέτρα ασφαλείας και δημοσίας τάξεως, γιατί «ξενοκίνητος υπήρξεν ο συμμοριτισμός και έντασις, δυστυχώς, υφίσταται εις τας διεθνείς σχέσεις», υπόσχεται όμως ισοπολι­τεία, αναθεώρηση των δικών της περιόδου 1946-49, απόδοση δι­καιοσύνης, «αμνήστευσιν των μεταμελημένων», και συνεχίζει:

«Αλλ'όσον είμεθα πρόθυμοι εις τηv ευρείαν εφαρμογήν μέτρων επιεικείας υπέρ των θυμάτων, τόσον αρνούμεθα την αμνηστίαν, η οποία θα περιελάμβανε τα ηγετικά, εγκληματικά και αμετανόητα στελέχη του συμμοριτισμού, τα οποία μάλιστα, ακόμη και μετά την στρατιωτικήν συντριβήν των, ουδέποτε ωμολόγησαν την ήτταν των, αλλά διεκήρυξαν επισήμους ότι δεν διακόπτουν οριστικώς, αλλ'απλώς αναβάλλουν τον ένοπλον αγώνα εναντίον της ελ­ληνικής πατρίδος, και έδωκαν και εντολάς εις τα διεσπαρμένα λείψανά των όπως συνεχίσουν την υπονόμευσιν του έθνους (...). Τόσον εις το εσωτερικόν όσον και εις το εξωτερικόν της χώρας ηκούσθησαν κατηγορίαι διά βιαιοπραγίας αι οποίαι έλαβον ενδεχομένως χώραν ενα­ντίον κρατουμένων. Η κυβέρνησις διέταξε σχετικώς αυστηράς ανακρίσεις. Παρέχομεν την βεβαίωσιν ότι δεν πρό­κειται να επιτραπή εναντίον οιωνδήποτε κρατουμένων η χρήσις βίας. Εις τα ελεύθερα καθεστώτα υπάρχει όχι η βία, αλλά ο Νόμος».

    Η κυβέρνηση υπόσχεται επίσης ηθικό καθαρμό, αποκάλυψη των σκανδάλων, προτεραιότητα στην Παιδεία, Κράτος Δικαίου, αυτοδιοίκηση, αποκέντρωση, δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, φορολογική δικαιοσύνη, αύξηση του εθνικού εισοδήματος και δικαία κατανομή του, περιορισμό του ελλείμματος του προϋ­πολογισμού, αυστηρές οικονομίες, βελτίωση του ισοζυγίου εξω­τερικών πληρωμών με αύξηση των εξαγωγών, προώθηση της εκβιομηχανίσεως, κατάργηση της γραφειοκρατίας, κοινωνικές ασφαλίσεις για τους αγρότες, στεγαστικά προγράμματα για τον πληθυσμό της υπαίθρου, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους αξιωματικούς κ.λπ.
    Μεγάλη συζήτηση και αντεγκλήσεις για την εξωτερική πολι­τική της χώρας προκαλεί η αγόρευση στη Βουλή του Γιάννη Σοφιανόπουλου, ο οποίος μίλησε ως αρχηγός κόμματος, δεδομέ­νου ότι εκπροσωπούσε δέκα βουλευτές (τους έξι των Αριστερών Φιλελευθέρων, τον ανεξάρτητο Δίον.Χριστάκο κ.λ.π. Οι υπό­λοιποι οχτώ της Δημοκρατικής Παρατάξεως είχαν δηλώσει ότι ανήκουν στο ΣΚΕΛΔ). Ο Σοφιανόπουλος, σε διάλογο με τον Βε­νιζέλο, τον Τουρκοβασίλη και τον Ρέντη ζητά να συμφιλιωθεί η Ελλάδα με τη Σοβιετική Ένωση:
«.. .διότι αργά ή γρήγορα οι δύο κόσμοι θα οδηγηθούν εις συνεννόησιν και η Ελλάς θα ευρεθεί τότε εις δύσκολον θέσιν».

    Ο Σοφιανόπουλος χαρακτηρίζει πρόοδο την κυβέρνηση Πλα­στήρα, αλλά ζητά να χορηγήσει Γενική Αμνηστία.
    Πιο επικριτικός για την κυβέρνηση είναι ο πρόεδρος του ΣΚΕΛΔ Αλέξανδρος Σβώλος, που λέει ότι το Κράτος του Δικαίου δεν συμ­βιβάζεται με τα έκτακτα μέτρα και το στρατόπεδο της Μακρονήσου, ενώ ο Ηλίας Τσιριμώκος καταθέτει πρόταση νόμου για την κατάργηση του ΟAM.
    Η κυβέρνηση τελικά παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής με σημαντική διαφορά από την αντιπολίτευση (140 υπέρ, 99 κα­τά). Εναντίον της κυβερνήσεως ψηφίζει το Λαϊκό Κόμμα, το ΠΑΠ των τεταρτυαυγουστιανών και η Αριστερά, ενώ υπέρ, εκτός από τα τρία κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, ψηφίζουν το κόμμα του Ζέρβα, η Αγροτική Ομάδα, ο μοναδικός εκπρόσωπος του Νέου Κόμματος στη Βουλή, Ανδρέας Στράτος, και μερικοί ανεξάρτητοι. Η κυβέρνηση βγαίνει ισχυρή από τη συζήτηση, που έχει κρατηθεί σε υψηλό επίπεδο, και από την ψηφοφορία. Αλλά η αδυναμία της, ο «κρυφός εχθρός», που θα την διαλύσει, βρισκόταν στους κόλπους της.
    Λίγο πριν από την ψηφοφορία, ο Πλαστήρας αναγγέλλει στη Βουλή την απόφαση του Βελιγραδίου και των Αθηνών ν' ανταλ­λάξουν πρεσβευτές, αποκαθιστώντας έτσι τις διπλωματικές σχέ­σεις τους στο παλιό επίπεδο. Ένας από τους σκοπούς για τους οποίους οι Σύμμαχοι ήθελαν πρωθυπουργό τον Πλαστήρα αρχί­ζει να εκπληρώνεται.
    Το εθνικό εισόδημα, μερικούς μήνες μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, έχει ξεπεράσει το προπολεμικό. Αλλά και στο σημείο αυτό οι αριθμοί δεν μπορούν να αποδώσουν την πραγματικότητα. Οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων, τα εισοδήματα των φτωχών αγροτών είναι κάτω από τα προπολεμικά. Και η κατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων και συνταξιούχων είναι άθλια. Στις αρχές Μαΐου, ξεσπά σε ολόκληρη τη χώρα μεγάλη απεργία των μαθητών των Γυμνασίων, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισφορά που τους έχει επιβληθεί (220.000 δραχμές της εποχής εκείνης) για να πληρωθούν τα έκτακτα επιδόματα των καθηγητών. Σε λίγες μέρες κατεβαίνουν σε απεργία και οι φοιτητές, διαμαρτυρόμενοι για την αύξηση των διδάκτρων. Στη συγκέντρωση που οργανώνουν στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι φοιτητές φώναζαν: «Να σπουδάσουν κι οι φτωχοί».
    Αλλά την κυβέρνηση την συνταράζει η απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, που κηρύσσεται στις 20 Μαΐου, με αίτημα τη μισθο­λογική αναπροσαρμογή. Οι Αμερικανοί, υποστηρίζοντας ότι πρέ­πει με όλα τα μέσα να ανακοπεί ο πληθωρισμός, απαγορεύουν στην κυβέρνηση να κάνει αυξήσεις και αποδίδουν τις απεργίες σε υποκίνηση της δεξιάς και της αριστεράς αντιπολιτεύσεως, που θέλουν να ανατρέψουν τον Πλαστήρα. Το πιθανότερο είναι ότι υπάρχει και υποκίνηση. (Εκείνη την εποχή σημειώνονται και αρ­κετές απεργίες εργατών, και το ΚΚΕ διακηρύσσει ότι είναι επι­κεφαλής αυτών των αγώνων. Σαράντα χρόνια... σ. 591-604. Οι διακηρύξεις αυτές, όπως συνήθως, έχουν αρκετή δόση υπερβο­λής, δεδομένου ότι οι οργανώσεις της Αριστεράς ήταν γενικά αδύ­νατες ή ανύπαρκτες εκείνη την εποχή.) Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Δεξιά κινείται κυρίως ανάμεσα στους δημοσίους υπαλλή­λους. Αλλά καμιά υποκίνηση δεν μπορούσε να έχει σοβαρά αποτελέσματα αν δεν υπήρχαν ζωτικά αιτήματα και αγανάκτηση του λαού για τη δική του δυστυχία και για τη συγκέντρωση πλούτου σε λίγα χέρια. Ο απεσταλμένος της Κρίστιαν Σάιανς Μόνιτορ Τζότζεφ Χάρισον γράφει, στις αρχές Απριλίου:
«Το πρώτον μέτρον που πρέπει να ληφθή είναι να ευρε­θούν μέσα όπως καμφθή ο αληθώς αρπακτικός εγωισμός των ανθρώπων των Αθηνών (...). Ούτοι αποτελούνται από 5.000 περίπου πολιτικούς, βιομηχάνους και εισαγωγείς οι οποίοι κυβερνούν την χώραν και οι οποίοι εκ συστήματος και με αναισθησίαν απομυζούν τον πλούτον της χώρας, εί­τε ούτος παράγεται εντός αυτής είτε στέλλεται από τας ΗΠΑ. Αυτοί είναι οι άνθρωποι οι οποίοι υπενόμευαν την προσπάθειαν της κυβερνήσεως χρησιμοποιούντες εις τα αυτοκίνητά των την βενζίνην την προοριζομένην διά τα τρα­κτέρ που χρειάζονται διά την παραγωγήν τροφίμων εις την Ελλάδα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι οι οποίοι εκραύγαζαν πα­τριωτικά συνθήματα, ενώ ηρνούντο να πληρώσουν φόρους ή να συμμετάσχουν εις τας απώλειας που απαιτούσε η νί­κη, και οι οποίοι είχαν καταθέσει τα χρήματά των εις Τραπέζας της Ν. Υόρκης, της Αιγύπτου και της Ελβετίας. Οι άν­θρωποι αυτοί εσώθησαν από τους κομμουνιστάς χάρις εις την αμερικανικήν βοήθειαν...». (ΤοΒήμα,6 Απριλίου 1950.)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Άλλες τορπίλες

Αλλά ακριβώς αυτή η εγκαρδιότητα των Αμερικανών, των Άγγλων και των Γιουγκοσλάβων απέναντι στην κυβέρνηση Πλαστήρα την κάνει ακόμα πιο ύποπτη στους Σοβιετικούς, στους άλλους Ανα­τολικούς και στο ΚΚΕ. Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας χα­ρακτηρίζει τον Έλληνα πρωθυπουργό «λακέ της Γουώλ Στρητ» και ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «απατεώνα, ψευτοδημοκράτη, φαυλοκράτη, διάδοχο του Τσαλδάρη». Ο Ζαχαριάδης, μαινόμενος κα­τά του Πλαστήρα, γράφει στην απόφαση του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ της 26ης Απριλίου:

«Η κυβέρνηση Πλαστήρα – Παπανδρέου – Βενιζέλου - Τσουδερού αποκαλύφθηκε, από το πρώτο κιόλας βήμα της, σαν τυφλό όργανο της αμερικανοκρατίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θέλουν την Ελλάδα οικονομικά - αγροτικά εξάρτημα τους και αγορά για τα προϊόντα τους, γι'αυτό και αποκρούουν στην πραγματικότητα την εκβιο­μηχάνιση της χώρας. Πολιτικά τη θέλουν αποικία, που θα προσφέρει κρέας για τα κανόνια τους (...). Η κυβέρνηση του "Κέντρου", με όλα τα παρακλάδια, κι αυτά που στέ­κονται έξω από την κυβέρνηση, υποτάχθηκαν σ'αυτή τη θέληση της αμερικανοκρατίας (...). Η κυβέρνηση Πλαστή­ρα και Σία πρωταθλητής και εφαρμοστής στην πολιτική της δουλείας και της προδοσίας». (40 χρόνια..., σ.584-600.)

    Εκτός όμως από την έξαλλη επίθεση του Ζαχαριάδη - ο οποίος δεν προσαρμόζεται ακόμα στην ιδέα ότι το ΚΚΕ, ιδιαίτερα μετά την ήττα του, δεν μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στα πολι­τικά πράγματα της χώρας, τουλάχιστον για ένα μεγάλο διάστη­μα, και οφείλει να διευκολύνει τη δημοκρατική πορεία στο πλαί­σιο της αστικής δημοκρατίας - και από τη μετριοπαθή Αριστερά, ελληνική και ξένη, εκφράζονται αμφιβολίες αν οι διάφοροι ισχυ­ροί παράγοντες θα αφήσουν την ΕΠΕΚ να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Έτσι, η επιθεώρηση Νιου Σταίητσμαν, της Αριστε­ράς του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας γράφει ότι η κυβέρνηση Πλαστήρα «δεν θα παράσχει οιανδήποτε ουσιαστικών ικανοποίησιν εις την μεγάλην εκείνην μερίδα των Ελλήνων εκλογέων οι οποίοι εψήφισαν κατά των συντηρητικών κομμάτων και των προ­σώπων που διεξήγαγαν τον Εμφύλιον Πόλεμον. Η κυβέρνησις του κ.Πλαστήρα είναι καλυτέρα από την κυβέρνησιν του κ.Βε­νιζέλου, αλλά δεν είναι πολύ καλύτερα. Ο κ.Παπανδρέου, ο οποί­ος είναι βαθιά εμπλεγμένος εις την ωμήν και εκδικητικήν πολιτικήν των τελευταίων ετών, κατέχει το Υπουργείο Εσωτερικών, όπερ ελάχιστην καλήν υπόσχεσιν παρέχει εις τους χιλιάδας των πολιτικών κρατουμένων της Μακρονήσου και άλλων στρατοπέ­δων συγκεντρώσεως».
    Αφού υπογραμμίζει ότι ο Παπανδρέου ανέλαβε τον έλεγχο και των ενόπλων δυνάμεων, η αγγλική επιθεώρηση καλεί τον Πλα­στήρα, που «είναι έντιμος και ένθερμος φιλελεύθερος και πα­τριώτης», να «κουνηθή» για να μη γίνει απλώς το «ευϋπόληπτον προκάλυμμα της Ακρας Δεξιάς, με Αυλήν τόσον πολύ φοβισμένην όσον είναι σήμερον έναντι του ελληνικού λαού και με Αμερικανούς βλέποντας κάθε ελληνικήν αντιπολίτευσιν ως κομμουνιστικήν μηχανορραφίαν...». (ΤοΒήμα, 21 Απριλίου 1950.)


Ειρήνευση

Ο Πλαστήρας, με το λαϊκό του αισθητήριο και με τη στενή επαφή που έχει με τους ανθρώπους, αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική του επιτυχία θα κριθεί κυρίως στον τομέα της ειρηνευσεως της χώ­ρας. Εξάλλου, την ίδια αντίληψη είχαν και οι περισσότεροι πα­ράγοντες της ΕΠΕΚ, που η εκλογική τους βάση έχει κυρίως ΕΑΜική προέλευση. Προσωπικά ο Πλαστήρας, ανθρωπιστής, χριστιανός, ασκητικός, ακόμα και προληπτικός, με οδυνηρές εμπειρίες από τις εθνικές περιπέτειες του 1915-35, κατέχεται από την πεποίθη­ση ότι δεν θα πρέπει να χυθεί σταγόνα αίμα όσο θα είναι αυτός πρωθυπουργός.
    Αλλά, σ' αυτόν ακριβώς τον τομέα της ειρηνεύσεως, θα συνα­ντήσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και υπονομεύσεις. Την ίδια μέρα που ανέλαβε την Αρχή, οι στρατιωτικές Αρχές έστειλαν στην Αίγινα εκτελεστικό απόσπασμα για να παραλάβει και να εκτε­λέσει θανατοποινίτες πολιτικούς κρατουμένους. Ταυτόχρονα, υπήρχαν πληροφορίες ότι θα έπαιρναν θανατοποινίτες για εκτέ­λεση και από άλλες φυλακές. Στην Αίγινα και στις Φυλακές Αβέ­ρωφ, οι πολιτικοί κρατούμενοι, με κραυγές από τα παράθυρα, καλούσαν σε βοήθεια και διαμαρτύρονταν. Ο Πλαστήρας ειδο­ποιήθηκε από τους συγγενείς των κρατουμένων και από βουλευ­τές και διέταξε αμέσως την αναστολή των εκτελέσεων.
    Στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο, η κυβέρνηση έχει αποφα­σίσει να αντικαταστήσει αμέσους όλους τους διοικητές των ταγ­μάτων της Μακρονήσου. Την απόφαση αυτή είχε κατ'αρχάς πά­ρει η προηγούμενη κυβέρνηση Βενιζέλου, ύστερα από την έκθεση που υπέβαλαν οι πέντε υπουργοί της που επισκέφτηκαν το νησί και ύστερα από μια επίσκεψη του υφυπουργού «παρά τω πρωθυπουργώ» Εμμανουήλ Κοθρή, στο 401 Νοσοκομείο, όπου είχαν κηρύξει απεργία πείνας εφτά βαριά άρρωστοι από τα βασανι­στήρια της Μακρονήσου πολιτικοί εξόριστοι (ανάμεσα στους οποίους και ο Μίκης Θεοδωράκης). Επίσης, στην πρώτη σύσκε­ψη της αρμόδιας από υπουργούς επιτροπής αποφασίστηκε κατ' αρχάς να απομακρυνθούν από τη Μακρόνησο οι 4.700 πολιτικοί εξόριστοι και να μεταφερθούν σε άλλο νησί. (Η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε τελικά τον Ιούλιο, με τη μεταφορά των πολιτικών εξόριστων στον Άγιο Ευστράτιο.) Εξάλλου, ο υπουργός Δικαιο­σύνης διέταξε να σταματήσει η μεταφορά πολιτικών κρατουμέ­νων από άλλες φυλακές στη Γυάρο, όπου ήδη βρίσκονταν 9.500. Τα μέτρα αυτά, ενώ δεν ικανοποιούσαν ούτε την Αριστερά ού­τε τα στελέχη της ΕΠΕΚ, προκαλούσαν τις έντονες αντιδράσεις της Δεξιάς. Ο δεξιός Τύπος μιλούσε για παράδοση στον κομ­μουνισμό και ο Κανελλόπουλος στις 25 Απριλίου 1950, δήλωνε στη Βουλή ότι η κυβέρνηση δεν εκφράζει το εθνικό συμφέρον και ότι επιδιώκει να κολακεύσει την Αριστερά. Έτσι, από την πρώ­τη στιγμή, ο Πλαστήρας βρίσκεται «μεταξύ δύο πυρών». Πιο επι­κίνδυνη όμως είναι η φωτιά που κρυφοκαίει μέσα στην ίδια την κυβέρνηση.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Πρώτη τορπίλη από τα Δωδεκάνησα

Κανένας δεν έχει πιστέψει ότι πραγματικοί λόγοι υγείας υπο­χρέωναν τον Βενιζέλο να μην πάρει μέρος στην κυβέρνηση. Πραγ­ματικά, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων υποφέρει από στηθάγχη, που, μετά 14 χρόνια, θα τον οδηγήσει στον τάφο. Όλοι όμως ξέ­ρουν ότι, πριν από μερικές μέρες, επέμενε να παραμείνει πρω­θυπουργός και να αντιμετωπίσει από τη θέση αυτή όλες τις δυ­σκολίες και τις αντιδράσεις. Είναι φανερό λοιπόν ότι κάτι άλλο έχει στον νου του ο Βενιζέλος. Πικραμένος από την άρνηση των άλλων αρχηγών να συνεργαστούν με τη δική του κυβέρνηση, προ­τιμά να κρατήσει ελεύθερα τα χέρια του για να διαλύσει, την κα­τάλληλη στιγμή, τον συνασπισμό του Κέντρου, που τον θεωρεί, εξάλλου, βραχύβιο.
    Ήδη, η άρνηση του αρχηγού του μεγαλυτέρου κόμματος του συνασπισμού να αναλάβει τη θέση του στην κυβέρνηση μειώνει το κύρος της και δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας. Αλλά ο Βενιζέλος δεν αργεί να εξαπολύσει την πρώτη επίθεση του: Στις 20 Απριλίου, τα μέλη του Συντονιστικού Συμβουλίου, ενώ συνε­δριάζουν, πληροφορούνται ότι ο αρχηγός των Φιλελευθέρων έχει δηλώσει στη Λέρο ότι δίνει μόνο ενάμιση μηνός ζωή στην κυβέρ­νηση Πλαστήρα. Όπως είναι φυσικό, δημιουργείται αμέσως σά­λος. Οι ΕΠΕΚικοί και οι παπανδρεϊκοί ζητούν από τον εκπρόσω­πο των Φιλελευθέρων, Κωστόπουλο, να επικοινωνήσει αμέσως με τον αρχηγό του και να μάθει τι έχει ακριβώς πει. Ο Κωστόπουλος πραγματικά σπεύδει να τηλεφωνήσει στον Βενιζέλο και εκείνος τον... καθησυχάζει: Δεν συνέβη τίποτε, οι δημοσιογράφοι παρεξήγησαν ένα αστείο του. Φυσικά, το «αστείο» του Βενιζέ­λου έχει γίνει το κύριο θέμα των δεξιών εφημερίδων, που ζητούν ευκαιρία για να κλονίσουν το κύρος της κυβερνήσεως. Την άλλη μέρα, επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Βενιζέλος επισκέπτεται τον Πλαστήρα για να του δώσει εξηγήσεις: Ήταν πραγματικά ένα αστείο που έκανε με τον Τουρκοβασίλη. Το «ατύχημα» ήταν ότι τα «αστεία» τα έλεγαν μπροστά στους δημοσιογράφους. Εκεί­νοι. .. τα πήραν στα σοβαρά και τα τηλεγράφησαν στις εφημερί­δες τους...


Ευφορία

Προς το παρόν πάντως φαίνεται ότι η κυβέρνηση στέκεται καλά. Στις 17 Απριλίου είχαν αρχίσει οι εργασίες της Βουλής, όπου ο βα­σιλιάς εκφωνεί τον λόγο του Θρόνου, ανταλλάσσοντας θερμές χειραψίες με τον πρωθυπουργό. Η γραφική, λαϊκή φυσιογνωμία του Μαύρου Καβαλάρη, με τα άσπρα μουστάκια και το τίμιο βλέμ­μα, δημιουργούν ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης. Εκατοντάδες συνωστίζονται στην είσοδο της Βουλής για να εξασφαλίσουν μια θέ­ση στα θεωρεία και να παρακολουθήσουν τις εργασίες του ανανεωμένου Κοινοβουλίου. Και ο Βενιζέλος είναι εκεί, στις πρώτες γραμμές των βουλευτών της συμπολιτεύσεως, αλλά αποφεύ­γει να λάβει τον λόγο.
    Ένας τίμιος λοιπόν πρωθυπουργός, που έχει συμφιλιωθεί με τον βασιλιά και που έχει την υποστήριξη των Συμμάχων. Γιατί δεν θα τηρήσει τον λόγο του για κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνευση, αμνη­στία, πάταξη των κερδοσκόπων; - σκέφτονται χιλιάδες πικραμέ­νοι σε ολόκληρη τη χώρα. Για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι Σύμμαχοι είναι στο πλευρό του, ο ένας μετά τον άλλο σπεύδουν να εκφράσουν την ικανοποίησή τους που σχηματίστηκε η νέα κυ­βέρνηση. Πρώτο το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τον εκπρόσωπο του Μακ Ντέρμοτ. και το Φόρεϊν Όφις αμέσως κατόπιν:

«Μολονότι Μ. Βρετανία - δηλώνει ο εκπρόσωπος του αγ­γλικού Υπουργείου Εξωτερικών - απέσχεν επιμόνως από οιονδήποτε σχόλιον επί της μορφής της μετεκλογικής κυ­βερνήσεως, αποτελεί κοινόν μυστικόν ότι η βρετανική κυβέρνησις πιστεύει ότι η κυβέρνησις συνασπισμού των κομ­μάτων του Κέντρου απηχεί περισσότερον πιστώς τας επιθυμίας του ελληνικού λαού. Αποτελεί επίσης κοινήν άποψιν ότι η ευρυτέρα αυτή κυβέρνησις θα είναι επαρκώς ενισχυμένη κατά τας παρούσας επαφάς με το Βελιγράδι επί ζητημάτων ως είναι το άνοιγμα της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Γευγελής», (Εφημερίδες, 18 Απρι­λίου 1950.)

    Παρόλο ότι από την ελληνική πλευρά είχε τεθεί ως όρος για τη βελτίωση των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία η επιστροφή των παι­διών που έχουν μεταφερθεί εκεί από τον Δημοκρατικό Στρατό, οι Γιουγκοσλάβοι επίσημοι, βέβαιοι ότι θα υπάρξει συνεννόηση, δεν υστερούσαν σε εκδηλώσεις ικανοποιήσεως για τη νέα κυβέρνηση. Στις 20 Απριλίου, ο επιτετραμμένος της Γιουγκοσλαβίας, Σέχοβιτς. επισκέπτεται τον Πλαστήρα και, μαζί με τα συγχαρητήρια της κυβερνήσεως του, του διαβιβάζει και μήνυμα του Τίτο: Η γιου­γκοσλαβική κυβέρνηση είναι έτοιμη να στείλει πρεσβευτή στην Αθήνα - τονίζει ο Πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας - αν και η ελληνι­κή στείλει στο Βελιγράδι.
    Πιο ενθουσιασμένος απ' όλους για τη νέα κυβέρνηση φαίνε­ται ο Γκραίηντυ, που τόσο είχε κοπιάσει για να της ανοίξει τον δρόμο. Δεν περιορίζεται στην καθιερωμένη επίσκεψη στον νέο πρωθυπουργό. Σε αποκλειστική του συνέντευξη στο Βήμα, στις 22 Απριλίου, δηλώνει:

«Μου έκαμεν εντύπωσιν η ενεργητικότης του πρωθυ­πουργού και των συνεργατών του, η εκ μέρους των κατανόησις των ελληνικών προβλημάτων και η απόφασίς των να προχωρήσουν εις το έργον της ανασυγκροτήσεως. Ιδιαιτέραν εντύπωσιν μου επροξένησεν η εκ μέρους των Ελλή­νων επισήμων κατανόησις του πνεύματος και των αρχών επί των οποίων βασίζεται η αμερικανική πολιτική βοηθείας, ως και η ισχυρά απόφασίς των να λάβουν τα αναγκαία μέ­τρα διά να καταστήσουν αποδοτικήν την βοήθειαν».

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Κυβέρνηση Πλαστήρα

Αλλά η τύχη της κυβερνήσεως Βενιζέλου έχει ήδη κριθεί. Στις 11 Απριλίου, ο διαχειριστής της Διοικήσεως Οικονομικής Συ­νεργασίας, δηλαδή του Σχεδίου Μάρσαλ, Πολ Χόφμαν, αναγ­γέλλει ότι εγκρίθηκε το πρόγραμμα εξηλεκτρισμού της Ελλάδος, με ύψος δαπάνης 79.060.000 δολάρια. Προσθέτει όμως ότι το πρόγραμμα θα αρχίσει να εφαρμόζεται μόνο όταν η κυβέρ­νηση εξασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει κίνδυνος πληθωρισμού, πραγματοποιήσει οικονομικό σχέδιο και προχωρήσει σε διοι­κητικές μεταρρυθμίσεις για την αποτελεσματική χρησιμοποίη­ση της αμερικανικής βοήθειας. Ένα από τα μέτρα που αξίωναν οι Αμερικανοί είναι η καθήλωση των μισθών και ημερομισθίων τουλάχιστον για ένα τρίμηνο.
    Ο Βενιζέλος πείθεται οριστικά ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία, όταν παίρνει ένα τηλεγράφημα του Δένδρα - μή από την Ουάσιγκτον:         Ο Έλληνας πρεσβευτής του μετέδωσε άρθρο αμερικανικής εφημερίδας, που τόνιζε ότι είναι τυφλός όποιος παραγνωρίζει το αίτημα της επιστολής Γκραίηντυ να σχηματιστεί ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση του Κέντρου. Έτσι, ενώ ως τις 11 Απριλίου ο Βενιζέλος, στις δηλώσεις του, επέμενε ότι η κυβέρνη­ση του θα εμφανιζόταν στη Βουλή, όπου και θα κρινόταν το πρό­γραμμα της, το βράδυ της 12ης, ύστερα από συνομιλία του με τον βασιλιά, σπεύδει να συναντηθεί και πάλι στο σπίτι του Τζον Γκλαβάνη με τον Πλαστήρα, στον οποίο και ανακοινώνει την πρόθεση του να παραιτηθεί για να δώσει τη θέση του στον αρχηγό της ΕΠΕΚ. Ακολουθούν και άλλες συναντήσεις των δύο και συνεννοήσεις με τους Παπανδρέου και Τσουδερό, και στις 14 Απριλίου ο αρχηγός της ΕΠΕΚ ανεβαίνει στα Ανάκτορα και παίρνει την εντολή από τον βασιλιά. Ο Παύλος, παίρνοντας πίσω όσα είχε πει, δέχεται εγκάρδια τον αρχηγό της «Επαναστάσεως του 1922», τον «εχθρό της οικογενείας του», τον «Μαύρο Καβαλάρη» του αντιβασιλισμού. Έχει μεσολαβήσει και μια συνάντηση του Αρ.Μεταξά με τον I.Μοάτσο, στην οποία έχουν ρυθμιστεί τα σχετικά με την «ακρόαση». Είχε για άλλη μια φορά αποδειχτεί ότι το «ποτέ» δεν έχει πέραση στην πολιτική.
    Την «πικρία» του για την επέμβαση των Αμερικανών, που ανέ­τρεψε το ανακτορικό σχέδιο, την εξέφρασε ο βασιλιάς σε συνέντευξή του στην αμερικανική επιθεώρηση Νιους εντ Γουόρλντ Ρηπόρτ, υπογραμμίζοντας ότι ο Γκραίηντυ έπρεπε την επιστολή του να την απευθύνει μόνο στον πρωθυπουργό και να μην τη δώσει στη δημοσιότητα, και ότι ο πρεσβευτής των ΗΠΑ ξέχασε ν'ανα­φερθεί και στο «αίμα και τα δάκρυα» που έχυσε ο ελληνικός λαός όλ' αυτά τα χρόνια.
    Το Κόμμα των Φιλελευθέρων, σε ανακοίνωση που εξέδωσε για τις εξελίξεις, ανέφερε ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να παραι­τηθεί, «λαμβάνουσα υπόψη»:
«1) Την έκδηλον προτίμησιν του συμμαχικού παράγοντος δι'άλλο κυβερνητικόν σχήμα με ευρυτέραν κοινοβουλευτικήν βάσιν. 2) Την υπό του ιδίου παράγοντος πρόσφατον υποβολήν εις την κυβέρνησιν προς άμεσον επίλυσιν σειράς δυσχερεστάτων ζητημάτων, τινά των οποίων από ετών εκ­κρεμούν, και την προβαλλομένην σκοπιμότητα της αναλή­ψεως τοιαύτης εκτάσεως προσπαθείας υπό ευρυτέρας κυ­βερνήσεως. 3) Την διάθεσιν συμπράξεως εις την κυβέρνησιν ενότητος από την οποία διαπνέεται η χθεσινή δήλωσις του στρατηγού Πλαστήρα. 4) Την υπό της συνελεύσεως των με­λών του Κόμματος των Φιλελευθέρων εν καιρώ εκφρασθείσαν ευχήν υπέρ της διευρύνσεως της κυβερνήσεως...».

    Δηλαδή, την εποχή εκείνη, ο «συμμαχικός παράγων» αναφέ­ρεται ημιεπίσημα ως ρυθμιστικός της δημόσιας ζωής της χώρας: Όλοι καταλάβαιναν ότι εννοούν τους Αμερικανούς, με την επι­βλητική παρουσία των Αποστολών τους στην Ελλάδα (διπλωμα­τικής, στρατιωτικής και οικονομικής) και με τα κονδύλια των εκα­τομμυρίων δολαρίων της βοηθείας, και, κατά δεύτερο λόγο. τους Άγγλους.
    Ο Βενιζέλος, αφού διεκδίκησε για το κόμμα του και τον εαυ­τό του καίριες θέσεις στην κυβέρνηση (μια που είχε και τις πε­ρισσότερες έδρες στη Βουλή από τα άλλα δύο του συνασπισμού), ανακοινώνει ότι δεν θα αναλάβει προς το παρόν ο ίδιος κανένα υπουργείο, γιατί θα φύγει για το εξωτερικό, για λόγους υγείας.
    Έτσι, η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση Πλαστήρα, που ορ­κίστηκε στις 15 Απριλίου το βράδυ, έχει την παρακάτω σύνθεση:

Νικόλαος Πλαστήρας, πρόεδρος και προσωρινά υπουργός Εξωτερικών, Τύπου και Πληροφοριών (το Υπουργείο Εξω­τερικών προορίζεται για τον Βενιζέλο, όταν θα αποφάσιζε να πάρει μέρος στην κυβέρνηση). Γεώργιος Παπανδρέου, αντιπρόεδρος και υπουργός Εσωτερικών. Θεμιστοκλής Τσάτσος, Δικαιοσύνης, Πέτρος Γαρουφαλιάς, Δημοσίας Τάξεως, Γ.Αθανασιάδης-Νόβας, Θρησκευμάτων και Παιδείας, Εμμανουήλ Τσουδερός, Συντονισμού, Γεώργιος Καρτάλης, Οικονομικών, I.Μελάς, Εθνικής Οικονομίας, Δ.Χατζηγιάννης, Γεωργίας, Θ.Χαβίνης, Δημοσίων Έργων, Χ.Ψαρρός, Μεταφορών και ΤΤΤ, Σταύρος Κωστόπουλος, Εμπορικής Ναυτιλίας. I.Γκλαβάνης, Υγιεινής, Προνοίας, Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, Κ.Μανέτας, Εφοδιασμού και Διανομών, I.Μιχαήλ, Εργασίας, Φ.Μανουηλίδης, Εθνικής Αμύνης, Λ.Ιασονίδης, Βορείου Ελλάδος, Λ.Σακελλαρόπουλος, υφυ­πουργός παρά τω πρωθυπουργοί Δ.Γόντικας, υφυπουρ­γός Στρατιωτικών (αντικαταστάθηκε σε λίγες μέρες από τον στρατηγό Λεωνίδα Σπαή), Λέων Μακκάς, υφυπουργός Ναυτικών, Μ.Βολουδάκης, υφυπουργός Αεροπορίας.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παρασκήνιο

Και οι μεν Αμερικανοί είχαν ήδη πειστεί ότι στο πρόσωπο του Πλαστήρα βρήκαν μια νέα περίπτωση Σοφούλη της περιόδου 1947-1949. Ο στρατηγός θα έδινε μεγαλύτερη ακόμα ευρύτητα στην αντικομμουνιστική και φιλοδυτική πολιτική, που την έκανε δια­βλητή όταν την εφάρμοζε, η Δεξιά. Το Στέητ Ντηπάρτμεντ ήταν σύμφωνο να δοθεί η εντολή στον Πλαστήρα. Υπέρ της λύσεως Πλαστήρα ήταν, για άλλους λόγους, και ο αρχιστράτηγος Παπά­γος και ο Σπ.Μαρκεζίνης (ο οποίος είχε την ατυχία να μην εκλε­γεί στη Βουλή εκείνη - το κόμμα του συγκέντρωσε 43.000 περί­που ψήφους, αλλά έβγαλε μόνο ένα βουλευτή).
    Τουλάχιστον ως την έκρηξη του πολέμου στην Κορέα, η επί­σημη αμερικανική πολιτική ευνοούσε «φιλελεύθερες» κυβερνή­σεις στην Ελλάδα, με τον όρο να είναι έντονα φιλοδυτικές και αντικομμουνιστικές. Στις οδηγίες του προς τον αρχηγό της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα Γκρίσγουωλντ, τον Ιούλιο του 1947, ο τό­τε υπουργός των Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, στρατη­γός Μάρσαλ, έγραψε πως «στην ιδανική περίπτωση» τα μέλη της ελληνικής κυβερνήσεως έπρεπε να επιλεγούν και από την Αρι­στερά και από το Κέντρο και από τη Δεξιά, αρκεί «να μην είναι τόσο αριστεροί που να προσφέρονται για παραχωρήσεις ή δια­πραγματεύσεις με τους κομμουνιστές, ούτε τόσο δεξιοί που να αρνούνται τη συνεργασία με μη κομμουνιστές». Και οπωσδήπο­τε να έχουν βασικό στόχο τους την «αποφασιστική αντιμετώπιση των ανατρεπτικών δυνάμεων».
    Και ο Γκρίσγουωλντ θα υποστηρίξει, μετά ένα χρόνο, σε γράμ­μα του στον Χέντερσον:

«.. .δεν μπορείτε να εδραιώσετε την ειρήνη και την ησυχία στην Ελλάδα, στηρίζοντας μια κυβέρνηση στα δεξιά κόμ­ματα. Οι ομάδες αυτές έχουν μια ισχυρή τάση να εξοντώ­σουν όλους τους Έλληνες που δεν συμφωνούν πολιτικά μα­ζί τους... Κατά τη γνώμη μου, έχει μεγάλη σημασία να προσπαθήσουν οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ στην Ελλάδα να αναδείξουν μια ηγεσία μετριοπαθών και διορατικών φιλε­λευθέρων...».
    (Και τα δύο αποσπάσματα αναφέρονται από τον κα­θηγητή Τζον Ιατρίδη, στο άρθρο του: «Το δόγμα Τρούμαν», που δημοσιεύεται στο βιβλίο Η αμερικανική πολιτι­κή στην Ελλάδα και Κύπρο, επιμέλεια Couloumbis-Hicks, 35-6, Εκδόσεις Παπαζήση, 1976.)

    Αφού τα τρία κόμματα έχουν την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, φυσικό είναι να περιμένουν ότι ο βασιλιάς θα καλέσει αμέ­σως τον Νικόλαο Πλαστήρα να του αναθέσει την εντολή. Αλλά, όπως ήδη είπαμε, ο Παύλος θεωρούσε ακατανόητο να έχει πρω­θυπουργό «του» τον Πλαστήρα, στον οποίο είχε ορκιστεί κάπο­τε - καθώς αφηγείται ο Σουλτσμπέργκερ - ότι δεν θα δώσει ποτέ το χέρι του. Κινήθηκε λοιπόν αμέσως το ανακτορικό παρασκήνιο για να διασπαστεί η συνεργασία των τεσσάρων αρχηγών. Η αχίλ­λειος πτέρνα του συνασπισμού είναι εκείνη τη στιγμή ο Βενιζέ­λος, ο οποίος είχε και τη φιλοδοξία να κυβερνήσει τη χώρα και τρέφει μνησικακία προς τον Πλαστήρα. Ο Βενιζέλος διατηρεί επα­φή με τον Τσαλδάρη και τον Κανελλόπουλο, οι οποίοι τον διαβε­βαιώνουν ότι είναι πρόθυμοι να στηρίξουν μια κυβέρνηση υπό την προεδρία του, χωρίς τη συμμετοχή της ΕΠΕΚ.
    Ο βασιλιάς, γνωρίζοντας και θέλοντας να βοηθήσει τις παρα­σκηνιακές αυτές κινήσεις, αγνόησε τη συμφωνία των τριών κομ­μάτων και τη «δεδηλωμένη» τους πλειοψηφία. Το απόγευμα της 13ης Μαρτίου, ο διευθυντής του πολιτικού του γραφείου Αρ.Με­ταξάς έστειλε προς καθέναν από τους τέσσερις αρχηγούς χωριστά, επιστολή στην οποία τους διαβεβαίωνε ότι ο βασιλιάς «ευχαρίστως έλαβε γνώσιν» της συμφωνίας τους και συνέχιζε:

«Έχων τούτο υπ'όψιν, η A.M. ο βασιλεύς θέλει επωφεληθή τού μέχρι της συγκεντρώσεως των οριστικών αποτελεσμάτων χρονικού διαστήματος, ίνα κατά τα κρατούντα ακούση τας απόψεις όλων των κ.κ. πολιτικών αρχηγών επί τω σκοπώ του σχηματισμού κυβερνήσεως».

    Ο βασιλιάς απαντούσε δηλαδή στους τέσσερις αρχηγούς ότι έμαθε «ευχαρίστως» τη συμφωνία τους, αλλά θα την αγνοήσει, θα διατηρήσει στην εξουσία την υπηρεσιακή Θεοτόκη, θα περι­μένει τα οριστικά αποτελέσματα των εκλογών και θα ακούσει στο μεταξύ τις απόψεις όλων των κομμάτων. Την άλλη μέρα, Το Βή­μα σε κύριο άρθρο του έγραφε:

«Υπονομευταί της λαϊκής θελήσεως, οι τρέμοντες την απο­κάλυψη των σκανδάλων της Τετραετίας κινούνται εν συγ­χορδία από χθες προς... Οικουμενικήν, με πρωθυπουργόν τον κ.Θεοτόκην ή, εάν αποτύχουν, με τον κ.Διομήδην, διά να εξαπατήσουν ευχερέστερα τους Φιλελευθέρους. Παί­ζουν με τη φωτιά».

    Την ίδια μέρα ο Τσαλδάρης αποκάλυπτε ότι, αμέσως μετά τις εκλογές, διαμήνυσε στον Βενιζέλο ότι είναι πρόθυμος να υπο­στηρίξει κυβέρνηση υπό την προεδρία του. Όπως έγινε γνωστό, τότε, μεσολαβητής ανάμεσα στους Τσαλδάρη και Βενιζέλο ήταν ο φιλελεύθερος βουλευτής Γρηγόριος Κασιμάτης.
    Ο Αμερικανός πρεσβευτής Γκραίηντυ ζητούσε από τον βασι­λιά να αναθέσει την εντολή στον Πλαστήρα. Εκπρόσωπος του Στέητ Ντιπάρτμεντ δήλωνε, στις 16 Μαρτίου, ότι η επιθυμία των ΗΠΑ είναι να σχηματιστεί το ταχύτερο η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα, «κυβέρνησις αντιπροσωπεύουσα την θέλησιν του ελλη­νικού λαού, όπως εξεφράσθη αύτη ελευθέρως εις τας εκλογάς της 5ης Μαρτίου». Ο Παύλος όμως, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο, πραγματοποιούσε με αργό ρυθμό τις ακροάσεις των πο­λιτικών αρχηγών. Τα προβλήματα πίεζαν, ο τόπος είχε ανάγκη από κυβέρνηση, αλλά τα Ανάκτορα περίμεναν να ευοδωθούν οι προσπάθειες του παρασκηνίου. Στις 21 Μαρτίου, ο βασιλιάς συ­νέχιζε ακόμα τις ακροάσεις, που τις είχε αρχίσει από τις 15. Και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, βγαίνοντας από τα Ανάκτορα, δήλωνε ότι θα πρέπει να σχηματιστεί κυβέρνηση Βενιζέλου-Παπανδρέου, στηριζομένη στην ανοχή της Δεξιάς.
«Την συμμετοχήν του στρατηγού Πλαστήρα - συνέχισε ο αρχηγός του Ενωτικού Κόμματος - και μάλιστα ως πρω­θυπουργού, θεωρώ αφ' ενός μεν ως εθνικώς απαράδεκτον, διότι το υπ'αυτόν κόμμα ουδεμίαν εγγύησιν παρέχει ακραιφνούς και πείσμονος εθνικής νοοτροπίας, αφ'ετέρου δε ηθικώς αποκρουστέαν, διότι η τακτική τού να εξαγοράζεται διά της πρωθυπουργίας η σιωπή ή η εθνική δια­γωγή των βλαπτόντων και διαβαλλόντων το έθνος οδηγεί προς πλήρη ηθικήν εξάρθρωσιν του τόπου». (Εφημερίδες, 21 Μαρτίου 1950.)

    Για τη δήλωση αυτή, με την οποία χαρακτήριζε την ΕΠΕΚ και έμμεσα τον ίδιο τον Πλαστήρα «εθνικώς απαράδεκτον», θα χρεια­στεί να δώσει εξηγήσεις πολλές φορές στα επόμενα χρόνια ο Πα­ναγιώτης Κανελλόπουλος.
    Πρόσφατα, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε για εκείνο το επεισόδιο:
«Οι ψυχώσεις, που αφήκε πίσω του ο Εμφύλιος Πόλεμος, μπορούν να δικαιολογήσουν κάπως την ανησυχία που γεν­νήθηκε μετά τις εκλογές του 1950, σε πολλούς αξιωματι­κούς, και σε άλλους Έλληνες, ακόμα και σε μένα. Δεν είπα ποτέ ότι ο Νικόλαος Πλαστήρας ήταν "εθνικώς απαράδε­κτος". Διαστράφηκε, τότε, σκόπιμα (ή αθέλητα) μια φρά­ση μου. Είχα, όμως, πράγματι πει (και έτσι δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες η δήλωσή μου) ότι εισηγήθηκα στον βασι­λέα, μετά τις εκλογές του 1950, να μη δοθεί η εντολή σχη­ματισμού κυβερνήσεως στον Ν.Πλαστήρα, επειδή η σύν­θεση του κόμματος του έκανε, την επαύριο του Εμφυλίου Πολέμου, μια τέτοια κυβέρνηση «εθνικώς απαράδεκτη». Εσφαλμένη - προϊόν των ψυχώσεων, που δεν με είχαν αφή­σει τότε άθικτο - ήταν και η γνώμη μου εκείνη, 0 Πλαστή­ρας και το κόμμα του εδημιούργησαν πολύ ωφέλιμες, από εθνική ακριβώς άποψη, διεξόδους. Αλλά το διαπίστωσα αργότερα». (Π. Κανελλόπουλου, Ιστορικά Δοκίμια, Αθή­ναι 1975, σ. 27.)