Κυριακή 17 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Προεκλογικές ζυμώσεις
Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου μοναδικό προορισμό έχει να ψηφίσει τον εκλογικό νόμο. Αυτό δηλώνει και ο πρωθυπουρ­γός στη Βουλή. Οι συζητήσεις για τον εκλογικό νόμο αρχίζουν στη Βουλή στις 10 Ιουλίου και τερματίζονται στις 26. Με τον νέο νόμο της ενισχυμένης αναλογικής, για να πάρει μέρος ένα κόμμα στη δεύτερη κατανομή των εδρών θα πρέπει να συγκεντρώσει σε ολό­κληρη την Ελλάδα το 17% των ψήφων. Οποιοδήποτε όμως τα δύο πρώτα κόμματα, άσχετα από το ποσοστό των ψήφων που θα συγκεντρώσουν, θα πάρουν μέρος στη δεύτερη κατανομή. Εξάλλου, ο νέος νόμος προβλέπει ορισμένες ρυθμίσεις για να μειωθεί η ανι­σότητα που υπήρχε στο εκλογικό μέτρο ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις και στις επαρχίες (για παράδειγμα, το 1950, το εκλογικό μέτρο στην Αθήνα έφτασε τις 8.929 ψήφους, ενώ στη Ζάκυνθο ήταν μόνο 3.371).
Στο μεταξύ έχουν αρχίσει ζωηρές ζυμώσεις σε όλες τις πα­ρατάξεις. Στον χώρο της Αριστεράς, εμφανίζεται πια επίσημα ως πολιτική κίνηση ο Δημοκρατικός Συναγερμός, με διοικούσα επιτροπή αποτελούμενη από τους βουλευτές Δ.Χριστάκο και Στ.Χατζήμπεη, τον συνδικαλιστή Δ.Μαριόλη, τον γιατρό Γ.Σπηλιόπουλο και τον λογοτέχνη Κοσμά Πολίτη. Ως σκοπό της η νέα κίνηση διακηρύσσει «την συνένωσιν όλων των προοδευτικών δη­μοκρατικών δυνάμεων της χώρας, δι'έναν κοινόν και υπό ενιαίαν διεύθυνσιν πολιτικόν αγώνα εντός και εκτός της Βουλής, διά την υπεράσπισιν της ανεξαρτησίας και ακεραιότητος της χώρας, την γενικήν πολιτικήν αμνηστίαν, την αποκατάστασιν των δημοκρα­τικών ελευθεριών, την ευημερίαν και την επιβίωσιν του ελληνικού λαού». Για τη συγκρότηση του Δημοκρατικού Συναγερμού, έχει κινηθεί ο Ν.Πλουμπίδης, που βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τον Κώστα Μπασιάκο.
Στις 27 Ιουλίου πεθαίνει από εμβολή της καρδιάς, στο Μα­ρούσι, ο αρχηγός της Ενώσεως Δημοκρατικών Αριστερών, I.Σοφιανόπουλος, σε ηλικία 64 χρόνων.
Ο Γιάννης Σοφιανόπουλος ήταν από τα οξύτερα και πιο πρω­τότυπα πνεύματα και από τους πιο καλλιεργημένους πολιτικούς της νεότερης Ελλάδας. Το 1917 είναι γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βε­νιζέλου, που ψηφίζει τους βασικούς νόμους για την προστασία της εργασίας και την οργάνωση της εθνικής οικονομίας. Το 1918, τεχνικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο Ειρήνης. Τα 1924,1932 και 1937 επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένω­ση, και την ίδια περίπου περίοδο την Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, και γράφει εντυπώσεις που προκαλούν μεγάλο εν­διαφέρον. Το 1930 ιδρύει το Αγροτικόν Κόμμα και το 1932 μπαί­νει στη Βουλή ως βουλευτής Σερρών, επικεφαλής πενταμελούς ομάδας αγροτικών. Το 1933 παίρνει μέρος στον Εθνικό Συνασπισμό των δημοκρατικών κομμάτων υπό την ηγεσία του Ελ.Βε­νιζέλου. Το 1935 καταδικάζεται ερήμην σε ισόβια για συμμετο­χή στο κίνημα του Μαρτίου. Κατορθώνει να φύγει στο εξωτερικό, απ'όπου επιστρέφει μετά την παλινόρθωση και τη χορήγηση αμνηστίας. Υπογράφει σύμφωνο Λαϊκού Μετώπου με το ΚΚΕ για την απόκρουση της προετοιμαζόμενης δικτατορίας. Αμέσως μετά το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου, εκτοπίζεται σε νησιά του Αιγαίου, αργότερα όμως του επιτρέπουν να φύγει στο εξω­τερικό. Το 1940 παίρνει άδεια και επιστρέφει στην Ελλάδα. Κα­τά τη διάρκεια της Κατοχής, τον πιάνουν οι γερμανικές Αρχές και τον κλείνουν στις φυλακές Αβέρωφ. Όταν αποφυλακίζεται, φεύγει κρυφά για τη Μέση Ανατολή. Παίρνει μέρος το 1944 στο Συνέδριο του Λιβάνου, ως αρχηγός της Νεοδημοκρατικής Ενώ­σεως Αριστερών. Αρνείται να αναλάβει υπουργείο στην κυβέρνηση εθνικής ενότητος γιατί διαφωνεί στη σύνθεσή της. Τον Γε­νάρη του 1945 γίνεται υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Πλαστήρα. Τον άλλο μήνα είναι πρόεδρος στη Διάσκεψη της Βάρ­κιζας που καταλήγει στην ομώνυμη συμφωνία με το ΕΑΜ. Αρχη­γός της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη του Σαν Φραντσίσκο, διακρίνεται για την ευρύτητα των γνώσεών του. Επιστρέφει από την Αμερική τον Ιούλιο του 1945 και υποβάλλει την παραίτηση του από υπουργός των Εξωτερικών στη νέα κυ­βέρνηση του ναυάρχου Βούλγαρη. Τον Νοέμβρη του 1945 ανα­λαμβάνει πάλι το ίδιο υπουργείο στην κυβέρνηση Σοφούλη. Το 1946 απομακρύνεται από την κυβέρνηση, γιατί παίρνει θέση αντί­θετη με την κυβερνητική στο θέμα της παρουσίας των αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Από τη στιγμή εκείνη, παίρνει δρα­στήριο μέρος στον αγώνα κατά της βασιλείας. Όταν αρχίζει ο Εμφύλιος Πόλεμος, φεύγει και πάλι για το εξωτερικό, όπου πα­ραμένει ως το 1950. (Σωτ.Πατατζή, στο ίδιο. Το Βήμα, 28 Ιουλί­ου 1951 κ.λπ.)
Ένα περίπου μήνα πριν από τον θάνατο του Σοφιανόπουλου, η Ελλάδα έχει χάσει έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές της του 20ού αιώνα, τον Άγγελο Σικελιανό. Στις αρχές του χρόνου έχουν φύγει από τη ζωή δύο από τους εκπροσώπους της πνευματικής γενιάς του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, που από πολύ καιρό έχει τερματιστεί ο ρόλος τους στα ελληνικά γράμ­ματα, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος και ο Γιώργος Δροσίνης. Η παλιό­τερη γενιά των λογοτεχνών φεύγει, η μεσοπολεμική μένει κυρίαρχη στον στίβο, ενώ η νεότερη, της Αντίστασης, αγωνίζεται ν'ανοίξει τον δρόμο της, μέσα σ'ένα κλίμα απαγορεύσεων, ιδεολογικών πιέσεων, καχυποψίας, διωγμών και μισαλλοδοξίας, και με την πίκρα για τον εσωτερικό σπαραγμό, την ήττα του λαϊκού κινήμα­τος και την αποτυχία των προσπαθειών για κοινωνική ανάπλαση και πνευματική αναγέννηση της χώρας.
Με τον θάνατο του Σοφιανόπουλου δυσκολεύονται οι προ­σπάθειες να δημιουργηθεί ένα κάπως μαζικό, μη κομμουνιστι­κό κόμμα της Αριστεράς. Στο μεταξύ, εκδηλώνεται διάσπαση και στην ΕΠΕΚ. Στις 13 Ιουλίου, ανακοινώνουν ότι αποχωρούν από το κόμμα ο Εμ.Τσουδερός και οι φίλοι του βουλευτές (Στ.Μερκούρης, Κ.Μαρής, Π.Πολυχρονίδης, Γ.Τσουδερός, Χλουβεράκης κ.λ.π.). Επίσημη δικαιολογία που προβάλλει ο Εμ.Τσουδερός για την αποχώρησή του είναι διαφωνία με τον Ν.Πλαστή­ρα σχετικά με την οργάνωση του κόμματος. Στην πραγματικότητα έχουν προκύψει διαφωνίες στον καταρτισμό των συνδυασμών, ιδιαίτερα στον Πειραιά, όπου ο Πλαστήρας θέλει επικεφαλής της ΕΠΕΚ τον φίλο του, Σάββα Παπαπολίτη. Εξάλλου, ο Τσουδερός αρχίζει να μετακινείται πολιτικά, σε μια αντίστροφη τώρα πο­ρεία που τελικά θα τον οδηγήσει στη Δεξιά.
Στις δηλώσεις του προς τον Τύπο, ο Τσουδερός αποδίδει την αποχώρησή του σε τάση που εκδήλωσε ο Πλαστήρας να διοικεί μόνος του την ΕΠΕΚ, ενώ «ουδέποτε έπαυσαν υφιστάμενα τα δύο κόμματα, τα οποία και κατά την δήλωσιν ήσαν απλώς υπό την ηνωμένην των δύο μας ηγεσίαν». Αντίθετα, ο Πλαστήρας, στην απαντητική προς τον Τσουδερό επιστολή του, εκφράζει την κα­τάπληξη του για την αποχώρηση του αρχηγού του Προοδευτικού Δημοκρατικού Κόμματος από την ΕΠΕΚ και αφήνει να εννοηθεί ότι είναι αποτέλεσμα παρασκηνιακών ενεργειών:
«Ομολογώ - γράφει ο αρχηγός της ΕΠΕΚ - ότι αι προβαλλόμεναι αφορμαί μου προκαλούν κατάπληξιν διότι είναι ανύπαρκτοι. Αδυνατώ συνεπώς να εξηγήσω τους βαθυτέρους λόγους οι οποίοι σας ώθησαν προς μίαν τοιαύτην ενέργειαν (...). Η μέχρι τούδε συνεργασία μας δεν μου παρέσχεν ποτέ αφορμήν να σκεφθώ ότι αιφνιδίως θα εσημειούτο εις τας σχέσεις μας τοιαύτη εξέλιξις...». (Εφημερίδες, 15 Ιουλίου 1951.)
Την άλλη μέρα, ο Τσουδερός καταθέτει δήλωση στη Βουλή, ότι το Δημοκρατικόν Προοδευτικόν Κόμμα αποκτά την αυτοτέ­λεια του. Έξι όμως από τους βουλευτές του αρνούνται να τον ακολουθήσουν. Οι πέντε δηλώνουν ότι παραμένουν στην ΕΠΕΚ (Γ.Μπουρδάρας, Δ.Παπασπύρου, Εμ.Μπακλατζής, Μηνάς Πα­τρίκιος. Δ.Γαληνός) και ένας (Γοργίας) ότι παραμένει ανεξάρ­τητος. Επίσης, ο ως τότε ανεξάρτητος, συνεργαζόμενος με την ΕΠΕΚ, Γ.Καρτάλης προσχωρεί στο κόμμα του Πλαστήρα.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Και πάλι η Μακρόνησος
Ύστερα από την παρέμβαση αυτή του Πλαστήρα, η συζήτηση με­ταφέρεται στο θέμα της Μακρονήσου και των διοικητικών εκτο­πίσεων. Ο Πλαστήρας, που, με την προοπτική μάλιστα των εκλο­γών, θέλει να ξεκαθαρίσει και πάλι τη θέση του, παίρνει τον λόγο και λέει:

ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: Θα επεθύμουν να μην υπάρχει Μακρόνησος, και εις το υπουργικόν συμβούλιον και εις ιδιαιτέρας συζη­τήσεις με τον κ.Παπανδρέου εξέφρασα την επιθυμίαν να ξεκαθαρισθή αυτό το αίσχος διά το οποίον δυσφημίζεται η χώρα μας εις το εξωτερικόν. Και θα επεχείρουν να ξε­καθαρίσω την υπόθεσιν αυτήν διότι και εξ ιδιοσυγκρασίας και εξ ανθρωπισμού θα έπρεπε να καθαρίσωμεν την υπό­θεσιν αυτήν. Δεν πρόκειται περί ανθρώπων καταδικασμέ­νων, οι οποίοι απεδείχθησαν ότι είχον εγκληματίσει εις το παρελθόν. Πρόκειται περί ανθρώπων οι οποίοι εκρατούντο και κρατούνται ακόμη χωρίς να είναι γνωστόν διά ποίας κατηγορίας κρατούνται.

Γ.ΚΑΡΤΑΛΗΣ: Και κρατούνται παρανόμως.

Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: Πολλοί επίσης κρατούνται εις εξορίαν, αλλά η εξορία επιτρέπεται υπό ωρισμένους όρους και ωρισμένας συνθήκας. Έως πότε θα υπάρχει αυτό το σύστημα του να στέλλωμεν διά μίας υπογραφής ή μίας ενδείξεως ενός χωροφύλακος ανθρώπους εις την εξορίαν; Έως πότε θα συλλαμβάνονται και θα αποστέλλονται εις την εξορίαν Έλληνες πολίται χωρίς να δικάζωνται; (ΠρακτικάΒουλής, 6 Ιουλίου 1951.)
Η αγόρευση αυτή του Πλαστήρα είναι, ως ένα σημείο, και προεκλογικός λόγος. Περιέχει μερικά από τα βασικά συνθήμα­τα, με τα οποία η ΕΠΕΚ θα διεκδικήσει την ψήφο του δημοκρα­τικού κόσμου.
Η μονοκομματική κυβέρνηση Βενιζέλου παίρνει τελικά ψήφο εμπιστοσύνης με 125 κατά 74. Εκτός από τους Φιλελεύθερους, υπέρ της κυβερνήσεως ψήφισαν η ΕΠΕΚ, το Λαϊκό Κόμμα, 3 του ΠΑΠ και 3 ανεξάρτητοι. Εναντίον, το ΛΕΚ, οι παπανδρεϊκοί, οι διάφορες ομάδες της πρώην Δημοκρατικής Παρατάξεως, ο μο­ναδικός εκπρόσωπος του Νέου Κόμματος κ.λ.π.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Βασιλικές απειλές
Ο βασιλιάς, που θέλει να καθυστερήσει τις εκλογές φοβούμενος κάθοδο του Παπάγου στον εκλογικό αγώνα, δεν δέχεται την πα­ραίτηση του Βενιζέλου και του ζητά να σχηματίσει κυβέρνηση πλατύτερου συνασπισμού. Ταυτόχρονα του επιδίδει έκκληση προς τους πολιτικούς αρχηγούς. Ο Βενιζέλος, συμμορφούμενος με επι­θυμία του βασιλιά, καλεί τους πολιτικούς αρχηγούς στο πολιτικό γραφείο, το πρωί της 2ας Ιουλίου, και τους διαβάζει την έκκληση του Παύλου να συνεννοηθούν και να σχηματίσουν νέα κυβέρνη­ση. Στη βασιλική έκκληση διατυπώνεται η απειλή ότι, αν δεν συμ­φωνήσουν οι αρχηγοί και δεν σχηματίσουν κυβέρνηση πλατύτατου συνασπισμού, ο βασιλιάς θα δώσει δική του λύση στο κυβερνητικό θέμα.
Ο Παπανδρέου και οι συναρχηγοί του ΛΕΚ, Στεφανόπουλος και Κανελλόπουλος, δέχονται να πάρουν μέρος σε κυβέρνηση συνασπισμού. Αλλά ο Πλαστήρας και ο Τσαλδάρης αρνούνται και αντιπροτείνουν να στηρίξουν μονοκομματική κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, με τον όρο ότι ο Βενιζέλος θα φροντίσει να ψηφιστεί αμέσως ο εκλογικός νόμος και να προκηρυχτούν εκλογές για τον Σεπτέμβρη. Ο Πλαστήρας και ο Τσαλδάρης επαναλαμβάνουν τις απόψεις τους και στον ίδιο τον Παύλο, που τους καλεί την άλλη μέρα στα Ανάκτορα. Αρνούνται να υποκύψουν στη βα­σιλική πίεση.
Το απόγευμα της 3ης Ιουλίου, ο Βενιζέλος έχει συνεργασία με τον βασιλιά στα Ανάκτορα του Τατοΐου. Αμέσως ύστερα ανα­κοινώνει:
«Κατόπιν της προσκλήσεως των πολιτικών αρχηγών εις τα Ανάκτορα, διεπιστώθη ότι δεν είναι δυνατή άλλη λύσις πλην των εκλογών. Συνεπώς η κυβέρνησις του Κόμματος των Φιλελευθέρων εμφανιζόμενη ενώπιον της Βουλής θα επιδιώξη την ψήφισιν του εκλογικού νόμου της ενισχυμέ­νης αναλογικής, μεθ'ο θα υποβάλει την παραίτησίν της».
Ο αρχηγός της ΕΠΕΚ δεν φοβάται τον Παπάγο, στον οποίο μά­λιστα τρέφει προσωπική συμπάθεια, και επιδιώκει να επιταχυν­θούν οι εκλογές βέβαιος ότι το κόμμα του θα θριαμβεύσει. Ο Τσαλ­δάρης πάλι θέλει να επισπευσθούν οι εκλογές για να μην προλάβει να οργανωθεί το κόμμα του Παπάγου.
Ο Βενιζέλος, μετά την παραίτηση του Παπανδρέου και των φί­λων του από την κυβέρνηση, αναθέτει τα υπουργεία τους σε φι­λελεύθερους υπουργούς, δίνοντας έτσι στη λύση της μονοκομμα­τικής προσωρινού χαραχτήρα. Έτσι, το Υπουργείο Συντονισμού το κρατά ο ίδιος ο πρωθυπουργός, το Δικαιοσύνης ο υπουργός Οικονομικών Γ.Μαύρος, το Παιδείας ο Ν.Μπακόπουλος, το Βιο­μηχανίας ο Ι.Γκλαβάνης, το Συγκοινωνιών ο Κ.Μητσοτάκης, το Γεωργίας ο Ν.Τερζόγλου.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται στις 5 Ιουλίου στη Βουλή και ζητά ψήφο εμπιστοσύνης. Ο Βενιζέλος, που δεν βλέπει τώρα άλλη λύ­ση από τις εκλογές, αποκαλύπτει ότι ο ίδιος απέτρεψε τον βασιλιά να καταλήξει στην κυβέρνηση Φιλελευθέρων – Παπανδρέου - ΛΕΚ, στη μόνη «ευρεία» που ήταν δυνατή μετά την άρνηση των δύο άλλων αρχηγών να δεχτούν κυβερνητική σύμπραξη:
«...δεν θα ήτο σταθερά η κυβέρνησις η οποία θα εξησφαλίζετο από μίαν τοιαύτην πλειοψηφίαν - υποστηρίζει. Θα είχε δε η κυβέρνησις αυτή τα ίδια μειονεκτήματα των κυ­βερνήσεων συνασπισμού».
Κατά τη συζήτηση, ο συναρχηγός του ΛΕΚ Π.Κανελλόπου­λος κατηγορεί την κυβέρνηση ότι εξέθεσε τον βασιλιά, τόσο στην υπόθεση Παπάγου όσο και με την εκβιαστική φράση που υπήρ­χε στο βασιλικό μήνυμα. (Η επίκριση της κυβερνήσεως είναι πά­ντα ο συνταγματικός και κοινοβουλευτικός τρόπος για να επι­κρίνονται οι ενέργειες του ίδιου του βασιλιά, ακόμα και όταν, όπως στην περίπτωση αυτή, ο πρωθυπουργός δεν γνωρίζει από πριν το κείμενο των δηλώσεων του ανώτατου άρχοντα.) Ο Βενι­ζέλος τονίζει ότι αναλαμβάνει η κυβέρνηση όλες τις ευθύνες.
Κατά την ίδια συζήτηση γίνονται οξείς διαξιφισμοί ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Παπανδρέου για την πρόσφατη τότε κυ­βερνητική κρίση. Ο Βενιζέλος κατηγόρησε τον Παπανδρέου ότι συνηθίζει να βάλλει κατά των κυβερνήσεων στις οποίες μετέχει. Ο Παπανδρέου, απαντώντας υποστηρίζει ότι αυτό είναι συνήθεια του Βενιζέλου και θυμίζει το τετράμηνο, Πλαστήρα, οπότε, όπως ο ίδιος ο αρχηγός της ΕΠΕΚ είχε πει αργότερα στη Βουλή, κάθε μέρα αναρωτιόταν και δεν μπορούσε να ξέρει αν το Κόμμα των Φιλελευθέρων ήταν εντός ή εκτός της κυβερνήσεως.
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο ίδιος ο Πλαστήρας και, δια­κόπτοντας τον Παπανδρέου, του λέει: «Το ίδιο δεν εγνώριζα και διά το κόμμα το ιδικόν σας».

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παραίτηση Παπανδρέου
Στο μεταξύ, έχει δημιουργηθεί σοβαρό ζήτημα με την τιμή συ­γκεντρώσεως του σταριού. Ο Παπανδρέου επιμένει, όπως και το 1950, να καθοριστεί ικανοποιητική τιμή, σύμφωνη με τις αξιώ­σεις των σιτοπαραγωγών. Οι Αμερικανοί όμως, για τους γνω­στούς λόγους, αντιδρούν. Ο Πιουριφόυ δεν διστάζει να φέρει στη δημοσιότητα τη διαφωνία, κατηγορώντας, με δηλώσεις του τους πολιτικούς ότι ασκούν δημαγωγία με το να ζητούν μεγάλες τι­μές για το σιτάρι. «Αν υιοθετούσαμε – προσθέτει - αυτές τις τι­μές, θα δημιουργούσαμε κίνδυνο πληθωρισμού, και τότε η Ελλά­δα δεν θα έπαιρνε την πρόσθετη βοήθεια των 25 εκατ. δολαρίων που ζητά». (Εφημερίδες, 29 Ιουνίου 1951.)
Ο Παπανδρέου, βέβαιος ότι σύντομα θα γίνουν εκλογές, θέλει να ματαιώσει την ψήφιση της ενισχυμένης αναλογικής που θα εί­ναι καταστρεπτική για το μικρό κόμμα του. Υπολογίζει λοιπόν να προκαλέσει την πτώση της κυβερνήσεως και την άμεση προκή­ρυξη εκλογών, που εφόσον δεν θα έχει ψηφιστεί νέο εκλογικό σύ­στημα θα γίνουν με την απλή αναλογική του 1950. Πιστεύει ότι η τιμή της συγκεντρώσεως του σταριού είναι το πιο κατάλληλο θέ­μα για να δώσει τη μάχη του και να πέσει ο ίδιος, συμπαρασύρο­ντας, αν είναι δυνατόν, και ολόκληρη την κυβέρνηση. Έχει απο­σπάσει υπόσχεση του Βενιζέλου ότι, αν οι Αμερικανοί δεν δεχτούν να δώσουν ικανοποιητική τιμή, ανώτερη από του 1950, ως τις 30 Ιουνίου, θα υποβάλει την παραίτηση της κυβερνήσεως.
Γίνονται πολλές ελληνοαμερικανικές συσκέψεις για το στάρι, αλλά οι Αμερικανοί επιμένουν στις «αντιπληθωριστικές» απόψεις τους. Στις 30 Ιουνίου, ο υπουργός Εμπορίου I.Γκλαβάνης, ύστε­ρα από συνεννόηση με τους Αμερικανούς, προτείνει τιμές συγκεντρώσεως που ο Παπανδρέου τις θεωρεί εξευτελιστικές για τους αγρότες. Ο Παπανδρέου δηλώνει αμέσως στον Τύπο ότι, εκτός από τις τιμές, υπάρχει και το θέμα της παρελκύσεως του καθο­ρισμού τους:
«Ώφειλε η κυβέρνησις - προσθέτει ο αντιπρόεδρος της - έως σήμερον ή να έχη ορίση τιμήν συγκεντρώσεως ή να έχη παραιτηθή. Η αδικαιολόγητος όμως παράτασις, με την παρεμβολήν του ταξιδιού του κ.πρωθυπουργού χάριν συμ­βολικών εγκαινίων, ευλόγως δύναται να ερμηνευθή υπό του αγροτικού κόσμου ως έλλειψις ενδιαφέροντος και στοργής προς αυτόν εκ μέρους της κυβερνήσεως. Και τοιαύτην ευθύνην το Δημοκρατικόν Σοσιαλιστικόν Κόμμα δεν είναι διατειθειμένον να συμμερισθή». (Εφημερίδες, 1 Ιουλίου 1951.)
Ο Βενιζέλος έχει πραγματικά φύγει την ημέρα εκείνη  - Σάβ­βατο - για τον Βόλο, για εγκαίνια έργων. Κατόπιν συνεχίζει με τον Πιουριφόυ το ταξίδι του για την Αιδηψό, όπου θα περνούσαν το Σαββατοκύριακό τους. Αλλά την Κυριακή 1η Ιουλίου, ο Παπανδρέου και οι φίλοι του υπουργοί (Λαγάκος - Δικαιοσύνης, Μακκάς - Βιομη­χανίας. Γιαννόπουλος - Συγκοινωνιών, Λαμπρόπουλος - Γεωργίας) και υφυπουργοί (Γαρουφαλιάς - Συντονισμού, Μόδης - Παιδείας και Ζησόπουλος - Συγκοινωνιών) υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους. Ειδοποιείται αμέσως ο πρωθυπουργός, επιστρέφει στην Αθήνα, πηγαίνει στα Ανάκτορα και υποβάλλει την παραίτηση της κυβερνήσεως.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Δημοσιοϋπαλληλική απεργία
Με άλλα λόγια, κυβέρνηση και Αμερικανοί μεταθέτουν τις αυξή­σεις των αποδοχών των μισθωτών στις ελληνικές καλένδες. Αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι, που παίρνουν μισθούς πείνας, δεν μπορούν να περιμένουν. Και κηρύσσουν 24ωρη απεργία, στις 28 Ιουνίου. Επειδή όμως και πάλι η κυβέρνηση δεν δείχνει διάθεση να ικανο­ποιήσει τα αιτήματά τους, στις 5 Ιουλίου κατεβαίνουν σε απεργία διαρκείας. Η κυβέρνηση τότε εγκαταλείπει τις εκκλήσεις και αρ­χίζει τις απειλές. Ο εισαγγελέας Αθηνών ασκεί ποινική δίωξη κα­τά της ΑΔΕΔΥ με βάση το άρθρο 247 του Ποινικού Κώδικα, που απαγορεύει ακόμα και την απειλή δημοσιοϋπαλληλικής απεργίας. Η ηγεσία των δημοσίων υπαλλήλων, γνωρίζοντας ότι οι Αμερικα­νοί κυρίως εμποδίζουν την ικανοποίηση του δίκαιου αιτήματος τους (σύμφωνα με ανακοίνωση της ΑΔΕΔΥ, οι μισθοί της πλειοψηφίας των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνονται από 450.000 ως 900.000 πλη­θωρικές δραχμές της εποχής εκείνης), στρέφουν τις ενέργειές τους προς την Αποστολή. Ο Λάπαμ όμως είναι ανένδοτος. Υποστηρί­ζει ότι, από τυχόν αυξήσεις, θα διαταραχτεί η νομισματική και γε­νικά η οικονομική ισορροπία της χώρας (εφημερίδες, 7 Ιουλίου 1951). Αλλά ο ίδιος ο Πιουριφόυ καλεί τους ηγέτες της ΑΔΕΔΥ και κατά τη διάρκεια μιας δίωρης συνομιλίας, προσπαθεί να τους πεί­σει να εγκαταλείψουν τον απεργιακό αγώνα. Αλλά και μετά τη συνομιλία με τον Αμερικανό πρεσβευτή, οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν την απεργία τους. Την συνεχίζουν και μετά την κυβερνητική απόφαση να διακοπεί η μισθοδοσία των απεργών.
Στις 21 Ιουλίου, ο πρωθυπουργός συγκαλεί σύσκεψη υπό την προεδρία του. Παίρνουν μέρος οι υπουργοί Οικονομικών, Εσω­τερικών και Προνοίας, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι αρχηγοί ΓΕΣ και ΓΕΕΘΑ. Θέμα είναι η αντιμετώπιση της δημο­σιοϋπαλληλικής απεργίας. Μετά τη σύσκεψη ανακοινώνεται ότι, αν μέσα σε δύο μέρες δεν σταματήσουν την απεργία τους, οι δη­μόσιοι υπάλληλοι θα επιστρατευτούν και οι πρωταίτιοι θα παραπεμφθούν σε στρατοδικεία. Ταυτόχρονα, όμως, η κυβέρνηση ανακοινώνει, ότι θα δώσει ενίσχυση στους δημοσίους υπαλλήλους μισό πρόσθετο μισθό, θα αναστείλει ως την 1η Ιανουαρίου 1951 την πληρωμή από μέρους τους των δανείων που έχουν πάρει από το 1949 και θα θεωρήσει τις μέρες απεργίας σαν τμήμα της άδειάς τους από την οποία και θα αφαιρεθούν. Εξάλλου, η κυβέρνηση δίνει στη δημοσιότητα επιστολή του Πιουριφόυ προς τον Βενιζέ­λο: Ο Αμερικανός πρεσβευτής υποστηρίζει ότι, εξαιτίας της απερ­γίας των δημοσίων υπαλλήλων, καθυστερούν τα έργα ανασυ­γκροτήσεως «και εις ωρισμένας περιπτώσεις θα έπρεπε να ανασταλούν», ότι το Κογκρέσο, αν συνεχιστεί η απεργία, θα δι­στάσει να χορηγήσει βοήθεια στο ελπιζόμενο ύφος «προς έθνος το οποίον έχει παραλύσει διά της παραλύσεως των δημοσίων αυ­τού υπηρεσιών», ότι είναι ορθή η θέση της ελληνικής κυβερνήσεως ότι δεν μπορεί να γίνει συζήτηση με τους δημοσίους υπαλλήλους αν δεν επιστρέψουν στα έργα τους και ότι «ουδείς απεργός δύναται ν'αμειφθή δι'εργασίαν την οποίαν δεν εξετέλεσεν». Τέ­λος, ο Πιουριφόυ δέχεται ότι πρέπει να μελετηθεί το θέμα... εν­δεχόμενων αναπροσαρμογών των μισθών, «εντός των ορίων του δυνατού» και, καταλήγοντας, συγχαίρει τον πρωθυπουργό για την αποφασιστικότητα με την οποία αντιμετώπισε τους απεργούς (εφημερίδες, 22 Ιουλίου 1951).
Ο Πιουριφόυ δεν διστάζει - και η ελληνική κυβέρνηση ανέχε­ται - να μιλά απροκάλυπτα με γλώσσα προτέκτορα.
Την άλλη μέρα, 22 Ιουλίου, Σάββατο, η ΑΔΕΔΥ αποφασίζει να αναστείλει την απεργία, που έχει κρατήσει δεκαπέντε μέρες.

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η θαλαμηγός
Σοβαρότατη εκδήλωση της οξύτητας που έπαιρνε η διαμάχη βα­σιλέων και Παπάγου, στην οποία όλο και πιο ανοιχτά έπαιρναν τώρα μέρος και οι Αμερικανοί στο πλευρό του στρατάρχη, ήταν κι η αποκάλυψη των διαπραγματεύσεων για την αγορά βασιλι­κής θαλαμηγού.
Στις 7 Ιουνίου, μόλις δηλαδή ο Πιουριφόυ «έχει κλείσει» το θέ­μα Παπάγου, ο αμερικανικός Τύπος αρχίζει εκστρατεία εναντίον του βασιλιά της Ελλάδας και της Φρειδερίκης για την υπόθεση της θαλαμηγού. Συγκεκριμένα, αποκαλύπτεται ότι, κατά τον Απρί­λη και Μάη του 1951, αυλικοί πήγαν στην Αμερική για να διαπραγματευτούν την αγορά θαλαμηγού για τα ταξίδια του βασιλικού ζεύγους στην Ελλάδα. Η τιμή κυμαινόταν από 220 ως 600 χιλιάδες δολάρια. Η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει στην αγορά, αλ­λά ο αρχιστράτηγος έχει αντιταχθεί - ήταν και η υπόθεση αυτή μία από τις εκδηλώσεις της διαμάχης του με το Στέμμα πριν από την παραίτησή του.
Tώρα, αρχίζει πρώτη την επίθεση, φέροντας στη δημοσιότη­τα το θέμα, η μεγάλη εφημερίδα Χέραλντ Τρίμπιουν της Νέας Υόρκης. Ο ανταποκριτής της στην Αθήνα τηλεγραφεί, ότι η αμε­ρικανική πρεσβεία έχει συμβουλεύσει τον βασιλιά να μη χρησιμοποιηθούν χρήματα του δημοσίου για την αγορά της θαλαμηγού και ανάλογο διάβημα έκανε και προς την κυβέρνηση. Την άλλη μέρα, παίρνουν μέρος στην επίθεση και η άλλη μεγάλη εφημερίδα της Νέας Υόρκης, οι Τάιμς. Και οι δύο εφημερίδες αφήνουν υπαινιγμούς ότι μπορεί η υπόθεση αυτή να κοστίσει στην Ελλάδα την περικοπή της αμερικανικής βοήθειας, δεδομέ­νου ότι το Κογκρέσο, που εκείνες τις μέρες θα συζητούσε το θέ­μα των πιστώσεων για το εξωτερικό, θα έβλεπε με πολύ κακό μάτι την κατασπατάληση των χρημάτων των Αμερικανών φορολογουμένων.
Ο θόρυβος, όπως ήταν φυσικό, μεταφέρεται αμέσως στην Ελλά­δα και αρχίζουν συζητήσεις και για άλλα σκάνδαλα της Αυλής. Τα κύρια πυρά στρέφονται κατά της Φρειδερίκης. Ο ανταποκριτής του Βήματος στη Νέα Υόρκη τηλεγραφεί:
«Εις έναν κύκλο Αμερικανών και Ελλήνων ενταύθα, έχει προκαλέσει τελευταίως δυσμενεστάτην εντύπωσιν η εμφάνισις εις την Αμερικήν μερικών προσώπων που εμ­φανίζουν εαυτά ως έχοντα εντολάς του βασιλέως και ιδιαιτέρους δεσμούς μαζί του διά να εξυπηρετήσουν ιδικά των επιχειρηματικά συμφέροντα. Επίσης, έχει προκαλέσει χει­ρίστην εντύπωσιν εις τα αμερικανικάς υπηρεσίας το γεγονός ότι τελευταίως υφίστανται "βομβαρδισμόν παρα­κλήσεων" εκ μέρους Ελλήνων διπλωματών και άλλων αντιπροσώπων διά προσωπικά ζητήματα ανωτέρων Αυ­λικών ή διά την παροχήν διευκολύνσεων εις πρόσωπα απο­λαύοντα είτε εμφανιζόμενα ότι απολαμβάνουν της ιδιαι­τέρας ευνοίας του βασιλέως (...). Αρμόδια πρόσωπα εδώ θεωρούν επίσης ότι η όλη υπόθεσις της αγοράς της θαλα­μηγού εγένετο εξ αρχής κατά τρόπον αφίνοντα πολλάς υποψίας (...) γίνεται μία άτοπος και μάλλον ανόητος προσπάθεια συγκαλύψεως της δαπάνης και το πράγμα εμ­φανίζεται ως δωρεά δήθεν των εδώ Ελλήνων εφοπλιστών (...). Λέγεται ότι κάτι το ανώμαλον και ύποπτον κρύπτε­ται όπισθεν της υποθέσεως αυτής, διότι εάν επρόκειτο πε­ρί καλής υποθέσεως, η κυβέρνησις θα έπρεπε να προβή εις την αγοράν δημοσία και χωρίς το τέχνασμα της δήθεν δωρεάς. Η κυβέρνησις θα ηδύνατο επίσης να αναθέση την αγοράν της θαλαμηγού εις τον ναυτικόν ακόλουθον της πρεσβείας μας εις Ουάσιγκτον είτε εις τον εμπορικόν μας ακόλουθον (...) και όχι εις άλλα πρόσωπα σταλέντα εδώ ειδικώς και κατά τρόπον μυστηριώδη». (Το Βήμα, 8 Ιου­νίου 1951.)
Στην υπόθεση αναμειγνύεται επίσημα πια η αμερικανική κυβέρνηση. Μετά τα διαβήματα του πρεσβευτή στην Αθήνα, ο διευ­θυντής του Στέητ Ντιπάρτμεντ Μακ Ντέρμουτ δηλώνει, στις 8 Ιουνίου, ότι «θα διεξαχθεί έρευνα επί των δημοσιευθεισών πληροφοριών κατά τας οποίας ο βασιλεύς των Ελλήνων Παύλος διέθεσε 220 χιλιάδες δολάρια εις το Μαϊάμι προς αγοράν πολυτελούς θαλαμηγού».
Στις 12 Ιουνίου, δημοσιεύεται στις ελληνικές εφημερίδες επιστολή του γενικού γραμματέα του βασιλιά Μιχ.Πεσμαζόγλου, που, «υψηλή επιταγή», εκθέτει στον πρωθυπουργό Σοφ.Βενιζέ­λο το ιστορικό της αγοράς της θαλαμηγού, κατά τη βασιλική εκδοχή. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι προσφέρθηκαν οι εφοπλιστές της Αμερικής να χαρίσουν μία θαλαμηγό στον βασιλιά για τις μετακινήσεις του στην Ελλάδα. Ο βασιλιάς αρνήθηκε την προσφορά, αλλά η ελληνική κυβέρνηση, αφού εξέτασε το ζήτημα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνέφερε να αγοραστεί παλιό περιπολικό του αμερικανικού ναυτικού που είχε μετασκευαστεί σε θαλαμη­γό. Με το σκάφος αυτό, που θα ανήκε στο Πολεμικό Ναυτικό, θα ήταν οικονομικότερες οι μετακινήσεις του βασιλιά. Ύστερα απ'αυτή την κυβερνητική εισήγηση, ο Παύλος δέχτηκε. Αλλά, μετά τον θόρυβο που έγινε, ο βασιλιάς ειδοποιεί τον πρωθυπουργό ότι αποσύρει τη συναίνεση του.
Μ'αυτό τον βασιλικότατο τρόπο, έληγε και το θέμα της θα­λαμηγού. Προς το παρόν, φυσικά, γιατί, αργότερα, η Φρειδερίκη θα εξασφαλίσει αρκετές «δωρεές» σκαφών προς τον βασιλιά και τον διάδοχο.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διάσπαση στην Αριστερά
Ένα μήνα περίπου πριν από τις δημοτικές εκλογές, αρχίζουν δια­πραγματεύσεις ανάμεσα στους διάφορους παράγοντες της Αρι­στεράς για την υπόδειξη κοινού υποψηφίου δημάρχου. Οι συ­σκέψεις που κρατούν δεκαπέντε περίπου μέρες, γίνονται στο γραφείο του I.Σοφιανόπουλου, στις αρχές της οδού Χαρ.Τρι­κούπη. Στις διαπραγματεύσεις παίρνουν μέρος και εκπρόσωποι του ΣΚΕΛΔ.
Οι εκπρόσωποι όλων των κομμάτων και ομάδων της Αριστε­ρά δέχονται ως κοινό υποψήφιο τον Δημήτρη Γονατά που προ­τείνει ο Σοφιανόπουλος. Πρώην αρεοπαγίτης, αντιπρόεδρος των Δημοκρατικών Συλλόγων πριν από το δημοψήφισμα του 1946, ο Δημ.Γονατάς, αδελφός του Στυλιανού Γονατά, έχει το 1950 συ­νεργαστεί με την ΕΠΕΚ. Γνωστός και σεβαστός στην αθηναϊκή κοινωνία, ο Δημήτρης Γονατάς, ψηλός, με αριστοκρατική εμφάνι­ση, άψογα πάντα ντυμένος με σκούρα κοστούμια και σκληρά κο­λάρα, επιβλητικός και ευγενής, είναι μια μορφή του 19ου αιώνα. Ο ίδιος δέχεται την υποψηφιότητά του, αλλά οι διαπραγματεύ­σεις σκοντάφτουν στο πρόγραμμα που θα παρουσιάσει και στις θέσεις δημοτικών συμβούλων που θα πάρουν κάθε κόμμα και ομάδα της Αριστεράς. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός, βέβαιος πως έχει την υποστήριξη του ΚΚΕ, με τον μηχανισμό του και τους ρα­διοσταθμούς στο εξωτερικό, πιέζει για προωθημένο πρόγραμμα και για να πάρει πολλές θέσεις στον συνδυασμό. Έχει την υποστήριξη και του Μιχάλη Κύρκου. Οι άλλοι - Ένωσις Δημοκρατι­κών Αριστερών του Σοφιανόπουλου και ΣΚΕΛΔ των Σβώλου και Τσιριμώκου - επιμένουν να έχουν τον κύριο λόγο, στηριζόμενοι στην κοινοβουλευτική τους δύναμη και στο κύρος των ηγετών τους, που έχουν πάρει τους περισσότερους σταυρούς στις εκλογές του 1950. Τα γεγονότα, πολύ γρήγορα, θα δικαιώσουν τους εκπροσώπους του Δημοκρατικού Συναγερμού, γιατί θ'αποδείξουν ότι οι ψήφοι της Δημοκρατικής Παρατάξεως προέρχονταν οι περισ­σότερες από πολίτες που ακολουθούσαν ακόμα τη γραμμή και την ηγεσία του ΚΚΕ. Οι πλατύτερες δυνάμεις του ΕΑΜ - διαφω­νούντες με την ηγεσία του ΚΚΕ και με την τακτική της και άλλοι - είχαν στην πλειοψηφία τους προσχωρήσει στην ΕΠΕΚ, που, εξάλ­λου, στις περιφέρειες, στις οποίες δεν είχε συνδυασμούς η Δημο­κρατική Παράταξη, ψηφίστηκε από όλους τους αριστερούς.
Οι προθεσμίες για την υποβολή των υποψηφιοτήτων κο­ντεύουν να λήξουν και οι εκπρόσωποι των διαφόρων κομμάτων και ομάδων της Αριστεράς συνεχίζουν τις διαβουλεύσεις και τις διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα και τη σύνθεση του συν­δυασμού Γονατά. Στην τελευταία συνάντηση στο γραφείο του Σοφιανόπουλου, ο Μιχάλης Κύρκος από μέρους και του Δημο­κρατικού Συναγερμού, διαβάζει το κείμενο της προγραμματικής διακήρυξης που θα έπρεπε, κατά την άποψή τους, να κάνει ο υπο­ψήφιος δήμαρχος της Αριστεράς. Οι Γιάννης Σοφιανόπουλος και Ηλ.Τσιριμώκος διαφωνούν και εξαπολύουν έντονη επίθεση ενα­ντίον της Άκρας Αριστεράς. Η συνεδρίαση διακόπτεται στη 1.30 το απόγευμα για τις 4. Αλλά οι εκπρόσωποι του Δημοκρατικού Συναγερμού είναι αποφασισμένοι να επιβάλουν, με κάθε τρόπο, τη δική τους διακήρυξη, ή αλλιώς, να σπάσουν τις διαπραγμα­τεύσεις και να προχωρήσουν σε υποβολή δικών τους υποψηφιο­τήτων. Έχουν ήδη κάνει κρούση στον Αντρέα Ζάκκα. αλλά αυτός δεν δέχεται να είναι υποψήφιος και κλίνουν προς την υποψηφιό­τητα του υφηγητή Γιώργου Σπηλιόπολου.
Λίγη ώρα πριν από την καθορισμένη για την τελική συνάντη­ση, οι παράγοντες του Δημοκρατικού Συναγερμού πηγαίνουν στο γραφείο του υποψηφίου δημάρχου στην οδό Απελλού, όπου βρί­σκεται ο Γονατάς. και του ζητούν να συνεννοηθούν ιδιαίτερα για τη διακήρυξη. Μπαίνουν όλοι μαζί σ'ένα αυτοκίνητο, αλλά, αντί για του Σοφιανόπουλου, όπου είναι το ραντεβού με τους άλλους, σταματούν στο γραφείο του δικηγόρου και βουλευτή Αντρέα Μπικάκη. Εκεί, ζητούν από τον Γονατά να υπογράψει τη διακήρυξη, που έχει έτοιμη ο Μιχάλης Κύρκος. Ο πρώην αρεοπαγίτης τούς παρακαλεί να του δώσουν πίστωση χρόνου. Τα πράγματα όμως βιάζουν. Οι προθεσμίες λήγουν. Οι εκπρόσωποι του Δημοκρατικού Συναγερμού ζητούν από τον υποψήφιο δήμαρχο να τους απα­ντήσει εκείνη τη στιγμή με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Ο Γονατάς αρ­νείται. Ο συνασπισμός των αριστερών κομμάτων και ομάδων για τις δημοτικές εκλογές έχει ουσιαστικά σπάσει. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός και ο Μιχάλης Κύρκος θα υποστηρίξουν για δήμαρ­χο τον γιατρό Γ.Σπηλιόπουλο. Την υποψηφιότητα του Γ.Σπηλιόπουλου αρχίζει αμέσως να την προβάλλει ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα», που εξαπολύει ταυτόχρονα επίθεση εναντίον της ΕΠΕΚ, της Δημοκρατικής Παράταξης, των Πλαστή­ρα, Σοφιανόπουλου, Σβώλου, Τσιριμώκου κ.λπ.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Δημοκρατικός Συναγερμός
Παράπονα, όπως είδαμε στην αρχή, με τον Στεφανόπουλο και το ΣΚΕΛΔ έχει και η ομάδα Παρτσαλίδη (Σοσιαλιστικό Κόμμα), που δεν την δέχτηκαν στους συνδυασμούς της Δημοκρατικής Παρά­ταξης στις εκλογές του 1950. Παρ'όλ'αυτά, ο Γιάννης Πασαλίδης δεν θέλει με κανέναν τρόπο να διασπαστεί η Δημοκρατική Παράταξη. Σχετικά γράφει, στις 14 Νοεμβρίου 1950, από τη Θεσ­σαλονίκη στον δικηγόρο - και αργότερα βουλευτή - Σταύρο Ηλιό­πουλο για όλους τους φίλους του στην Αθήνα:
«.. .1) Πρέπει να καταλάβουν τα κόμματα της Δ.Π. πως ξε­χωριστά δεν μπορούν να παρουσιάσουν καμίαν αξιόλογον δύναμιν, ούτε και μπορούν να γίνουν μαζικά κόμματα, για τούτο, αγαπητέ Σταύρο, πρέπει να φροντίσης να δης τον αγαπητό Μιχάλη (σημ.: εννοεί τον Μιχ.Κύρκο) και τον ΣοσιαλΜωράίτη (σημ.: έτσι αποκαλεί τον Σοφιανόπουλο), και να αρθούν οι διαφορές ώστε να μη διασπασθή η Δ.Π.
2) Στη Βουλή η κοινοβουλευτική παράταξη να εμφανισθή ενιαία, και να μην παρατηρήται το φαινόμενο της πολυαρχηγίας μέσα στους 10 βουλευτές (δεν ομιλώ για το ΣΚΕΛΔ, γιατί εκείνοι ξεχωρίσθηκαν).
3) Μέσα στις σημερινές πολιτικές συνθήκες από τα πράγματα ανεδείχθη αρχηγός εκείνος τον οποίον εφόρτωσαν τους περισσότερους σταυρούς (σημ.: ο Σοφιανόπουλος έχει έλθει πρώτος σε σταυρούς προτιμήσεως στην Αθήνα) και κατά την γνώμην μου ο ΣοσιαλΜωράίτης δεν πρέπει να καταπολεμηθή. Βέβαια και εκείνος ως αρχη­γός στα σοβαρά ζητήματα πρέπει να συμβουλεύηται και τους άλλους...». (Από το προσωπικό αρχείο του Σταύ­ρου Ηλιόπουλου.)
Ο Νίκος Πλουμπίδης, έχοντας ακόμα την εξουσιοδότηση του Ζαχαριάδη να κατευθύνει τις πολιτικές συνεννοήσεις, έρχεται από την παρανομία, άμεσα ή έμμεσα, σε επαφή με διάφορους παρά­γοντες. Σε λίγο συγκροτείται το κόμμα του Δημοκρατικού Συνα­γερμού από τους βουλευτές Διονύση Χριστάκο και Ανδρέα Μπικάκη, τον υφηγητή της Παιδιατρικής Γιώργο Σπηλιόπουλο, τους δικηγόρους Μιχάλη Βουρνά και Γιώργο Δαμασκηνό, τους παλιούς συνδικαλιστές Κώστα Μπασιάκο και Δημήτρη Μαριόλη, τον ηθο­ποιό Σπύρο Πατρίκιο κ.λ.π... Μόνιμη επαφή με τον Πλουμπίδη εί­χε ο Κώστας Μπασιάκος, που τον έκρυβε στο σπίτι του (Ισμήνης 61, λόφος Σκουζέ). Με τον Δημοκρατικό Συναγερμό συνεργάζο­νται και οι Αριστεροί Φιλελεύθεροι βουλευτές Σταμάτης και Φί­λιππος Χατζήμπεης και ο Μιχάλης Κύρκος, πρώην υπουργός και από τους ηγέτες μετά την απελευθέρωση του Πολιτικού Συνα­σπισμού του ΕAM.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εκκαθαρίσεις στο ΚΚΕ
Στην περίοδο αυτή, που και στο Κέντρο και στη Δεξιά και στην Αριστερά γίνονται έντονες ζυμώσεις για νέα σχήματα και η χώ­ρα προσπαθεί ν’αναπροσαρμοστεί από την πολεμική στην ειρη­νική περίοδο, η σύγχυση είναι γενική σε όλες τις παρατάξεις και στα κόμματα. Οι διαμάχες είναι ιδιαίτερα ζωηρές στην Αριστε­ρά, που βρίσκεται πάντα σε σκληρή καταδίωξη. Το ΚΚΕ, αγω­νιζόμενο ν'ανασυγκροτηθεί, στρέφει τα πυρά του εναντίον των άλλων, μικρών κομμάτων και ομάδων της Αριστεράς. Επιδιώκει ή να τα θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχο του ή να τα διαλύσει, για να μην κινδυνεύει να του πάρουν τους οπαδούς του, εκμεταλλευό­μενα τα σοβαρά λάθη της ηγεσίας του, την ήττα του και τον απο­κλεισμό του από τη νόμιμη πολιτική ζωή. Αυτή η διαπάλη έχει ιδιαί­τερο ενδιαφέρον, γιατί θα επηρεάσει τις εξελίξεις της δεκαετίας.
Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού ήταν αναπόφευκτο να δια­λύσει τον μύθο του αλάθητου της ηγεσίας και ιδιαίτερα του γενι­κού γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, που έχει καταφύγει στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αρχίζουν να διατυπώνονται επικρίσεις για την πολιτική που ακολουθήθηκε από το Κόμμα, ενώ ο Ζαχαριάδης και ο στενός κύκλος των πιστών του εξαπολύουν ανελέητη εκστρατεία για την κατασυκοφάντηση και την πο­λιτική και φυσική ακόμα εξόντωση των «αμφισβητιών». Πρώτος τους στόχος, στη διάρκεια ακόμα του Εμφυλίου Πολέμου, είναι ο Μάρκος Βαφειάδης, που αμφισβητεί ότι ήταν ορθή η απόφαση να μετατραπεί ο αντάρτικος σε «τακτικό» στρατό. Ο Βαφειάδης, σε σημείωμα για τις απόψεις του που κατέθεσε ο ίδιος στο πολιτικό γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, στις 15 Νοεμβρίου 1948, γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«Απ'το Κόμμα μας λείπει, σχεδόν από παράδοση, η εσω­κομματική δημοκρατία και οι εκάστοτε καθοδηγήσεις δεν έκαναν ποτέ σοβαρή αυτοκριτική των λαθών τους. Κάθε αντίθετη απόπειρα που γίνεται, πνίγεται με τρόπο αντικομματικό. Οι καθοδηγήσεις του Κόμματος, αντί να σου ανοίγουν τον δρόμο για θαρρετή σκέψη, σου σκοτώνουν τη σκέψη. Έτσι, τα στελέχη μας δεν εκφράζουν καθαρά τη γνώμη τους. Δεν τολμούν να μιλήσουν για βασικά ζητήμα­τα, αντίθετα απ'ό,τι βάζει η καθοδήγηση. Αυτό το καθε­στώς δημιουργεί ένα είδος εκφυλισμού των στελεχών και της κομματικής νοοτροπίας (...). Δημιουργείται το καθε­στώς της κολακείας, ποιος περισσότερο θα λιβανίζει αυτό που λέει η καθοδήγηση, και το Κόμμα οδηγιέται σε σοβα­ρά λάθη (...).
»Η λαθεμένη τοποθέτηση των λαθών της ηγεσίας του Κόμ­ματος μας στη γερμανοφασιστική κατοχή και τον Δεκέμβρη, ότι δηλαδή πάθαμε στρατιωτική ήττα, όχι και πολιτική, οδή­γησε το Κόμμα μας σε περιττούς παλληκαρισμούς και σε μια άσκοπη κατανάλωση της μεγάλης επιρροής του Κόμματος που είχε κερδίσει στην Κατοχή. Η 2η Ολομέλεια του Κόμ­ματος μας συνήλθε προ των εκλογών. Σ'αυτή σχεδόν δεν συ­ζητήθηκε το ζήτημα των εκλογών. Έμεινε ανοιχτό αν θα πά­ρουμε μέρος ή όχι. Αντίθετα, στη στρατιωτική σύσκεψη που'γινε στο τέλος της Ολομέλειας φάνηκε ότι η καθοδήγηση του Κόμματος προσανατολίζεται μάλλον για ένοπλη εξέγερση, για ανατροπή της αντίδρασης. Σαν συνέπεια είχε να οδηγη­θεί το Κόμμα στην επίσης λαθεμένη θέση άρνησης, στην από­φαση αποχής απ'τις εκλογές της 31ης του Μάρτη».
»Το Κόμμα δεν ξεκίνησε με πίστη και απόφαση να επι­κρατήσει το ένοπλο λαϊκό κίνημα. Θέλησε να το χρησιμο­ποιήσει σαν μέσο εκβιασμού για την αντιμετώπιση της κα­τάστασης που προέκυψε από τη Βάρκιζα και μετεκλογικά (...). Καμιά απ'τις οργανώσεις του Κόμματος δεν είχε ξε­καθαρισμένη θέση για το πού τραβάμε. (...). Μέχρι τον Οκτώβρη και σε συνέχεια ελάχιστα κομματικά στελέχη στάλθηκαν στο Αντάρτικο και 150 - 200 μαχητές απ'τις πό­λεις, τη στιγμή που κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν τα στε­λέχη και τα μέλη του Κόμματος για το εκτελεστικό από­σπασμα, τις φυλακές και τις εξορίες».
»Όταν στην κομματική σύσκεψη (...) είπα ότι ένας απ'τους λόγους που δεν πήραμε την Κόνιτσα είναι ότι είμα­στε ακόμα από άποψη οργάνωσης, μέσων και δυνατοτή­των περισσότερο αντάρτες παρά ταχτικός στρατός και δεν είμαστε ακόμα σε θέση να ενεργήσουμε σοβαρές επιθέσεις σε κέντρα, ο σ.Ζαχαριάδης σηκώθηκε όρθιος θυμωμένος και με συνεχείς έντονες διακοπές αναγκάστηκα να μην προ­χωρήσω. (...) Η διατήρηση των σχηματισμών του ταχτικού στρατού που δημιουργήσαμε (...) θα μας κρατήσουν, είτε θέλουμε είτε όχι, στο πνεύμα της άμυνας και κόλλημα σε ορισμένες εχθρικές θέσεις που θα εμποδίσουν την έντονη παρτιζάνικη δράση, με όλες τις συνέπειες. Από την άπο­ψη αυτή ήταν βιαστική η ονομασία των αρχηγείων σε με­ραρχίες». (Η Διάσπαση του ΚΚΕ, τόμος Α', σ. 19-28.)
Αργότερα ο Ζαχαριάδης κατηγορεί για «οπορτουνισμό», «συμ­βιβαστικές τάσεις» κ.λ.π. τους Δημήτρη Παρτσαλίδη και Χρύσα Χατζηβασιλείου, τα μόνα μέλη του πολιτικού γραφείου που το 1946 αντιτάχθηκαν στην απόφαση ν'αρχίσει ένοπλος αγώνας.
Σε σημείωμα του της 14ης Φεβρουαρίου 1950, ο Μήτσος Παρτσαλίδης ασκεί κριτική για την πολιτική του ΚΚΕ από το 1935. Αναφερόμενος στο «λάθος της αποχής από τις εκλογές του 1946», γράφει:
«Επέμεινα πολύ στην ανάγκη της συμμετοχής στις εκλο­γές και για πρώτη φορά "τσακωθήκαμε" με τον σ.Ζαχα­ριάδη που έφτασε να μου πει: "Ξέρεις, τώρα δεν υπάρχει Κομιντέρνα και πρέπει να πείσεις το Κόμμα". Ανοιχτά η ΚΕ πρέπει να αναγνωρίσει το λάθος από τις εκλογές του 1946 και ιδιαίτερα ο σ.Ζαχαριάδης, που στο άρθρο του για τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας διατυπώνει την άποψη πως ο Τίτο στα 1946 μας έσπρωχνε στον ένοπλο αγώνα επι­διώκοντας τη συντριβή μας (...) η επιμονή μας στον ταχτι­κό πόλεμο μας στοίχισε πολύ. Κι αυτό σήμερα θα πρέπει να το παραδεχτούμε. Η επιμονή μας αυτή έχει σχέση με την υποτίμηση των δυνάμεων του εχθρού. Τέτοια υποτί­μηση δείχνει ακόμα ο ισχυρισμός του σ.Ζαχαριάδη πως και μετά την ήττα μας στο Βίτσι - Γράμμο "στην Ελλάδα η κατάσταση παραμένει επαναστατική" (...). Λάθος ήταν και η αλλαγή της 5ης Ολομέλειας στο Μακεδονικό. Το πέ­ρασμα από το σύνθημα της ισοτιμίας στο σύνθημα της πλέ­ριας εθνικής αποκαταστάσεως των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας...».
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Παρτσαλίδης, πιστός τότε απόλυτα στη Σοβιετική Ένωση, προσπαθεί ν' αποδείξει πως ο Ζαχα­ριάδης είναι εθνικιστής, όπως ο Τίτο και τα διάφορα ηγετικά στε­λέχη που καταδικάζονται και εκτελούνται εκείνη την περίοδο στις Λαϊκές Δημοκρατίες για «εθνικιστικές παρεκκλίσεις». Έτσι, στο ίδιο σημείωμα, γράφει:
«Αυτή η "τόλμη", η απόκρουση υποδείξεων - σαν την υπό­δειξη της συμμετοχής στις εκλογές του 1946 - στο όνομα της αυτοτέλειας του Κόμματος, η επιμονή στις λαθεμένες από­ψεις κι ύστερα από τη διόρθωση τους κ.λ.π. κ.λ.π., δεν εί­ναι κάτι σαν φανερώματα της αρρώστιας της εθνικιστικής παρέκκλισης, που παρουσιάστηκε και στ'άλλα κόμματα;



Νομίζω πως κάτι τέτοιο είναι. Η τέτοια αρρώστια πάντα, και στις σημερινές συνθήκες της όξυνσης της διεθνούς κα­τάστασης ιδιαίτερα, αποτελεί σοβαρότατο κίνδυνο (...). Με το φως της κριτικής που έγινε και στ'άλλα κόμματα δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε πως η λαθεμένη γραμμή της χιτλεροφασιστικής κατοχής, η απόφαση του ΠΓ του Ιούνη 1945 σχετικά με την περίπτωση εισβολής του ελ­ληνικού στρατού στην Αλβανία, η θεωρία για τον ελληνικό άξονα με τους δύο πόλους, η παρασιώπηση του ζητήματος της διχτατορίας του προλεταριάτου κ.λ.π., είναι φανερώ­ματα της εθνικιστικής εκδήλωσης και στο Κόμμα μας». (Στο ίδιο, σ. 28-33.)

Με άλλα λόγια, ο Παρτσαλίδης έκανε στον Ζαχαριάδη κριτι­κή ότι δεν συμμορφωνόταν στις υποδείξεις των Σοβιετικών. Αυ­τό όμως δεν τον έσωσε τον Παρτσαλίδη από τη διαγραφή και τους διωγμούς, όταν ο Ζαχαριάδης αποφάσισε να ξεκαθαρίσει και μα­ζί του τους λογαριασμούς.
Σε λίγο θα «αφορίσει» και τον Κώστα Καραγιώργη, γιατί προ­σχωρεί στις απόψεις των επικριτών της τακτικής του Ζαχαριάδη. Σε σημείωμά του προς το πολιτικό γραφείο, στις 6 Ιουνίου 1950, ο Καραγιώργης γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«Αυτή η "παμψηφεί" ομοφωνία μας, αντί να δείχνει μπολσεβίκικη μονολιθικότητα, δείχνει ίσως περισσότερο μια πο­λύ έκδηλη ιδεολογική αποτελμάτωση. Ιδίως, αν σκεφτεί κανένας ότι επί χρόνια τώρα (από το 1941 και δω) σχεδόν τα ίδια πρόσωπα (με ελάχιστες αλλαγές) συζητούν στα κομματικά σώματα χωρίς να μπαίνουν στην ουσία και δέ­χονται κατά κανόνα όσα λέει κάθε φορά η εισήγηση. Έτσι, π.χ, στην άλλη Κατοχή και αμέσως ύστερα απ'αυτήν κα­ταδικάστηκαν "παμψηφεί" οι απόψεις του Γιάννη Ζεύγου και οι δικές μου, που ήσαν αντίθετες από την οπορτουνιστική γραμμή της καθοδήγησης, αλλά οι ίδιες απόψεις (στο βασικό τους πυρήνα) πάλι "παμψηφεί" εγκρίθηκαν αργό­τερα, όταν αυτή τη φορά τις παρουσίασε στην 5η Ολομέ­λεια ο σ.Ζαχαριάδης κάνοντας με τετράχρονη καθυστέ­ρηση την κριτική της κομματικής γραμμής στην άλλη κατοχή. "Παμψηφεί" καταδικάστηκαν οι γνώμες του Μάρκου Βαφειάδη. "Παμψηφεί" καταδικάζεται τώρα ο Παρτσαλίδης. Αλλά "παμψηφεί" είχε γίνει δεκτό και εκείνο το εθνικιστικό σοβινιστικό "τερατούργημα" (όπως τώρα αυτοκριτικά το λέει ο Ζαχαριάδης ο ίδιος) της απόφασης του Π.Γ. στα 1945, που έλεγε ότι, εάν αποφασίσουν τα αστικά δημοκρατικά κόμματα στρατιωτική εισβολή από μέρους της Ελλάδας (της μοναρχοφασιστικής φυσικά Ελλάδας του καλοκαιριού του 1945) εναντίον της (Λαϊκοδημοκρατικής) Αλβανίας, το ΚΚΕ παρά τις επιφυλά­ξεις του θα το δεχτεί (...). "Παμψηφεί" ακόμα έγινε δε­χτή και η αντισοβιετική κατά βάση και αναμφισβήτητα οπορτουνιστική αντίληψη του σ.Ζαχαριάδη στη 12η Ολο­μέλεια και στο 7ο Συνέδριο για τον ρόλο της Αγγλίας στην Ελλάδα σαν αντιστάθμισμα για πίεση από Βορρά (Λαϊ­κές Δημοκρατίες και Σ.Ένωση). Και φυσικά πάλι "παμ­ψηφεί" τώρα η ΚΕ δέχτηκε την αυτοκριτική του σ.Ζαχα­ριάδη (απόλυτα ανεπαρκή και μασημένη για το ζήτημα της Αγγλίας), τώρα, έπειτα από 5 ολόκληρα χρόνια, όχι βέβαια από πρωτοβουλία του (...). Η τελευταία μας Ολο­μέλεια. αντί να αισθανθεί βαθιά τη σημασία του θέματος, γλίστρησε και σε αντισοβιετικό κατήφορο καθοδηγούμε­νη από το Π.Γ. Αν έτσι τους ξεφεύγει και μιλάνε οι σ.Ζα­χαριάδης και Ιωαννίδης για τους Μπολσεβίκους, σε μια τέτοια Ολομέλεια έπειτα από την ήττα μας, όταν έχουμε τέτοιο θέμα, πώς θα μιλούσαν (και κυρίως πώς θα σκέ­φτονταν), αν είμαστε ακόμα με τα όπλα στα βουνά της Ελλάδας...». (Στο ίδιο, σ. 33-39.)

Ο Κώστας Καραγιώργης (Γυφτοδήμος), γιατρός και δημο­σιογράφος, διευθυντής του Ριζοσπάστη κατά την περίοδο 1944 - 47, κατηγορείται από τον Ζαχαριάδη για προδοσία, καθαιρείται από την Κεντρική Επιτροπή τον Ιούνιο του 1950 και διαγράφεται από το ΚΚΕ. Αργότερα, πιστά στον Ζαχαριάδη στελέχη, με εντο­λή του αρχηγού, στήνουν στον Καραγιώργη ενέδρα σε δρόμο του Βουκουρεστίου, κατηγορώντας τον ότι σκόπευε να μπει στη γιου­γκοσλαβική πρεσβεία (το κτίριο της βρισκόταν κοντά στο σπίτι όπου έμενε ο Καραγιώργης). Με τέτοιες «κατηγορίες» κλείνουν τον Καραγιώργη σε ρουμανική φυλακή, όπου και θα πεθάνει το 1956, σε αξεκαθάριστες ακόμα συνθήκες. (Βλέπε λεπτομέρειες στο: Κώστα Καραγιώργη, Από τη Βάρκιζα ως τον Εμφύλιο Πόλε­μο, Εκδόσεις Διάλογος.)
Παρά την έντονη νομιμοφροσύνη προς το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα που δείχνουν οι διαφωνούντες με τον Ζαχαριάδη, δεν πρόκειται, όσο ζει ο Στάλιν, να πετύχουν τίποτε, εκτός από τη δική τους καταδίκη και καταδίωξη. Ο Ζαχαριάδης έχει την υπο­στήριξη της σοβιετικής ηγεσίας, που, γενικά, δεν συμπαθεί τα στελέχη με ανεξαρτησία γνώμης απέναντι στους διορισμένους από την ίδια τοπικούς αρχηγούς. Ο Ζαχαριάδης πραγματοποιεί με­γάλη εκκαθάριση όλων των στελεχών που του ασκούν κριτική. Για αντιπερισπασμό στις επικρίσεις για τις ολέθριες συνέπειες της δικής του τακτικής, «αναθεωρεί» τη γραμμή και την πολιτική του ΚΚΕ κατά την περίοδο της γερμανοιταλικής κατοχής. Όπως την αποτυχία του «Δεύτερου Αντάρτικου» την απέδωσε, για ν'απαλλαγεί ο ίδιος από τις ευθύνες, στην «προδοσία» του Τίτο, την ήττα του 1944 τη φορτώνει στον Σιάντο, που έχει πεθάνει το 1947. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ «ανακαλύπτει» τώρα, με τη βοήθεια των Βλαντά, Γούσια, Μπαρτζώτα, Κολιγιάννη κ.λ.π., ότι ο Σιάντος ήταν «πράκτορας της Ιντέλιντζενς Σέρβις» από πα­λιά και, γι'αυτό, συνειδητά «υπέταξε τον ΕΛΑΣ στα αγγλικά συμφέροντα και στην αγγλική ιμπεριαλιστική πολιτική». Με απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ του Φεβρουαρίου του 1951, ο γενικός γραμματέας του Κόμματος κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο «γέ­ρος του αγώνα», χαρακτηρίζεται, τέσσερα περίπου χρόνια ύστε­ρα από τον θάνατο του, «ξεσκολισμένος προβοκάτορας της Αγγλίας».
Τα χιλιάδες στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που έχουν απομείνει στην Ελλάδα - τα περισσότερα στις φυλακές ή στα στρατόπεδα εξορίας - παρακολουθούν με απορία και κατάπληξη όλες αυτές τις «αποκαλύψεις». Διατηρώντας όμως την πίστη τους στο αλά­θητο του Στάλιν και του Ζαχαριάδη, πείθονται εύκολα ότι όλες αυτές οι κατηγορίες είναι ορθές και ότι η πραγματοποιούμενη εκκαθάριση στις γραμμές του Κόμματος αποβλέπει στην ανανέωσή του. Έτσι, συμβιβάζουν την πειθαρχία στο Κόμμα με την αγανάκτηση τους για τους υπεύθυνους της ήττας και μπορούν πιο εύκολα ν'αντιμετωπίσουν το συνεχιζόμενο δράμα το δικό τους και των οικογενειών τους.
Για να μην υπάρξουν ταλαντεύσεις και στο εσωτερικό και να εφαρμοστεί πιστά η γραμμή της, η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει, με πλαστά διαβατήρια, στην Ελλάδα τα μέλη της Κεντρικής Επι­τροπής Νίκο Μπελογιάννη και Νίκο Ακριτίδη, παλιό μαθητή της Σχολής Ευελπίδων και ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ κατά την Κα­τοχή. Έχει υποστηριχτεί πως ο Ζαχαριάδης, που «ήταν δαιμόνιος και αδίστακτος», έστειλε τον Μπελογιάννη, που «ήταν ιδεολόγος κομμουνιστής διανοούμενος» και «άνθρωπος με ευρύτερους προ­βληματισμούς» στην Ελλάδα για «να τον απομακρύνει από τον χώρο, όπου άρχισαν να αναπτύσσονται οι διαφωνίες και οι αντι­θέσεις» και γι'αυτό τον σύνδεσε με τις «διαβρωμένες» από την Ασφάλεια οργανώσεις στην Αθήνα. (Πότη Παρασκευοπούλου, Ποιος σκότωσε τον Μπελογιάννη, σ. 14-15.) Αν και ορισμένοι από τους ισχυρισμούς αυτούς είναι επιβεβαιωμένοι από το ιστορικό υλικό (όπως π.χ., ότι ο Ζαχαριάδης ήταν αδίστακτος στην εσω­κομματική διαπάλη), δεν νομίζω ότι προσφέρονται στοιχεία που να πείθουν ότι ο τότε γενικός γραμματέας του ΚΚΕ ήθελε να εξου­δετερώσει τον Μπελογιάννη ή ότι ο Μπελογιάννης, όταν ξεκίνη­σε για την Ελλάδα, είχε οποιαδήποτε διαφωνία με τη γραμμή του Ζαχαριάδη και με τις εκκαθαρίσεις στο Κόμμα από τα «οπορτουνιστικά» στοιχεία. Φοβάμαι, τουλάχιστον ώσπου να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία, ότι πρόκειται για μια αγιογράφηση του Μπελογιάννη, επηρεασμένη από την αληθινά ηρωική στάση του στο στρατοδικείο και στο εκτελεστικό απόσπασμα και προσαρ­μοσμένη στις σημερινές ανάγκες της διαπάλης στους κόλπους της Αριστεράς, που δεν βλέπει το ιστορούμενο πρόσωπο με τις πραγ­ματικές διαστάσεις και αντιφάσεις του στη συγκεκριμένη ιστορι­κή στιγμή.
Όπως είδαμε, ο Μπελογιάννης πέφτει στα δίχτυα της Ασφά­λειας, ενώ ο Ακριτίδης κατορθώνει να ξεφύγει στο εξωτερικό. Κύ­ρια κατεύθυνση του ΚΚΕ στο εσωτερικό είναι η ανάπτυξη αγώ­νων των εργαζομένων, ο έλεγχος των νόμιμων πολιτικών κομμάτων της Αριστεράς και των συνδικάτων, η ανασυγκρότηση των δικών του οργανώσεων, που έχουν δεχτεί αποφασιστικά πλήγματα από τις υπηρεσίες ασφαλείας, αλλά και η προετοιμασία για νέα ένο­πλη αναμέτρηση, που ο Ζαχαριάδης την θεωρεί αναπόφευκτη και γιαυτό προβάλλει και το σύνθημα «τα όπλα παρά πόδα». Εξάλ­λου, το ΚΚΕ αυτή την περίοδο κάνει αδιάκοπη πολεμική εναντίον τωv άλλων σχηματισμών της Αριστεράς.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ενδοκυβερνητικές διαμάχες
Στο μεταξύ, έχουν ξεσπάσει σοβαρές ενδοκυβερνητικές διαμά­χες, που εκδηλώνονται κυρίως γύρω από τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας και τους λιγνίτες της Πτολεμαΐδας.
Για την Εθνική Τράπεζα έχουν συμφωνήσει τα δύο κυβερνη­τικά κόμματα να υποστηρίξουν για διοικητή τον φιλελεύθερο υπουργό των Οικονομικών Σταύρο Κωστόπουλο και για υποδιοι­κητή τον παπανδρεϊκό Ν.Πορφυρογέννη. Αλλά, ενώ ο Κωστόπουλος εκλέγεται πραγματικά διοικητής, η συνέλευση των μετό­χων ψηφίζει για υποδιοικητή, αντί για τον Πορφυρογέννη, τον Φ.Μαντέα. Ο Παπανδρέου θεωρεί το γεγονός ως απιστία από μέ­ρους των Φιλελευθέρων και οι σχέσεις του με τον Βενιζέλο ψυχραίνονται.
Σοβαρότερη όμως είναι η υπόθεση της Πτολεμαΐδας, στην οποία ανακατεύονται και οι Αμερικανοί. Ο Παπανδρέου, ως υπουργός Συντονισμού, έχει διαπραγματευτεί με την εταιρεία Φίλη να της παραχωρηθούν οι λιγνίτες της Πτολεμαΐδας για να τους αξιοποι­ήσει. Η σύμβαση όμως και το σχετικό νομοσχέδιο έχουν προκα­λέσει πολλές αντιδράσεις μέσα στην ίδια την κυβέρνηση και στους Αμερικανούς.
Η σύμβαση με τον Οίκο Φίλη έχει την προϊστορία της: Το 1939, ο Γερμανός ειδικός Χαίγκελ, που έκανε έρευνες στην περιοχή, δια­πίστωσε ότι στην Πτολεμαΐδα υπήρχαν δυνατά αποθέματα λιγνιτών 6 δισεκατομμυρίων τόνων. Το 1940, η κυβέρνηση Μεταξά υπο­γράφει με τον Ελληνοαμερικανό δικηγόρο στο Μπούφαλο, Γ.Φίλη, σύμβαση, με την οποία του παραχωρεί το δικαίωμα να εκμεταλ­λεύεται τους λιγνίτες της Πτολεμαΐδας. Επειδή όμως ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τους όρους της σύμβασης, κηρύσσεται έκπτωτος. Το 1946, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, ανακαλείται η έκπτωση και παρέχεται στον ανάδοχο νέα προθεσμία, ως τις 31 Δεκεμβρίου 1950, για να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Μια μέρα πριν να εκπνεύσει η προθεσμία, επιχειρηματίας της Αθήνας καταβάλλει το ποσό, που προβλέπει η σύμβαση (400.000 δολάρια) για την εγκατάσταση κ.λ.π.
Από την ελληνική πλευρά η σύμβαση επικρίνεται ως το ίδιο ή και περισσότερο «επαχθής» και επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα με εκείνη που είχε υπογράψει η δικτατορία Μεταξά το 1940, με τον ίδιο επιχειρηματία. Το Βήμα, που πρωτοστατεί στην κριτική για τη σύμβαση και επιμένει να μην ψηφιστεί το σχετικό νομοσχέδιο, γράφει ότι παρέχονται πολλά προνόμια στην εταιρεία και «μένει ανεκμετάλλευτη μια τεράστια πλουτοφόρος έκτασις», γιατί απαγορεύεται η ίδρυση άλλου, παρόμοιου εργοστασίου στην περιοχή.
Το Βήμα τονίζει επίσης ότι η σύμβαση εξασφαλίζει στον Οίκο Φίλη πλήρη συναλλαγματική, φορολογική και δασμολογική ασυδοσία και «δικαιώματα πρωτοφανή και ωχριώντα προ του προνομίων της «ΠΑΟΥΕΡ». Και καλεί τη Βουλή «να μην επιτρέψη την εγκαθίδρυσιν εις την χώραν μας μιας νέας εταιρείας, η οποία θα λυμαίνεται όχι πλέον μίαν περιοχήν της Ελλάδος, αλλά ολόκληρον την χώραν». (Το Βήμα, 17 Μαρτίου 1951).
Εκτός από το Το Βήμα, που εκείνη την περίοδο επικρίνει τον Γ.Παπανδρέου γενικότερα για την πολιτική του στο Υπουργείο Συντονισμού (Το Βήμα κατηγορεί τον Γ.Παπανδρέου για «κομματικόν φατριασμόν» στο Υπουργείο Συντονισμού και για «ναρκισσισμόν». Τον κατηγορεί επίσης ως υπεύθυνο για την παραίτηση είκοσι ανωτάτων υπαλλήλων του υπουργείου και των υφυπουργών Κ.Δοξιάδη και Κ.Τσάτσου, Το Βήμα 4, 7 Μαρτίου κ.λ.π.), έντονη κριτική για τη σύμβαση ασκεί και η κομμουνιστική Αριστερά. (Η σύμβαση προβλέπει παραχώρηση στον Οίκο Φίλη της εκμεταλλεύσεως του λιγνίτη για 35 χρόνια, ίδρυση από τον ανάδοχο εργοστασίου παραγωγής ενεργείας άλλου, μπρικετοποιημένου λιγνίτη, μεταλλουργικών και άλλων βιομηχανιών, προνομιακή διάθεση των προϊόντων τους στους ελληνικούς σιδηροδρόμους κ.λ.π.) Το περιοδικό της κομμουνιστικής Αριστεράς Ανταίος γράφει ότι «η σύμβαση Φίλη αποτελεί υπόδειγμα μονοπωλιακής παράδοσης του πολυτιμότερου ενεργειακού πλούτου της χώρας μας σε χέρια ιδιώτη». (Τεύχος 3, 1951)
Εξάλλου, για δικούς τους λόγους, αντιδρούν στη σύμβαση και οι Αμερικανοί. Ο αρχηγός της Οικονομικής Αποστολής στέλνει στη κυβέρνηση έγγραφο για ν’αποσυρθεί το σχετικό νομοσχέδιο, κατηγορώντας τον Παπανδρέου ότι αγνοεί τις υποδείξεις των αρμοδίων Αμερικανών και ότι είναι υπεύθυνος για τον σάλο στο Υπουργείο Συντονισμού. Ο Γ.Παπανδρέου απειλεί να παραιτηθεί. Προκαλείται νέα κυβερνητική κρίση. Τελικά, ύστερα από επανειλημμένες συνεννοήσεις και συσκέψεις με τους Αμερικανούς, το θέμα ρυθμίζεται και η Βουλή, στις 30 Μαρτίου, ψηφίζει το νομοσχέδιο. Ο Παπανδρέου δίνει ιδιαίτερη σημασία στην κατασκευή του θερμοηλεκτρικού εργοστασίου της Πτολεμαΐδας, στο πλαίσιο της προσπάθειας για τον εξηλεκτρισμό της χώρας. (Το νομοσχέδιο για την ίδρυση της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού – ΔΕΗ έχει ψηφιστεί από τη Βουλή τον Ιούλιο του 1950). Ο Παπανδρέου πιστεύει πως οι Αμερικανοί αντιδρούν, γιατί θέλουν να μείνουν αχρησιμοποίητα τα 12 εκατομμύρια δολάρια, που έχουν παραχωρηθεί ως ειδική βοήθεια για την αξιοποίηση της Πτολεμαΐδας, και να τα πάρουν πίσω, και γιατί οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίων είναι αντίθετες σε κάθε έργο παραγωγής καύσιμης ύλης στην Ελλάδα. Γι’αυτό ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως χαρακτηρίζει «μειοδότες» όσους από ελληνικής πλευράς αντιδρούν στη σύμβαση Φίλη. (Γ.Παπανδρέου, Η ζωή μου, τόμος Β’, σ.351-2).