Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Μέτρα επιεικείας»

Στο μεταξύ, ο σάλος για τις εκτελέσεις συνεχίζεται. Η κυβέρνη­ση δέχεται πυρά από τις γραμμές της, ενώ ο Συναγερμός εξακο­λουθεί να απέχει από τη Βουλή. Ο Μακρής της ΓΣΕΕ κάνει πρό­ταση να σχηματιστεί κυβέρνηση από τα τρία κόμματα. Την πρόταση δέχεται με ευχαρίστηση ο Βενιζέλος, την αποκρούει όμως και πάλι ο Παπάγος. Ο Πιουριφόυ αναπτύσσει έντονη δραστη­ριότητα για να εξασφαλίσει υπόσχεση του πρωθυπουργού για εκλογές με πλειοψηφικό, καθώς και ανάκληση της διαταγής του Σακελλαρίου για να ικανοποιηθεί ο Συναγερμός και να γυρίσει στη Βουλή. Προσπαθεί επίσης να συμφιλιώσει τον στρατάρχη με τον βασιλιά. Την 1η Απριλίου, ο Αμερικανός πρεσβευτής έχει πο­λύωρη συνομιλία με τον βασιλιά. Την άλλη μέρα με τον Παπάγο. Στις 5 Απριλίου, ο Παπάγος επισκέπτεται τα Ανάκτορα του Τα­τοΐου και έχει πολύωρη συνομιλία με τον βασιλιά, που ο συναγερμικός Τύπος την χαρακτηρίζει εγκάρδια.

Η παραίτηση του υπουργού Συντονισμού Γ.Καρτάλη ήταν, όπως είδαμε, σοβαρό πλήγμα για την κυβέρνηση και προσωπικά για τον πρωθυπουργό. Πιεζόμενος τώρα από τον ίδιο τον άρρω­στο πρωθυπουργό και από τους άλλους παράγοντες της ΕΠΕΚ να μην επιμείνει στην παραίτησή του, ο Γ.Καρτάλης επιδιώκει ν'ανταλλάξει την παραμονή του στην κυβέρνηση με την προώθηση της ειρηνευτικής πολιτικής, έστω και τραυματισμένης βαριά από τις εκτελέσεις. Υποστηριζόμενος και από άλλους βουλευτές της ΕΠΕΚ. ο Γ.Καρτάλης ζητά να ψηφιστούν το γρηγορότερο τα «μέ­τρα ειρηνεύσεως» και να επεκταθούν.

Στο σημείο αυτό, ρεαλιστική παρουσιάζεται και η στάση της ΕΔΑ, που επιδιώκει, από τη μία να αποφύγει τη διάλυση, που θα ήταν ένα νέο σοβαρό πλήγμα για το αριστερό κίνημα, κι από την άλλη να συμβάλει στο να προωθηθούν τα ειρηνευτικά μέτρα. Σε ανακοίνωση της, την 1η Απριλίου, αφού διαμαρτύρεται και πάλι για τις εκτελέσεις, καταλήγει:

«Η θλιβερά υπόθεσις των εκτελέσεων δεν είναι σωστό να αφυπνίζη τα πολιτικά πάθη και μίση. Γι'αυτό η Δ.Ε. της ΕΔΑ πιστεύει πως οι νωποί τάφοι, αντί για αφετηρία νέου κύκλου αιμάτων, μπορεί και πρέπει να σταθούν ανυπέρ­βλητος φραγμός στο αιματηρό παρελθόν και απαρχή ενώ­σεως όλου του δημοκρατικού ελληνικού λαού για ένα ει­ρηνικό δημοκρατικό μέλλον».

Την 1η Απριλίου, με τη συγκλονιστική επίδραση των εκτελέ­σεων, αρχίζει στη Βουλή η συζήτηση του νομοσχεδίου για τα «μέ­τρα ειρηνεύσεως». Η έκπληξη της ημέρας είναι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος Κ.Τσαλδάρης: Υποστηρίζει να καταργηθεί η θανατική ποινή και να δοθεί αμνηστία. Αλλά ο πιο εντυπωσια­κός ομιλητής είναι ο ανεξάρτητος της Αριστεράς Μιχάλης Κύρ­κος, που αναπτύσσει δύο ολόκληρες ώρες το θέμα, ζητά γενική αμνηστία και υποβάλλει πρόταση νόμου, υπογεγραμμένη και από 29 ακόμα βουλευτές, κυρίως της ΕΠΕΚ, να καταργηθεί η θα­νατική ποινή.

Στις 2 Απριλίου, γίνεται σύσκεψη της κοινοβουλευτικής ομά­δας της ΕΠΕΚ. Έχουν αξιώσει να γίνει οι έντονα διαμαρτυρόμενοι για τις εκτελέσεις βουλευτές. Πολλοί κατηγορούν τον υπουρ­γό Δικαιοσύνης ότι παραπλάνησε τα στελέχη της ΕΠΕΚ με ανακριβείς διαβεβαιώσεις. Ο Καρτάλης τον υποστηρίζει, διαβε­βαιώνοντας την κοινοβουλευτική ομάδα ότι ο Παπασπύρου έκα­νε ό,τι τού ήταν δυνατόν μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων του να ματαιωθούν οι εκτελέσεις. Ο Ιωσήφ ζητά ευθύνες από την κυ­βέρνηση, γιατί δεν έθεσε πολιτικό ζήτημα έγκαιρα ώστε ν'αποτραπούν οι εκτελέσεις. Τελικά, η κοινοβουλευτική ομάδα, με ανακοίνωση της, «διαδηλώνει την αφοσίωσίν της προς τον αρχηγόν και την απόφασή της, συσπειρωμένη περί αυτόν, να εντείνη τας προσπαθείας της διά την πραγμάτωσιν των στόχων του κόμ­ματος, ήτοι της εσωτερικής ειρηνεύσεως και των κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων προς όφελος του εργαζομένου λαού». (Εφημερίδες, 3 Απριλίου 1952.)

Την άλλη μέρα, γίνεται στο σπίτι του πρωθυπουργού συνάντη­ση του Βενιζέλου και του Καρτάλη. Στη σύσκεψη που ακολουθεί, ο Βενιζέλος δέχεται να επεκταθούν τα «μέτρα ειρηνεύσεως» (από­λυση από τις φυλακές με όρους) και στους καταδικασμένους σε ισόβια δεσμά, να επιταχυνθούν οι εργασίες των επιτροπών ασφα­λείας για την απόλυση εξόριστων, να καταργηθούν τα πιστοποιη­τικά κοινωνικών φρονημάτων και να επανεξεταστούν οι περι­πτώσεις δημοσίων υπαλλήλων που απολύθηκαν. Ύστερα απ' αυτό, ο Καρτάλης δηλώνει:

«Η εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων εξασφαλίζει την συ­νεπή και ταχείαν εκπλήρωσιν του κυβερνητικού προγράμματος ειρηνεύσεως, παρά τον κλονισμόν, τον οποίον υπέ­στη τούτο τας πρωϊνάς ώρας της παρελθούσης Κυριακής. Υπό τας προϋποθέσεις αυτάς και εν όψει της ανάγκης να διατηρηθή αρραγές το φράγμα κατά της Άκρας Δεξιάς, απεφάσισα να αποδεχθώ την παράκλησιν του κ.πρωθυπουργού και της συνελεύσεως των βουλευτών της ΕΠΕΚ, ομοφώνως εκφρασθείσαν και να παραμείνω εις την κυβέρνησιν». (Εφημερίδες. 4 Απριλίου 1952.)

Από όσα συμφωνήθηκαν στη σύσκεψη Πλαστήρα – Βενιζέλου - Καρτάλη λίγα θα εφαρμοστούν. Ελάχιστοι εξόριστοι θα απολυ­θούν ως τις νέες εκλογές, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονη­μάτων δεν θα καταργηθούν. Οπωσδήποτε όμως ο νόμος «περί μέτρων ειρηνεύσεως», χωρίς επεκτάσεις και προσθήκες, ψηφίζε­ται και υπογράφεται, ύστερα από αρκετούς δισταγμούς και παρελκύσεις, από τον βασιλιά στις 18 Απριλίου. Και αμέσως αρχί­ζει η απόλυση κρατουμένων.

Προσπάθειες για να εφαρμοστούν τα μέτρα ειρηνεύσεως καταβάλλει και ο υπουργός Δικαιοσύνης Δ.Παπασπύρου, που δεν θέλει η υπουργία του να μείνει συνδεδεμένη μόνο με τις εκτε­λέσεις των τεσσάρων, αλλά και με ευεργετικές αποφάσεις και ενέργειες για τους πολιτικούς κρατούμενους. Ο Μιχ.Κύρκος γράφει στις 2 Απριλίου, στο Ημερολόγιο του (σελ. 47).

«Ο υπουργός Παπασπύρος με πήρε μπράτσο στη Βουλή κι αφού με συνεχάρη για τον λόγο μου, με παρεκάλεσε να παρακολουθήσω το νομοσχέδιο και να τον βοηθήσω να το διευρύνη. Μ'έκαμε πολύ εντύπωσι, γιατί τον μεταχειρί­στηκα σκληρά στον λόγο μου».

Και στις 7 Απριλίου:

«Συναντήθηκα με τον υπ.Δικ.Παπασπύρο. Μου μίλησε με πολλή ζωηρότητα για τις προσπάθειες που έκαμε να ευρύνη τα μέτρα ειρηνεύσεως και την αντίδραση που συνήντησε από την πλευρά του Βεν. Του έδειξα τη σημερινή Βραδυνή με την πληροφορία ότι στη Λάρισα 30 ανυπότα­κτοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο σε μια συνεδρίαση. Κό­πηκε η αναπνοή του! Τον ξαναείδα μετά μία ώρα και ύστε­ρα από συνάντησί του με τον Βεν. Μου είπε ότι τον έπεισε και θα καταθέσουν νομοσχέδιο παραγραφής των αδικη­μάτων ανυποταξίας». (Σελ. 47-48.)

Ανυπότακτοι, σε άλλες περιπτώσεις, είχαν εκτελεστεί - όπως ο Νίκος Μαλίκης - ύστερα από καταδίκη τους σε θάνατο για ανυ­ποταξία, παρόλο ότι στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ήταν εκτοπισμένοι.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διαμάχη Ρέντη - οικογένειας Μπάτση
Την ίδια μέρα που γίνονται οι εκτελέσεις, η γυναίκα του Μπάτση στέλνει στις εφημερίδες την ακόλουθη επιστολή, αποκαλυπτική για τις μεθόδους του «αντικομμουνιστικού κράτους»:
«Κύριε Διευθυντά,
Νομίζω ότι η κοινή γνώμη πρέπει να πληροφορηθή κατά ποίον τρόπον ο σύζυγος μου έφθασεν εις το απόσπασμα, εξαπατηθείς από όλους. Μετά την σύλληψίν του και πολύ προ της ανακαλύψεως των ασυρμάτων, συνήντησα τον κ.Ρέντην. Μου είπεν ότι οι κομμουνισταί επήραν στον λαιμό τους τον άνδρα μου, τον επρόδωσαν και τον εξηπάτησαν. Μερικές ημέρες αργότερον ανεκαλύφθησαν οι ασύρματοι. Είδον ξανά τον κ.Ρέντην, ο οποίος μου είπεν ότι εις τα σή­ματα αναφέρεται ονομαστικώς ο σύζυγος μου, ενώ οι άλλοι ανεφέροντο με αριθμούς και ότι είναι φανερόν πως οι κομ­μουνισταί επεδίωκον να τον εξοντώσουν. Εάν δε ο σύζυγος μου κατέθετε όσα εγνώριζε, εκείνος μου έδιδε την ρητήν υπόσχεσιν ότι θα τον έσωζε, δεδομένου ότι και ο ίδιος επίστευε πως ο άνδρας μου ήταν ένας παρασυρθείς ιδεολόγος.
Εζήτησα να μου επιτρέψουν να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά δεν κατέστη δυνατόν. Τότε, έδωσα εις τον κ.Ρέντην μίαν επιστολήν προς τον άντρα μου, όπου τον εκλιπαρού­σα να καταθέση όσα εγνώριζε και τον πληροφορούσα διά την διαβεβαίωσιν του κ.Ρέντη. Ο σύζυγος μου κατέθεσεν ό,τι εγνώριζε. Μίαν ημέραν των αρχών Ιανουαρίου, μετά το πέρας της προανακρίσεως, είδα τον άνδρα μου εις το γραφείον του κ.Πανοπούλου και επί παρουσία του κ.Ρέ­ντη διά πρώτην φοράν από της συλλήψεώς του. Εις την συνάντησιν αυτήν μου είπε, παρουσία των δύο ανωτέρω, ότι είπεν όλην την αλήθειαν, ο ίδιος δε ο κ.Πανόπουλος το επεβεβαίωσεν. Απόδειξις του πόσον εφαίνοντο πιστεύοντες εις την ειλικρίνειαν του συζύγου μου είναι ότι ο κ.Πανόπουλος γενομένης συζητήσεως (...) είπεν ότι αυτός ο ίδιος θα έδιδε συμβουλάς εις τον συνήγορον διά τον τρόπον με τον οποίον έπρεπε να γίνη η υπεράσπισις. Επί παρουσία του κ.υπουργού ο κ.Πανόπουλος είπεν ότι η μετάνοιά του ήταν ειλικρινής και ότι εβοήθησε την ανάκρισιν. Ακόμα και μετά την εις θάνατον καταδίκην, ο κ.Ρέντης με διεβεβαίωσεν ότι είχε αναλάβει ρητην υποχρέωσιν απέναντι του συ­ζύγου μου και ότι αυτός έσωσε τον φονέα του υπουργού Λαδά και τον περίφημον Μπέρμαν, μόνον και μόνον διότι εβοήθησαν την ανάκρισιν θα έσωζε οπωσδήποτε τον σύζυγόν μου.
Κύριε Διευθυντά, ο σύζυγος μου είναι πλέον νεκρός, αλ­λά ήθελα οι αναγνώστες σας να πληροφορηθούν πώς επί­σημοι εκπρόσωποι του κράτους έπαιξαν με την αγωνίαν ενός ανθρώπου».
Κάτω από το γράμμα της Λίλιαν Μπάτση έγραφε ο πατέρας του:
«Προσυπογράφων, κ.Διευθυντά, τα όσα ανωτέρω η νύφη μου εκθέτει, προσθέτω ότι μετά την υπό ενός ψήφου απόρριψιν αιτήσεως χάριτος του υιού μου από το Συμβούλιον Χαρίτων, ανέμενον ότι η ανέκαθεν αφοσίωσίς μου προς τους βασιλείς, δι'ους και μόνον εξωρίσθην και εφυλακίσθην, και οι πολυετείς υπηρεσίαι μου προς το έθνος θα συνετέλουν ώστε το πλήγμα που υπέστην μετά την σύλληψιν και καταδίκην του υιού μου να μη συνεπληρούτο με την θανατικήν εκτέλεσίν του. Α.Μπάτσης, αντιναύαρχος ε.α.». (Εφημερίδες, 31 Μαρτίου και 1ης Απριλίου 1952.)
Η επιστολή της Λίλιαν Μπάτση προκαλεί εντύπωση. Τι έχει λοιπόν συμβεί; Ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί και υπουργοί εξα­πατούν μια οικογένεια, παίζοντας με το κεφάλι ενός ανθρώπου, ενός νέου επιστήμονα; Αυτά και άλλα ερωτήματα θέτουν οι εφη­μερίδες. Και οι συνήγοροι του ρωτούν γιατί καταδικάστηκε σε θάνατο ο Μπάτσης, αφού δεν αποδείχτηκε καμιά σχέση του με κατασκοπία, ούτε, τουλάχιστον άμεση, με τους ασυρμάτους.
Την απάντηση στη Λίλιαν Μπάτση δίνει ο I.Πανόπουλος. Σε έγγραφη δήλωση του, αναφέρει ότι «κατά μίαν περίοδον εσχηματίσθη η εντύπωσις ότι ο κατηγορούμενος Μπάτσης υπήρξεν ει­λικρινής και ανεκοινώθη τούτο εις την σύζυγόν του (...). Βραδύτερον όμως διεπιστώθη εξ εγγράφων στοιχείων ότι η εντύπωσις αύτη ήτο εσφαλμένη, ανεκοινώθη δε τούτο εις τον κατηγορούμενον Μπάτσην τόσον υπ'εμού όσον και υπό των αστυνομικών δι­ευθυντών κ.κ.Λιαρομμάτη και Ρακιντζή». Και η δήλωση Πανόπουλου καταλήγει με την πληροφορία ότι, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, επισκέφτηκαν τον Μπάτση στις φυλακές και του ζήτησαν να κάμει νέες αποκαλύψεις:
«Επειδή ετελούσαμε με την πεποίθησιν - γράφει ο Πανό­πουλος - ότι ο κατηγορούμενος αποκρύπτει ουσιώδη πε­ριστατικά, επεσκέφθην τούτον εις τα φυλακάς Καλλιθέας την μεσημβρίαν του παρελθόντος Σαββάτου, συνοδευόμε­νος υπό του αστυνομικού διευθυντού Ρακιντζή, παρουσία του οποίου παρώτρυνα τον κατηγορούμενον να συμπληρώση τας αποκαλύψεις του. Ο κατηγορούμενος, έχων ίσως την εντύπωσιν ότι δεν θα εξετελείτο, εδήλωσεν ότι δεν έχει άλλο τι να προσθέση, ενώ μίαν ώραν προ της εκτελέσεως, βεβαιωθείς ότι θα εξετελείτο, επεζήτησεν επιμόνως να επικοινωνήση μετ'εμού. Η επικοινωνία αύτη, λόγω απουσίας μου, δεν επραγματοποιήθη».
Απαντώντας στις δηλώσεις αυτές του Πανόπουλου και σε ανα­κοίνωση με παρόμοιο περιεχόμενο του Υπουργείου Εσωτερικών, η Λίλιαν Μπάτση, με νεότερη επιστολή της, υποστηρίζει ότι ο Ρέντης:
«Ως υπουργός των Εσωτερικών και προϊστάμενος κατά συνέπειαν των αστυνομικών Αρχών, ανέλαβε την ρητήν υποχρέωσιν απέναντι μου να σώση τον σύζυγόν μου, ένα­ντι τιμήματος βαρυτάτου. Εμείς όμως είμεθα συνεπείς απέ­ναντι του. Πληρώσαμε με την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας. Αυτό το τίμημα εζητήθη».
Την επιστολή αυτή της γυναίκας του Μπάτση εκμεταλλεύεται ο Τύπος της Δεξιάς, που, για αρκετές μέρες, αξιώνει από την κυ­βέρνηση και προσωπικά από τον Ρέντη να αποκαλύψουν ποιο ήταν το «βαρύτατο τίμημα» που «επληρώθη» από την οικογέ­νεια Μπάτση. (Ακρόπολις, Καθημερινή. Έθνος, Εστία, 2, 3, 4, 5 Απριλίου.) Τέλος, η ίδια η Λίλιαν Μπάτση διευκρινίζει ότι εννοού­σε τη «δήλωση μετανοίας» του συζύγου της.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Αντιδράσεις της Αριστεράς
Οι επίσημες αντιδράσεις της ΕΔΑ για τις εκτελέσεις είναι έντονες και σοβαρές, αλλά ήπιες στη φρασεολογία, προσαρμοσμένες στις τότε συνθήκες. Στις ανακοινώσεις της προβάλλεται περισσότερο η ανάγκη για γαλήνευση της χώρας, παρά εκείνο που είναι πια ένα τετελεσμένο συνταρακτικό γεγονός.
Το βράδυ της Δευτέρας 31 Μαρτίου 1952, την άλλη μέρα δη­λαδή από τις εκτελέσεις, στη συνεδρίαση της Βουλής, ο πρόεδρος της ΕΔΑ ζητά να του δοθεί ο λόγος πριν από την ημερήσια διάτα­ξη. Ο πρόεδρος της Βουλής αρνείται. Ύστερα από αυτό, οι οχτώ βουλευτές της ΕΔΑ αποχωρούν από τη συνεδρίαση, ακολουθού­μενοι και από τον ανεξάρτητο Μιχάλη Κύρκο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αφού καταθέτουν σχετικό έγγραφο στο προεδρείο. Η έγγραφη διαμαρτυρία τους για τις εκτελέσεις καταλήγει με έκ­κληση προς
«τους αντιπροσώπους του έθνους, όσους πιστεύουν εις την εθνικήν ανάγκην της ειρηνεύσεως του τόπου, να αντικρύσουν το ελληνικό πρόβλημα ψύχραιμα, χωρίς προκαταλή­ψεις και φανατισμούς, παραμερίζοντες τας ξενικάς επεμ­βάσεις».
Τέλος ζητούν να δοθεί Γενική Αμνηστία. Ο Συναγερμός, και μετά την παραίτηση του Σακελλαρίου, εξα­κολουθεί ν'απέχει από τις συνεδριάσεις της Βουλής. Το Υπουρ­γείο Αμύνης έχει αναλάβει ο Βενιζέλος. (Στις 10 Απριλίου, θα ορι­στεί υφυπουργός Εθνικής Αμύνης ο Γ.Μαύρος, που, ύστερα από τρεις μήνες, στις 24 Ιουλίου, θα γίνει υπουργός.) Ο Βενιζέλος ανα­στέλλει αμέσως την ισχύ της διαταγής του Σακελλαρίου, που έχει προκαλέσει την οργή του Παπάγου. Ο Συναγερμός όμως δεν ικα­νοποιείται από την αναστολή και συνεχίζει την αποχή του, αξιώ­νοντας πλήρη ανάκληση της διαταγής. Κατά βάθος, η τακτική του Συναγερμού αποβλέπει στο να δημιουργηθεί κρίση για να επι­σπευσθούν οι εκλογές.
Εξάλλου, όπως είδαμε, ο Συναγερμός αποφεύγει να πάρει κα­θαρή θέση στο θέμα των εκτελέσεων, γιατί πάντα αποβλέπει να «αγρεύσει» και ψήφους από αριστερό και κεντροαριστερό κόσμο, καλλιεργώντας την αντίληψη ότι μόνο ο Παπάγος μπορεί να εφαρμόσει την πολιτική της λήθης.
Το ΣΚΕΛΔ, που δεν αντιπροσωπεύεται στη Βουλή, αντιδρά στις εκτελέσεις με ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του, με την οποία κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «ανοίγει μίαν νέαν σελί­δα αίματος εις την Ιστορίαν μιας χώρας διψώσης ειρήνην».
Σ'όλες τις φυλακές της χώρας οι πολιτικοί κρατούμενοι έχουν κηρύξει απεργία πείνας, φωνάζουν ολόκληρη σχεδόν την ημέρα ρυθμικά συνθήματα διαμαρτυρίας για τις εκτελέσεις, και σε ορι­σμένες (Αβέρωφ κ.λ.π.) έχουν βάλει μαύρα πανιά στα παράθυ­ρα.
Πιο έντονη και βίαιη είναι η αντίδραση του ΚΚΕ. Ο ραδιο­σταθμός του από το εξωτερικό χαρακτηρίζει τον Πιουριφόυ «γκάγκστερ», τους Πλαστήρα και Βενιζέλο «δήμιους», που «παζάρεψαν το κεφάλι του Μπελογιάννη για να μείνει η κυβέρνηση τους» και ανοίγουν τον δρόμο στον Παπάγο. Το ίδιο περιεχόμενο έχουν και οι εκπομπές στα ελληνικά της Μόσχας και άλλων χωρών της Αν.Ευρώτυης, ενώ σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οργανώνονται διαδηλώσεις εναντίον της ελληνικής κυβερνήσεως και των Αμερι­κανών για τις εκτελέσεις στην Ελλάδα.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παραιτήσεις
Μόλις γίνονται γνωστές οι εκτελέσεις, ο υπουργός Συντονισμού Γ.Καρτάλης επισκέπτεται τον άρρωστο πρωθυπουργό, διαμαρ­τύρεται και του υποβάλλει την παραίτηση του. Ο Πλαστήρας, που είναι ράκος από τη συγκίνηση και την αρρώστια, τον παρακαλεί κλαίγοντας να μην επιμείνει στην παραίτηση του:
- Μη μου φύγεις κι εσύ. του λέει. (Αφήγηση Κομνηνού Πυρομάγλου.) Όπως έχουμε δει, έχει ήδη παραιτηθεί, για άλλους λό­γους, ο τοποτηρητής των Ανακτόρων, υπουργός Αμύνης Αλ.Σακελλαρίου. Η παραίτηση αυτή δεν έχει και τόσο ενοχλήσει τον Πλαστήρα. Σχεδόν όμως ταυτόχρονα με τον Σακελλαρίου έχει παραιτηθεί και ο φίλος του Πλαστήρα, υφυπουργός «παρά τω πρωθυπουργώ» Ανδρέας Ιωσήφ. Κι έχει συνδέσει την παραίτη­ση του με τις προετοιμαζόμενες εκτελέσεις.
Την άλλη μέρα, 31 Μαρτίου 1952, 30 βουλευτές της ΕΠΕΚ συ­γκεντρώνονται και συζητούν το θέμα των εκτελέσεων. Έχουν επίγνωση του ότι το κόμμα τους κι οι ίδιοι προσωπικά έχουν δεχτεί σοβαρό πλήγμα. Έχουν ψηφιστεί από έναν κόσμο με ΕΑΜική, κυ­ρίως, προέλευση για τα συνθήματα και τις προεκλογικές τους υπο­σχέσεις τις σχετικές με την ειρήνευση, την αμνηστία, τη συμφι­λίωση. Το κόμμα τους, το «κίνημά» τους, είναι νέο και δεν έχει εμπλακεί σε αιματηρές αναμετρήσεις. Και, τώρα, σε ειρηνική πε­ρίοδο, η κυβέρνηση που στηρίζουν, παρουσιάζεται πολιτικά υπεύ­θυνη για «δικαστική δολοφονία». Ο ίδιος ο αρχηγός τους, πριν από δύο περίπου χρόνια, έντεκα μήνες μόλις μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, δεν έχει πει ότι υπάρχουν άλλες ποινές για τα οποιαδήποτε αδικήματα εκτός από τη θανατική;
Στη συγκέντρωση παίρνουν τον λόγο οι Λουκής Ακρίτας και Μίμης Γαληνός. Καταφέρονται κι οι δύο κατά των υπουργών Δι­καιοσύνης Παπασπύρου και Εσωτερικών Ρέντη, που τους κατη­γορούν ως κύριους υπεύθυνους για τις εκτελέσεις. Αλλά μήπως αυτοί οι ίδιοι οι βουλευτές της ΕΠΕΚ δεν έχουν εξουσιοδοτήσει «εν λευκώ» τον άρρωστο αρχηγό τους να χειριστεί το θέμα που αφορούσε τις ζωές οχτώ ανθρώπων, αλλά και την πολιτική ομαλότητα;
Ο αναβρασμός πάντως μεγαλώνει μέσα στην ΕΠΕΚ. Το Διοι­κητικό Συμβούλιο της νεολαίας της ΕΠΕΚ στη Θεσσαλονίκη πα­ραιτείται σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις εκτελέσεις. Το ίδιο βρά­δυ. ο Πλαστήρας υποχρεώνεται να κάνει δηλώσεις για να υπερασπιστεί τον υπουργό Δικαιοσύνης:
«Εκπλήσσομαι - λέει ο πρωθυπουργός - διά τας διατυπω­θείσας αιτιάσεις σχετικώς με την στάσιν του κ.υπουργού της Δικαιοσύνης εις την υπόθεσιν των εκτελέσεων. Ο κ.Παπασπύρου με ετήρει συνεχώς ενήμερον δι'όλας τα ενερ­γείας επί των αιτήσεων χάριτος των οκτώ καταδίκων. Η σχετική του εισήγησις εγένετο τη απολύτω εγκρίσειτης κυ­βερνήσεως. Εν συνεχεία δε εγκαίρως ειδοποίησε τόσον εμέ όσον και τον κ.αντιπρόεδρον της κυβερνήσεως επί της τελικής αποφάσεως». (Εφημερίδες, 1ης Απριλίου 1952.)
Ο ίδιος ο Παπασπύρου δηλώνει ότι το θέμα ήταν αρμοδιότη­τας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, το οποίο διέταξε και την εκτέλεση της αποφάσεως. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης διεκπεραι­ώνει μόνο τις αιτήσεις χάριτος. Δεν διευκρινίζει όμως τι ακριβώς εννοεί: Οι στρατιωτικοί διέταξαν τις εκτελέσεις χωρίς να τον ει­δοποιήσουν; Ο Κ.Ρέντης δηλώνει ότι αγνοούσε τις εκτελέσεις και τις πληροφορήθηκε στις 6 το πρωί από σημείωμα που του έστει­λε η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών.
Το συγκλονιστικό θέμα των εκτελέσεων γίνεται αφορμή να εκ­δηλωθούν έντονα και οι προσωπικές και άλλες αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της ΕΠΕΚ. Η εφημερίδα που διευθύνει ο αδελφός του υπουργού Εμπορίου, δικηγόρος Νίκος Παπαπολίτης (τώρα βουλευτής της ΕΔΗΚ), δημοσιεύει κύριο άρθρο με τον τίτλο «Με­τά το έγκλημα», στο οποίο, ανάμεσα σε άλλα, γράφει:
«...πρέπει πάντως να επισημανθή ο ρόλος του αρμοδίου υπουργού της Δικαιοσύνης, ο οποίος εξ υπαρχης υπήρξε σκοτεινός και ακατανόητος. Ο κ.υπουργός θα αντέτασσε ίσως ότι ο ρόλος του ήτο μόνον η σύνεσις. Η εντύπωσις όμως είναι γενική, ότι ο κ.Παπασπύρου δεν εμαγείρευε σύνεσιν αλλά μάλλον ισορροπίαν (εις την Λεβάδειαν τον παρονομοιάζουν «παλάτζα», που σημαίνει παζάρι και συμ­βιβασμό με όλους). Η εντύπωσις δηλαδή είναι ότι ο κ.υπουργός δεν ενωτίσθη ποτέ τας προγραμματικάς επαγγελίας που τον έβγαλαν βουλευτή και έδρασε - όπως θα έλεγε η αγαθή λαϊκή γλώσσα - μπαμπέσικα. Ή, εν πάση περιπτώσει, απεδείχθη ανάξιος των περιστάσεων. Δεν εφρόντισε να επιστήση την προσοχην εις τους σχεδιαστάς του πραξικοπήματος των εκτελέσεων - όποιοι κι αν ήσαν. Δεν εφρόντισε να υπενθυμίση εγκαίρως ούτε τας περί φρου­ρίων και οχυρών διατάξεις των στρατιωτικών κανονισμών (...). Και πόσα άλλα δεν ημπόρεσε ή δεν ηθέλησε να αποτρέψη... Έπαθε σύγχυσιν ή δεν ήξερε τι έκανε; Αυτό θα διευκρινισθεί κάποτε. Εν τω μεταξύ όμως ο κόσμος απο­ρεί πώς ο Πιλάτος αυτός μένει ακόμη υπουργός (...). Πά­ντως, πρέπει να μην παρασιωπάται από τώρα ότι ο Συνα­γερμός της πολιτικής παλιατσαρίας δεν έπαυσε ποτέ να ελλοχεύη και να υποκινή αόκνως, φανερά και κρυφά, προς την τραγικήν κατάληξιν των εκτελέσεων. Δίκαιον εξ άλλου θα ήτο να υπογραμμισθή η απεγνωσμένη προσωπική προ­σπάθεια που κατέβαλεν ο Νικ.Πλαστήρας από την κλίνην της ασθενείας του. Έως την ύστατην στιγμήν, δεν εσταμάτησε μαχόμενος, δεν έπαυσε να επισημαίνει τας φοβεράς συνεπείας, εάν το καίριον ζήτημα της "δίκης" δεν εύ­ρισκε λύσιν μέσα εις το πνεύμα της γαληνεύσεως (...). Άλλαι θελήσεις υπερίσχυσαν. Το διαισθάνονται όλοι (...). Άλλωστε, δεν ητύχησεν η κυβέρνησις Πλαστήρα μόνον. Ητυχήσαμεν όλοι ως έθνος - προς στιγμήν τουλάχιστον. Αλλά τώ­ρα έφθασαν εκεί που έφθασαν τα πράγματα. Η κυβέρνησις Πλαστήρα, παρά ταύτα, πρέπει να μείνη εις την εξουσίαν, διά να εκπληρώση τον μεγάλον προορισμόν των ριζικών πραγματώσεων εις την κατεύθυνσιν της γαληνεύσεως και της ανορθώσεως». (Προοδευτική Αλλαγή, 1 Απριλίου 1952.)
Ο Συναγερμός, που δεν παίρνει καμιά επίσημη θέση, όσο κρί­νεται η ζωή των οχτώ μελλοθάνατων, θα προσπαθήσει πραγμα­τικά να εκμεταλλευτεί τον ενδοκυβερνητικό σάλο που προκάλε­σαν οι εκτελέσεις. Στις 5 Απριλίου, ο Παπάγος θα δηλώσει:
«Η ειρήνευσις (...) από πολιτική μεταβάλλεται εις συναλλαγήν και, το φοβερώτερον, συναλλαγήν έναντι εκτελέ­σεων. Ο ελληνικός λαός ας κρίνη».
Και καταλήγει με τη μόνιμο επωδό του Συναγερμού την επο­χή εκείνη: εκλογές με το πλειοψηφικό.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Συγκλονισμός
Παγωμάρα και συγκλονισμό προκαλεί σε ολόκληρη την Ελλάδα η εκτέλεση των τεσσάρων, που ο κόσμος πληροφορείται από τις έκτακτες εκδόσεις των πρωινών εφημερίδων. Δύο χρόνια από τον τερματισμό του Εμφυλίου Πολέμου, χύνεται πάλι αίμα. Και μά­λιστα, ύστερα από τόσες διακηρύξεις, από όλες τις πλευρές, για ειρήνευση, λήθη και συμφιλίωση.
Αλλά, αν το ανθρώπινο δράμα των τεσσάρων στελεχών του ΚΚΕ έχει τελειώσει στο Γουδί με τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος, το πολιτικό δράμα συνεχίζεται. Μετά τις εκτε­λέσεις, αποκορυφώνεται η διαμάχη μέσα στους κόλπους της κυ­βερνήσεως και κυρίως της ίδιας της ΕΠΕΚ. Το ΚΚΕ, όπως είναι φυσικό, εντείνει τις επιθέσεις του κατά της ΕΠΕΚ και των Φιλε­λευθέρων. Ταυτόχρονα, ξεσπά αντιδικία ανάμεσα σε ορισμένους υπουργούς και την οικογένεια του Μπάτση, που καταγγέλλει ότι την εξαπάτησαν. Και όλη αυτή την κατάσταση την εκμεταλλεύε­ται ο Συναγερμός για να προωθήσει τις θέσεις του υποστηριζό­μενος από τους Αμερικανούς, από ισχυρούς οικονομικούς παρά­γοντες, στρατιωτικούς ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού και από τα συντηρητικότερα λαϊκά στρώματα.
Γνώριζε από το βράδυ της 29ης την απόφαση του βασιλιά ο Παπασπύρου ή μόνο την υποψιαζόταν; Ο ίδιος - όπως είδαμε - υποστηρίζει ότι δεν έφτασε η ανακτορική ανακοίνωση στο Υπουρ­γείο Δικαιοσύνης. Πήγε απευθείας στις στρατιωτικές Αρχές και στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Αλλά δεν είχε ενημερωθεί ο Δ.Παπασπύρου, υπουργός τότε της Δικαιοσύνης, από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Στρατιωτικών; Και, αφού με τόση αγωνία και εν­διαφέρον παρακολουθούσε ως και πέρα από τα μεσάνυχτα την υπόθεση, δεν πήρε στο τηλέφωνο έστω τον Γ.Βεντηρη, που ήταν εναντίον των εκτελέσεων, να πληροφορηθεί την τελική απόφαση του βασιλιά; Έχουν γραφεί στις εφημερίδες της εποχής, χωρίς να έχουν διαψευστεί από τον Δ.Παπασπύρου. μερικά χαρακτηρι­στικά επεισόδια: Στις 5 το πρωί, ο Σάββας Παπαπολίτης, από τα βασικά στελέχη της ΕΠΕΚ και της κυβερνήσεως, παίρνει στο τηλέφωνο τον υπουργό της Δικαιοσύνης για να μάθει τι γίνεται με τις εκτελέσεις.. Ο Δ.Παπασπύρου τού απαντά ότι δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη. (Ενώ οι εκτελέσεις έχουν γίνει πριν από τρία τέ­ταρτα.) Αργότερα, ο Δ.Παπασπύρου φεύγει, με το πρώτο αε­ροπλάνο της μέρας, για τη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει σε συνέ­δριο βαμβακοπαραγωγών. Στο ίδιο αεροπλάνο βρίσκεται και ο βουλευτής της ΕΠΕΚ Βαγγέλης Πέτσος (δικηγόρος και πολλές φο­ρές βουλευτής, ανήκε στην αριστερή πτέρυγα της ΕΠΕΚ και αρ­γότερα της Ενώσεως Κέντρου. Πέθανε το 1966).
-   Τι γίνεται, Μήτσο, με την υπόθεση των εκτελέσεων; ρωτά ο Πέτσος που δεν έχει διαβάσει ακόμα εφημερίδες.
-   Κάτι θα γίνει, Βαγγέλη, μην ανησυχείς, απαντά ο Δ.Παπασπύρου.
Μόλις η αεροσυνοδός μοιράζει τις εφημερίδες, ο Πέτσος, που ήταν και καρδιακός, παρ'ολίγον να λιποθυμήσει.
-   Το'ξερα, Βαγγέλη, του λέει ο Παπασπύρου, καθώς εκείνος σχεδόν άφωνος του δείχνει την εφημερίδα, αλλά δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.
Ο ίδιος ο Δ.Παπασπύρου, τώρα, μία εικοσιπενταετία από τα γεγονότα κι ενώ οι άλλοι πρωταγωνιστές και μάρτυρες δεν υπάρ­χουν πια, γράφει:
«Ούτε η παραίτηση της κυβερνήσεως ή, έστω, ενός ή πε­ρισσοτέρων υπουργών θα εματαίωνε την εκτέλεση. Η πα­ραίτηση απλώς θα ικανοποιούσε τους γνωστούς κύκλους που θα επετύγχαναν έτσι και την πτώση της κυβερνήσεως Πλαστήρα - Βενιζέλου, που ήταν κάρφος στους οφθαλμούς τους. Πολύ πρωί την Κυριακή, έφυγα αεροπορικά για τη Θεσσαλονίκη για να μετάσχω στο συνέδριο βαμβακοπα­ραγωγών ως προσωρινός υπουργός Γεωργίας, αναπληρώ­νοντας τον απουσιάζοντα αδελφικό φίλο Στέλιο Αλαμανή. Στο αεροδρόμιο έμαθα λεπτομέρειες για τα τραγικά συμ­βάντα της νύχτας. Δεν πέρασε ποτέ από τη σκέψη μου ότι με τέτοια βιασύνη και τόσο απάνθρωπα θα εγένετο η εκτέ­λεση μιας "δικαστικής αποφάσεως"». (Αυγή, στο ίδιο.)
Πιθανόν τις λεπτομέρειες να τις έμαθε το πρωί στο αεροδρό­μιο. Αλλά το γεγονός της εκτέλεσης των τεσσάρων δεν το είχε μά­θει ως εκείνη τη στιγμή ο υπουργός της Δικαιοσύνης; Ούτε ο διευθυντής των φυλακών, ούτε άλλος υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να τον ειδοποιήσει;

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Υπό το φως των προβολέων»
Αργά, μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 29 προς Κυριακή 30 Μαρτίου 1952, παρατηρούνται έκτακτα αστυνομικά μέτρα στην Αθήνα. Κατά τις 2 τη νύχτα, η αστυνομία αποκλείει ολόκληρη την περιοχή της Καλλιθέας, όπου βρίσκονται οι φυλακές, και απαγο­ρεύει να πλησιάσει οποιοσδήποτε. Στις 2.55 φτάνει στις φυλακές ο β.επίτροπος, συνταγματάρχης Κ.Αθανασούλης. Δεκαπέντε τζιπ και δύο φορτηγά του στρατού με αξιωματικούς της ΑΣΔΑΝ και της ΕΣΑ, στρατιώτες, αστυνομικούς και χωροφύλακες, βρί­σκονται ήδη εκεί. Ο β.επίτροπος δίνει τη διαταγή για τις εκτελέ­σεις στον διευθυντή των φυλακών Προεστόπουλο και διατάζει τον υπαρχιφύλακα να ξυπνήσει τους μελλοθάνατους. Ο Μπελογιάν­νης καταλαβαίνει αμέσως τι συμβαίνει, ντύνεται αστραπιαία και ζητά ν'ανοίξουν το κελί της γυναίκας του Έλλης Ιωαννίδου για να την αποχαιρετήσει. Του το αρνούνται. Αποχαιρετιώνται για πάντα από τα κάγκελα.
Ξυπνούν κι οι άλλοι μελλοθάνατοι. Ο Μπάτσης διατηρεί την ψυχραιμία του. Ζητά και του αγοράζουν τσιγάρα και κόλλες χαρ­τί. Γράφει κάτι και το παραδίνει στον φύλακα.
-   Είναι οι τελευταίες μου θελήσεις, λέει.
Ο Καλούμενος ρωτά τον υπαρχιφύλακα:
-    Τι τρέχει;
-    Θα σας πάνε σε άλλες φυλακές, απαντά εκείνος.
Καθώς προχωρούν στον διάδρομο, ρωτά τον Μπελογιάννη:
-    Μας πάνε για εκτέλεση;
-    Μας πάνε για καθαρό αέρα, σχολιάζει εκείνος, σαν να μο­νολογεί.
Στο γραφείο της διευθύνσεως τους περιμένουν ο β.επίτροπος και ο διευθυντής των φυλακών. Λίγο παραπέρα, στην αίθουσα των δικηγόρων τούς περιμένει ο στρατιωτικός ιερέας, ο αρχιμαν­δρίτης Ρεβίθης. Οι τρεις δέχονται να κοινωνήσουν. 0 Μπελογιάν­νης όχι. Ο αρχιμανδρίτης θ'αφηγηθεί αργότερα:
«Προχώρησε προς εμέ με σταθερόν το βήμα και εγώ προς αυτόν (...). Δεν με άφησε να τελειώσω και μου λέγει με ήπιον και ευγενή τρόπον: "Πάτερ, σας παρακαλώ να σεβασθήτε αυτήν την στιγμή. Τι τα θέλετε αυτά; Τι να μου πήτε και τι να σας πω;" Σας παρακαλώ, αφήστε με». Προ­σπάθησα να ασκήσω όλη την πνευματικήν μου επιρροήν. Μου επανέλαβε και πάλιν: "Σας παρακαλώ, σεβαστήτε αυτή τη στιγμή. Πηγαίνω για εκτέλεση". Δεν ηδυνάμην να επιμείνω. Με χαιρέτησε υποκλιθείς και εξήλθε».
Ο Μπάτσης ζητά την τελευταία στιγμή να τον φέρουν σε επα­φή με τον I.Πανόπουλο, τον διευθυντή της αστυνομίας στο Υπουρ­γείο Εσωτερικών. Σε λίγο όμως του απαντούν ότι δεν είναι δυνα­τόν να τον βρουν. Του το επιβεβαιώνει ο επίτροπος. Ο Πανόπουλος λείπει πραγματικά. Έχει πάει στην εξοχή, στο Μεγάλο Πεύκο. Αυτή η απουσία, τις ώρες που θα γίνει η εκτέλεση τεσσάρων πο­λιτικών καταδίκων, θα γεννήσει αργότερα ορισμένα ερωτηματι­κά. Τώρα όμως δεν γίνεται τίποτε. Ο Μπάτσης βαδίζει προς τον θάνατο μαζί με τους άλλους τρεις συντρόφους του.
Στις 3.25, αφού τους περνούν και χειροπέδες, οι τέσσερις μελλοθάνατοι ανεβαίνουν στο υπ'αριθ. 99 αυτοκίνητο - κλούβα της χωροφυλακής. Λίγο πριν ανέβει στο αυτοκίνητο, ο Μπελο­γιάννης στρέφεται προς τα κελιά και φωνάζει «Γεια χαρά» σ'εκείνους που θα ζήσουν. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων ξεκινά. Πί­σω από την κλούβα ακολουθούν τα αυτοκίνητα με το εκτελεστι­κό απόσπασμα της ΕΣΑ, τον επίτροπο, τους αξιωματικούς, τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους χωροφύλακες.
Η μακάβρια πομπή ακολουθεί τη διαδρομή Λ.Συγγρού – Στάδιο – Ρηγίλλης - Λ.Β.Σοφίας - Μεσογείων. Στις 3.48 φτάνουν στο Γουδί. Στις 4 ακριβώς οι μελλοθάνατοι κατεβαίνουν από την κλού­βα. Ο γνωστός τόπος των εκτελέσεων φωτίζεται από τους προ­βολείς. Οι πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών «Σωτηρίας» έχουν ξυπνήσει και φωνάζουν ρυθμικά: «Όχι άλλο αίμα». Οι τέσσερις μελλοθάνατοι παίρνουν τις θέσεις τους. Είναι ακόμα βαθύ σκο­τάδι και δεν πρόκειται να ξαναδούν το φως της μέρας. Ο επί­τροπος τους διαβάζει την καταδικαστική απόφαση και τους κάνει επίσημα γνωστό πως απορρίφτηκαν οι αιτήσεις τους για χάρη. Τους ρωτά αν έχουν τίποτε να πουν. Απαντούν και οι τέσσερις αρνητικά. Ο β.επίτροπος απομακρύνεται κι οι τέσσερις μένουν αντιμέτωποι με το εκτελεστικό απόσπασμα. Στις 4.12 ακούγεται το παράγγελμα «Πυρ» κι αμέσως η ομοβροντία. Τα τέσσερα κορ­μιά σωριάζονται. Σε λίγο ακούγονται δώδεκα βολές περιστρόφου. Είναι οι χαριστικές. Η αυλαία του δράματος έχει κλείσει. Το μίσος, τα εμφύλια πάθη, η ψυχρή σκοπιμότητα, ο φόβος, η επι­δίωξη της Άκρας Δεξιάς, του ΙΔΕΑ, των Αμερικανών, των Ανα­κτόρων να μην πραγματοποιηθεί η συμφιλίωση των Ελλήνων έχουν, πρόσκαιρα, νικήσει.
Τα πτώματα μένουν εκεί ως τις 6.45 το πρωί, φρουρούμενα από στρατιωτική δύναμη. Την ώρα εκείνη τα παραλαβαίνει το υπ'αριθ. 111 αυτοκίνητο του Δήμου. Τα θάβουν στο Γ Νεκροτα­φείο, χωρίς να επιτρέψουν στους δικούς τους ούτε τον «τελευταίο ασπασμό».

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Τελευταίες ώρες
Το απόγευμα της 28ης Μαρτίου, συνεδριάζει το Συμβούλιο Χα­ρίτων. Πρόεδρος είναι ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δι­καιοσύνης Δ.Αγραφιώτης. Μέλη, ο πρόεδρος, εισαγγελέας, ένας αντεισαγγελέας εφετών και τρεις ανώτατοι υπάλληλοι του Υπουρ­γείου Δικαιοσύνης. Η γνωμάτευση του συμβουλίου δεν ανακοι­νώνεται, φυσικά. Γίνεται όμως ως τη νύχτα γνωστό ότι το Συμ­βούλιο προτείνει να χαριστεί η θανατική καταδίκη στους Έλλη Ιωαννίδου, Φ.Λαζαρίδη, Μιλτ.Μπισμπιάνο και Χαρ.Τουλιάτο και να μη μετριαστεί των Ν.Μπελογιάννη, Δ.Μπάτση, Ηλ.Αργυριάδη και Ν.Καλούμενου. Ο Δ.Παπασπύρου τώρα αφηγείται:
«...περί το μεσονύκτιο έμαθα ότι υπήρξε ομόφωνα απορ­ριπτική η γνωμάτευσή του (σημ.: Συμβουλίου Χαρίτων) για όλες τις αιτήσεις με αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη επιφύλαξη του προεδρεύσαντος γενικού γραμματέ­ως. Εξαίρεση υπήρξε για την Έλλη Ιωαννίδου, για την οποία με ισχνή πλειοψηφία επροτάθη η μετατροπή της ποινής σε ισόβια, αλλά με έντονη μειοψηφία των τριών ανωτάτων δικαστών. Δεν απέμενε παρά η εισήγηση μου προς τον βα­σιλέα και η αποστολή των σχετικών εγγράφων (όχι της δι­κογραφίας) στα Ανάκτορα». (Αυγή, 31 Μαρτίου 1977.)

Η αγωνία κορυφώνεται. Όσοι θέλουν, για πολιτικούς ή αν­θρωπιστικούς λόγους να ματαιωθούν οι εκτελέσεις, κάνουν τις τε­λευταίες απεγνωσμένες προσπάθειες για να σώσουν τους μελλο­θάνατους. Κινούνται και ιεράρχες. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Χριστόφορος, με τηλεγράφημα του στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών του ζητά:

«...εν ονόματι της χριστιανικής πίστεως και της διδασκα­λίας του Χριστού όπως επέμβη διά να μην εκτελεσθούν οι οκτώ κομμουνισταί και ούτω αποτραπή η αιματοχυσία».
Ο Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας. Χριστόφορος, επίσης δηλώνει:
«Δεν πρέπει να γίνουν οι εκτελέσεις. Η γνώμη της Εκκλησίας είναι εκπεφρασμένη». (Προοδευτική Αλλαγή, 29 Μαρτίου 1952.)
Αλλά η γνώμη της Εκκλησίας, και αν ακόμα είχε εκφραστεί από τον προκαθήμενο της, δεν βαρύνει πολύ αυτές τις ώρες. Οι πολιτικές σκοπιμότητες και άλλες παρεμβάσεις είναι πολύ ισχυ­ρότερες.
Το πρωί της 29ης, ενώ οι αστυνομικοί διευθυντές I.Πανόπουλος και Θ.Ρακιντζής επισκέπτονται στις φυλακές Καλλιθέας τον Δ.Μπάτση, μήπως, την τελευταία αυτή στιγμή που φτερουγίζει πια πάνω από το κεφάλι του ο θάνατος του αποσπάσουν κάποια ακόμα αποκάλυψη ή δήλωση, στο σπίτι του άρρωστου πρωθυ­πουργού γίνεται νέα σύσκεψη των βασικών κυβερνητικών στελε­χών. Αφηγείται τώρα για τη σύσκεψη αυτή. ο Δ.Παπασπύρου:
«... είχα πάρει την αμετάκλητη απόφαση να εισηγηθώ στον βασιλέα τη μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια δε­σμά (...). Αλλά δεν αρκέσθηκα μόνο στη διατύπωση της εισηγήσεώς μου προς την οποία ήταν σύμφωνη όλη η κυ­βέρνηση. Εζήτησα ακρόαση από τον βασιλέα για να του αναπτύξω ευρύτερα τις απόψεις μου και πολύ πρωί, στις 29 Μαρτίου 1952, βρέθηκα στον κοιτώνα του αείμνηστου Πλαστήρα που ήταν σοβαρά άρρωστος. Του είπα ότι ήταν ανάγκη να κληθούν αμέσως ο αντιπρόεδρος της κυβερνή­σεως Σοφοκλής Βενιζέλος και οι υπουργοί Γεώργιος Καρτάλης, Κωνσταντίνος Ρέντης, Σάββας Παπαπολίτης για το μεγάλο αυτό θέμα. Καίτοι τους είχα κρατήσει ενήμερους για την πορεία της υποθέσεως, όταν βρεθήκαμε εν συσκέψει, ανανέωσα με πληρότητα την ενημέρωση τους και τους είπα για την εισήγησή μου προς τον βασιλέα και τη σκέψη μου να του αναπτύξω ευρύτερα τις κυβερνητικές απόψεις. Όλοι υπήρξαν σύμφωνοι μαζί μου (...). Ενθυμούμαι ιδιαί­τερα την αγωνία και την προσπάθεια του Γεωργίου Καρτάλη για τη διάσωση των καταδικασθέντων...».
Σχετικά με το γιατί δεν συνόδευσε την εισήγησή του στον βα­σιλιά με τη θέση πολιτικού ζητήματος, ο Δ.Παπασπύρου απαντά:
«Στη σύσκεψη δεν παρέλειψα να θέσω και το μέγα θέμα (...) αν δηλαδή θα έπρεπε να θέσω στον βασιλέα πολιτικό θέμα για την αποδοχή της εισηγήσεως μου, με την έννοια ότι, αν δεν την δεχθεί, θα επακολουθήσει παραίτηση της κυβερνήσεως. Η συζήτηση υπήρξε μακρά και διεξήχθη με αίσθημα ευθύνης. Εξητάσθη κυρίως αν, δι'αυτής της τα­κτικής, θα διασωθούν οι μελλοθάνατοι. Ομόφωνη υπήρξε η άποψη ότι δεν έπρεπε να τεθεί πολιτικό θέμα, γιατί, με την παραίτηση της κυβερνήσεως, δεν θα διεσώζοντο οι ατυ­χείς κατάδικοι και, αντιθέτως, θα εθριάμβευαν εκείνοι που απέβλεπαν στην πτώση της κυβερνήσεως. Έτσι θα απεμακρύνετο από την Αρχή ο Πλαστήρας και οποιαδήποτε κυβέρνηση τον διεδέχετο, υπηρεσιακή ή ακόμη και κοινο­βουλευτική, δεν θα μπορούσε να ματαιώσει τις εκτελέ­σεις». (Αυγή. στο ίδιο.)
Κανένας άλλος από εκείνους που πήραν μέρος σ'εκείνη τη δραματική σύσκεψη δεν ζει πια για να επιβεβαιώσει ή και να διορ­θώσει τις αναμνήσεις του Δ.Παπασπύρου. Τότε, ορισμένες εφη­μερίδες έγραψαν ότι ο Γ.Καρτάλης επέμεινε ως το τέλος να θέ­σει η κυβέρνηση πολιτικό ζήτημα. Έγραψαν επίσης ότι η εισήγηση του υπουργού Δικαιοσύνης ήταν να μετριαστούν οι ποινές όσων είχαν διαπράξει τα αδικήματα προτού να αναλάβει η κυβέρνηση Πλαστήρα – Βενιζέλου, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του πρωθυ­πουργού. (Αν γινόταν δεκτή αυτή η εισήγηση, θα σώζονταν οι Μπελογιάννης και Μπάτσης. Είναι φανερό όμως πως η κυβέρνηση πίστευε ότι, αν ο βασιλιάς δεχόταν να μην εκτελεστεί ο Μπε­λογιάννης, θα προχωρούσε στον μετριασμό της ποινής και των τριών άλλων.) Στη χειρόγραφη πρότασή του, που έδωσε τελευταία στη δημοσιότητα ο Δ.Παπασπύρου, αναφέρεται μόνο στον Μπελογιάννη. Γράφει:

«Προτείνω όπως μετριασθή η ποινή του θανάτου εις ισόβιον κάθειρξιν, λαμβανομένου υπ'όψιν ότι αι υπ'αυτού τελεσθείσαι πράξεις ανάγονται κατά την δικαστικήν απόφασιν εις χρόνον πολύ προγενέστερον (Δεκέμβριος 1950 και πρότερον) της υπό του προέδρου της κυβερνήσεως διακηρυχθείσης κατά τον σχηματισμόν της παρούσης κυβερ­νήσεως αρχής ότι τα προ ταύτης τελεσθέντα αδικήματα θα τύχουν επιεικούς κρίσεως και θα αποφευχθούν αι θανατικαί καταδίκαι». (Αυγή, 2 Απριλίου 1977.)

Στη σύσκεψη αποφασίστηκε επίσης να απευθύνει ο άρρωστος πρωθυπουργός προσωπική έκκληση, μ'αυτό το πνεύμα, στον βασιλιά. Την έκκληση - όπως αφηγείται τώρα, χωρίς όμως και να δί­νει στη δημοσιότητα το κείμενο της - την έγραψε ο ίδιος ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο Παπασπύρου πηγαίνει στα Ανάκτορα του Τατοίου. Παραδίνει στον βασιλιά τα σχετικά έγ­γραφα και του διαβάζει τη δική του εισήγηση και την έκκληση του Πλαστήρα.

«Μία ώρα και ένα τέταρτο - συνεχίζει την αφήγηση του ο Δ.Παπασπύρου - διήρκεσε η ακρόαση. Κάθε δύναμη που διέθετα την εξήντλησα για να στηρίξω την εισήγηση μου. Πρέπει να πω ότι ο βασιλεύς με άκουσε με πολλή προσο­χή (...).Όταν έληξε η ακρόαση, ο βασιλεύς μού είπε ότι θα εγευμάτιζε με τη "γυναίκα του" σε ένα ερημικό μέρος πριν φθάσουμε στη Χαλκίδα και επιστρέφοντας θα μελετούσε την υπόθεση. Και επειδή ήταν περασμένη η ώρα, με πα­ρακάλεσε να γευματίσω στο διπλανό κτίριο που εχρησιμοποιείτο για υπασπιστήριο (...). Έφυγα από το Τατόι με άσχημες προβλέψεις (...). Στις 6 το απόγευμα πήγα στον Πλαστήρα και τον ενημέρωσα για όσα έγιναν. Του εξέφρασα την εντύπωση μου ότι ο βασιλεύς θα αποδεχθεί την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων. Η λύπη του ήταν κα­ταφανής και πολύ θλιμμένος μού είπε: "Εμείς εκάναμε το καθήκον μας. Ο Θεός ας τον φωτίσει". Την ίδια ενημέρω­ση έκανα και προς τον Σοφοκλή Βενιζέλο».

Ο Δ.Παπασπύρου δεν αναφέρει σε ποια σημεία ή ενδείξεις στήριζε την εντύπωση του ότι ο βασιλιάς θα δεχόταν την απόφα­ση του Συμβουλίου Χαρίτων. Οι εφημερίδες τότε έγραψαν πως ο Παύλος ρώτησε τον υπουργό Δικαιοσύνης αν η κυβέρνηση συνο­δεύει την εισήγηση της με πολιτικό ζήτημα, και ο Παπασπύρου απάντησε, φυσικά, «όχι». Αν ο βασιλιάς υπέβαλε την ερώτηση εκείνη στον υπουργό Δικαιοσύνης, έχει κάποια σημασία. Γιατί ενι­σχύει την άποψη ότι, αν η κυβέρνηση συνέδεε την εισήγηση της με πολιτικό θέμα, μπορεί, παρόλο ότι άλλες δυνάμεις πίεζαν να γίνουν οι εκτελέσεις, ο Παύλος να μην αποφάσιζε να δεχτεί τηv πρό­ταση του Συμβουλίου Χαρίτων. Γιατί, εκείνη τη στιγμή, δεν είχε λόγο να συμβάλει σε μια κυβερνητική κρίση, όταν μάλιστα ήθελε ν'αποφύγει επίσπευση των νέων εκλογών, που υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να φέρουν νικητή με απόλυτη πλειοψηφία τον Πα­πάγο. Φυσικά, ο Παύλος θα είχε τη θετική πληροφορία πως η κυβέρνηση δεν θα έθετε πολιτικό ζήτημα. Γιατί βέβαιο σχεδόν ήταν πως, αν ο Πλαστήρας επέμενε στο σημείο αυτό, θα δημιουργού­σε κυβερνητική κρίση ο Βενιζέλος, που είχε συμφωνήσει να γίνουν οι εκτελέσεις. Οπωσδήποτε, κι αν ακόμα θα έπεφτε η κυβέρνη­ση, δεν ήταν βέβαιο πως άλλο κυβερνητικό σχήμα θα αναλάβαινε την ευθύνη για τις εκτελέσεις. Σε οποιαδήποτε όμως περί­πτωση, το πολιτικό συμφέρον του Κέντρου ήταν να μην αναλάβει αυτό την ευθύνη και, σε ανάγκη, να πέσει η κυβέρνηση στο θέμα αυτό. Έτσι, θα έκανε και πιο καθαρές τις διαφορές του με τη Δε­ξιά, ως μια συμφιλιωτική δύναμη που αγωνιζόταν για να μη χυ­θεί άλλο αίμα.

Το γεγονός πάντως είναι ότι ο βασιλιάς, φεύγοντας για τον περίπατο του προς τη Χαλκίδα, στη διάρκεια του οποίου θα πά­ρει και τις οριστικές αποφάσεις του για την τύχη των τεσσάρων μελλοθάνατων σε συνεννόηση με τη Φρειδερίκη, ξέρει πως δεν υπάρχει κίνδυνος η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των άλλων τριών να προκαλέσει κυβερνητική κρίση. Εξάλλου, το μεσημέρι, την ώρα που ο Δ.Παπασπύρου πήγαινε προς τα Ανάκτορα, ο Βε­νιζέλος βρισκόταν στο σπίτι του Πιουριφόυ. Δεν έγινε γνωστό τί­ποτε για τη συζήτηση του «πρωθυπουργεύοντος» αντιπροέδρου με τον Αμερικανό πρεσβευτή τις πονηρές εκείνες ώρες. Αλλά δεν μπορεί κανείς ν'αμφιβάλλει ότι οι επικείμενες εκτελέσεις ήταν το κύριο θέμα της συνομιλίας.

Ο Παύλος και η Φρειδερίκη, αφού έφαγαν σε εξοχικό κέντρο και, ασφαλώς, συμφώνησαν να γίνει η εκτέλεση των τεσσάρων, έκαμαν μια βόλτα στη Χαλκίδα. Τηλεγράφημα του εκεί ανταπο­κριτή του Βήματος ανέφερε:

«Περί ώραν 4.30 απογευματινήν αφίχθησαν άνευ προη­γουμένης προειδοποιήσεως ο βασιλεύς και η βασίλισσα. Ο βασιλεύς έφερε πολιτικήν περιβολήν και ωδήγει ο ίδιος μικρόν αυτοκίνητον, το οποίον ηκολουθείτο υπό τριών άλλων της υπηρεσίας ασφαλείας του βασιλέως. Μετά δεκάλεπτον διαδρομήν εντός της πόλεως οι βασιλείς ανεχώρησαν και πάλι επιστρέφοντες εις Αθήνας».

Στις 6.30 το απόγευμα, ο υπουργός Δικαιοσύνης ζητά από τη Γραμματεία των Ανακτόρων, πηγαίνοντας ο ίδιος στην Ηρώδου του Αττικού, να μάθει τι αποφάσισε ο βασιλιάς. Τον πληροφο­ρούν ότι τα σχετικά έγγραφα δεν έχουν ακόμα επιστραφεί από τα Ανάκτορα του Τατοΐου. Όπως αφηγείται τώρα ο ίδιος ο Δ.Παπασπύρου:

«Η ανακοίνωση των Ανακτόρου για την απόφαση του βα­σιλέως επί των αιτήσεων χάριτος εστάλη αργά τις εσπερι­νές ώρες. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έφτασε, γιατί ήταν Σάββατο βράδυ και οι υπηρεσίες δεν ειργάζοντο. Εκοινοποιήθη όμως το ανακτορικό έγγραφο και στο Υπουρ­γείο Στρατιωτικών, επειδή επρόκειτο περί αποφάσεως στρατοδικείου υπαγομένου στη δικαιοδοσία του. Εκεί, νύχτα - μέρα υπάρχει ο αξιωματικός υπηρεσίας που παρα­λαμβάνει έγγραφα. Έτσι, φαίνεται ότι ενημερώθηκαν οι στρατιωτικές Αρχές και ετηρήθη με ασυνήθη ταχύτητα η διάταξη της αποφάσεως "τω βασιλικώ επιτρόπω ανατίθησιτην εκτέλεσιν της παρούσης"». (Αυγή, 1 Απριλίου 1977.)

Ο Δ.Παπασπύρου αφήνει να εννοηθεί πως δεν ήξερε ως αρ­γά τη νύχτα ο ίδιος την απόφαση του βασιλιά. Πάντως, εκείνη τη δραματική νύχτα, οι δημοσιογράφοι, που έχουν καταλάβει πως κάτι συμβαίνει, προσπαθούν να τον βρουν, αλλά ο Παπα­σπύρου αποφεύγει κάθε συνάντηση. Κατορθώνουν να τον δουν στις 12 τα μεσάνυχτα, τη στιγμή που ετοιμάζεται να φύγει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εκεί έχουν συγκεντρωθεί και άλλοι υπουργοί (Γ.Καρτάλης, Κ.Ρέντης, Φ.Ζαΐμης κ.λ.π.). Ο Παπα­σπύρου δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι τα σχετικά έγγρα­φα δεν έχουν γυρίσει ακόμα από τα Ανάκτορα. Κάποιος δημοσιογράφος του παρατηρεί ότι οι στρατιωτικοί κανονισμοί απαγορεύουν να γίνονται εκτελέσεις την Κυριακή. Ο Παπα­σπύρου δείχνει κάποια έκπληξη. Δύο βουλευτές της ΕΔΑ τον συ­ναντούν σε λίγο στις σκάλες του Υπουργείου Συντονισμού. Προ­σπαθούν να του μιλήσουν:
-    Μη με κρατάτε, τους λέει. ούτε λεπτό. Γι'αυτό το θέμα τρέχω, μη με κρατάτε.
Από εκείνη τη στιγμή, τα ίχνη του υπουργού Δικαιοσύνης χά­νονται. Αργότερα, θα γραφεί ότι πήγε και κοιμήθηκε σε ξενοδο­χείο της Κηφισιάς. Οι εφημερίδες κλείνουν τις πρώτες εκδόσεις τους με ρεπορτάζ που πιθανολογούν ότι οι εκτελέσεις θα γίνουν την άλλη μέρα. Δευτέρα, το πρωί. Θεωρούν όμως σχεδόν βέβαιο ότι θα δοθεί χάρη στον Δ.Μπάτση. Σε δύο δημοσιογράφους που κατορθώνουν να φτάσουν ως το δωμάτιο του και να τον ρωτήσουν τι θα γίνει με τους τέσσερις θανατοποινίτες, ο άρρωστος πρωθυπουργός θα πει:
-    Παιδιά, έχετε τον νου σας. Αυτή τη νύχτα, οι σκοτεινές δυνάμεις φοβάμαι πως θα τον φάν' τον Μπάτση...
Ο Πλαστήρας φαίνεται πως, ύστερα από την επίσκεψη που του έκανε το απόγευμα ο Δ.Παπασπύρου μετά την ακρόαση του από τον βασιλιά, είναι σχεδόν βέβαιος πως θα γίνει η εκτέλεση και των τεσσάρων. Το ίδιο περίπου είπε εκείνη τη νύχτα και ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων σε βουλευτή της ΕΔΛ που τον επισκέ­φτηκε.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Ποδόσφαιρον κεφαλών»
Οπωσδήποτε, όση εντύπωση και να προκάλεσε η επιστολή Πλου­μπίδη δεν μπορούσε να έχει επίδραση στην τύχη των μελλοθάνα­των. Εξάλλου, ο ίδιος ο Μπελογιάννης, μετά την εκπομπή του ραδιοσταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα», είπε στον συνήγορο του, Μηνά Γαλέο, ότι δεν μπορούν πια να ζητήσουν αναψηλάφηση της δίκης, κάνοντας χρήση μιας επιστολής που το κόμμα την χαρακτηρίζει πλαστή και χαφιέδικη. (Π.Παρασκευόπουλου, στο ίδιο, σ. 125.)
Έτσι, οι μελλοθάνατοι περιμένουν με αγωνία τις εισηγήσεις του Συμβουλίου Χαρίτων και την απόφαση του βασιλιά. Όπως έχει αφηγηθεί στη διάρκεια της δικτατορίας και επανέλαβε τε­λευταία σε πρωινή εφημερίδα ο Δ.Παπασπύρου, είχε πετύχει, με τη βοήθεια του Γ.Βεντήρη, να πάρει έγγραφο των Ανακτόρων προς τις στρατιωτικές δικαστικές Αρχές ώστε να μη γίνουν οι εκτε­λέσεις προτού να υπάρξει απόφαση για τις αιτήσεις χάριτος. (Βλέ­πε Αυγή. 30 Μαρτίου 1977.)

Στο μεταξύ, γύρω από την υπόθεση αυτή. στην οποία παίζε­ται η ζωή οχτώ ανθρώπων, έχει δημιουργηθεί ατμόσφαιρα πολι­τικού παζαριού. Η ΕΠΕΚ προσπαθεί να σώσει όσο το δυνατόν περισσότερους, ο Βενιζέλος επιμένει να εκτελεσθούν τουλάχιστον οι τέσσερις (Μπελογιάννης, Μπάτσης, Η.Αργυριάδης και Καλούμενος) και όλοι σχεδόν οι κυβερνητικοί ηγετικοί παράγοντες δεν θέλουν να έλθουν σε σύγκρουση με τους Αμερικανούς και με τους αδιάλλακτους στρατιωτικούς, προσπαθούν δηλαδή να κρα­τηθούν στην εξουσία. Αυτή την ατμόσφαιρα συναλλαγής διαπι­στώνουν οι ξένοι δημοσιογράφοι που έχουν έλθει στην Ελλάδα για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη στη συνταρακτική αυτή υπό­θεση. Κι ένας απ'αυτούς, ο Όμηρος Μπόγκαρτ, γράφει ότι στην Αθήνα παίζεται «ποδόσφαιρο με ανθρώπινα κεφάλια».

Το Συμβούλιο Χαρίτων καθυστερεί να συνέλθει για την υπό­θεση αυτή, σύμφωνα με συνεννόηση που έχει κάνει ο Δ.Παπα­σπύρου - όπως αφηγείται ο ίδιος - με τις υπηρεσίες του Υπουρ­γείου Δικαιοσύνης.

«Αλλά στις 25 Μαρτίου - συνεχίζει την αφήγηση του ο τό­τε υπουργός Δικαιοσύνης -, μετά τη δοξολογία (...) με ει­δοποίησε ο ναύαρχος Σακελλαρίου ότι με ζητεί ο βασιλεύς. Στη συνάντησή μας ο βασιλεύς μού είπε ότι το σημείωμα της αναστολής που μου έδωσε η Υπηρεσία Ανακτόρων δεν έχει απεριόριστη διάρκεια και πρέπει το ταχύτερον να συ­νέλθει το Συμβούλιο των Χαρίτων. Ακόμα, έταξε προθε­σμία για την ισχύ της αναστολής ως το τέλος Μαρτίου. Έτσι, κάθε προσπάθειά μου για περαιτέρω παρέλκυση θα ήταν ματαία». (Στο ίδιο.)

Όπως είναι φανερό, ο υπουργός δεν θέτει στον βασιλιά ζήτη­μα ότι θα παραιτηθεί η κυβέρνηση ή ο ίδιος προσωπικά αν γίνουν εκτελέσεις. Και όμως, ο Πλαστήρας έχει υποσχεθεί, με τις προ­γραμματικές του δηλώσεις, ότι κανένας δεν θα εκτελεστεί για αδι­κήματα που διέπραξε πριν από την 1η Νοεμβρίου 1951, μέρα που ανέλαβε η νέα κυβέρνηση. (Ο Μπελογιάννης βρίσκεται στις φυλακές από το 1950, το ίδιο και η Ιωαννίδου. Ο Μπάτσης έχει πια­στεί πριν από την 1η Νοεμβρίου 1951.) Από την παραμονή της εθνικής γιορτής αρχίζουν κυβερνητικές συσκέψεις για το θέμα των εκτελέσεων ακόμα και γύρω από το κρεβάτι του άρρωστου πρω­θυπουργού. Ο Γ.Καρτάλης προτείνει να ψηφιστούν αμέσως τα «μέτρα επιεικείας» και να προστεθεί διάταξη ότι μετατρέπονται οι θανατικές καταδίκες και όσων καταδικάστηκαν για κατασκο­πία. Ο Βενιζέλος δεν δέχεται. Ο Πλαστήρας έχει εμπλακεί στις αντίθετες διακηρύξεις του. Σύμφωνα με την προγραμματική του διακήρυξη δεν θα έπρεπε να εκτελεστούν οι Μπελογιάννης, Μπά­τσης και Ιωαννίδου, μπορούσαν όμως να οδηγηθούν στο εκτελε­στικό απόσπασμα οι Καλούμενος. Ηλ.Αργυριάδης, Χ.Τουλιάτος και Μ.Μπισμπιάνος. Πώς όμως θα εκτελεστούν άλλοι και θα σωθούν οι θεωρούμενοι αρχηγοί; Βέβαια, ο Πλαστήρας έχει κά­νει και άλλες δηλώσεις στο παρελθόν εναντίον γενικά της θανατικής ποινής (λόγος Τήνου, και αλλού), αλλά έχει επίσης δηλώσει ότι θα γίνει σεβαστή η απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων. Και τι θα κάνει η κυβέρνηση αν ο βασιλιάς εγκρίνει την εισήγηση του Συμβουλίου Χαρίτων; Θα θέσει πολιτικό ζήτημα; Φαίνεται ότι στο μεταξύ, εκτός από τον Βενιζέλο, και ορισμένοι βουλευτές της ΕΠΕΚ πιέζουν να μη «θυσιαστεί» η κυβέρνηση για να σωθούν τα κεφάλια «μερικών κομμουνιστών». Την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών αποτυπώνει στο Ημερολόγιο του, ο Μιχ.Κύρκος:

«Σήμερα συνήντησα τον Γ.Καρτάλη - γράφει στις 26 Μαρ­τίου. Μου είπε ότι το ζήτημα των εκτελέσεων τείνει να τακτοποιηθή. Θέτουν σαν βάσι την αρχική δήλωσι του Πλα­στήρα, ότι θα κριθούν επιεικώς όσα έγιναν πριν αναλάβη η κυβέρνησίς του. Μ'αυτή τη λύση μετριάζεται η ποινή των Μπελογιάννη, Ιωαννίδου, Λαζαρίδου και Μπάτση. Μένουν οι άλλοι τέσσερις. Σε παρατήρησί μου, ότι θα είναι ανανδρία να εκτελεσθούν οι υπόλοιποι, μου είπε: "Να ιδούμε τι θα γίνει μ'αυτούς". Και με ρώτησε "εσύ τι λες;". Δεν μπορούσα να του απαντήσω γιατί ήταν και άλλοι. Το απόγευμα, στις 5 μ.μ., του είπα να καταβάλη κάθε προσπά­θεια να μη γίνη καμιά εκτέλεσις. Το μεσημέρι συναντήθη­κα με τον Γρ.Κασιμάτη. Μιλήσαμε μία ώρα. Ο Κ. μου αποκάλυψε ότι στα Χανιά έγινε σύσκεψις μεταξύ Βενιζέ­λου, Πιουριφόυ, Καρτάλη και Κασιμάτη. Ο Καρτάλης έθε­σε το ζητημάτων εκτελέσεων. Ο Πιουριφόυ απήντησε: "Αυ­τό είναι ζήτημα αποκλειστικά δικό σας. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει". Ύστερα απ'αυτή τη σύσκεψη ο Βεν. έγινε μαλακότερος. Ο Κασ. μου επιβεβαίωσε όσα είχε πει μία ώρα προηγουμένως ο Καρτ. Το απόγευμα στη Βουλή κυ­κλοφόρησε η πληροφορία ότι ο Β. δεν δέχεται την παρα­πάνω λύσι. Την νύκτα ο Β., ύστερα από καινούργια συνά­ντηση με τον Πλ. ανακοίνωσε ότι "επήλθε πλήρης συμφωνία", χωρίς όμως και να εξηγήση πάνω σε ποια βά­ση. Στη Βουλή ατμόσφαιρα πτώσεως της κυβερνήσεως. Οι συναγερμικοί μόλις συγκρατούσαν τη χαρά τους. Αντιθέτως, ήσαν περίλυποι της ΕΠΕΚ. Πολλοί από αυτούς "δη­μοκρατικοί" τα'βαζαν με τους υπουργούς που δεν θέλουν εκτελέσεις κι εναντιώνονται σ'αυτές. "Μα δεν θα παρα­δώσουμε την εξουσία στον Παπάγο, για δυο κ..."». (Μιχ.Κύρκου, στο ίδιο, σ. 39-40.)

Ο Βενιζέλος έχει μακρά συνομιλία για το θέμα των εκτελέσε­ων και με τον βασιλιά. Φαίνεται πως τελική συμφωνία και με τον βασιλιά και με τον Πλαστήρα είναι να εφαρμοστεί οποιαδήποτε εισήγηση κάνει το Συμβούλιο Χαρίτων. Δηλαδή, η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση ν'αναλάβει τις πολιτικές της ευθύνες. Οχυρώνεται πίσω από ένα συμβουλευτικό όργανο: το Συμβούλιο Χαρίτων. Ακολουθούν συσκέψεις των κυριοτέρων υπουργούν (Γ.Καρτάλη, Δ.Παπασπύρου, Σ.Παπαπολίτη. Α.Ιωσήφ, κ.λ.) με τον Βενιζέ­λο στο σπίτι του Πλαστήρα. Στις 27 Μαρτίου, γίνονται χωριστές συσκέψεις των κοινοβουλευτικών ομάδων της ΕΠΕΚ και των Φι­λελευθέρων με μοναδικό θέμα, και οι δύο, τις εκτελέσεις. Και οι δύο Κ.Ο. «εξουσιοδοτούν εν λευκώ», η μία τον Πλαστήρα και η άλλη τον Βενιζέλο, να χειριστούν το ζήτημα. Δεν αναλαβαίνουν κι αυτές δημόσια τις ευθύνες τους. Γίνεται γνωστό, πάντως, πως στη σύσκεψη της ΕΠΕΚ οι Γ.Καρτάλης και Λ.Ακρίτας επέμειναν να μη γίνει καμιά εκτέλεση.