Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Πατριωτική έξαψη στην Κύπρο
Η κυβέρνηση, σύμφωνα και με τις αμερικανικές υποδείξεις, προ­σπαθεί να κρατήσει το Κυπριακό στο πλαίσιο της Ελληνοβρετα­νικής συμμαχίας και φιλίας. Αλλά η πίεση του Μακαρίου και των άλλων Κυπρίων ηγετών, καθώς και των οργανώσεων και της νε­ολαίας στην Ελλάδα για προσφυγή στον ΟΗΕ δυναμώνει. Στις 25 Απριλίου, γίνεται στη Λευκωσία η Παγκύπριος Εθνοσυνέλευση. Μιλώντας προς τους 600 αντιπροσώπους, ο Μακάριος λέει, ανά­μεσα σε άλλα:

«...θα συνεχίσωμεν τον αδιάλλακτον ενωτικόν αγώνα και εάν αι περιστάσεις το καλέσουν, θα βαδίσωμεν επί πλέον αδιαλλάκτου γραμμής. Θ'απορρίψωμεν οιανδήποτε προσφοράν Συντάγματος. Ουδέποτε θα συνθηκολογήσωμεν, ούτε θα δεχθώμεν μέσην λύσιν. Θ'απομονώσωμεν τους λιποτάκτας και θα καταβάλαψεν πάσαν προσπάθειαν όπως η ελληνική κυβέρνησις εγείρει το Κυπριακόν ενώ­πιον του ΟΗΕ, εάν δε δεν πράξη τούτο, δεν θα απογοητευθώμεν, ούτε θα ησυχάσωμεν, διότι έχομεν και άλλα μέ­σα διεξαγωγής του αγώνος. Εν ανάγκη, θα φθάσομεν ως τα άκρα, κηρύσσοντες πολιτικήν ανυπακοής και άρνησιν καταβολής των φόρων, βέβαιοι ότι θα νικήσωμεν διότι το δίκαιον είναι μαζί μας».

Η Εθνοσυνέλευση εγκρίνει ομόφωνα ψήφισμα για την ένωση με την Ελλάδα.

Η πατριωτική έξαψη στην Κύπρο έχει άμεσο αντίχτυπο στην Ελλάδα. Η προεδρευόμενη από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Πα­νελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ) ορίζει για τις 8 Μάιου μεγάλο συλλαλητήριο στην πλατεία Συντάγματος. Η κυ­βέρνηση το απαγορεύει.

Τελικά, το συλλαλητήριο πραγματοποιείται στην Ομόνοια. Με απόφαση της ΠΕΕΚ και της ΑΔΕΔΥ, όλα τα δημόσια γραφεία κλεί­νουν στις 11 το πρωί. Από τις 10, οι Καμπάνες των εκκλησιών χτυ­πούν χαρμόσυνα. Από νωρίς, αρχίζουν να γεμίζουν κόσμο τα Προ­πύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, τα προαύλια των σχολών, ο χώρος μπροστά από την Αρχιεπισκοπή. Κατά τις 11.30 αρχίζουν να βαδίζουν συνταγμένοι φοιτητές, υπάλληλοι, εργάτες προς την Ομόνοια. Στις 12.30 κλείνουν και τα εμπορικά καταστήματα. Η Ομόνοια και οι γύρω δρόμοι έχουν κατακλυστεί από δεκάδες χι­λιάδες λαού που φωνάζει ρυθμικά συνθήματα: «Κύπρος», «Ένω­ση» κ.λ.π. Τα πολυάριθμα πλακάτ γράφουν: «Το Κυπριακόν εις τον ΟΗΕ», «Η κυβέρνησις να ζητήση επίσημα την Κύπρο», «Φί­λοι της Ελλάδος είναι μόνον όσοι θέλουν Ένωσιν» κ.λ.π.
Στη συγκέντρωση μιλά από το ξενοδοχείο «Μπάγκειον» ο Αρχιε­πίσκοπος Σπυρίδων. Στο ψήφισμα, που εγκρίνεται, εκφράζεται η αγανάκτηση των διαδηλωτών για τον χλιαρό τρόπο με τον οποίο έχουν αντιμετωπίσει όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις το Κυπριακό. Αφού ψάλουν τον Εθνικό μας Ύμνο, τα πλήθη αρχίζουν να δια­λύονται. Οι νέοι όμως ανεβαίνουν διαδηλώνοντας την οδό Πανεπι­στημίου και άλλοι τη Σταδίου. Φοιτητές έχουν ρίξει το σύνθημα «στην αγγλική πρεσβεία». Στο ύψος ôçò οδού Κοραή, τους ανα­κόπτουν ζώνες αστυνομικών. Προσπαθούν να τις διασπάσουν και ακολουθεί σύρραξη. Οι αστυνομικοί χτυπούν με τα κλομπ, ενώ αντλίες καταβρέχουν τους διαδηλωτές. Οι φοιτητές απαντούν με ξύλα και πέτρες. Τραυματίζονται αρκετοί διαδηλωτές και αστυνομικοί, και ανάμεσα τους και αστυνομικός διευθυντής. Οι συ­γκρούσεις επεκτείνονται σε ολόκληρο σχεδόν το κέντρο της Αθή­νας και κρατούν ως τις 2 το απόγευμα (εφημερίδες, 9 Μαΐου 1952).

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Στρατιωτικές δαπάνες και αγγλοαμερικανικές αντιθέσεις
Το θέμα των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών της Ελλάδας μπλέκεται, την περίοδο αυτή, και με τον αγγλοαμερικανικό αντα­γωνισμό για το προβάδισμα στη Μεσόγειο. Τον Απρίλη και τον Μάη του 1952, ενώ κρίνεται η υπόθεση της ηγεσίας των συμμαχι­κών δυνάμεων στη Μεσόγειο, φτάνουν στην Ελλάδα, ο ένας με­τά τον άλλο, Αμερικανοί και Άγγλοι επίσημοι: Εκτός από τον ναύ­αρχο Κάρνεϋ, διοικητή των ατλαντικών δυνάμεων της Νότιας Ευρώπης, που βρίσκεται σχεδόν κάθε βδομάδα στη χώρα μας, έρ­χεται και ο λόρδος Χάλιφαξ, ο γνωστός από τη συμφωνία του Μο­νάχου με τους Χίτλερ και Μουσολίνι, και ο στρατάρχης Μοντγκόμερυ. Προς τιμήν του Μοντγκόμερυ η κυβέρνηση παραθέτει επίσημο γεύμα. Στην πρόποση του, ο αντιπρόεδρος Σοφ.Βενιζέ­λος, αφού εξυμνεί τον Άγγλο στρατάρχη για τη δράση του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αναφέρεται στον ελληνικό στρατό, στη συμ­βολή του στη συμμαχική υπόθεση, αλλά και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ελλάδα για τη συντήρηση του, δαπανώντας πε­ρισσότερο, όπως τονίζει, από το 45% του προϋπολογισμού της.

Ο Μοντγκόμερυ, απαντώντας, επαινεί τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για τη δράση τους στη Μέση Ανατολή κ.λ.π.. εκφράζει την εμπιστοσύνη του στην ηγεσία τους, και συνεχίζει:

«Δεν πιστεύω ότι θα δυνηθείτε να συνεχίζητε επ'αόριστον δαπανώντες τα 50% περίπου του προϋπολογισμού σας διά την άμυναν (...). Ο κομμουνισμός δεν θα ηττηθεί άπαξ διά παντός με ξιφολόγχας ή σφαίρας ή σίδηρα φυλακής. Θα ηττηθεί διά της υπάρξεως ευτυχούς και ικανοποιημένου λαού, καλώς στεγαζομένου, με καλόν βιοτικόν επίπεδον, με αναλόγους αμοιβάς διά καλήν εργασίαν και τρέφοντος εμπιστοσύνην εις την εθνικήν του ηγεσίαν». (Εφημερίδες, 10 Μαΐου 1952.)

Η περικοπή αυτή των δηλώσεων του Άγγλου στρατάρχη προ­καλεί αντιδράσεις του Τύπου της Δεξιάς, γιατί θεωρείται υπο­στήριξη των κυβερνητικών απόψεων. Προκαλεί και ανησυχία των Αμερικανών, που είναι αντίθετοι σε κάθε μείωση της δύναμης του ελληνικού στρατού. Ακολουθούν συνομιλία του Μοντγκόμερυ με τον Πιουριφόυ, νέες δηλώσεις του Άγγλου στρατάρχη ότι πρέπει να γίνουν οικονομίες χωρίς να μειωθεί η αριθμητική δύναμη του στρατού και ανακοινώσεις του υφυπουργού Αμύνης Γ.Μαύρου, που υποστηρίζει ότι παρερμηνεύτηκαν οι δηλώσεις του Βρετανού επισήμου. «Ο Άγγλος στρατάρχης - συνεχίζει ο Γ.Μαύρος - δεν εισηγήθηκε στην κυβέρνηση ελάττωση των ενόπλων μας δυνά­μεων». Ύστερα από συνεννόηση με τους Αμερικανούς - καταλή­γει - στον στρατιωτικό προϋπολογισμό του 1952-53 προβλέπονται οικονομίες χωρίς μείωση του στρατού.

Τη σοβαρότητα και την οξύτητα που έχει πάρει το πρόβλημα των στρατιωτικών δαπανών φανερώνει και μια συνομιλία που εί­χε στις 9 Μαΐου 1952, ο Γ.Μαύρος με τους Αμερικανούς διοικη­τές των ατλαντικών δυνάμεων. Την μεταφέρουμε από μνημόνιο που έχει κρατήσει ο Γ. Μαύρος, υφυπουργός τότε Αμύνης:

«Σήμερον την μεσημβρίαν συνηντήθην με τον ναύαρχον Κάρνεϋ και τον στρατηγόν Γκάβιν, αρχηγόν του Επιτε­λείου. Συνεζητήσαμεν επί των προβλημάτων τα οποία δη­μιουργεί ο προϋπολογισμός των ενόπλων δυνάμεων του 1952-53, λόγω της σημειωθείσης υπό του Υπουργείου των Οικονομικών και της Αμερικανικής Αποστολής ελαττώσε­ως των δαπανών κατά 300 δισ. Υπενθύμισα ότι ο προϋπο­λογισμός της Αεροπορίας δημιουργεί ανάγκην προσθέτων δαπανών διά νέα αεροδρόμια, νέας μοίρας και διά πρό­σθετα καύσιμα, λόγω των αεριοπροωθουμένων, 200 δισεκατομμυρίων δραχμών. Συνεπώς, διά να καταστή δυνατός ο περιορισμός των δαπανών των ενόπλων δυνάμεων κατά 300 ή 250 δισ. δρχ., θα έπρεπε να εγκαταλειφθή εξ ολο­κλήρου το πολεμικόν πρόγραμμα της Αεροπορίας, διά να εξοικονομηθή η πρόσθετος δαπάνη των 200 εκατ. Αν συμβή τούτο, δεν θα είμεθα εις θέσιν να δεχθώμεν τα 150 αεριοπροωθούμενα και συνεπώς δεν θα καταστεί δυνατή η δημιουργία των πέντε μοιρών, η οποία προβλέπεται να εί­ναι έτοιμη τον Ιούλιον του 1953. Του ετόνισα ότι η ελληνι­κή κυβέρνησις εν όψει περικοπής βοηθείας είναι διατεθει­μένη να περικόψη ριζικώς τας δαπάνας του στρατού, φθάνοντας ακόμη και μέχρι ελαττώσεως του μισθολογίου των στρατιωτών και ελαττώσεως του συσσιτίου.

Εις το σημείον τούτο, τον ηρώτησα αν ωμίλησε με τον στρατάρχην Μοντγκόμερυ, ο οποίος ωμίλησε περί της δυνατής οργανώσεως εφεδρικού στρατού.

Γνώμαι Κάρνεϋ: Μου ετόνισεν εν αρχή ότι είναι απολύτως ενθουσιασμένος από τας εντυπώσεις, τας οποίας απεκόμισεν εξ Ελλάδος, κι ότι ο ελληνικός στρατός έχει το υψηλότερον ηθικόν εξ όλων των δυνάμεων τας οποίας επεθεώρησεν εις Μεσόγειον. "Δι'αυτό ακριβώς - μου ετόνισεν - πρέπει να είσθε πολύ επιφυλακτικοί εις μέτρα, ως είναι η ελάττωσις του συσσιτίου, σιγαρέτων, μισθού, μήπως αυτά θίξουν το ηθικόν του στρατού, το οποίον πρέπει να διατηρηθή αμείωτον". Μου ετόνισεν ότι πρέπει με πολλή προσοχήν να εξετάσωμεν το αεροπορικόν πρόγραμμα, διότι το αεροπορικόν όπλον είναι κατ'εξοχήv δαπανηρόν, και διερωτάται αν η Ελλάς είναι εις θέσιν να εφαρμόση αερο­πορικόν πρόγραμμα τοιαύτης εκτάσεως αμέσως, και ίσως θα έπρεπε να εξετασθή αν το πρόγραμμα τούτο είναι δυ­νατόν να εφαρμοσθή εις 3-4 χρόνια.

Όσον αφορά την ελάττωσιν των δυνάμεων του στρατού, φρονεί ότι αυτή είναι δυνατή, περιοριζομένης της δυνά­μεως των σχηματισμών, χωρίς να ελαττωθούν αι μονάδες, ενισχυόμενης εν περιπτώσει επιστρατεύσεως.

Ως προς το θέμα του ηθικού του στρατού είναι στενώς συνυφασμένον με το ηθικόν του λαού, το οποίον διατηρείται μόνον με οικονομικήν σταθερότατα. Εάν, συνεπεία υψηλών στρατιωτικών δαπανών διατηρουμένων διά να κρατηθή το ηθικόν επίπεδον του στρατού, εκθέσωμεν την νομισματικήν μας σταθερότητα και προκαλέσωμεν πληθωρισμόν, τότε θα θιγεί εμμέσως το ηθικόν του στρατού, εφόσον ο λαός από τον οποίον προέρχεται θα ευρίσκεται εις οικονομικήν απαθλίωσιν». (Από το προσωπικό αρχείο του Γεωργίου Μαύρου.)

Παρουσιάζεται, δηλαδή, και ο ναύαρχος Κάρνεϋ να συμφω­νεί στην ουσία με τις δηλώσεις Μοντγκόμερυ, που έχουν προκα­λέσει την αντίδραση του Πιουριφόυ. Η συνομιλία Μαύρου - Κάρνεϋ συνεχίζεται με θέμα το καταδρομικό «Έλλη», που έχουμε πάρει από την Ιταλία («Πρίγκηπας Σαβοΐας»), σε αντικατάστα­ση εκείνου που μας είχε τορπιλίσει ιταλικό υποβρύχιο, στις 15 Αυ­γούστου 1940:

«Ανέπτυξα εις τον ναύαρχον - έγραφε ο Γ.Μαύρος στο Μνημόνιο του - ότι το καταδρομικόν ως έχει, αποτελεί μίαν άχρηστον μονάδα διά το ελληνικόν Ναυτικόν. Εφόσον δεν δυνάμεθα να το χρησιμοποιήσωμεν δαπανώντας όσα χρειάζονται διά να γίνη σκάφος ετοιμοπόλεμον, δημιουργεί ένα πρόβλημα η ύπαρξίς του (...). Του είπον ότι η κυβέρνησις είναι διατεθειμένη να εξετάση την χρησιμότητα αντικαταστάσεώς του δι'ενός χρησίμου σκάφους μεγαλυτέρου των δύο αντιτορπιλλικών (D.D.), το οποίον να φέρη το όνομα "Έλλη" και το οποίον να χρησιμοποιηθή ως αρχηγίς των αντιτορπιλλικών. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το σκάφος θα ήτο δυνατόν να πωληθή και να αντικατασταθή με μεγάλο αντιτορπιλλικόν. Μου απήντησεν ότι το θέμα τον ενδια­φέρει διττώς. Πρώτον, εις ποίον θα πωληθεί. Διά την Αργεντινήν δεν έχει αντίρρησιν. Αν τούτο είναι δυνατόν, θα υποστηρίξη εις την αμερικανικήν κυβέρνησιν να εφοδιάση τον ελληνικόν στόλον με ένα καταδρομικόν της κλάσεως "ΑΛΛΕΝ" 2.200 τόνων...».

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παγωμένες πιστώσεις
Σε μακρές ανακοινώσεις του στον Τύπο, στις 19 Απριλίου 1952, ο Γ.Καρτάλης αναφέρεται ιδιαίτερα στη χρηματοδότηση της οικο­νομίας και στις ανεξόφλητες για πολλά χρόνια πιστώσεις προς ορισμένες βιομηχανικές και άλλες επιχειρήσεις. Πρόκειται για τις περίφημες «παγωμένες πιστώσεις». Αφού κάνει λόγο για τους περιορισμούς στη χρηματοδότηση, συνεχίζει:
«Είναι επί πλέον αναμφισβητήτως αληθές ότι αι μικραί και μεσαίαι επιχειρήσεις υφίστανται ισχυρότερον τον αντίκτυπον της ανωτέρω μεταβολής, διότι, ως προκύπτει από λεπτομερή στοιχεία, εκατοντάδες δισεκατομμυρίων πιστώ­σεων προς ολιγοτέρας των 60 βιομηχανικών εμπορικών επιχειρήσεων παραμένουν από μακρού χρόνου ανεξόφλη­τοι και δημιουργούν εμπλοκήν εις την ρευστοποίησιν των τραπεζικών πιστώσεων και την επιβεβλημένην διεύρυνσιν του κύκλου των δανειζομένων προς τους επαγγελματίας, βιοτέχνας και εν γένει τας μεσαίας και μικράς επιχειρή­σεις». (Εφημερίδες, 20 Απριλίου 1952.)
Σύμφωνα με στοιχεία που θα δοθούν αργότερα, το μεγαλύ­τερο ποσό από τη βοήθεια Μάρσαλ σε πιστώσεις το έχουν πάρει δέκα βιομηχανίες (σε σύνολο 1.047 της εποχής αυτής). Πήραν δη­λαδή 273 δισ. δραχμές σε σύνολο δανείων 450 δισ. δραχμών. Στη βιοτεχνία δόθηκαν μόνο 10 περίπου εκατ. δραχμών της εποχής. Η κυβέρνηση του Κέντρου δεν κατορθώνει τελικά να πάρει πίσω ούτε τους τόκους των δανείων αυτών.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ


Οικονομική εξυγίανση και δυσκολίες

Μέσα στη συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πολιτική θύελλα, η κυ­βέρνηση του Κέντρου και ιδιαίτερα ο υπουργός του Συντονισμού Γ.Καρτάλης προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες και να αποκαταστήσει την ισορροπία στην οικονομία της χώρας. Οι Αμερικανοί πιέζουν για όλο και εντονότερη αντιπλη­θωριστική πολιτική, ενώ, ταυτόχρονα, περιορίζουν τη βοήθεια και δεν επιτρέπουν καμιά μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων της Ελλάδας. Το δελτίο Τύπου του Οργανισμού Αμοιβαίας Ασφα­λείας (Σχεδίου Μάρσαλ) δημοσιεύει, τον Μάρτη του 1952, στοι­χεία από τα οποία βγαίνει ότι η Ελλάδα έχει, σχετικά με τον πλη­θυσμό της, τον μεγαλύτερο αριθμητικά στρατό απ'όλες τις χώρες του NATO (Το Βήμα, 23 Μαρτίου 1952). Παρ'όλ'αυτά, ο υπαρ­χηγός του οργανισμού Τζον Κένυ, που ήλθε στην Αθήνα στις αρ­χές Απριλίου, δηλώνει ότι το πρωταρχικό για την Ελλάδα είναι να συνεχιστεί η αντιπληθωριστική πολιτική:

«Περίπτωσις να εγκριθή νέον παραγωγικόν έργον μη έχον σχέσιν με την άμυναν της χώρας δεν υπάρχει», τονίζει.

(Εφημερίδες, 5 Απριλίου.)

Αποτέλεσμα της έντονης αντιπληθωριστικής πολιτικής (μειώ­θηκαν κατά 7% οι πιστώσεις προς την οικονομία το 1952, από 426,4 εκατ. δολάρια, σε 277,1 οι εισαγωγές κ.λ.π.) είναι να παρουσιαστεί, για πρώτη φορά μετά την Απελευθέρωση, κάμψη, αντί για αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής και να γίνουν πολλές απο­λύσεις εργαζομένων. (Δελτίο Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων 1952-53. Και περιοδικό Νέα Οικονομία, τ. 1/1953.) Το εθνικό ει­σόδημα κατά το 1952 θα ανέβει τελικά μόνο κατά 1,5%, κι αυτό χάρη στην αύξηση της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής. Το λαϊκό όμως εισόδημα πέφτει σημαντικά. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, το 1951-52 το σιτηρέσιο του Έλληνα πε­ριλαμβάνει 2.450 θερμίδες την ημέρα, ενώ πριν από τον πόλεμο ήταν 2.607 {Νέα Οικονομία, τ. 3/1953).

Ευεργετικές συνέπειες της αντιπληθωριστικής πολιτικής είναι η αποκατάσταση της νομισματικής σταθερότητας, ο περιορισμός του ελλείμματος του προϋπολογισμού και η βελτίωση γενικά των δημόσιων οικονομικών, η περιστολή της χρυσοφιλίας (η τιμή της λίρας έπεσε), η μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

Ο Βαρβαρέσσος, στη μυστική του έκθεση, στην οποία έχουμε αναφερθεί, τόνιζε ότι είχε ολέθριες συνέπειες στην οικονομία της χώρας το γεγονός ότι η σχέση δραχμής - δολαρίου παρέμενε στις 15.000 δραχμές, τιμή πολύ κατώτερη από την πραγματική του αμερικανικού νομίσματος (ακριβά τα εξαγώγιμα προϊόντα, εν­θάρρυνση εισαγωγών, διαρροή συναλλάγματος, εξαγωγή κεφα­λαίων κ.λ.π.). Και πρότεινε να αναπροσαρμοστεί η δραχμή, αφού όμως εξυγιανθεί προηγούμενα η οικονομία (στο ίδιο, 5/1953). Και οι Αμερικανοί οικονομικοί «σύμβουλοι» θεωρούν αναπόφευκτη και αναγκαία την αναπροσαρμογή της δραχμής, αλλά επιφυλάσ­σονται να την «επιτρέψουν» και να τη «δώσουν» σαν δώρο σε «σταθερή κυβέρνηση», στον Συναγερμό.

Μια εικόνα της ελληνικής οικονομίας κατά το 1952 δίνει ο υπουρ­γός του Συντονισμού Γ.Καρτάλης στον υπαρχηγό του Οργανισμού Αμοιβαίας Ασφαλείας κατά τη συνεδρίαση της Οικονομικής Επι­τροπής στις 4 Απριλίου. Ο Καρτάλης τονίζει πως κύριο χαρακτη­ριστικό του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού προβλήματος είναι η ταυτόχρονη ύπαρξη σοβαρών δυσκολιών στο ισοζύγιο εξω­τερικών πληρωμών της χώρας και σοβαρής υποαπασχόλησης ιδιαί­τερα του αγροτικού πληθυσμού. Περισσότερο από το μισό του ελλείμματος του εμπορικού μας ισοζυγίου οφείλεται στη σοβαρή επιδείνωση για την Ελλάδα των τιμών των εισαγομένων σε σχέση με τις τιμές των εξαγομένων προϊόντων. Οι καθιερωμένες αγορές ελληνικών εξαγώγιμων προϊόντων στις χώρες της Ανατολικής Ευ­ρώπης δεν υπάρχουν και η γερμανική αγορά έχει σημαντικότατα περιοριστεί μετά τη διείσδυση των αμερικανικών καπνών, που χρη­ματοδοτούνται από την αμερικανική βοήθεια. Οι δυσχέρειες στο ισοζύγιο των εξωτερικών πληρωμών είναι συνυφασμένες με την υποαπασχόληση. Ο «πλεονάζων», στις σημερινές συνθήκες γεωρ­γικής αναπτύξεως και τεχνικής, πληθυσμός, στην ύπαιθρο, ξεπερ­νά το ένα εκατομμύριο. Ο πληθυσμός αυτός δεν μπορεί να απορ­ροφηθεί σε αστικές απασχολήσεις, γιατί υπάρχουν στις πόλεις ανεργία, καθώς και σημαντικός αριθμός ατόμων που απασχολού­νται σε κάθε μορφής παρασιτικές εργασίες.

«Αι μεταπολεμικαί δυσχέρειαι του ελλειμματικού ισοζυ­γίου εξίοτερικών πληρωμών - συνεχίζει ο Γ.Καρτάλης - αντικατοπτρίζονται εις το γεγονός ότι, εκ του συνόλου των 790 εκατ. δολαρίων βοηθείας από το Σχέδιον Μάρσαλ μέ­χρι του τέλους Ιουνίου του 1951 πλέον του 75% κατηναλώθησαν δι'εισαγωγάς βασικών αγαθών προς ικανοποίησιν των τρεχουσών αναγκών της χώρας, και επομένως ολιγώτερον των 25% απέμειναν διά την χρηματοδότησιν εισα­γωγών αγαθών κεφαλαίου. Εντός του αυτού χρονικού διαστήματος μέρος του συνόλου των διαθεσίμου πόρων μας απερροφήθη από την συνεχή αμυντικήν προσπάθειαν της χώρας (...) το ποσοστόν των αμυντικών μας δαπανών επί του συνόλου των κρατικών δαπανών κατά τα τελευταία έτη ήτο κατά μέσον όρον πλέον του 45% (...) το συσσωρευτικόν έλλειμα (σ.σ.: του κρατικού προϋπολογισμού) των τεσσάρων ετών (σ.σ.: 1948-1952) ανέρχεται εις πλέον των 3.600 δισεκατομμυρίων, ενώ το σύνολον των στρατιω­τικών δαπανών της τελευταίας τετραετίας είναι σχεδόν 9.000 δισ».

Τέλος, ο Καρτάλης υπολογίζει την επιβάρυνση της ελληνικής οικονομίας από τις δαπάνες αμύνης κατά την τετραετία 1948-1952 στο 9% του συνόλου των εθνικών πόρων, συμπεριλαμβανομένης και της αμερικανικής βοήθειας (Ναυτεμπορική, 8 Απριλίου 1952).

(Ο καθηγητής Άγγ.Αγγελόπουλος υπολογίζει σε 47% του προ­ϋπολογισμού και σε 9,4% του εθνικού εισοδήματος τις στρατιωτι­κές δαπάνες κατά την περίοδο 1948-52. Νέα Οικονομία, τ. 3/1953.)

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Μέτρα επιεικείας»

Στο μεταξύ, ο σάλος για τις εκτελέσεις συνεχίζεται. Η κυβέρνη­ση δέχεται πυρά από τις γραμμές της, ενώ ο Συναγερμός εξακο­λουθεί να απέχει από τη Βουλή. Ο Μακρής της ΓΣΕΕ κάνει πρό­ταση να σχηματιστεί κυβέρνηση από τα τρία κόμματα. Την πρόταση δέχεται με ευχαρίστηση ο Βενιζέλος, την αποκρούει όμως και πάλι ο Παπάγος. Ο Πιουριφόυ αναπτύσσει έντονη δραστη­ριότητα για να εξασφαλίσει υπόσχεση του πρωθυπουργού για εκλογές με πλειοψηφικό, καθώς και ανάκληση της διαταγής του Σακελλαρίου για να ικανοποιηθεί ο Συναγερμός και να γυρίσει στη Βουλή. Προσπαθεί επίσης να συμφιλιώσει τον στρατάρχη με τον βασιλιά. Την 1η Απριλίου, ο Αμερικανός πρεσβευτής έχει πο­λύωρη συνομιλία με τον βασιλιά. Την άλλη μέρα με τον Παπάγο. Στις 5 Απριλίου, ο Παπάγος επισκέπτεται τα Ανάκτορα του Τα­τοΐου και έχει πολύωρη συνομιλία με τον βασιλιά, που ο συναγερμικός Τύπος την χαρακτηρίζει εγκάρδια.

Η παραίτηση του υπουργού Συντονισμού Γ.Καρτάλη ήταν, όπως είδαμε, σοβαρό πλήγμα για την κυβέρνηση και προσωπικά για τον πρωθυπουργό. Πιεζόμενος τώρα από τον ίδιο τον άρρω­στο πρωθυπουργό και από τους άλλους παράγοντες της ΕΠΕΚ να μην επιμείνει στην παραίτησή του, ο Γ.Καρτάλης επιδιώκει ν'ανταλλάξει την παραμονή του στην κυβέρνηση με την προώθηση της ειρηνευτικής πολιτικής, έστω και τραυματισμένης βαριά από τις εκτελέσεις. Υποστηριζόμενος και από άλλους βουλευτές της ΕΠΕΚ. ο Γ.Καρτάλης ζητά να ψηφιστούν το γρηγορότερο τα «μέ­τρα ειρηνεύσεως» και να επεκταθούν.

Στο σημείο αυτό, ρεαλιστική παρουσιάζεται και η στάση της ΕΔΑ, που επιδιώκει, από τη μία να αποφύγει τη διάλυση, που θα ήταν ένα νέο σοβαρό πλήγμα για το αριστερό κίνημα, κι από την άλλη να συμβάλει στο να προωθηθούν τα ειρηνευτικά μέτρα. Σε ανακοίνωση της, την 1η Απριλίου, αφού διαμαρτύρεται και πάλι για τις εκτελέσεις, καταλήγει:

«Η θλιβερά υπόθεσις των εκτελέσεων δεν είναι σωστό να αφυπνίζη τα πολιτικά πάθη και μίση. Γι'αυτό η Δ.Ε. της ΕΔΑ πιστεύει πως οι νωποί τάφοι, αντί για αφετηρία νέου κύκλου αιμάτων, μπορεί και πρέπει να σταθούν ανυπέρ­βλητος φραγμός στο αιματηρό παρελθόν και απαρχή ενώ­σεως όλου του δημοκρατικού ελληνικού λαού για ένα ει­ρηνικό δημοκρατικό μέλλον».

Την 1η Απριλίου, με τη συγκλονιστική επίδραση των εκτελέ­σεων, αρχίζει στη Βουλή η συζήτηση του νομοσχεδίου για τα «μέ­τρα ειρηνεύσεως». Η έκπληξη της ημέρας είναι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος Κ.Τσαλδάρης: Υποστηρίζει να καταργηθεί η θανατική ποινή και να δοθεί αμνηστία. Αλλά ο πιο εντυπωσια­κός ομιλητής είναι ο ανεξάρτητος της Αριστεράς Μιχάλης Κύρ­κος, που αναπτύσσει δύο ολόκληρες ώρες το θέμα, ζητά γενική αμνηστία και υποβάλλει πρόταση νόμου, υπογεγραμμένη και από 29 ακόμα βουλευτές, κυρίως της ΕΠΕΚ, να καταργηθεί η θα­νατική ποινή.

Στις 2 Απριλίου, γίνεται σύσκεψη της κοινοβουλευτικής ομά­δας της ΕΠΕΚ. Έχουν αξιώσει να γίνει οι έντονα διαμαρτυρόμενοι για τις εκτελέσεις βουλευτές. Πολλοί κατηγορούν τον υπουρ­γό Δικαιοσύνης ότι παραπλάνησε τα στελέχη της ΕΠΕΚ με ανακριβείς διαβεβαιώσεις. Ο Καρτάλης τον υποστηρίζει, διαβε­βαιώνοντας την κοινοβουλευτική ομάδα ότι ο Παπασπύρου έκα­νε ό,τι τού ήταν δυνατόν μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων του να ματαιωθούν οι εκτελέσεις. Ο Ιωσήφ ζητά ευθύνες από την κυ­βέρνηση, γιατί δεν έθεσε πολιτικό ζήτημα έγκαιρα ώστε ν'αποτραπούν οι εκτελέσεις. Τελικά, η κοινοβουλευτική ομάδα, με ανακοίνωση της, «διαδηλώνει την αφοσίωσίν της προς τον αρχηγόν και την απόφασή της, συσπειρωμένη περί αυτόν, να εντείνη τας προσπαθείας της διά την πραγμάτωσιν των στόχων του κόμ­ματος, ήτοι της εσωτερικής ειρηνεύσεως και των κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων προς όφελος του εργαζομένου λαού». (Εφημερίδες, 3 Απριλίου 1952.)

Την άλλη μέρα, γίνεται στο σπίτι του πρωθυπουργού συνάντη­ση του Βενιζέλου και του Καρτάλη. Στη σύσκεψη που ακολουθεί, ο Βενιζέλος δέχεται να επεκταθούν τα «μέτρα ειρηνεύσεως» (από­λυση από τις φυλακές με όρους) και στους καταδικασμένους σε ισόβια δεσμά, να επιταχυνθούν οι εργασίες των επιτροπών ασφα­λείας για την απόλυση εξόριστων, να καταργηθούν τα πιστοποιη­τικά κοινωνικών φρονημάτων και να επανεξεταστούν οι περι­πτώσεις δημοσίων υπαλλήλων που απολύθηκαν. Ύστερα απ' αυτό, ο Καρτάλης δηλώνει:

«Η εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων εξασφαλίζει την συ­νεπή και ταχείαν εκπλήρωσιν του κυβερνητικού προγράμματος ειρηνεύσεως, παρά τον κλονισμόν, τον οποίον υπέ­στη τούτο τας πρωϊνάς ώρας της παρελθούσης Κυριακής. Υπό τας προϋποθέσεις αυτάς και εν όψει της ανάγκης να διατηρηθή αρραγές το φράγμα κατά της Άκρας Δεξιάς, απεφάσισα να αποδεχθώ την παράκλησιν του κ.πρωθυπουργού και της συνελεύσεως των βουλευτών της ΕΠΕΚ, ομοφώνως εκφρασθείσαν και να παραμείνω εις την κυβέρνησιν». (Εφημερίδες. 4 Απριλίου 1952.)

Από όσα συμφωνήθηκαν στη σύσκεψη Πλαστήρα – Βενιζέλου - Καρτάλη λίγα θα εφαρμοστούν. Ελάχιστοι εξόριστοι θα απολυ­θούν ως τις νέες εκλογές, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονη­μάτων δεν θα καταργηθούν. Οπωσδήποτε όμως ο νόμος «περί μέτρων ειρηνεύσεως», χωρίς επεκτάσεις και προσθήκες, ψηφίζε­ται και υπογράφεται, ύστερα από αρκετούς δισταγμούς και παρελκύσεις, από τον βασιλιά στις 18 Απριλίου. Και αμέσως αρχί­ζει η απόλυση κρατουμένων.

Προσπάθειες για να εφαρμοστούν τα μέτρα ειρηνεύσεως καταβάλλει και ο υπουργός Δικαιοσύνης Δ.Παπασπύρου, που δεν θέλει η υπουργία του να μείνει συνδεδεμένη μόνο με τις εκτε­λέσεις των τεσσάρων, αλλά και με ευεργετικές αποφάσεις και ενέργειες για τους πολιτικούς κρατούμενους. Ο Μιχ.Κύρκος γράφει στις 2 Απριλίου, στο Ημερολόγιο του (σελ. 47).

«Ο υπουργός Παπασπύρος με πήρε μπράτσο στη Βουλή κι αφού με συνεχάρη για τον λόγο μου, με παρεκάλεσε να παρακολουθήσω το νομοσχέδιο και να τον βοηθήσω να το διευρύνη. Μ'έκαμε πολύ εντύπωσι, γιατί τον μεταχειρί­στηκα σκληρά στον λόγο μου».

Και στις 7 Απριλίου:

«Συναντήθηκα με τον υπ.Δικ.Παπασπύρο. Μου μίλησε με πολλή ζωηρότητα για τις προσπάθειες που έκαμε να ευρύνη τα μέτρα ειρηνεύσεως και την αντίδραση που συνήντησε από την πλευρά του Βεν. Του έδειξα τη σημερινή Βραδυνή με την πληροφορία ότι στη Λάρισα 30 ανυπότα­κτοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο σε μια συνεδρίαση. Κό­πηκε η αναπνοή του! Τον ξαναείδα μετά μία ώρα και ύστε­ρα από συνάντησί του με τον Βεν. Μου είπε ότι τον έπεισε και θα καταθέσουν νομοσχέδιο παραγραφής των αδικη­μάτων ανυποταξίας». (Σελ. 47-48.)

Ανυπότακτοι, σε άλλες περιπτώσεις, είχαν εκτελεστεί - όπως ο Νίκος Μαλίκης - ύστερα από καταδίκη τους σε θάνατο για ανυ­ποταξία, παρόλο ότι στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ήταν εκτοπισμένοι.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διαμάχη Ρέντη - οικογένειας Μπάτση
Την ίδια μέρα που γίνονται οι εκτελέσεις, η γυναίκα του Μπάτση στέλνει στις εφημερίδες την ακόλουθη επιστολή, αποκαλυπτική για τις μεθόδους του «αντικομμουνιστικού κράτους»:
«Κύριε Διευθυντά,
Νομίζω ότι η κοινή γνώμη πρέπει να πληροφορηθή κατά ποίον τρόπον ο σύζυγος μου έφθασεν εις το απόσπασμα, εξαπατηθείς από όλους. Μετά την σύλληψίν του και πολύ προ της ανακαλύψεως των ασυρμάτων, συνήντησα τον κ.Ρέντην. Μου είπεν ότι οι κομμουνισταί επήραν στον λαιμό τους τον άνδρα μου, τον επρόδωσαν και τον εξηπάτησαν. Μερικές ημέρες αργότερον ανεκαλύφθησαν οι ασύρματοι. Είδον ξανά τον κ.Ρέντην, ο οποίος μου είπεν ότι εις τα σή­ματα αναφέρεται ονομαστικώς ο σύζυγος μου, ενώ οι άλλοι ανεφέροντο με αριθμούς και ότι είναι φανερόν πως οι κομ­μουνισταί επεδίωκον να τον εξοντώσουν. Εάν δε ο σύζυγος μου κατέθετε όσα εγνώριζε, εκείνος μου έδιδε την ρητήν υπόσχεσιν ότι θα τον έσωζε, δεδομένου ότι και ο ίδιος επίστευε πως ο άνδρας μου ήταν ένας παρασυρθείς ιδεολόγος.
Εζήτησα να μου επιτρέψουν να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά δεν κατέστη δυνατόν. Τότε, έδωσα εις τον κ.Ρέντην μίαν επιστολήν προς τον άντρα μου, όπου τον εκλιπαρού­σα να καταθέση όσα εγνώριζε και τον πληροφορούσα διά την διαβεβαίωσιν του κ.Ρέντη. Ο σύζυγος μου κατέθεσεν ό,τι εγνώριζε. Μίαν ημέραν των αρχών Ιανουαρίου, μετά το πέρας της προανακρίσεως, είδα τον άνδρα μου εις το γραφείον του κ.Πανοπούλου και επί παρουσία του κ.Ρέ­ντη διά πρώτην φοράν από της συλλήψεώς του. Εις την συνάντησιν αυτήν μου είπε, παρουσία των δύο ανωτέρω, ότι είπεν όλην την αλήθειαν, ο ίδιος δε ο κ.Πανόπουλος το επεβεβαίωσεν. Απόδειξις του πόσον εφαίνοντο πιστεύοντες εις την ειλικρίνειαν του συζύγου μου είναι ότι ο κ.Πανόπουλος γενομένης συζητήσεως (...) είπεν ότι αυτός ο ίδιος θα έδιδε συμβουλάς εις τον συνήγορον διά τον τρόπον με τον οποίον έπρεπε να γίνη η υπεράσπισις. Επί παρουσία του κ.υπουργού ο κ.Πανόπουλος είπεν ότι η μετάνοιά του ήταν ειλικρινής και ότι εβοήθησε την ανάκρισιν. Ακόμα και μετά την εις θάνατον καταδίκην, ο κ.Ρέντης με διεβεβαίωσεν ότι είχε αναλάβει ρητην υποχρέωσιν απέναντι του συ­ζύγου μου και ότι αυτός έσωσε τον φονέα του υπουργού Λαδά και τον περίφημον Μπέρμαν, μόνον και μόνον διότι εβοήθησαν την ανάκρισιν θα έσωζε οπωσδήποτε τον σύζυγόν μου.
Κύριε Διευθυντά, ο σύζυγος μου είναι πλέον νεκρός, αλ­λά ήθελα οι αναγνώστες σας να πληροφορηθούν πώς επί­σημοι εκπρόσωποι του κράτους έπαιξαν με την αγωνίαν ενός ανθρώπου».
Κάτω από το γράμμα της Λίλιαν Μπάτση έγραφε ο πατέρας του:
«Προσυπογράφων, κ.Διευθυντά, τα όσα ανωτέρω η νύφη μου εκθέτει, προσθέτω ότι μετά την υπό ενός ψήφου απόρριψιν αιτήσεως χάριτος του υιού μου από το Συμβούλιον Χαρίτων, ανέμενον ότι η ανέκαθεν αφοσίωσίς μου προς τους βασιλείς, δι'ους και μόνον εξωρίσθην και εφυλακίσθην, και οι πολυετείς υπηρεσίαι μου προς το έθνος θα συνετέλουν ώστε το πλήγμα που υπέστην μετά την σύλληψιν και καταδίκην του υιού μου να μη συνεπληρούτο με την θανατικήν εκτέλεσίν του. Α.Μπάτσης, αντιναύαρχος ε.α.». (Εφημερίδες, 31 Μαρτίου και 1ης Απριλίου 1952.)
Η επιστολή της Λίλιαν Μπάτση προκαλεί εντύπωση. Τι έχει λοιπόν συμβεί; Ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί και υπουργοί εξα­πατούν μια οικογένεια, παίζοντας με το κεφάλι ενός ανθρώπου, ενός νέου επιστήμονα; Αυτά και άλλα ερωτήματα θέτουν οι εφη­μερίδες. Και οι συνήγοροι του ρωτούν γιατί καταδικάστηκε σε θάνατο ο Μπάτσης, αφού δεν αποδείχτηκε καμιά σχέση του με κατασκοπία, ούτε, τουλάχιστον άμεση, με τους ασυρμάτους.
Την απάντηση στη Λίλιαν Μπάτση δίνει ο I.Πανόπουλος. Σε έγγραφη δήλωση του, αναφέρει ότι «κατά μίαν περίοδον εσχηματίσθη η εντύπωσις ότι ο κατηγορούμενος Μπάτσης υπήρξεν ει­λικρινής και ανεκοινώθη τούτο εις την σύζυγόν του (...). Βραδύτερον όμως διεπιστώθη εξ εγγράφων στοιχείων ότι η εντύπωσις αύτη ήτο εσφαλμένη, ανεκοινώθη δε τούτο εις τον κατηγορούμενον Μπάτσην τόσον υπ'εμού όσον και υπό των αστυνομικών δι­ευθυντών κ.κ.Λιαρομμάτη και Ρακιντζή». Και η δήλωση Πανόπουλου καταλήγει με την πληροφορία ότι, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, επισκέφτηκαν τον Μπάτση στις φυλακές και του ζήτησαν να κάμει νέες αποκαλύψεις:
«Επειδή ετελούσαμε με την πεποίθησιν - γράφει ο Πανό­πουλος - ότι ο κατηγορούμενος αποκρύπτει ουσιώδη πε­ριστατικά, επεσκέφθην τούτον εις τα φυλακάς Καλλιθέας την μεσημβρίαν του παρελθόντος Σαββάτου, συνοδευόμε­νος υπό του αστυνομικού διευθυντού Ρακιντζή, παρουσία του οποίου παρώτρυνα τον κατηγορούμενον να συμπληρώση τας αποκαλύψεις του. Ο κατηγορούμενος, έχων ίσως την εντύπωσιν ότι δεν θα εξετελείτο, εδήλωσεν ότι δεν έχει άλλο τι να προσθέση, ενώ μίαν ώραν προ της εκτελέσεως, βεβαιωθείς ότι θα εξετελείτο, επεζήτησεν επιμόνως να επικοινωνήση μετ'εμού. Η επικοινωνία αύτη, λόγω απουσίας μου, δεν επραγματοποιήθη».
Απαντώντας στις δηλώσεις αυτές του Πανόπουλου και σε ανα­κοίνωση με παρόμοιο περιεχόμενο του Υπουργείου Εσωτερικών, η Λίλιαν Μπάτση, με νεότερη επιστολή της, υποστηρίζει ότι ο Ρέντης:
«Ως υπουργός των Εσωτερικών και προϊστάμενος κατά συνέπειαν των αστυνομικών Αρχών, ανέλαβε την ρητήν υποχρέωσιν απέναντι μου να σώση τον σύζυγόν μου, ένα­ντι τιμήματος βαρυτάτου. Εμείς όμως είμεθα συνεπείς απέ­ναντι του. Πληρώσαμε με την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας. Αυτό το τίμημα εζητήθη».
Την επιστολή αυτή της γυναίκας του Μπάτση εκμεταλλεύεται ο Τύπος της Δεξιάς, που, για αρκετές μέρες, αξιώνει από την κυ­βέρνηση και προσωπικά από τον Ρέντη να αποκαλύψουν ποιο ήταν το «βαρύτατο τίμημα» που «επληρώθη» από την οικογέ­νεια Μπάτση. (Ακρόπολις, Καθημερινή. Έθνος, Εστία, 2, 3, 4, 5 Απριλίου.) Τέλος, η ίδια η Λίλιαν Μπάτση διευκρινίζει ότι εννοού­σε τη «δήλωση μετανοίας» του συζύγου της.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Αντιδράσεις της Αριστεράς
Οι επίσημες αντιδράσεις της ΕΔΑ για τις εκτελέσεις είναι έντονες και σοβαρές, αλλά ήπιες στη φρασεολογία, προσαρμοσμένες στις τότε συνθήκες. Στις ανακοινώσεις της προβάλλεται περισσότερο η ανάγκη για γαλήνευση της χώρας, παρά εκείνο που είναι πια ένα τετελεσμένο συνταρακτικό γεγονός.
Το βράδυ της Δευτέρας 31 Μαρτίου 1952, την άλλη μέρα δη­λαδή από τις εκτελέσεις, στη συνεδρίαση της Βουλής, ο πρόεδρος της ΕΔΑ ζητά να του δοθεί ο λόγος πριν από την ημερήσια διάτα­ξη. Ο πρόεδρος της Βουλής αρνείται. Ύστερα από αυτό, οι οχτώ βουλευτές της ΕΔΑ αποχωρούν από τη συνεδρίαση, ακολουθού­μενοι και από τον ανεξάρτητο Μιχάλη Κύρκο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αφού καταθέτουν σχετικό έγγραφο στο προεδρείο. Η έγγραφη διαμαρτυρία τους για τις εκτελέσεις καταλήγει με έκ­κληση προς
«τους αντιπροσώπους του έθνους, όσους πιστεύουν εις την εθνικήν ανάγκην της ειρηνεύσεως του τόπου, να αντικρύσουν το ελληνικό πρόβλημα ψύχραιμα, χωρίς προκαταλή­ψεις και φανατισμούς, παραμερίζοντες τας ξενικάς επεμ­βάσεις».
Τέλος ζητούν να δοθεί Γενική Αμνηστία. Ο Συναγερμός, και μετά την παραίτηση του Σακελλαρίου, εξα­κολουθεί ν'απέχει από τις συνεδριάσεις της Βουλής. Το Υπουρ­γείο Αμύνης έχει αναλάβει ο Βενιζέλος. (Στις 10 Απριλίου, θα ορι­στεί υφυπουργός Εθνικής Αμύνης ο Γ.Μαύρος, που, ύστερα από τρεις μήνες, στις 24 Ιουλίου, θα γίνει υπουργός.) Ο Βενιζέλος ανα­στέλλει αμέσως την ισχύ της διαταγής του Σακελλαρίου, που έχει προκαλέσει την οργή του Παπάγου. Ο Συναγερμός όμως δεν ικα­νοποιείται από την αναστολή και συνεχίζει την αποχή του, αξιώ­νοντας πλήρη ανάκληση της διαταγής. Κατά βάθος, η τακτική του Συναγερμού αποβλέπει στο να δημιουργηθεί κρίση για να επι­σπευσθούν οι εκλογές.
Εξάλλου, όπως είδαμε, ο Συναγερμός αποφεύγει να πάρει κα­θαρή θέση στο θέμα των εκτελέσεων, γιατί πάντα αποβλέπει να «αγρεύσει» και ψήφους από αριστερό και κεντροαριστερό κόσμο, καλλιεργώντας την αντίληψη ότι μόνο ο Παπάγος μπορεί να εφαρμόσει την πολιτική της λήθης.
Το ΣΚΕΛΔ, που δεν αντιπροσωπεύεται στη Βουλή, αντιδρά στις εκτελέσεις με ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του, με την οποία κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «ανοίγει μίαν νέαν σελί­δα αίματος εις την Ιστορίαν μιας χώρας διψώσης ειρήνην».
Σ'όλες τις φυλακές της χώρας οι πολιτικοί κρατούμενοι έχουν κηρύξει απεργία πείνας, φωνάζουν ολόκληρη σχεδόν την ημέρα ρυθμικά συνθήματα διαμαρτυρίας για τις εκτελέσεις, και σε ορι­σμένες (Αβέρωφ κ.λ.π.) έχουν βάλει μαύρα πανιά στα παράθυ­ρα.
Πιο έντονη και βίαιη είναι η αντίδραση του ΚΚΕ. Ο ραδιο­σταθμός του από το εξωτερικό χαρακτηρίζει τον Πιουριφόυ «γκάγκστερ», τους Πλαστήρα και Βενιζέλο «δήμιους», που «παζάρεψαν το κεφάλι του Μπελογιάννη για να μείνει η κυβέρνηση τους» και ανοίγουν τον δρόμο στον Παπάγο. Το ίδιο περιεχόμενο έχουν και οι εκπομπές στα ελληνικά της Μόσχας και άλλων χωρών της Αν.Ευρώτυης, ενώ σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οργανώνονται διαδηλώσεις εναντίον της ελληνικής κυβερνήσεως και των Αμερι­κανών για τις εκτελέσεις στην Ελλάδα.

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παραιτήσεις
Μόλις γίνονται γνωστές οι εκτελέσεις, ο υπουργός Συντονισμού Γ.Καρτάλης επισκέπτεται τον άρρωστο πρωθυπουργό, διαμαρ­τύρεται και του υποβάλλει την παραίτηση του. Ο Πλαστήρας, που είναι ράκος από τη συγκίνηση και την αρρώστια, τον παρακαλεί κλαίγοντας να μην επιμείνει στην παραίτηση του:
- Μη μου φύγεις κι εσύ. του λέει. (Αφήγηση Κομνηνού Πυρομάγλου.) Όπως έχουμε δει, έχει ήδη παραιτηθεί, για άλλους λό­γους, ο τοποτηρητής των Ανακτόρων, υπουργός Αμύνης Αλ.Σακελλαρίου. Η παραίτηση αυτή δεν έχει και τόσο ενοχλήσει τον Πλαστήρα. Σχεδόν όμως ταυτόχρονα με τον Σακελλαρίου έχει παραιτηθεί και ο φίλος του Πλαστήρα, υφυπουργός «παρά τω πρωθυπουργώ» Ανδρέας Ιωσήφ. Κι έχει συνδέσει την παραίτη­ση του με τις προετοιμαζόμενες εκτελέσεις.
Την άλλη μέρα, 31 Μαρτίου 1952, 30 βουλευτές της ΕΠΕΚ συ­γκεντρώνονται και συζητούν το θέμα των εκτελέσεων. Έχουν επίγνωση του ότι το κόμμα τους κι οι ίδιοι προσωπικά έχουν δεχτεί σοβαρό πλήγμα. Έχουν ψηφιστεί από έναν κόσμο με ΕΑΜική, κυ­ρίως, προέλευση για τα συνθήματα και τις προεκλογικές τους υπο­σχέσεις τις σχετικές με την ειρήνευση, την αμνηστία, τη συμφι­λίωση. Το κόμμα τους, το «κίνημά» τους, είναι νέο και δεν έχει εμπλακεί σε αιματηρές αναμετρήσεις. Και, τώρα, σε ειρηνική πε­ρίοδο, η κυβέρνηση που στηρίζουν, παρουσιάζεται πολιτικά υπεύ­θυνη για «δικαστική δολοφονία». Ο ίδιος ο αρχηγός τους, πριν από δύο περίπου χρόνια, έντεκα μήνες μόλις μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, δεν έχει πει ότι υπάρχουν άλλες ποινές για τα οποιαδήποτε αδικήματα εκτός από τη θανατική;
Στη συγκέντρωση παίρνουν τον λόγο οι Λουκής Ακρίτας και Μίμης Γαληνός. Καταφέρονται κι οι δύο κατά των υπουργών Δι­καιοσύνης Παπασπύρου και Εσωτερικών Ρέντη, που τους κατη­γορούν ως κύριους υπεύθυνους για τις εκτελέσεις. Αλλά μήπως αυτοί οι ίδιοι οι βουλευτές της ΕΠΕΚ δεν έχουν εξουσιοδοτήσει «εν λευκώ» τον άρρωστο αρχηγό τους να χειριστεί το θέμα που αφορούσε τις ζωές οχτώ ανθρώπων, αλλά και την πολιτική ομαλότητα;
Ο αναβρασμός πάντως μεγαλώνει μέσα στην ΕΠΕΚ. Το Διοι­κητικό Συμβούλιο της νεολαίας της ΕΠΕΚ στη Θεσσαλονίκη πα­ραιτείται σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις εκτελέσεις. Το ίδιο βρά­δυ. ο Πλαστήρας υποχρεώνεται να κάνει δηλώσεις για να υπερασπιστεί τον υπουργό Δικαιοσύνης:
«Εκπλήσσομαι - λέει ο πρωθυπουργός - διά τας διατυπω­θείσας αιτιάσεις σχετικώς με την στάσιν του κ.υπουργού της Δικαιοσύνης εις την υπόθεσιν των εκτελέσεων. Ο κ.Παπασπύρου με ετήρει συνεχώς ενήμερον δι'όλας τα ενερ­γείας επί των αιτήσεων χάριτος των οκτώ καταδίκων. Η σχετική του εισήγησις εγένετο τη απολύτω εγκρίσειτης κυ­βερνήσεως. Εν συνεχεία δε εγκαίρως ειδοποίησε τόσον εμέ όσον και τον κ.αντιπρόεδρον της κυβερνήσεως επί της τελικής αποφάσεως». (Εφημερίδες, 1ης Απριλίου 1952.)
Ο ίδιος ο Παπασπύρου δηλώνει ότι το θέμα ήταν αρμοδιότη­τας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, το οποίο διέταξε και την εκτέλεση της αποφάσεως. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης διεκπεραι­ώνει μόνο τις αιτήσεις χάριτος. Δεν διευκρινίζει όμως τι ακριβώς εννοεί: Οι στρατιωτικοί διέταξαν τις εκτελέσεις χωρίς να τον ει­δοποιήσουν; Ο Κ.Ρέντης δηλώνει ότι αγνοούσε τις εκτελέσεις και τις πληροφορήθηκε στις 6 το πρωί από σημείωμα που του έστει­λε η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών.
Το συγκλονιστικό θέμα των εκτελέσεων γίνεται αφορμή να εκ­δηλωθούν έντονα και οι προσωπικές και άλλες αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της ΕΠΕΚ. Η εφημερίδα που διευθύνει ο αδελφός του υπουργού Εμπορίου, δικηγόρος Νίκος Παπαπολίτης (τώρα βουλευτής της ΕΔΗΚ), δημοσιεύει κύριο άρθρο με τον τίτλο «Με­τά το έγκλημα», στο οποίο, ανάμεσα σε άλλα, γράφει:
«...πρέπει πάντως να επισημανθή ο ρόλος του αρμοδίου υπουργού της Δικαιοσύνης, ο οποίος εξ υπαρχης υπήρξε σκοτεινός και ακατανόητος. Ο κ.υπουργός θα αντέτασσε ίσως ότι ο ρόλος του ήτο μόνον η σύνεσις. Η εντύπωσις όμως είναι γενική, ότι ο κ.Παπασπύρου δεν εμαγείρευε σύνεσιν αλλά μάλλον ισορροπίαν (εις την Λεβάδειαν τον παρονομοιάζουν «παλάτζα», που σημαίνει παζάρι και συμ­βιβασμό με όλους). Η εντύπωσις δηλαδή είναι ότι ο κ.υπουργός δεν ενωτίσθη ποτέ τας προγραμματικάς επαγγελίας που τον έβγαλαν βουλευτή και έδρασε - όπως θα έλεγε η αγαθή λαϊκή γλώσσα - μπαμπέσικα. Ή, εν πάση περιπτώσει, απεδείχθη ανάξιος των περιστάσεων. Δεν εφρόντισε να επιστήση την προσοχην εις τους σχεδιαστάς του πραξικοπήματος των εκτελέσεων - όποιοι κι αν ήσαν. Δεν εφρόντισε να υπενθυμίση εγκαίρως ούτε τας περί φρου­ρίων και οχυρών διατάξεις των στρατιωτικών κανονισμών (...). Και πόσα άλλα δεν ημπόρεσε ή δεν ηθέλησε να αποτρέψη... Έπαθε σύγχυσιν ή δεν ήξερε τι έκανε; Αυτό θα διευκρινισθεί κάποτε. Εν τω μεταξύ όμως ο κόσμος απο­ρεί πώς ο Πιλάτος αυτός μένει ακόμη υπουργός (...). Πά­ντως, πρέπει να μην παρασιωπάται από τώρα ότι ο Συνα­γερμός της πολιτικής παλιατσαρίας δεν έπαυσε ποτέ να ελλοχεύη και να υποκινή αόκνως, φανερά και κρυφά, προς την τραγικήν κατάληξιν των εκτελέσεων. Δίκαιον εξ άλλου θα ήτο να υπογραμμισθή η απεγνωσμένη προσωπική προ­σπάθεια που κατέβαλεν ο Νικ.Πλαστήρας από την κλίνην της ασθενείας του. Έως την ύστατην στιγμήν, δεν εσταμάτησε μαχόμενος, δεν έπαυσε να επισημαίνει τας φοβεράς συνεπείας, εάν το καίριον ζήτημα της "δίκης" δεν εύ­ρισκε λύσιν μέσα εις το πνεύμα της γαληνεύσεως (...). Άλλαι θελήσεις υπερίσχυσαν. Το διαισθάνονται όλοι (...). Άλλωστε, δεν ητύχησεν η κυβέρνησις Πλαστήρα μόνον. Ητυχήσαμεν όλοι ως έθνος - προς στιγμήν τουλάχιστον. Αλλά τώ­ρα έφθασαν εκεί που έφθασαν τα πράγματα. Η κυβέρνησις Πλαστήρα, παρά ταύτα, πρέπει να μείνη εις την εξουσίαν, διά να εκπληρώση τον μεγάλον προορισμόν των ριζικών πραγματώσεων εις την κατεύθυνσιν της γαληνεύσεως και της ανορθώσεως». (Προοδευτική Αλλαγή, 1 Απριλίου 1952.)
Ο Συναγερμός, που δεν παίρνει καμιά επίσημη θέση, όσο κρί­νεται η ζωή των οχτώ μελλοθάνατων, θα προσπαθήσει πραγμα­τικά να εκμεταλλευτεί τον ενδοκυβερνητικό σάλο που προκάλε­σαν οι εκτελέσεις. Στις 5 Απριλίου, ο Παπάγος θα δηλώσει:
«Η ειρήνευσις (...) από πολιτική μεταβάλλεται εις συναλλαγήν και, το φοβερώτερον, συναλλαγήν έναντι εκτελέ­σεων. Ο ελληνικός λαός ας κρίνη».
Και καταλήγει με τη μόνιμο επωδό του Συναγερμού την επο­χή εκείνη: εκλογές με το πλειοψηφικό.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Συγκλονισμός
Παγωμάρα και συγκλονισμό προκαλεί σε ολόκληρη την Ελλάδα η εκτέλεση των τεσσάρων, που ο κόσμος πληροφορείται από τις έκτακτες εκδόσεις των πρωινών εφημερίδων. Δύο χρόνια από τον τερματισμό του Εμφυλίου Πολέμου, χύνεται πάλι αίμα. Και μά­λιστα, ύστερα από τόσες διακηρύξεις, από όλες τις πλευρές, για ειρήνευση, λήθη και συμφιλίωση.
Αλλά, αν το ανθρώπινο δράμα των τεσσάρων στελεχών του ΚΚΕ έχει τελειώσει στο Γουδί με τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος, το πολιτικό δράμα συνεχίζεται. Μετά τις εκτε­λέσεις, αποκορυφώνεται η διαμάχη μέσα στους κόλπους της κυ­βερνήσεως και κυρίως της ίδιας της ΕΠΕΚ. Το ΚΚΕ, όπως είναι φυσικό, εντείνει τις επιθέσεις του κατά της ΕΠΕΚ και των Φιλε­λευθέρων. Ταυτόχρονα, ξεσπά αντιδικία ανάμεσα σε ορισμένους υπουργούς και την οικογένεια του Μπάτση, που καταγγέλλει ότι την εξαπάτησαν. Και όλη αυτή την κατάσταση την εκμεταλλεύε­ται ο Συναγερμός για να προωθήσει τις θέσεις του υποστηριζό­μενος από τους Αμερικανούς, από ισχυρούς οικονομικούς παρά­γοντες, στρατιωτικούς ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού και από τα συντηρητικότερα λαϊκά στρώματα.
Γνώριζε από το βράδυ της 29ης την απόφαση του βασιλιά ο Παπασπύρου ή μόνο την υποψιαζόταν; Ο ίδιος - όπως είδαμε - υποστηρίζει ότι δεν έφτασε η ανακτορική ανακοίνωση στο Υπουρ­γείο Δικαιοσύνης. Πήγε απευθείας στις στρατιωτικές Αρχές και στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Αλλά δεν είχε ενημερωθεί ο Δ.Παπασπύρου, υπουργός τότε της Δικαιοσύνης, από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Στρατιωτικών; Και, αφού με τόση αγωνία και εν­διαφέρον παρακολουθούσε ως και πέρα από τα μεσάνυχτα την υπόθεση, δεν πήρε στο τηλέφωνο έστω τον Γ.Βεντηρη, που ήταν εναντίον των εκτελέσεων, να πληροφορηθεί την τελική απόφαση του βασιλιά; Έχουν γραφεί στις εφημερίδες της εποχής, χωρίς να έχουν διαψευστεί από τον Δ.Παπασπύρου. μερικά χαρακτηρι­στικά επεισόδια: Στις 5 το πρωί, ο Σάββας Παπαπολίτης, από τα βασικά στελέχη της ΕΠΕΚ και της κυβερνήσεως, παίρνει στο τηλέφωνο τον υπουργό της Δικαιοσύνης για να μάθει τι γίνεται με τις εκτελέσεις.. Ο Δ.Παπασπύρου τού απαντά ότι δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη. (Ενώ οι εκτελέσεις έχουν γίνει πριν από τρία τέ­ταρτα.) Αργότερα, ο Δ.Παπασπύρου φεύγει, με το πρώτο αε­ροπλάνο της μέρας, για τη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει σε συνέ­δριο βαμβακοπαραγωγών. Στο ίδιο αεροπλάνο βρίσκεται και ο βουλευτής της ΕΠΕΚ Βαγγέλης Πέτσος (δικηγόρος και πολλές φο­ρές βουλευτής, ανήκε στην αριστερή πτέρυγα της ΕΠΕΚ και αρ­γότερα της Ενώσεως Κέντρου. Πέθανε το 1966).
-   Τι γίνεται, Μήτσο, με την υπόθεση των εκτελέσεων; ρωτά ο Πέτσος που δεν έχει διαβάσει ακόμα εφημερίδες.
-   Κάτι θα γίνει, Βαγγέλη, μην ανησυχείς, απαντά ο Δ.Παπασπύρου.
Μόλις η αεροσυνοδός μοιράζει τις εφημερίδες, ο Πέτσος, που ήταν και καρδιακός, παρ'ολίγον να λιποθυμήσει.
-   Το'ξερα, Βαγγέλη, του λέει ο Παπασπύρου, καθώς εκείνος σχεδόν άφωνος του δείχνει την εφημερίδα, αλλά δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.
Ο ίδιος ο Δ.Παπασπύρου, τώρα, μία εικοσιπενταετία από τα γεγονότα κι ενώ οι άλλοι πρωταγωνιστές και μάρτυρες δεν υπάρ­χουν πια, γράφει:
«Ούτε η παραίτηση της κυβερνήσεως ή, έστω, ενός ή πε­ρισσοτέρων υπουργών θα εματαίωνε την εκτέλεση. Η πα­ραίτηση απλώς θα ικανοποιούσε τους γνωστούς κύκλους που θα επετύγχαναν έτσι και την πτώση της κυβερνήσεως Πλαστήρα - Βενιζέλου, που ήταν κάρφος στους οφθαλμούς τους. Πολύ πρωί την Κυριακή, έφυγα αεροπορικά για τη Θεσσαλονίκη για να μετάσχω στο συνέδριο βαμβακοπα­ραγωγών ως προσωρινός υπουργός Γεωργίας, αναπληρώ­νοντας τον απουσιάζοντα αδελφικό φίλο Στέλιο Αλαμανή. Στο αεροδρόμιο έμαθα λεπτομέρειες για τα τραγικά συμ­βάντα της νύχτας. Δεν πέρασε ποτέ από τη σκέψη μου ότι με τέτοια βιασύνη και τόσο απάνθρωπα θα εγένετο η εκτέ­λεση μιας "δικαστικής αποφάσεως"». (Αυγή, στο ίδιο.)
Πιθανόν τις λεπτομέρειες να τις έμαθε το πρωί στο αεροδρό­μιο. Αλλά το γεγονός της εκτέλεσης των τεσσάρων δεν το είχε μά­θει ως εκείνη τη στιγμή ο υπουργός της Δικαιοσύνης; Ούτε ο διευθυντής των φυλακών, ούτε άλλος υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να τον ειδοποιήσει;

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Υπό το φως των προβολέων»
Αργά, μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 29 προς Κυριακή 30 Μαρτίου 1952, παρατηρούνται έκτακτα αστυνομικά μέτρα στην Αθήνα. Κατά τις 2 τη νύχτα, η αστυνομία αποκλείει ολόκληρη την περιοχή της Καλλιθέας, όπου βρίσκονται οι φυλακές, και απαγο­ρεύει να πλησιάσει οποιοσδήποτε. Στις 2.55 φτάνει στις φυλακές ο β.επίτροπος, συνταγματάρχης Κ.Αθανασούλης. Δεκαπέντε τζιπ και δύο φορτηγά του στρατού με αξιωματικούς της ΑΣΔΑΝ και της ΕΣΑ, στρατιώτες, αστυνομικούς και χωροφύλακες, βρί­σκονται ήδη εκεί. Ο β.επίτροπος δίνει τη διαταγή για τις εκτελέ­σεις στον διευθυντή των φυλακών Προεστόπουλο και διατάζει τον υπαρχιφύλακα να ξυπνήσει τους μελλοθάνατους. Ο Μπελογιάν­νης καταλαβαίνει αμέσως τι συμβαίνει, ντύνεται αστραπιαία και ζητά ν'ανοίξουν το κελί της γυναίκας του Έλλης Ιωαννίδου για να την αποχαιρετήσει. Του το αρνούνται. Αποχαιρετιώνται για πάντα από τα κάγκελα.
Ξυπνούν κι οι άλλοι μελλοθάνατοι. Ο Μπάτσης διατηρεί την ψυχραιμία του. Ζητά και του αγοράζουν τσιγάρα και κόλλες χαρ­τί. Γράφει κάτι και το παραδίνει στον φύλακα.
-   Είναι οι τελευταίες μου θελήσεις, λέει.
Ο Καλούμενος ρωτά τον υπαρχιφύλακα:
-    Τι τρέχει;
-    Θα σας πάνε σε άλλες φυλακές, απαντά εκείνος.
Καθώς προχωρούν στον διάδρομο, ρωτά τον Μπελογιάννη:
-    Μας πάνε για εκτέλεση;
-    Μας πάνε για καθαρό αέρα, σχολιάζει εκείνος, σαν να μο­νολογεί.
Στο γραφείο της διευθύνσεως τους περιμένουν ο β.επίτροπος και ο διευθυντής των φυλακών. Λίγο παραπέρα, στην αίθουσα των δικηγόρων τούς περιμένει ο στρατιωτικός ιερέας, ο αρχιμαν­δρίτης Ρεβίθης. Οι τρεις δέχονται να κοινωνήσουν. 0 Μπελογιάν­νης όχι. Ο αρχιμανδρίτης θ'αφηγηθεί αργότερα:
«Προχώρησε προς εμέ με σταθερόν το βήμα και εγώ προς αυτόν (...). Δεν με άφησε να τελειώσω και μου λέγει με ήπιον και ευγενή τρόπον: "Πάτερ, σας παρακαλώ να σεβασθήτε αυτήν την στιγμή. Τι τα θέλετε αυτά; Τι να μου πήτε και τι να σας πω;" Σας παρακαλώ, αφήστε με». Προ­σπάθησα να ασκήσω όλη την πνευματικήν μου επιρροήν. Μου επανέλαβε και πάλιν: "Σας παρακαλώ, σεβαστήτε αυτή τη στιγμή. Πηγαίνω για εκτέλεση". Δεν ηδυνάμην να επιμείνω. Με χαιρέτησε υποκλιθείς και εξήλθε».
Ο Μπάτσης ζητά την τελευταία στιγμή να τον φέρουν σε επα­φή με τον I.Πανόπουλο, τον διευθυντή της αστυνομίας στο Υπουρ­γείο Εσωτερικών. Σε λίγο όμως του απαντούν ότι δεν είναι δυνα­τόν να τον βρουν. Του το επιβεβαιώνει ο επίτροπος. Ο Πανόπουλος λείπει πραγματικά. Έχει πάει στην εξοχή, στο Μεγάλο Πεύκο. Αυτή η απουσία, τις ώρες που θα γίνει η εκτέλεση τεσσάρων πο­λιτικών καταδίκων, θα γεννήσει αργότερα ορισμένα ερωτηματι­κά. Τώρα όμως δεν γίνεται τίποτε. Ο Μπάτσης βαδίζει προς τον θάνατο μαζί με τους άλλους τρεις συντρόφους του.
Στις 3.25, αφού τους περνούν και χειροπέδες, οι τέσσερις μελλοθάνατοι ανεβαίνουν στο υπ'αριθ. 99 αυτοκίνητο - κλούβα της χωροφυλακής. Λίγο πριν ανέβει στο αυτοκίνητο, ο Μπελο­γιάννης στρέφεται προς τα κελιά και φωνάζει «Γεια χαρά» σ'εκείνους που θα ζήσουν. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων ξεκινά. Πί­σω από την κλούβα ακολουθούν τα αυτοκίνητα με το εκτελεστι­κό απόσπασμα της ΕΣΑ, τον επίτροπο, τους αξιωματικούς, τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους χωροφύλακες.
Η μακάβρια πομπή ακολουθεί τη διαδρομή Λ.Συγγρού – Στάδιο – Ρηγίλλης - Λ.Β.Σοφίας - Μεσογείων. Στις 3.48 φτάνουν στο Γουδί. Στις 4 ακριβώς οι μελλοθάνατοι κατεβαίνουν από την κλού­βα. Ο γνωστός τόπος των εκτελέσεων φωτίζεται από τους προ­βολείς. Οι πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών «Σωτηρίας» έχουν ξυπνήσει και φωνάζουν ρυθμικά: «Όχι άλλο αίμα». Οι τέσσερις μελλοθάνατοι παίρνουν τις θέσεις τους. Είναι ακόμα βαθύ σκο­τάδι και δεν πρόκειται να ξαναδούν το φως της μέρας. Ο επί­τροπος τους διαβάζει την καταδικαστική απόφαση και τους κάνει επίσημα γνωστό πως απορρίφτηκαν οι αιτήσεις τους για χάρη. Τους ρωτά αν έχουν τίποτε να πουν. Απαντούν και οι τέσσερις αρνητικά. Ο β.επίτροπος απομακρύνεται κι οι τέσσερις μένουν αντιμέτωποι με το εκτελεστικό απόσπασμα. Στις 4.12 ακούγεται το παράγγελμα «Πυρ» κι αμέσως η ομοβροντία. Τα τέσσερα κορ­μιά σωριάζονται. Σε λίγο ακούγονται δώδεκα βολές περιστρόφου. Είναι οι χαριστικές. Η αυλαία του δράματος έχει κλείσει. Το μίσος, τα εμφύλια πάθη, η ψυχρή σκοπιμότητα, ο φόβος, η επι­δίωξη της Άκρας Δεξιάς, του ΙΔΕΑ, των Αμερικανών, των Ανα­κτόρων να μην πραγματοποιηθεί η συμφιλίωση των Ελλήνων έχουν, πρόσκαιρα, νικήσει.
Τα πτώματα μένουν εκεί ως τις 6.45 το πρωί, φρουρούμενα από στρατιωτική δύναμη. Την ώρα εκείνη τα παραλαβαίνει το υπ'αριθ. 111 αυτοκίνητο του Δήμου. Τα θάβουν στο Γ Νεκροτα­φείο, χωρίς να επιτρέψουν στους δικούς τους ούτε τον «τελευταίο ασπασμό».