Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Συναγερμός κατά Συναγερμού
Η συζήτηση στη Βουλή κρατά αρκετές μέρες. Ο νέος υπουργός Συντονισμού Π.Παπαληγούρας ισχυρίζεται ότι, όταν έφυγε ο Μαρκεζίνης από την κυβέρνηση, δεν βρέθηκαν αντίγραφα των συμφωνιών και των επιστολών ούτε στο Υπουργείο Συντονισμού, ούτε στο Υπουργείο Εξωτερικών. (Η κατηγορία κατά του Μαρκεζίνη, ότι εξαφάνισε τα αντίγραφα επισήμων εγγράφων, βαρύτατη και μένει να αιωρείται για αρκετό διάστημα. Τελικά, οι συμφωνίες και οι επιστολές θα βρεθούν στα συρτάρια του Υπουργείου Εξωτερικών. Δεν θα διευκρινιστεί όμως επίσημα ποτέ αν είχε γίνει λάθος ή μήπως διπλωματικοί υπάλληλοι είχαν πάρει μέρος στην προσπάθεια να πληγεί ο Μαρκεζίνης πολιτικά και ηθικά.)

    Ο Καραθόδωρος, πρώην υπουργός, διακόπτοντας τον Παπαληγούρα και κάνοντας υπαινιγμό στο γεγονός ότι ο Βουλπιώτης έχει συνεργαστεί με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της Κατοχής, λέει:

- Φθάσατε να συζητήτε με τον Βουλπιώτη (...). Δεν έχομεν τώρα παρά να καλέσωμεν και τα Ες Ες. Επί 20 μήνας που ήμουν υπουργός των Συγκοινωνιών, ούτε εγνώρισα ούτε με εγνώρισε ο κ.Βουλπιώτης, όστις σήμερον ποιεί τας διατριβάς του εις το Υπουργείον Συγκοινωνιών.

Ο Παπαληγούρας, συνεχίζοντας την αγόρευση του, κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι πήγε και ζήτησε 200 εκατομμύρια δολάρια αντί των 100 που μας είχαν υποσχεθεί οι Γερμανοί και από τις πιστώσεις αυτές, ύστερα από ένα χρόνο, δεν έχει απορροφηθεί ούτε μία δραχμή. Και εκφράζει την απορία του πώς «νομικός της εγκράτειας του κ.Μαρκεζίνη, νομικός τόσον σοφός ισχυρίζεται ότι είδε οπουδήποτε της παγκοσμίου φιλολογία γίνεται λόγος περί μιας ιδιότυπου συμβάσεως, η οποία δεν είναι ούτε μεταξύ ιδιωτών και κράτους, ούτε μεταξύ δύο ιδιωτών, αλλά μεταξύ δύο υπουργών, ως υπουργών και όχι μελών της κυ­βερνήσεως των;».

Ο Γ.Παπανδρέου κατηγορεί την κυβέρνηση ότι από αίσθημα μειονεκτικότητας έβαλε τον Δυτικογερμανό πρεσβευτή να διατυπώσει γραπτά τις απόψεις της κυβερνήσεως του για δεσμεύ­σεις, ενώ, αν πίστευε ότι δεν υπήρχε δέσμευση, έπρεπε να πα­ραμείνει στις απόψεις της. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι παρουσίασε τον Έρχαρτ ότι εκβίαζε, εκφράζει την κατάπληξη του γιατί ο Καψάλης, προτού να τελειώσει σχετικός διαγωνισμός, ανακοίνωσε στους ενδιαφερόμενους Γερμα­νούς ότι θα πάρουν αυτοί την παραγγελία για την κατασκευή διυλιστηρίων, επικρίνει τον Παπάγο γιατί είχε δώσει απεριόρι­στες εξουσίες στον πρώην επιτελή του Συναγερμού, και τονίζει:
«Δεν υπάρχει προηγούμενον εις την ιστορίαν της χώρας κατά το οποίον μέλη της κυβερνήσεως να στρέφονται εναντίον αλλήλων και να καταλογίζουν εναντίον αλλήλων τόσο βαρυτάτας κατηγορίας. Εάν αι δύο ομάδες του Συ­ναγερμού αγωνίζονται σήμερον διά να καταλογίσουν αμοι­βαίως ευθύνας και διά να κάμουν τον καταμερισμόν των, όμως και η αντιπολίτευσις και ο ελληνικός λαός δεν απασχολούνται με τον καταμερισμόν των ευθυνών. Απασχο­λούνται με την άθροισιν των ευθυνών, και η άθροισις των ευθυνών ονομάζεται χρεωκοπία του Συναγερμού». (ΠρακτικάΒουλής, 25 Νοεμβίου 1954.)
    Τέλος, επικρίνει την κυβέρνηση ότι εκτελεί με μεγάλη βραδύτητα το πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της χώρας, ότι είναι υπεύθυνη για την πτώση του βιοτικού επιπέδου του λαού, ότι αύξησε τους φόρους και δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών της χώρας. Το συμπέρασμα του αρχηγού των Φιλελευθέρων είναι ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι εκλογές για να φύγει από την κυβέρνηση ο Συναγερμός.

    Οι αλληλοκατηγορίες ανάμεσα στους πρώην συνεργάτες στην κυβέρνηση Παπάγου γίνονται ακόμα βαρύτερες στην τρίτη συνεδρίαση της Βουλής για το θέμα των επιστολών, όταν ο Π.Κανελλόπουλος εξαπολύει επίθεση κατά των Μαρκεζίνη και Καψάλη και τους επικρίνει ότι δεν αξιοποίησαν τις γερμανικές πιστώσεις και ότι δεν έκαναν τίποτε για την ανασυγκρότηση της χώρας. Η αντιπολίτευση προτείνει και η κυβέρνηση δέχεται να συσταθεί εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή για την υπόθεση των επιστολ­ών. Η κυβέρνηση βάζει θέμα εμπιστοσύνης. Όπως δείχνει η ψηφοφορία, η μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών του Συναγερ­μού μένει πιστή στο κόμμα της: 205 βουλευτές δίνουν θετική ψήφο, 70 καταψηφίζουν την κυβέρνηση και ένας ρίχνει λευκή. Οι μαρκεζινικοί περνούν τώρα στην αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση διατηρεί άνετη πλειοψηφία. Μπορεί να εξαντλήσει την τετραετία. Στην πραγματικότητα όμως η συνοχή της έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Ο μύθος της «αρραγούς ενότητος» του Συναγερμού έχει διαλυθεί. Και οι δημοτικές εκλογές έχουν αποδείξει ότι η πλειοψηφία του λαού είναι δυσαρεστημένη με την κυβερνητική πολιτική.

    Η πτώση του Συναγερμού έχει αρχίσει. Αλλά, αυτή την εποχή, συμβαίνει και κάτι άλλο, που η κοινή γνώμη θα το πληροφορηθεί πολύ αργότερα: Έχει αρχίσει και η κατάρρευση της υγείας του Παπάγου, που με το στραταρχικό κύρος του έχει αποτελέσει τη συγκολλητική δύναμη της Δεξιάς.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Κόμμα Μαρκεζίνη
 Την άλλη μέρα, υποβάλλουν και τυπικά τις παραιτήσεις τους οι υπουργοί Συντονισμού Θ.Καψάλης, Οικονομικών Κ.Παπαγιάννης και ο υφυπουργός Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων Νήσων Γ.Ρωμανός. Επίσης, καταθέτουν δηλώσεις ότι αποχωρούν από τον Συναγερμό και ανεξαρτητοποιούνται ο Σπύρος Μαρκεζίνης, οι μαρκεζινικοί πρώην υπουργοί και αρκετοί βουλευτές (Βοβολίνης, Βούλτσος, Πετραλιάς, Πλαγιάννης, Καραθόδωρος, Μπακόλας, Δανιηλίδης, Σκούρα κ.λ.π.).
    Στηv πραγματικότητα έχει ανασυγκροτηθεί το κόμμα του Σπ.Μαρκεζίνη, που κατηγορεί τον Συναγερμό ότι «περιήλθε πλέον υπό την επιρροήν των εν αυτώ παλαιοκομματικών δυνάμεων, απομακρυνόμενος της λαϊκής ψήφου της 16ης Νοεμβρίου 1952» (Λυκουρέζος).

Απαντώντας στις ανακοινώσεις του Μαρκεζίνη, οι Παπάγος, Π.Κανελλόπουλος, Στ.Στεφανόπουλος και Εμ.Τσουδερός, σε κοινή δήλωση τους, διαβεβαιώνουν ότι ο πρώην υπουργός Συ­ντονισμού έχει κάνει λόγο για προσφορές των δύο γερμανικών εταιρειών, αλλά δεν έχει πει στην κυβέρνηση τίποτε για τις επι­στολές που αντάλλαξε με τον Έρχαρτ:

«Άρα – καταλήγουν -, την ύπαρξιν των ανταλλαγεισών επι­στολών επιμελώς απέκρυψε και από τον πρωθυπουργόν και από το συντονιστικόν συμβούλιον, και από την Βουλήν». (Εφημερίδες, 14 Νοεμβρίου 1954.)

    Η κατηγορία εναντίον του πρώην υπουργού Συντονισμού είναι πολύ σοβαρή. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Γ.Παπανδρέου μιλά για «πολιτικήν και ηθικήν κρίσιν» στον Συναγερμό. Και η ΕΔΑ επισημαίνει ότι οι διαμάχες στο κυβερνητικό στρατόπεδο αφορούν εκχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο. Και συμπεραίνει:
«Έτσι, το ζήτημα παίρνει την μορφήν ανταγωνισμού μεταξύ γερμανικού και αμερικανικού κεφαλαίου διά την κατάκτησιν της ελληνικής αγοράς». (Η Αυγή, 12 και 14 Νοεμβρίου 1954.)

    Αλλά τι έχει ακριβώς συμβεί;

    Λίγο προτού φύγει για το ταξίδι του στην Ισπανία, ο Παπάγος, που πραγματικά δεν ήξερε τίποτα για τις επιστολές (εξάλλου, δεν συνήθιζε να μελετάει τους φακέλους κανενός θέματος) πήρε φωτοτυπημένα αντίγραφα τους. Του τα έστειλε κάποιος που είχε συμφέρον να δοθούν οι παραγγελίες στις δύο γερμανικές εταιρείες. Η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Παπάγος θεώρησαν τότε πως οι επιστολές δεν τους δέσμευαν. Γι'αυτό και αποφά­σισαν να προκηρυχθεί διεθνής διαγωνισμός για να αναδιοργα­νωθεί η ελληνική ραδιοφωνία και να επεκταθεί το δίκτυο τηλεπικοινωνιών.

Αιφνιδιαστικά όμως και ενώ η κυβέρνηση ετοιμαζόταν για συ­νομιλίες με τον Έρχαρτ, που θα έφτανε στην Αθήνα ύστερα από λίγες μέρες, στις 9 Νοεμβρίου, επισκέφθηκε τον υπουργό Εξωτε­ρικών Στ.Στεφανόπουλο ο πρεσβευτής της Δ.Γερμανίας Κορτ και ζήτησε να τηρηθούν από την ελληνική πλευρά οι «υποχρεώ­σεις» που είχε αναλάβει ο πρώην υπουργός Συντονισμού απένα­ντι στους οίκους Ζήμενς και Τελεφούνκεν. 0 Στεφανόπουλος πα­ρακάλεσε τον Κορτ, επειδή το ζήτημα ήταν σοβαρό, να υπόβαλει έγγραφη διακοίνωση. Την άλλη μέρα, ο Γερμανός πρεσβευτής έστειλε στο Υπουργείο Εξωτερικών την έγγραφη διακοίνωση με αντίγραφα των επιστολών Έρχαρτ - Μαρκεζίνη. Ο Στεφανόπου­λος ενημέρωσε αμέσως τον Παπάγο, που, αφού συζήτησε με τους υπουργούς Εξωτερικών και Συντονισμού, αποφάσισε να θεωρή­σει τις επιστολές δεσμευτικές, διέταξε να ανασταλούν οι διεθνείς διαγωνισμοί και, το ίδιο βράδυ, έκανε τις ανακοινώσεις που ανα­φέραμε και που προκάλεσαν την αποχώρηση του Μαρκεζίνη και των μαρκεζινικών υπουργών και βουλευτών από τον Συναγερμό.

Σε όλη αυτή την υπόθεση χαρακτηριστικό είναι το έντονο εν­διαφέρον της Βόννης να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των δύο με­γάλων γερμανικών εταιρειών. Στις 15 Νοεμβρίου, φτάνει στην Αθή­να ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας της Δ.Γερμανίας Έρχαρτ, που τον συνοδεύουν πολυμελής αντιπροσωπεία από ανώτερους υπαλ­λήλους του υπουργείου του, τεχνικοί σύμβουλοι κ.λ.π. Στη συνέ­ντευξη που δίνει μόλις φτάνει στην Αθήνα, ύστερα από τις τυπι­κές διακηρύξεις για κοινές πολιτιστικές παραδόσεις των δύο χωρών και διαβεβαιώσεις ότι η Δ.Γερμανία θέλει να βοηθήσει στην ανά­πτυξη της ελληνικής οικονομίας, ο Έρχαρτ δηλώνει ότι θεωρεί δεσμευτικές τις επιστολές που αντάλλαξε με τον Μαρκεζίνη:

«Δεν ήλθον ενταύθα - είπε ο Γερμανός υπουργός - διά να ερμηνεύσω μίαν συμφωνίαν, διότι δεν τίθεται ζήτημα ερ­μηνείας, δεδομένου ότι είναι πλήρως εκκαθαρισμένη η νο­μική της φρασεολογία. Δεν υφίσταται εξάλλου ζήτημα και διά τον λόγον ότι ο στρατάρχης Παπάγος, κατά τρόπον άξιον εκτιμήσεως, ανεγνώρισε την ύπαρξιν υποχρεώσεων έκ των ανταλλαγεισών επιστολών (...). Δεν διεξηγάγομεν συνομιλίας μετά του κ.Μαρκεζίνη ως ιδιώτου, αλλά ως μέ­λους της κυβερνήσεως του. Οποιαδήποτε ερμηνεία και αν δοθή υποκειμενικούς, είναι γεγονός ότι όταν λέγη τις ότι θα καταβάλη φροντίδα, εννοεί ότι δεσμεύεται».
    Η γερμανική αντιπροσωπεία επιμένει ιδιαίτερα ότι έχει δεσμευτικό χαρακτήρα η επιστολή Μαρκεζίνη σχετικά με τη Ζήμενς και δέχεται να αποδεσμεύσει την ελληνική κυβέρνηση από κάθε υποχρέωση απέναντι στην Τελεφούνκεν. Τελικά, σε επι­στολές που ανταλλάσσουν ο Έρχαρτ και ο Έλληνας υπουργός συντονισμού Π.Παπαληγούρας (έχει αντικαταστήσει τον Θ.Κα­ψάλη που παραιτήθηκε), αναγνωρίζεται από την ελληνική πλευρά δεσμευτικός χαρακτήρας, κατά το διεθνές δίκαιο, στη γραπτή υπόσχεση του Μαρκεζίνη, αλλά ο Δυτικογερμανός υπουργός, από μέρους της Βόννης, απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από Κάθε υποχρέωση, για διάφορους λόγους, αλλά και «εκ των φιλι­ών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών μας». (Εφημερίδες, 20 Νοεμ­βρίου 1954.)

Τα κύρια σημεία της νέας ελληνογερμανικής συμφωνίας που υπογράφουν οι Παπαληγούρας και Έρχαρτ προβλέπουν:

Μεικτή ομάδα πραγματογνωμόνων θα εκπονήσει σχέδιο για να απορροφηθούν οι γερμανικές πιστώσεις των 200 εκατομμυρίων μάρκων. (Δεν έχουν ακόμα αξιοποιηθεί, από έλλειψη προγραμματισμού.) Παρατείνεται η προθεσμία για να χρησιμοποι­ηθούν οι πιστώσεις για την Πτολεμαΐδα ως τις 31 Μαρτίου 1955. Θα εξασφαλιστεί η εξαγωγή ελληνικών καπνών και ξηρών καρπών στη Δ.Γερμανία, θα αρχίσουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τη Ζήμενς για την προμήθεια στην Ελλάδα τηλεφωνικού υλικού και τεχνικών συμβουλών, με την προϋπόθεση ότι οι προσφορές της γερμανικής εταιρείας θα είναι μέσα στο πλαίσιο των διεθνών τιμών. Η ελληνική κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει τις γερμανικές περιουσίες που έχουν κατασχεθεί στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο.

    Στις 16 Νοεμβρίου, κάνει την εμφάνιση της στη Βουλή, για πρώτη φορά, η κοινοβουλευτική ομάδα Μαρκεζίνη, που έχει αποσχι­στεί από τον Συναγερμό. Με επικεφαλής τον αρχηγό της πιάνει θέσεις στο κέντρο της αίθουσας. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμέ­νη. Η αντιπολίτευση, με ανεβασμένα τα χαρτιά και τη μαχητικό­τητα, ύστερα και από τη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί στο κυ­βερνητικό στρατόπεδο, είναι έτοιμη για επίθεση. Ο Γ.Παπανδρέου, με τη βαριά και επιβλητική φωνή του, ρίχνει τον πρώτο κεραυνό:
    «...η υπόθεσις των ελληνογερμανικών οικονομικών συμ­φωνιών – λέει - έχει προκαλέσει πολιτικόν σάλον και φρονούμεν ότι είναι πρέπον να απασχόληση και την Βουλήν».
    Και ζητά οι τυχόν νέες συμφωνίες με τον Έρχαρτ να μη γίνουν οριστικές αν δεν συζητηθούν πριν από τη Βουλή. Στο ίδιο πνεύ­μα μιλά και ο Σάββας Παπαπολίτης της ΕΠΕΚ. Ο Π.Κανελλό­πουλος απαντά ότι η κυβέρνηση θα φέρει στη Βουλή για έγκριση τις συμφωνίες μόνο «καθ'ο μέτρον θα έχουν, βάσει του Συντάγματος, ανάγκην επικυρώσεως...». Ο Παπανδρέου απαντά ότι «στοιχειώδης ευθιξία» επέβαλλε στην κυβέρνηση να φέρει στη Βουλή το σύνολο των συμφωνιών και προειδοποιεί ότι το Κόμμα των Φιλελευθέρων θα κάνει πρόταση δυσπιστίας. Και ο Μαρκε­ζίνης συμφωνεί ότι θα πρέπει γρήγορα να συζητηθεί όλο το θέμα των ελληνογερμανικών συμφωνιών.

    Η συζήτηση στη Βουλή αρχίζει στις 24 Νοεμβρίου, αφού, δη­λαδή, έχουν τελειώσει οι συνομιλίες με τον Έρχαρτ. Τη βραδιά αυτή, πλήθος κόσμου κατακλύζει τον χώρο έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα με την ελπίδα να εξασφαλίσει καθένας μια θέση για να παρακολουθήσει τη συζήτηση, που προμηνύεται πως θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η αστυνομία έχει πάρει έξω από τη Βουλή έκτακτα μέτρα. Μέσα, τα θεωρεία είναι κατάμεστα. Και στους διαδρόμους επικρατεί τέτοιος συνωστισμός που και βουλευτές δυσκολεύονται να μπουν στην αίθουσα. Οι αντίπαλοι του Μαρ­κεζίνη στον Συναγερμό πιστεύουν πως έχει έρθει η μέρα για να καταφέρουν εναντίον του πρώην «εξ απορρήτων» του Παπά­γου αποφασιστικά πλήγματα. Και ο ίδιος ο στρατάρχης και πρω­θυπουργός «πνέει μένεα» κατά του παλαιού φίλου και συμβούλου του.

Ο Παπάγος ανοίγει τη συζήτηση στη Βουλή με τη δήλωση ότι «πρόκειται περί σοβαρού πολιτικού και ηθικού θέματος». Λίγες μέρες προτού φύγει για την Ισπανία – αφηγείται -, τον επισκέφθηκε ο υπουργός Εργασίας Γονής και του είπε:
-    Πληροφορούμαι ότι θα γίνει διεθνής διαγωνισμός για την προμήθειαν τηλεφωνικού και ραδιοφωνικού υλικού. Αυτό όμως είναι αντίθετο με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ο Μαρκεζίνης. Θα χάσουμε τις γερμανικές πιστώσεις.

Ο Παπάγος απαντά:
-    Ναι, θα γίνει διαγωνισμός. Δεν ξέρω τίποτα για δεσμεύ­σεις. Είναι φήμες των τριόδων.

- Στρατάρχα, ο αντιπρόσωπος της Ζήμενς και Τελεφούνκεν, Βουλπιώτης, μπορεί να σας προσκομίσει αποδείξεις, βεβαιώνει ο Γονής.
    Ο Παπάγος δέχτηκε τον Βουλπιώτη μπροστά και στον τότε υπουργό Συντονισμού Θ.Καψάλη. Ο αντιπρόσωπος των δύο γερμανικών εταιρειών τούς έδειξε το κείμενο της επιστολής Μαρκε­ζίνη. Ο Καψάλης έμεινε έκπληκτος: «Στρατάρχα», είπε, «αφήστε με να δω τον κ.Μαρκεζίνη».

    Όπως αποδείχτηκε, το κείμενο της επιστολής που τους είχε παρουσιάσει ο Βουλπιώτης ήταν το αρχικό, που δέσμευε ρητά την Ελληνική κυβέρνηση και που δεν είχε δεχτεί να το υπογράψει ο Μαρκεζίνης. Ο Καψάλης πήγε στον πρωθυπουργό το διορθωμέ­νο κείμενο. Ύστερα από λίγες μέρες, ο Βουλπιώτης έστειλε στον Πρωθυπουργό επιστολή, στην οποία ανέφερε ότι ο υπουργός του Συντονισμού τον κάλεσε και του έκανε παρατηρήσεις ότι δεν έπρεπε να εκθέτει τον Μαρκεζίνη. Και του πρότεινε να συνεννοηθεί με τους υπουργούς Προεδρίας Γ.Ράλλη και Συγκοινωνιών Στ.Κούνδουρο για να εισηγηθούν στην κυβέρνηση τις προτάσεις των δύο γερμανικών εταιρειών. Ο Βουλπιώτης ισχυριζόταν επίσης ότι τον είχε παρακαλέσει ο Μαρκεζίνης να πείσει τους Γερμανούς να μην κάνουν λόγο για την επιστολή που του υποσχέθηκε ότι, όταν αυτός θα ερχόταν στην εξουσία, θα τακτοποιούσε όλα τα σχετικά ζητήματα

- Ο κ.Καψάλης - είπε ο Παπάγος - μου ζήτησε να του πα­ραδώσω την επιστολήν. Την πρώτη επιστολή Βουλπιώτη την παρέλαβε ο γενικός διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού, στρατηγός Αλέστας, και την έστειλε στον Παπάγο στο πλοίο, τη στιγμή που ο στρατάρχης έφευ­γε για την Ισπανία.

    Πριν από λίγες μέρες - συνεχίζει ο Παπάγος - έλαβα και δεύτερη επιστολή Βουλπιώτη, που ισχυρίζεται ότι ο Μαρ­κεζίνης τον έστειλε, το 1953, στη Γερμανία για να καλλιερ­γήσει σχέσεις με κυβερνητικούς και οικονομικούς παρά­γοντες και να προετοιμάσει το έδαφος για να δοθούν γερμανικές πιστώσεις στην Ελλάδα.

    Αργότερα, οι Μαρκεζίνης και Καψάλης - λέει ο πρωθυπουργός - ζήτησαν από τον Βουλπιώτη να τους καλύψει στο θέμα των επιστολών. Ο Παπάγος καταλήγει με την εξιστόρηση των διαβημάτων του Δυτικογερμανού πρεσβευτή και των σχετικών με την παραίτηση του Καψάλη.

Ύστερα από τον στρατάρχη ανεβαίνει στο βήμα ο Σπύρο Μαρκεζίνης. Στη Βουλή επικρατεί απόλυτη σιωπή. Όλοι περιμένουν να ακούσουν τον άλλοτε παντοδύναμο επιτελή του Συναγερμού που θα απαντήσει τώρα στις εναντίον του βαρύτατες κα­τηγορίες του ίδιου του κόμματος του οποίου ήταν ο κύριος δημιουργός. Ο Μαρκεζίνης, χειμαρρώδης όπως πάντα, αρχίζει μι επίθεση κατά του Βουλπιώτη, που τον κατηγορεί ότι λέει ψέμματα: Ποτέ δεν τον έχει στείλει στη Γερμανία για μεσολαβητή. Εκθέ­τει έπειτα πώς, κατά το ταξίδι του στη Δ.Γερμανία, πέτυχε να εγκαταλείψουν οι Δυτικογερμανοί την αξίωση να ελέγχουν τα έργα που θα γίνονταν στην Ελλάδα και να αυξήσουν τις πίστωσεις τους προς τη χώρα μας από 100 σε 200 εκατομμύρια δολάρια. Πα­ρόλο που υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθούν οι συμφωνίες - συνεχί­ζει ο πρώην υπουργός του Συντονισμού - αρνήθηκε να υπογρά­ψει το πρώτο κείμενο της επιστολής που του παρουσίασαν οι Γερμανοί και ζήτησε από τον Έρχαρτ να αλλάξει τη διατύπωση. Κράτησε το πρωτότυπο με τις διορθώσεις και τις διαγραφές στα μέλη των δύο αντιπροσωπειών μοιράστηκαν πολυγραφημένα αντίγραφα. Πώς λοιπόν - ρωτά ο Μαρκεζίνης - ήταν δυνατόν να έμειναν κρυφές οι επιστολές:

    Αφού αναπτύσσει για ποιους λόγους δεν δεσμεύεται, κατά γνώμη του, η κυβέρνηση από τις επιστολές να δεχτεί τις προσφορές της Ζήμενς, αλλά μόνο αυτός ως υπουργός ανέλαβε την υποχρέωση να εισηγηθεί, κατηγορεί τη δυτικογερμανική πρεσβεία ότι έδωσε στον Βουλπιώτη πλαστό κείμενο. Υποστηρίζει έχει ενημερώσει το συντονιστικό συμβούλιο για τις συμφωνίες, ρωτά γιατί ο Παπάγος προχώρησε στις ανακοινώσεις του χωρίς να τον καλέσει προηγούμενα να του ζητήσει εξηγήσεις για τις «δεσμεύσεις», και καταλήγει:
«Τι σημαίνουν όλα αυτά, κ.βουλευταί; Ότι όπισθεν του διαφανούς τεχνάσματος της δεσμεύσεως, της αποδεσμεύ­σεως και της εκ νέου δεσμεύσεως, μία η πραγματικότης: Να απαλλαγώμεν του Μαρκεζίνη αφού τον δυσφημήσωμεν και ολίγον...».
     Ο υπουργός Εξωτερικών Στ.Στεφανόπουλος, που μιλά κατόπιν, αφού αφηγείται τα σχετικά με τα διαβήματα του Δυτικογερμανού πρεσβευτή, που υποστήριζε ότι, και με τη νέα διατύπωση των επιστολών, η ελληνική κυβέρνηση ήταν δεσμευμένη να δρχτεί τις προσφορές της Ζήμενς, κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι έδειξε σπουδή και προχειρότητα, και προσπάθησε να δημιουργήσει εντυπώσεις, υπογράφοντας ό,τι του έδιναν.

      Ο Καψάλης κατηγορεί την κυβέρνηση ότι έλεγε στους Δυτικογερμανούς να επιμένουν ότι έχει δεσμευτεί με τις επιστολές για να πληγεί ο Μαρκεζίνης.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διάσπαση του Συναγερμού

Αυτές ακριβώς τις μέρες, η κυβέρνηση και ο Ελληνικός Συναγερ­μός παθαίνουν τον μεγαλύτερο, ως τη στιγμή, κλονισμό: Στις 10 Νοεμβρίου, το Υπουργείο Προεδρίας δίνει στον Τύπο δηλώσεις του πρωθυπουργού, που κατηγορεί τον πρώην υπουργό Συντο­νισμού και στενό συνεργάτη του Σπύρο Μαρκεζίνη ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, έχει δεσμεύσει τη χώρα απέναντι σε δύο μεγάλες γερμανικές εταιρείες. Και ότι τη σχετική συμφωνία του την έχει κρύψει, από τον πρωθυπουργό.

    Η κατηγορία είναι βαρύτατη και προκαλεί σάλο σε ολόκληρη τη χώρα και, πρώτα απ'όλα, στην ίδια την κυβέρνηση και στο κόμμα του Συναγερμού. Το ίδιο βράδυ, οι μαρκεζινικοί υπουρ­γοί που απομένουν στην κυβέρνηση ανακοινώνουν ότι αποχωρούν. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης, με μακρές δηλώσεις του, διαψεύδει ότι έχει δεσμεύσει τη χώρα, βεβαιώνει ότι έχει ενημερώσει το συντονιστικό συμβούλιο για τις συμφωνίες και ανακοινώνει ότι φεύγει από τον Συναγερμό. Οι δηλώσεις του Παπάγου είναι οι ακόλουθες:

«Την 11ην Νοεμβρίου 1953, ο τότε υπουργός του Συντο­νισμού κ.Μαρκεζίνης ευρισκόμενος εν Βόννη προς διενέργειαν οικονομικών διαπραγματεύσεων μετά της γερ­μανικής κυβερνήσεως αντήλλαξε μετά του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας κ.Έρχαρτ επιστολήν αναφερομένην εις την υπό των οίκων Ζήμενς και Τελεφούνκεν εκτέλεσιν ωρισμένων εργασιών. Ο εν Αθήναις Γερμανός πρε­σβευτής προέβη σήμερον εις έγγραφον προς τον υπουργόν των Εξωτερικών κ.Στεφανόπουλον διακοίνωσιν, καθ'ην η γερμανική κυβέρνησις θεωρεί ότι διά της ως άνω επι­στολής εδεσμεύθη η Ελλάς κατά τους κανόνας του διε­θνούς δικαίου. Κατόπιν τούτου, δηλώ ότι η ελληνική κυβέρνησις θα σεβασθή την ούτω αναληφθείσαν υποχρέωσιν, έστω και αν αύτη συνωμολογήθη εν αγνοία του πρωθυ­πουργού και απεκρύβη από αυτόν επί μακρούς μήνας. Επί του περιεχομένου της ανωτέρω συμφωνίας, η ελλη­νική κυβέρνησις δεν επιθυμεί να εκφρασθή σήμερον, καθ'όσον αναμένεται ενταύθα την προσεχή Δευτέραν ο υπουργός της Εθνικής Οικονομίας κ.Έρχαρτ μετά του οποίου θα συζητήσωμεν το θέμα. Η Ελλάς αποβλέπει εις την στενήν μετά της Γερμανίας οικονομικήν συνεργασίαν, υπολογίζουσα επί της ουσιαστικής συμβολής της εις τον τομέαν των επενδύσεων. Η έλευσις άλλωστε, διεθνούς προσωπικότητος του κύρους του κ Έρχαρτ θα συντέλε­ση, είμαι βέβαιος, εις την περαιτέρω σύσφιγξιν των μετά της Γερμανίας οικονομικών μας δεσμών».

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση δίνει στη δημοσιότητα τις επιστολές που έχουν ανταλλάξει ο Έρχαρτ και ο Μαρκεζίνης στη Βόννη, στις 11 Νοεμβρίου 1953: Ο Έρχαρτ έγραφε:

«Εφέρατε εις γνώσιν μου ότι είσθε έτοιμος ν'αναλάβητε την φροντίδα ώστε εις μεν τον οίκον Ζήμενς ν'ανατεθή η τεχνική επιστασία και η επέκτασις του ελληνικού τηλεφω­νικού δικτύου, μετά δε του οίκου Τελεφούνκεν να σκοπηθή η σύναψις συμβάσεως περί χορηγήσεως αδείας λει­τουργίας ραδιοφωνικού σταθμού και περί κατασκευής του ελληνικού ραδιοφωνικού δικτύου. Έλαβα μετ'ευχαριστήσεως γνώσιν των ανωτέρω και δύναμαι μεθ'ικανοποιή­σεως να διαπιστώσω ότι ανασυνδέονται ούτως αι παλαιαί και δι'αμφότερα τα μέρη αποδοτικαί σχέσεις μεταξύ της Ελλάδος και των δύο τούτων γνωστών και παγκοσμίου φή­μης γερμανικών οίκων».

Στην απάντηση του ο Μαρκεζίνης βεβαιώνει ότι πήρε την επι­στολή του Έρχαρτ και ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Μέ­σα σε λίγες ώρες από τη στιγμή που δόθηκαν στον Τύπο οι δηλώσεις του πρωθυπουργού και προτού να δημοσιευτούν, ο Μαρκεζίνης δηλώνει ότι αποχωρεί από τον Συναγερμό και ο υπουργός Συντονισμού Θ.Καψάλης παραιτείται. Αργά τη νύχτα, ο Μαρκεζίνης δηλώνει:
«Ειλικρινώς λυπούμαι διά την ανακοίνωσιν του προέδρου της κυβερνήσεως. Πρώτον, διότι είναι απολύτως ανακρι­βές ότι κατά τας εν Γερμανία διαπραγματεύσεις εδέσμευσα καθ'οιονδήποτε τρόπον την ελληνικήν κυβέρνησιν εν σχέσει με τους οίκους Ζήμενς και Τελεφούνκεν. Δεύτερον, διό­τι είναι απολύτως ανακριβές ότι δεν ετηρήθη ενήμερος ο κ.πρωθυπουργός των διεξαχθεισών εν Γερμανία δια­πραγματεύσεων, καθ'όσον, άμα τη επιστροφή μου, επί δίωρον τουλάχιστον εις το συντονιστικόν συμβούλιον, ανέ­φερα εν λεπτομέρεια όλα τα σχετικά προς τας διεξαχθείσας εν Γερμανία συζητήσεις, ως και εις την αγόρευσίν μου εις την Βουλήν, κατά την συνεδρίασιν της 23ης Νοεμβρίου 1953, όπου και ειδικώς εμνημόνευσα τας προτάσεις Ζήμενς και Τελεφούνκεν, δηλώσας ότι "ευχέρειαν απεκτήσαμεν, δεν ανελάβαμεν δεσμεύσεις". Τρίτον, διότι ο κ.πρωθυπουργός περιλαμβάνει εις την ανακοίνωσιν του το κείμε­νο της υπογραφείσης επιστολής, χωρίς ν'αναφέρη, ως εί­χε υποχρέωσιν (διότι κάλλιστα το γνωρίζει), πώς είχε το αρχικόν κείμενον της επιστολής, το οποίον μου εδόθη προς υπογραφήν, και πώς, κατόπιν των ιδιοχείρων διορθώσεων του κ.Έρχαρτ, αι οποίαι έγιναν τη αξιώσει μου, απηλείφθη πάσα λέξις ή φράσις, δυναμένη οπωσδήποτε να δέ­σμευση ή έστω και να δώση την εντύπωσιν ότι δεσμεύει την ελληνικήν κυβέρνησιν».
Ο Μαρκεζίνης, στο σημείο αυτό των δηλώσεων του, παραθέτει το αρχικό κείμενο της επιστολής Έρχαρτ που αρχίζει με τη φράση «Μοι εγνωστοποιήσατε την προθυμίαν της ελληνικής κυβερνήσεως όπως ανάθεση...». Και συνεχίζει:

«Εξ αυτών σαφέστατα συνάγεται ότι, αντί του αρχικού κειμένου διά του οποίου η γερμανική κυβέρνησις απέβλε­πε να δέσμευση την ελληνικήν κυβέρνησιν, υπέγραψα απλώς κείμενον διά του οποίου ανελάμβανα εγώ προσω­πικώς, ως υπουργός του Συντονισμού, την υποχρέωσιν να εισηγηθώ σχετικώς εις την κυβέρνησιν».

Συνεχίζοντας, ο Μαρκεζίνης υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κ μία δέσμευση και καμία συμφωνία και ο πρωθυπουργός είναι ελεύθερος να δεχτεί ή όχι τις προτάσεις των δύο γερμανικών εταιρειών. Και καταλήγει:

«Είναι πάντως προφανές ότι, κατόπιν της σημερινής πρω­θυπουργικής ανακοινώσεως, δεν μου επιτρέπεται ούτε λεπτόν πλέον να παραμείνω εις τον Συναγερμόν, ο οποίος άλλωστε ουδεμίαν έχει σχέσιν με τον Συναγερμόν εκεί­νον διά την δημιουργίαν του οποίου κάπως συνετέλεσα και εγώ».

Την ίδια νύχτα, ο υπουργός Συντονισμού Θ.Καψάλης δηλώνει:

«Η αιφνίδια μετάστασις των απόψεων του προέδρου της κυβερνήσεως επί του θέματος των προτάσεων των γερ­μανικών οίκων Ζήμενς και Τελεφούνκεν με αναγκάζει να υποβάλω την παραίτησίν μου. Ο κ.στρατάρχης όχι μόνον προ μηνός και πλέον ανεγνώρισεν ότι ουδεμία δέσμευσις έχει αναληφθεί υπό του κ.Μαρκεζίνη διά λογαριασμόν της ελληνικής κυβερνήσεως, αλλά και προ ολίγων ημερών, κα­τά την διάρκειαν συνεδριάσεως του συντονιστικού συμ­βουλίου απασχοληθέντος με το θέμα αυτό, επανέλαβε κατηγορηματικώς ότι ουδεμίαν υποχρέωσιν εδέχετο ως υφισταμένην διά την ελληνικήν κυβέρνησιν. Κατόπιν της σημερινής ανακοινώσεως με το περιεχόμενο της οποίας ευ­ρίσκομαι εις πλήρη αντίθεσιν, η παραμονή μου εις την κυ­βέρνησιν είναι αδύνατος».

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ζυμώσεις στην αντιπολίτευση

Οι διαμάχες στην κυβέρνηση προσφέρουν όπλα στην αντιπολίτευση που όμως δεν μπορεί να τα αξιοποιήσει αποτελεσματικά γιατί η ίδια είναι διασπασμένη. Και, αντί να  ασχολείται με την οργάνωση των δυνάμεων της, κατατρίβεται με κομματικά παιχνίδια, διαμάχες για την ηγεσία του Κέντρου κ.λ.π. Βαθύτερη πολιτική και ιδεολογική διαφορά εκδηλώνεται ανάμεσα στον αρχηγό των Φιλελευθέρων Γ.Παπανδρέου, που αποκλείει οποίαδήποτε συνεργασία με την Αριστερά, και στο Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού των Γ.Καρτάλη και Αλέξ.Σβώλου, που ζητά στην αντισυναγερμική συνεργασία να περιληφθεί και η ΕΔΑ. Ο Σάββας Παπαπολίτης προσφέρει την ηγεσία της ΕΠΕΚ στον Γ.Βεντήρη, σκοπεύοντας να προωθήσει ένα νέο σχήμα του Κέντρου με αρχηγό τον πρώην διευθυντή της Γενικής Γραμματείας των Ανακτόρων. Το Γενικό Συμβούλιο της ΕΠΕΚ εγκρίνει την πρόταση του Παπαπολίτη και διαγράφει από τις τάξεις του κόμματος τον Κ.Ρέντη, που, φιλοδοξώντας να διαδεχτεί αυτός τον Ν.Πλαστήρα, έχει εξαπολύσει επίθεση κατά του Γ.Βεντήρη.

Ο Γ.Παπανδρέου δεν δέχεται καμία συζήτηση για συγχώνευση Φιλελευθέρων - ΕΠΕΚ και διακηρύσσει ότι το κόμμα του διεκδικεί ολόκληρο τον χώρο της αντιπολιτεύσεως και τη διαδο­χή του Συναγερμού. Οργανώνει μάλιστα, στα τέλη Ιουνίου, συνέδριο των Φιλελευθέρων, στο οποίο δίνει έντονα προσωπικό, αλλά και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα (εφημερίδες, 25 - 29 Ιουνίου). Ο Βεντήρης, βλέποντας ότι δεν γίνεται δεκτός για αρχη­γός από ολόκληρη την κεντρώα αντιπολίτευση, εγκαταλείπει τη σκέψη να αναμειχθεί στην ενεργό πολιτική. Εξάλλου, στο μετα­ξύ αρρώστησε βαριά και έφυγε για θεραπεία στην Ελβετία, όπου και πέθανε στις 24 Σεπτεμβρίου 1954.

Από τη στιγμή που αποκλείστηκε η περίπτωση του Βεντήρη, όσοι ήθελαν την ενοποίηση των δυνάμεων του Κέντρου, προ­σβλέπουν πια στον Γ.Παπανδρέου ή στον Βενιζέλο, που προ­σπαθούν να τον πείσουν να επιστρέψει και να αναλάβει και πά­λι ηγετικό ρόλο. Αλλά ακριβώς τη στιγμή αυτή ο Γ.Παπανδρέου κάνει ένα σοβαρό πολιτικό λάθος, που όχι μόνο συντελεί στο να μειωθούν οι πιθανότητες να αναλάβει την ηγεσία ολόκληρης της κεντρώας αντιπολιτεύσεως, αλλά και κλονίζει τη θέση του στο Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Όπως έχουμε δει, η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να γίνουν δημοτικές εκλογές το φθινόπωρο του 1954. Τα περισσότερα στε­λέχη των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως πιστεύουν πως τους προσφέρεται μια καλή ευκαιρία να δώσουν ενιαία μάχη κατά του Συναγερμού. Ελπίζουν να σημειώσουν επιτυχία που θα αποτελέσει ένα ακόμα πλήγμα για την ήδη τραυματισμένη από τις ενδοσυναγερμικές διαμάχες κυβέρνηση, αλλά και θα προλειάνει το έδαφος για οργανικότερη ενότητα του Κέντρου.

    Το Δημοκρατικό Κόμμα, η ΕΔΑ, η ΕΠΕΚ και ανεξάρτητοι πα­ράγοντες, όπως ο Κ.Ρέντης, ο Γ.Βαρβούτης, ο Τ.Βουλόδημος, ο Π.Τζαννετάκης, έχουν συμφωνήσει να δώσουν πολιτικό χρώμα στις δημοτικές εκλογές. Στην ΕΔΑ, η σκληρή πραγματικότητα της Κυριαρχίας της Δεξιάς έχει συντελέσει στο να κερδίσουν έδαφος οι απόψεις εκείνων που έχουν καταπολεμήσει, το 1952, το σύνθημα του Ζαχαριάδη «τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» και ευνοούν στε­νότερη συνεργασία με το Κέντρο, έστω και με σοβαρές παραχω­ρήσείς της Αριστεράς. Αυτή την περίοδο ο Ζαχαριάδης έχει ρίξει το βάρος του κυρίως στην ανασυγκρότηση των παράνομων ορ­γανώσεων του ΚΚΕ και δίνει δευτερεύουσα σημασία στη «νόμι­μη δουλειά», δηλαδή στην ΕΔΑ.

    Τα τρία μικρότερα κόμματα της αντιπολιτεύσεως - η ΕΠΕΚ, το ΔΚΕΛ και η ΕΔΑ - έχουν ανακοινώσει, λοιπόν, ότι θα δώσουν πολιτικό χαρακτήρα στις δημοτικές εκλογές. Αντίθετα, η κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν θα δώσει πολιτική χροιά στις δημοτικές εκλο­γές. Ο Γ.Παπανδρέου δηλώνει επίσης ότι το Κόμμα των Φιλελευθέρων είναι αποφασισμένο να μη χρωματίσει πολιτικά τις δημοτικές εκλογές.

    Ο Γ.Παπανδρέου, φιλοδοξώντας να διαδεχτεί τον Παπάγο και να προσελκύσει ένα μέρος από τους δυσαρεστημένους από την κυβερνητική πολιτική ψηφοφόρους του Συναγερμού, δεν θέλει να προχωρήσει σε καμιά, άμεση ή έμμεση, συνεργασία με την Αριστερά. Φοβάται όμως ότι, στις μεγάλες τουλάχιστον πόλεις που θα βάλουν και τη σφραγίδα τους στις δημοτικές εκλογές, για να εξασφαλιστεί νίκη του Κέντρου είναι απαραίτητη κάποια σύμπραξη ή συνεννόηση με την ΕΔΑ. Γι'αυτό προτιμά να μην αναμειχθεί, φανερά τουλάχιστον, το κόμμα του στον εκλογικό αγώνα. Αλλά η απόφαση του προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τα άλλα κόμματα του Κέντρου και από στελέχη των Φιλελευθέρων ότι με τη θέση που υποστήριζε, «υπηρετούσε το συμφέρον του Συναγερμού και αποτελούσε πράξιν αποφυγής μιας πολιτικής μάχης». Ο πρώην υπουργός και ηγετικό στέλεχος των Φιλελευθέρων Γ.Βαρβούτης, σε μακρές δηλώσεις του, κατηγορεί τον Γ.Παπανδρέου ότι «συνεκάλεσε το συνέδριον εσπευσμένως και ανωμάλως, χωρίς προγραμματικήν προπαρασκευήν και με ουσιαστικόν σκοπόν την έμμεσον αναγνώρισιν της ηγεσίας του, δια να κατάληξη εις γενικά και αόριστα συνθήματα, λησμονηθέντα και αυτά την επομένην. Ούτω, το Κόμμα των Φιλελευθέρων - συνεχίζει ο Βαρβούτης - εμφανίζεται (...) όχι φορεύς των προοδευτικών δυνάμεων της χώρας, ως πράγματι είναι, αλλ'ως παράλ­ληλος δρομεύς του Συναγερμού, συναγωνιζόμενος μετ'αυτού και εντός του ιδεολογικού ορίζοντος τούτου, εις επίδειξιν στείρας εθνικοφροσύνης». Αφού κατηγορεί τον Παπανδρέου ότι φυγομαχεί στις δημοτικές εκλογές, ευθυγραμμιζόμενος με τον Συναγερμό στον αποχρωματισμό τους, συνεχίζει:

«Το γεγονός ότι ο κ.Παπανδρέου συνηγωνίσθη μετά του Συναγερμού διά να τον φέρη εις την εξουσίαν και εξελέγη βουλευτής τούτου, η συνεχής και οξεία αντίθεσίς του προς το Κόμμα των Φιλελευθέρων και τα άλλα κόμματα του Κέντρου επί της πολιτικής των διά την ειρήνευσιν και επί άλ­λων σοβαρών πολιτικών θεμάτων, η ιδεολογική εκτροπή εις ην, ως εκ τούτου, οδηγεί το κόμμα, τον περιάγουν εις αδυναμίαν να έμπνευση τας φιλελευθέρας προοδευτικός μάζας...».

    Ο Βαρβούτης καταλήγει με έμμεση έκκληση προς τον Σοφ.Βενιζέλο να επιστρέψει από το εξωτερικό και να αναλάβει πάλι την ηγεσία των Φιλελευθέρων.

Ύστερα από τις δηλώσεις αυτές, ο Γ.Παπανδρέου διαγράφει τον Γ.Βαρβούτη από το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Και δηλώνει ότι αναγνωρίζει την ανάγκη να ενοποιηθεί η αντιπολίτευση, θεω­ρεί όμως απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει ενιαία ιδεολογική γραμμή. Στην αντιπολίτευση – υποστηρίζει - υπάρχουν δύο αντίθετες κατευθύνσεις: η ιδεολογία του Κέντρου και η ιδεολογία της συνοδοιπορίας, συγκαλυμμένης ή απροκάλυπτης:

«Το Κόμματων Φιλελευθέρων - καταλήγει ο Παπανδρέου - έχει χαράξει την πολιτική γραμμή του Κέντρου, η οποία συνίσταται εις διμέτωπον αγώνα κατά του Συναγερμού αφ'ενός και του κομμουνισμού αφ'ετέρου». (Εφημερί­δες, 8 Οκτωβρίου 1954.  


Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ανταγωνισμός

Με το ταξίδι του Παπάγου, ενισχύεται η εντύπωση ότι το γερμανικό κεφάλαιο παίρνει κυριαρχική θέση στην ελληνική οικονομία. Η προετοιμαζόμενη εντυπωσιακή διείσδυση του στην Ελλάδα είναι φυσικό να προκαλεί αντιδράσεις άλλων ξένων οικονομικών συγκροτημάτων και πολιτικών παραγόντων. Χαρακτηριστικά, αγγλική εφημερίδα Νταίηλυ Τέλεγκραφ γράφει:

«Η επιθυμία της Γερμανίας, όπως μας υποσκέλιση ως κύ­ριος εισαγωγεύς εις την Ελλάδα, οφείλεται εν μέρει εις την προθυμίαν της όπως δεχθή τα ελληνικά καπνά εις αντάλ­λαγμα και εν μέρει εις τας εξαιρετικώς μακροπρόθεσμους πιστώσεις τας οποίας προσφέρει. Η αντιμετώπισις αυτού του ανταγωνισμού είναι θέμα κρατικής πολιτικής (...). Η αγγλική βιομηχανία οφείλει μόνη της να κατεργασθή τα όπλα του ανταγωνισμού διά της σθεναρωτέρας επιδιώξεως παραγγελιών και της υψηλοτέρας παραγωγικότητος».

Ενδιαφέρον για έργα στην Ελλάδα εκδηλώνει και το γαλλικό κεφάλαιο. Η γαλλική εταιρεία Όμνιουμ Λυοναί αναλαμβάνει να κατασκευάσει το φράγμα και το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο Μέγδοβα στη Θεσσαλία.

Η οικονομική επιρροή των Άγγλων, που πριν από τον πόλεμο έλεγχαν την ελληνική οικονομία, πέφτει κατακόρυφα, ανάλογα και με την εξασθένιση της Μ.Βρετανίας ως μεγάλης δύναμης. Αλλά μεγαλύτερη είναι ακόμα η μείωση της πολιτικής επιρροής των Άγγλων στη χώρα μας. Η αντικατάσταση τους από τους Αμερικανούς έχει αρχίσει από το 1947 και συνεχίζεται και ύστερα α το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Η ανακίνηση του Κυπριακού επίσημα από την Ελλάδα και η προσφυγή στον ΟΗΕ είναι αποτέλεσμα, ως ένα βαθμό, αυτής της πτώσης της βρετανικής επιρροής και της απώλειας του ελέγχου από το Λονδίνο βασικών μοχλών της εξουσίας στη χώρα μας. Τελικά, όμως, ο αγώνας για την αυτοδιάθεση των Κυπρίων θα λειτουργήσει και ως αιτία για να μειωθεί ακόμα περισσότερο η αγγλική επιρροή στην Ελλάδα, χωρίς βέβαια να χάσει εντελώς το Λονδίνο τις δυνατότητες να παίζει τον ρόλο του στα πολιτικά παρασκήνια στην Αθήνα.


Στο διάστημα αυτό, παρόλο που το Κυπριακό δεσπόζει στη δημόσια ζωή της χώρας, δεν σταματούν και οι ζυμώσεις στα κόμματα και, γενικότερα, οι πολιτικές εξελίξεις. Από μια άποψη μάλιστα το Κυπριακό επιταχύνει την κυβερνητική φθορά: Παρόλο που η κυβέρνηση του Συναγερμού, με προσωπική επι­μονή και ευθύνη του Παπάγου, είναι η πρώτη που πρόσφευγε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για το εθνικό θέμα, βρίσκεται συνεχώς κάτω από τα πυρά της αντιπολιτεύσεως για κακούς χειρισμούς και χλιαρή στάση. Εξάλλου, η αδιαλλαξία του Λονδίνου και η αντίθετη προς το κυπριακό αίτημα στάση των Αμερικανών και των άλλων συμμάχων του NATO βλάπτουν τη Δεξιά και τα άλ­λα συντηρητικά στοιχεία, και ενισχύουν την επιρροή της Αριστε­ράς και της Κεντροαριστεράς.

    Είναι φανερό ότι ο Συναγερμός δεν έχει εξασφαλισμένη και τη δεύτερη τετραετία, όπως έλπιζαν και διακήρυσσαν, στο πρώ­το διάστημα μετά τη νίκη τους, το 1952, οι ηγέτες του. Ύστερα από την αποχώρηση του Μαρκεζίνη η κυβέρνηση παρουσιάζει μερικά, όχι και πολύ σοβαρά είναι η αλήθεια, σημάδια καχεξίας. Στις 28 Ιουνίου, ανακοινώνεται η παραίτηση, «διά λόγους υγείας», του γενικού διευθυντή του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού και έμπιστου του Παπάγου, στρατηγού Χρ.Καζένη. Στη θέση του τοποθετείται ο επίσης απόστρατος στρατηγός Αλέστας, που έχει κατηγορηθεί για ανάμειξη στον ΙΔΕΑ. Φαίνεαι πως ο Καρατζένης, πανίσχυρος ως τότε, έχει έρθει σε σύγκρουση αρμοδιοτήτων με τον νέο υπουργό Προεδρίας Γ.Ράλλη.

    Άλλο θέμα που προκαλεί αναταραχή στην κυβέρνηση είναι η σύγκρουση του υπουργού Εργασίας Ελ.Γονή με τον γενικό γραμματέα της ΓΣΕΕ Φ.Μακρή και με τον διοικητή του ΙΚΑ, συναγερμικό παράγοντα Ν.Θηβαίο. Ο Γονής, παλαιός και αυτός συνδικαλιστής, κατηγόρησε τη διοίκηση της ΓΣΕΕ ότι, το 1953, πήρε από την Εργατική Εστία 460 εκατομμύρια δραχμές και, ενώ δεν έχει αποδώσει λογαριασμό, ζητά να πάρει και άλλα. Ο υπουργός Εργασίας ανακοινώνει ότι καταργεί την υποχρεωτική εισφορά, που είναι μια μορφή υποχρεωτικού συνδικαλισμού και βασική πηγή εσόδων για τη ΓΣΕΕ. Ο Φ.Μακρής, οργισμένος κατά του Γο­νή, κυκλοφορεί προκηρύξεις, με τις οποίες καλεί τους εργαζομένους να ξεσηκωθούν για τα δικαιώματα τους. Είναι γεγονός ότι κυβέρνηση του Συναγερμού έχει καταργήσει τον νόμο 2112 για τον έλεγχο των απολύσεων εργαζομένων και τον νόμο 118 για τις αποζημιώσεις, που αργότερα υποχρεώθηκε να τον επαναφέρει, και έχει πάρει και άλλα αντεργατικά μέτρα, με πρόσχημα την ελάφρυνση των επιχειρήσεων «από τα βάρη αυτά χάριν της εξυγιάνσεως της οικονομίας». (Πρακτικά Βουλής, 17 Νοεμβρίου 1954.)

    Σοβαρότερη για τον Συναγερμό είναι η σύγκρουση του Γονή με τον Θηβαίο, που απομακρύνθηκε από τη διοίκηση του ΙΚΑ με διαταγή του πρωθυπουργού. Ο Θηβαίος κατηγορεί τον Γονή ως υπεύθυνο για την άσχημη οικονομική κατάσταση του ιδρύματος, ενώ ο υπουργός Εργασίας χαρακτηρίζει τον πρώην διοικητή «καταστροφέα του ΙΚΑ». Η αντιπολίτευση ζητά να συγκληθεί έκτακτα η Βουλή και να επέμβει η δικαιοσύνη για να εξακριβωθούν οι ποινικέςκές ευθύνες για την κατάσταση στο ΙΚΑ.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ο Παπάγος στη Δ. Γερμανία

Στις 30 Ιουνίου, ο Παπάγος, συνοδευόμενος από τους υπουργούς Εξωτερικών και Συντονισμού, Στ.Στεφανόπουλο και Θ.Καψά­λη, τον διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος Μαντζαβίνο και άλλους, φτάνει στη Βόννη για επίσημη επίσκεψη. Ανταποδίδει την επί­σκεψη του Αντενάουερ στην Αθήνα, βασική επιδίωξη όμως την ελληνικής κυβερνήσεως είναι να εφαρμοστούν οι συμφωνίες για τη συμμετοχή του γερμανικού κεφαλαίου στη βιομηχανική ανά­πτυξη της Ελλάδας. Οι συνομιλίες κρατούν έξι μέρες. Στο τελικό κοινωθέν αναφέρονται οι θέσεις των δύο χωρών στα θέματα της Άμυνας της Ευρώπης και του Βαλκανικού Συμφώνου, αλλά ιται ιδιαίτερη έμφαση στις οικονομικές συμφωνίες. (Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Αντενάουερ, σε ιδιαίτερη συνομιλία, στην Αθήνα, έχει πει στον Παπάγο ότι η κυβέρνηση της Δ.Γερμανίας και οι Γερμανοί επιχειρηματίες ενδιαφέρονται να διεισδύσουν, με ενδιάμεσους ορισμένες ελληνικές επιχειρήσεις, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική.)

Αφού αναφέρεται στην ανάπτυξη των εμπορικών ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο χώρες, το ανακοινωθέν συνεχίζει:

«Αι δύο κυβερνήσεις, εξάλλου, προέβησαν εις την εξέτασιν της οικονομικής συμφωνίας η οποία συνήφθη μεταξύ των τον παρελθόντα Νοέμβριον. Διεπίστωσαν μεθ'ικανο­ποιήσεως ότι το ζήτημα της χρηματοδοτήσεως της παραγ­γελίας, η οποία εδόξη διά την εκμετάλλευσιν των κοιτασμάτων λιγνίτου της Πτολεμαΐδος, επέτυχε μίαν λύσιν. Εκ της γερμανικής πλευράς, εξάλλου, εδηλώθη ότι η Γερμα­νία θα καταβάλη πάσαν προσπάθειαν όπως εξασφάλιση την χρηματοδότησιν της ανεγέρσεως ενός διυλιστηρίου πε­τρελαίου. Εν άλλο σχέδιον, το οποίον κατά την γνώμην των δύο κυβερνήσεων φαίνεται πραγματοποιήσιμον επί τη βά­σει της οικονομικής συμφωνίας, θα είναι η εγκατάστασις ενός εργοστασίου αζώτου...».

    Το έργο της Πτολεμαΐδας το αναλαμβάνουν οι εταιρείες Κρουπ και Μποδοσάκη, χρησιμοποιώντας γερμανικές πιστώσεις που έχει εξασφαλίσει ο Μαρκεζίνης. Για το διυλιστήριο συμφωνείται να γίνει διαγωνισμός ανάμεσα σε γερμανικούς οίκους. Το εργοστάσιο αζώτου θα το αναλάμβαναν αμέσως γερμανικές εταιρείες αν υπήρχαν έτοιμες μελέτες για την κατασκευή του.