Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Αεροπορία και ΙΔΕΑ

Αλλά πραγματικός σάλος για την αεροπορία ξεσπά πάλι στις αρχές του 1955 με αφορμή την αντικατάσταση του Εμ.Κελαϊδή και την τοποθέτηση νέου αρχηγού του όπλου. Τις μέρες αυτές έχει δημοσιευτεί σε εφημερίδες της Δεξιάς το κείμενο μιας αναφοράς που έχει στείλει το 1943 ο υπαρχηγός του ΓΕΑ Γ.Δούκας, νεαρός τότε αξιωματικός στη Μέση Ανατολή, και με την οποία ζητούσε να αξιοποιηθεί το ΕΑΜ στην κατεχόμενη Ελλάδα για τους συμμαχικούς σκοπούς. Είναι φανερό πως κάποιοι θέλουν να ματαιώσουν την προαγωγή του Δούκα σε αρχηγό του ΓΕΑ και τορπι­λίζουν, με τον τρόπο αυτό, τον διορισμό του. Ύστερα από τη δημοσίευση της αναφοράς αυτής, ο Δούκας ζητά να αποστρατευθεί, και ο Π.Κανελλόπουλος του πλέκει το εγκώμιο για την ευθιξία του. Η εφημερίδα που δημοσίευσε την αναφορά Δούκα ήταν η Απογευματινή, με διευθυντή τον Σάββα Κωνσταντόπουλο, στενό «φίλο» του Σκαρμαλιωράκη. (Απογευματινή, 31 Δι-κεμβρίου 1954.)

    Άλλες εφημερίδες δημοσιεύουν αμέσως την πληροφορία ότι ο προοριζόμενος για αρχηγός του ΓΕΑ, ταξίαρχος Κ.Μαργαρίτης, (αεροδίκης στη δίκη της Αεροπορίας, αντικαταστάτης του Βλαντούση στη διεύθυνση της Σχολής Αεροπορίας το 1952 και προϊ­στάμενος του Σκαρμαλιωράκη στο κρίσιμο στάδιο της προδικα­σίας), όταν, το 1944, υπηρετούσε στη Μέση Ανατολή ως διοικητής Μοίρας, είχε ζητήσει με ημερήσια διαταγή του από τους αξιωμα­τικούς, υπαξιωματικούς και σμηνίτες της μονάδας του να πουν ποια κυβέρνηση προτιμούν, του Καΐρου ή την ΠΕΕΑ.

    Είναι φανερό πως έχει ξεσπάσει διαμάχη και μέσα στους κόλπους του Συναγερμού για την ηγεσία της αεροπορίας. Τελικά, αρχηγός του ΓΕΑ γίνεται ο Κ.Μαργαρίτης. Αλλά ο σάλος για την κατάσταση στην αεροπορία δεν σταματά. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που παίρνει τώρα και πάλι όλο και πιο ενεργό μέρος στη δημόσια ζωή, σε μακρές δηλώσεις του, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει:

«Ο μυστηριώδης τρόπος με τον οποίον ετέθη εκποδών ο φε­ρόμενος υπ'αυτής ταύτης της κυβερνήσεως ως νέος αρχηγός του επιτελείου της αεροπορίας, ο καθ'όλα λαμπρός αξιωμα­τικός, υποπτέραρχος Δούκας, και ο παραμερισμός των αμέ­σως μετ'αυτόν ταξιάρχων καθιστούν βάσιμον την υπόνοιαν ότι σκοτειναί δυνάμεις ρυθμίζουν την τύχη των ενόπλων δυ­νάμεων της χώρας. Διότι η δημοσιευθείσα ως κατάθεσις του τότε σμηναγού Δούκα εν Μέση Ανατολή, η οποία τον εξηνάγκασε τελικώς εις παραίτησιν, δεν αποτελεί πραγματικήν αφορμήν αλλά πρόφασιν. Ο δε παραμερισμός του ταξιάρχου Παπαπαναγιώτου (...) οφείλεται εις τα αυτά ανομολόγητα αί­τια...». (Εφημερίδες, 9 Ιανουαρίου 1955.)
    Στις 12 Ιανουαρίου 1955, η αντιπολίτευση φέρνει το θέμα της αεροπορίας στη Βουλή. Ο Γ.Παπανδρέου αναφέρεται στη δίκη και τονίζει ότι ο αξιωματικός που παραπέμφθηκε στο Ανακριτικό Συμβούλιο για τις ανωμαλίες στη βάση της Ελευσίνας έχει κατηγορηθεί για τα βασανιστήρια στην υπόθεση των αεροπόρων. Κατόπιν αποκαλύπτει ότι είχε ανακοινωθεί στον υποπτέραρχο Δούκα ότι θα διοριζόταν αρχηγός της αεροπορίας. Σχετικά – προσθέτει - είχαν ειδοποιηθεί και οι Αμερικανοί και το NATO. Ξαφνικά, όμως, μόλις απογευματινή εφημερίδα δημοσίευσε έκθεση από τα εμπιστευτικά αρχεία, ο διορισμός του Δούκα ματαιώθηκε. Μυστηριώδεις δυνάμεις - συνεχίζει ο Γ.Παπανδρέου - ματαίωσαν τον διορισμό του Δούκα ως αρχηγού του ΓΕΑ και η κοινή γνώμη αναρωτιέται αν εξακολουθεί να δρα ο ΙΔΕΑ. Γιατί υπάρχουν αρκετές ενδείξεις γι' αυτό:
Όσοι αξιωματικοί ευρίσκοντο επί κεφαλής του ΙΔΕΑ - συ­νεχίζει ο αρχηγός των Φιλελευθέρων - (...) ευρέθησαν εις την στάσιν της 31ης Μαΐου επί κεφαλής του κινήματος (...). Και υπάρχει επίσης μία περαιτέρω ένδειξις: Το γεγονός ότι οι κινηματίαι της 31ης Μαΐου 1951 ευρίσκονται σήμερον οι περισσότεροι επί κεφαλής του στρατού».
Ο Σοφ.Βενιζέλος, στην ομιλία του, αναφέρει ότι ο ίδιος ο Παπάγος συγχάρηκε τον Δούκα για την επικείμενη τοποθέτηση του ως επικεφαλής του ΓΕΑ, ξαφνικά όμως ο στρατηγός Δόβας του ανακοίνωσε ότι άλλαξε η απόφαση:
«...σκοτειναί δυνάμεις -΄συνεχίζει ο επίτιμος αρχηγός των Φιλελευθέρων - επέδρασαν επί της αποφάσεως της κυβερνήσεως (...) εάν οι αξιωματικοί πιστεύουν ότι μόνον προσχωρούντες εις την οργάνωσιν την οποίαν ανέφερε προηγουμένως ο αρχηγός των Φιλελευθέρων θα ημπορέσουν να τραβήξουν μπροστά, ουαί και αλλοίμονον εις τον τόπον μας».

    Ο υπουργός Αμύνης Π.Κανελλόπουλος απαντά ότι είναι δι­καίωμα της κυβερνήσεως να ορίζει τους αρχηγούς των επιτελείων και διαψεύδει κατηγορηματικά ότι υπάρχει ΙΔΕΑ ή άλλη οργά­νωση στον στρατό. (Πρακτικά Βουλής, 12 Ιανουαρίου 1955.)

Τη μεθεπόμενη μέρα, στο ακόμα τότε προσκείμενο στην κυ­βέρνηση Βήμα, ο στρατηγός Μερεντίτης εξαπολύει επίθεση κατά του Π.Κανελλόπουλου, τον οποίο κατηγορεί ότι «κατέστη υπο­χείριος ωρισμένων στρατιωτικών κύκλων και πρόθυμος εκτελεστής των υποδείξεων των». (Το Βήμα, 14 Ιανουαρίου 1955.)

    Την ίδια βραδιά στη Βουλή, όπου συνεχίζεται η συζήτηση για το θέμα Δούκα, τα γεγονότα στη βάση Ελευσίνας κ.λ.π., ο ως πριν από ένα μήνα υφυπουργός Αεροπορίας στρατηγός Γυαλίστρας εξαπολύει μια αναπάντεχη «βόμβα»:

«Οι Έλληνες αεροπόροι - λέει, ανάμεσα σε άλλα, ο κυ­βερνητικός βουλευτής - είναι ήρωες εις τους αιθέρας (...). Αλλ'όταν ευρίσκωνται επί της γης δεν είναι ελεύθεροι άν­θρωποι. Αναλαμβάνω την ευθύνη αυτών τα οποία λέγω. Υπήρχε σύστημα παρακολουθήσεως των αξιωματικών και διοικητών από σμηνίας και ιδιώτας πληροφοριοδότας και, εάν οι αξιωματικοί δεν εξεπλήρουν τας επιθυμίας των δι­οικητών των, εχαρακτηρίζοντο ως κομμουνισταί».

    Οι καταγγελίες του στρατηγού Γυαλίστρα προκαλούν μεγά­λη εντύπωση, γιατί είναι ο αρμοδιότερος εκείνη τη στιγμή μέσα στη Βουλή να γνωρίζει την κατάσταση στην αεροπορία. Αλλά και γιατί αποκαλύπτει βαθύτατη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως και υπουργό Αμύνης Π.Κανελ­λόπουλο και τον ως πριν από μερικές βδομάδες υφυπουργό Αεροπορίας.

    Ο στρατηγός Γυαλίστρας δεν θέλησε τότε να πει περισσότερα. Κυβερνητικοί βουλευτές τον διέκοψαν, κραυγάζοντας πως δεν δόθηκε και σ'αυτούς ο λόγος, ενώ τον είχαν ζητήσει. Ο πρώ­ην υφυπουργός διέκοψε την ομιλία του και κατέβηκε από το βή­μα. Αντιπολιτευόμενες εφημερίδες έγραψαν την άλλη μέρα ότι δέχτηκε πιέσεις από κυβερνητικούς παράγοντες να μην προχω­ρήσει σε αποκαλύψεις. Αργότερα όμως, όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενο κεφάλαιο, ο στρατηγός Γυαλίστρας έκα­νε πιο συγκεκριμένες καταγγελίες.

Με καθυστέρηση είκοσι χρόνων, θα πει την αλήθεια για την υπόθεση Δούκα, στα αυτοκριτικά απομνημονεύματα του, και ο τότε υπεύθυνος υπουργός Αμύνης, ο Π.Κανελλόπουλος:

«Αξιομνημόνευτο θεωρώ – γράφει - κι ένα άλλο περιστα­τικό. Την Πρωτοχρονιά του 1955 - το πρωί, πριν κατευθυν­θούμε στη Μητρόπολη - ο στρατάρχης Παπάγος μού είπε, φανερά στενοχωρημένος, ότι αποκλείεται να γίνει αρχηγός του επιτελείου της αεροπορίας ο υποπτέραρχος Γεώργιος Δούκας, που ο ίδιος τον είχε, την προηγούμενη ακριβώς ημέρα, θερμά συγχαρεί ως βέβαιο διάδοχο εκείνου (του αντιπτεράρχου Εμμανουήλ Κελαϊδή), που είχε, ύστερα από μια μακρά σταδιοδρομία, που την εκόσμησαν γενναίες πρά­ξεις, καταληφθεί από το όριο ηλικίας. Και με παρεκάλεσε να επιλέξω για τη θέση του αρχηγού έναν από τους νεότε­ρους ταξιάρχους της αεροπορίας, ώστε να μην αποστρα­τευθεί μόνον ο Δούκας (θέλησε, έτσι, να μειώσει το πλήγ­μα, που του είχε επιφυλαχθεί), αλλά να αποστρατευθούν εκτός, φυσικά, από τον υποπτέραρχο Ηλία Κουτσούκο, που ήταν αρχαιότερος - και κάποιοι νεότεροι, πράγμα που θα έδειχνε ότι γίνεται μία γενικότερη ανανέωση της ηγε­σίας. Την ευθύνη την πήρα, με πολύ βαριά καρδιά, επάνω μου. Δεν μπορούσα, τη στιγμή εκείνη, να κάμω διαφορε­τικά, εκτός αν αποφάσιζα (και, καλώς ή κακώς, δεν το απο­φάσισα) να αποσυρθώ από την κυβέρνηση. Αποκαλύπτω για πρώτη φορά το περιστατικό αυτό. Και είναι τώρα και­ρός - τώρα που πέρασαν είκοσι χρόνια - να αποκαλύψω και κάτι άλλο: Δύο μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά, εί­χα καλέσει τον τότε αρχηγό του επιτελείου Εθνικής Αμύνης αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Δόβα και του είπα να ιδούμε αμέσως μαζί τον στρατάρχη και να του εισηγηθούμε να τοποθετηθεί ο Γ.Δούκας αρχηγός της τακτικής αεροπορίας και να διορισθεί, για λίγο καιρό, αρχηγός του επιτελείου ο υποπτέραρχος Κουτσούκος. Ο αντιστράτη­γος Δόβας(...) συμφώνησε αμέσως μαζί μου. Είχαμε και οι δύο (...) σοβαρές ενδείξεις ότι κάποιες κρυφές δυνά­μεις θα εματαίωναν τελικά την ανάθεση της αρχηγίας του επιτελείου της αεροπορίας στον Γ.Δούκα. Αν και ήταν μέ­λος του Αεροδικείου, που - πριν από τις εκλογές του 1952 – είχε καταδικάσει τους αεροπόρους, ο Δούκας είχε καταλήξει αργότερα στην πεποίθηση ότι ήταν αθώοι (μου το είχε εκμυστηρευθεί, αλλά χωρίς να μου παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία). Όταν έγινε γνωστό ότι θα γινόταν αρχηγός του επιτελείου της αεροπορίας, εξαπολύθηκε από κάποια εφημερίδα μια καμπάνια εναντίνο του (ότι είχε συνεργασθεί με το ΕΑΜ πριν διαφύγει στη Μέση Ανατολή, όπου – το βεβαιώνω υπεύθυνα – η πολεμική του δράσγ ήταν εξαίρετη). Επειδή και ο Δόβας και εγώ θεωρούσαμε κατάλληλο για αρχηγό του επιτελείου, αλλά και είχαμε σοβαρούε φόβους ότι η άμεση προαγωγή του στη θέση αυτή θα ματαιωνόταν, πηγαμε στον στρατάρχη Παπάγο και του είπαμε να δοθεί η άλλη προσωρινή λύση, για να εξασφαλισθεί, σε μερικούς μήνες, η ανάθεση της αρχηγίας του επιτελείου σ’αυτόν. Ο Παπάγος απάντησε ότι το είχε αποφασίσει και δεν αλλάζει αποφάσεις. Τι συνέβη όμως, μεταξύ της παραμονής της πρωτοχρονιάς, όταν συγχάρηκε ο στρατάρχης θερμά τον Δούκα, και της ίδιας της πρωτοχρονιάς; Δεν το γνωρίζω. Αλλά κάτι πρέπει να είχε συμβεί. Υποψιάζομαι ότι κάποιοι παράγοντες όχι της αεροπορίας (αυτοί δεν είχαν τη δυνατότητα άμεσης επαφής μαζί του), αλλά του στρατού της ξηράς, έκαμαν τον στρατάρχη, ποιος ξέρει με ποια επιχειρήματα, να αλλάξει ξαφνικά απόφαση. Οι παράγοντες αυτοί πρέπει να είχαν σχέση με τον ΙΔΕΑ. Και στον ΙΔΕΑ που διατηρήθηκε και μετά τον θάνατο του Παπάγου, βρήκαν στέγη – και εκμεταλλεύτηκαν τη στέγη αυτή – οι σωτήρες του 1967». (Π.Κανελλόπουλου, στο ίδιο, σ.30-33).

Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Συναγερμός κατά Συναγερμού
Η συζήτηση στη Βουλή κρατά αρκετές μέρες. Ο νέος υπουργός Συντονισμού Π.Παπαληγούρας ισχυρίζεται ότι, όταν έφυγε ο Μαρκεζίνης από την κυβέρνηση, δεν βρέθηκαν αντίγραφα των συμφωνιών και των επιστολών ούτε στο Υπουργείο Συντονισμού, ούτε στο Υπουργείο Εξωτερικών. (Η κατηγορία κατά του Μαρκεζίνη, ότι εξαφάνισε τα αντίγραφα επισήμων εγγράφων, βαρύτατη και μένει να αιωρείται για αρκετό διάστημα. Τελικά, οι συμφωνίες και οι επιστολές θα βρεθούν στα συρτάρια του Υπουργείου Εξωτερικών. Δεν θα διευκρινιστεί όμως επίσημα ποτέ αν είχε γίνει λάθος ή μήπως διπλωματικοί υπάλληλοι είχαν πάρει μέρος στην προσπάθεια να πληγεί ο Μαρκεζίνης πολιτικά και ηθικά.)

    Ο Καραθόδωρος, πρώην υπουργός, διακόπτοντας τον Παπαληγούρα και κάνοντας υπαινιγμό στο γεγονός ότι ο Βουλπιώτης έχει συνεργαστεί με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της Κατοχής, λέει:

- Φθάσατε να συζητήτε με τον Βουλπιώτη (...). Δεν έχομεν τώρα παρά να καλέσωμεν και τα Ες Ες. Επί 20 μήνας που ήμουν υπουργός των Συγκοινωνιών, ούτε εγνώρισα ούτε με εγνώρισε ο κ.Βουλπιώτης, όστις σήμερον ποιεί τας διατριβάς του εις το Υπουργείον Συγκοινωνιών.

Ο Παπαληγούρας, συνεχίζοντας την αγόρευση του, κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι πήγε και ζήτησε 200 εκατομμύρια δολάρια αντί των 100 που μας είχαν υποσχεθεί οι Γερμανοί και από τις πιστώσεις αυτές, ύστερα από ένα χρόνο, δεν έχει απορροφηθεί ούτε μία δραχμή. Και εκφράζει την απορία του πώς «νομικός της εγκράτειας του κ.Μαρκεζίνη, νομικός τόσον σοφός ισχυρίζεται ότι είδε οπουδήποτε της παγκοσμίου φιλολογία γίνεται λόγος περί μιας ιδιότυπου συμβάσεως, η οποία δεν είναι ούτε μεταξύ ιδιωτών και κράτους, ούτε μεταξύ δύο ιδιωτών, αλλά μεταξύ δύο υπουργών, ως υπουργών και όχι μελών της κυ­βερνήσεως των;».

Ο Γ.Παπανδρέου κατηγορεί την κυβέρνηση ότι από αίσθημα μειονεκτικότητας έβαλε τον Δυτικογερμανό πρεσβευτή να διατυπώσει γραπτά τις απόψεις της κυβερνήσεως του για δεσμεύ­σεις, ενώ, αν πίστευε ότι δεν υπήρχε δέσμευση, έπρεπε να πα­ραμείνει στις απόψεις της. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι παρουσίασε τον Έρχαρτ ότι εκβίαζε, εκφράζει την κατάπληξη του γιατί ο Καψάλης, προτού να τελειώσει σχετικός διαγωνισμός, ανακοίνωσε στους ενδιαφερόμενους Γερμα­νούς ότι θα πάρουν αυτοί την παραγγελία για την κατασκευή διυλιστηρίων, επικρίνει τον Παπάγο γιατί είχε δώσει απεριόρι­στες εξουσίες στον πρώην επιτελή του Συναγερμού, και τονίζει:
«Δεν υπάρχει προηγούμενον εις την ιστορίαν της χώρας κατά το οποίον μέλη της κυβερνήσεως να στρέφονται εναντίον αλλήλων και να καταλογίζουν εναντίον αλλήλων τόσο βαρυτάτας κατηγορίας. Εάν αι δύο ομάδες του Συ­ναγερμού αγωνίζονται σήμερον διά να καταλογίσουν αμοι­βαίως ευθύνας και διά να κάμουν τον καταμερισμόν των, όμως και η αντιπολίτευσις και ο ελληνικός λαός δεν απασχολούνται με τον καταμερισμόν των ευθυνών. Απασχο­λούνται με την άθροισιν των ευθυνών, και η άθροισις των ευθυνών ονομάζεται χρεωκοπία του Συναγερμού». (ΠρακτικάΒουλής, 25 Νοεμβίου 1954.)
    Τέλος, επικρίνει την κυβέρνηση ότι εκτελεί με μεγάλη βραδύτητα το πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της χώρας, ότι είναι υπεύθυνη για την πτώση του βιοτικού επιπέδου του λαού, ότι αύξησε τους φόρους και δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών της χώρας. Το συμπέρασμα του αρχηγού των Φιλελευθέρων είναι ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι εκλογές για να φύγει από την κυβέρνηση ο Συναγερμός.

    Οι αλληλοκατηγορίες ανάμεσα στους πρώην συνεργάτες στην κυβέρνηση Παπάγου γίνονται ακόμα βαρύτερες στην τρίτη συνεδρίαση της Βουλής για το θέμα των επιστολών, όταν ο Π.Κανελλόπουλος εξαπολύει επίθεση κατά των Μαρκεζίνη και Καψάλη και τους επικρίνει ότι δεν αξιοποίησαν τις γερμανικές πιστώσεις και ότι δεν έκαναν τίποτε για την ανασυγκρότηση της χώρας. Η αντιπολίτευση προτείνει και η κυβέρνηση δέχεται να συσταθεί εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή για την υπόθεση των επιστολ­ών. Η κυβέρνηση βάζει θέμα εμπιστοσύνης. Όπως δείχνει η ψηφοφορία, η μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών του Συναγερ­μού μένει πιστή στο κόμμα της: 205 βουλευτές δίνουν θετική ψήφο, 70 καταψηφίζουν την κυβέρνηση και ένας ρίχνει λευκή. Οι μαρκεζινικοί περνούν τώρα στην αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση διατηρεί άνετη πλειοψηφία. Μπορεί να εξαντλήσει την τετραετία. Στην πραγματικότητα όμως η συνοχή της έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Ο μύθος της «αρραγούς ενότητος» του Συναγερμού έχει διαλυθεί. Και οι δημοτικές εκλογές έχουν αποδείξει ότι η πλειοψηφία του λαού είναι δυσαρεστημένη με την κυβερνητική πολιτική.

    Η πτώση του Συναγερμού έχει αρχίσει. Αλλά, αυτή την εποχή, συμβαίνει και κάτι άλλο, που η κοινή γνώμη θα το πληροφορηθεί πολύ αργότερα: Έχει αρχίσει και η κατάρρευση της υγείας του Παπάγου, που με το στραταρχικό κύρος του έχει αποτελέσει τη συγκολλητική δύναμη της Δεξιάς.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Κόμμα Μαρκεζίνη
 Την άλλη μέρα, υποβάλλουν και τυπικά τις παραιτήσεις τους οι υπουργοί Συντονισμού Θ.Καψάλης, Οικονομικών Κ.Παπαγιάννης και ο υφυπουργός Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων Νήσων Γ.Ρωμανός. Επίσης, καταθέτουν δηλώσεις ότι αποχωρούν από τον Συναγερμό και ανεξαρτητοποιούνται ο Σπύρος Μαρκεζίνης, οι μαρκεζινικοί πρώην υπουργοί και αρκετοί βουλευτές (Βοβολίνης, Βούλτσος, Πετραλιάς, Πλαγιάννης, Καραθόδωρος, Μπακόλας, Δανιηλίδης, Σκούρα κ.λ.π.).
    Στηv πραγματικότητα έχει ανασυγκροτηθεί το κόμμα του Σπ.Μαρκεζίνη, που κατηγορεί τον Συναγερμό ότι «περιήλθε πλέον υπό την επιρροήν των εν αυτώ παλαιοκομματικών δυνάμεων, απομακρυνόμενος της λαϊκής ψήφου της 16ης Νοεμβρίου 1952» (Λυκουρέζος).

Απαντώντας στις ανακοινώσεις του Μαρκεζίνη, οι Παπάγος, Π.Κανελλόπουλος, Στ.Στεφανόπουλος και Εμ.Τσουδερός, σε κοινή δήλωση τους, διαβεβαιώνουν ότι ο πρώην υπουργός Συ­ντονισμού έχει κάνει λόγο για προσφορές των δύο γερμανικών εταιρειών, αλλά δεν έχει πει στην κυβέρνηση τίποτε για τις επι­στολές που αντάλλαξε με τον Έρχαρτ:

«Άρα – καταλήγουν -, την ύπαρξιν των ανταλλαγεισών επι­στολών επιμελώς απέκρυψε και από τον πρωθυπουργόν και από το συντονιστικόν συμβούλιον, και από την Βουλήν». (Εφημερίδες, 14 Νοεμβρίου 1954.)

    Η κατηγορία εναντίον του πρώην υπουργού Συντονισμού είναι πολύ σοβαρή. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Γ.Παπανδρέου μιλά για «πολιτικήν και ηθικήν κρίσιν» στον Συναγερμό. Και η ΕΔΑ επισημαίνει ότι οι διαμάχες στο κυβερνητικό στρατόπεδο αφορούν εκχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο. Και συμπεραίνει:
«Έτσι, το ζήτημα παίρνει την μορφήν ανταγωνισμού μεταξύ γερμανικού και αμερικανικού κεφαλαίου διά την κατάκτησιν της ελληνικής αγοράς». (Η Αυγή, 12 και 14 Νοεμβρίου 1954.)

    Αλλά τι έχει ακριβώς συμβεί;

    Λίγο προτού φύγει για το ταξίδι του στην Ισπανία, ο Παπάγος, που πραγματικά δεν ήξερε τίποτα για τις επιστολές (εξάλλου, δεν συνήθιζε να μελετάει τους φακέλους κανενός θέματος) πήρε φωτοτυπημένα αντίγραφα τους. Του τα έστειλε κάποιος που είχε συμφέρον να δοθούν οι παραγγελίες στις δύο γερμανικές εταιρείες. Η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Παπάγος θεώρησαν τότε πως οι επιστολές δεν τους δέσμευαν. Γι'αυτό και αποφά­σισαν να προκηρυχθεί διεθνής διαγωνισμός για να αναδιοργα­νωθεί η ελληνική ραδιοφωνία και να επεκταθεί το δίκτυο τηλεπικοινωνιών.

Αιφνιδιαστικά όμως και ενώ η κυβέρνηση ετοιμαζόταν για συ­νομιλίες με τον Έρχαρτ, που θα έφτανε στην Αθήνα ύστερα από λίγες μέρες, στις 9 Νοεμβρίου, επισκέφθηκε τον υπουργό Εξωτε­ρικών Στ.Στεφανόπουλο ο πρεσβευτής της Δ.Γερμανίας Κορτ και ζήτησε να τηρηθούν από την ελληνική πλευρά οι «υποχρεώ­σεις» που είχε αναλάβει ο πρώην υπουργός Συντονισμού απένα­ντι στους οίκους Ζήμενς και Τελεφούνκεν. 0 Στεφανόπουλος πα­ρακάλεσε τον Κορτ, επειδή το ζήτημα ήταν σοβαρό, να υπόβαλει έγγραφη διακοίνωση. Την άλλη μέρα, ο Γερμανός πρεσβευτής έστειλε στο Υπουργείο Εξωτερικών την έγγραφη διακοίνωση με αντίγραφα των επιστολών Έρχαρτ - Μαρκεζίνη. Ο Στεφανόπου­λος ενημέρωσε αμέσως τον Παπάγο, που, αφού συζήτησε με τους υπουργούς Εξωτερικών και Συντονισμού, αποφάσισε να θεωρή­σει τις επιστολές δεσμευτικές, διέταξε να ανασταλούν οι διεθνείς διαγωνισμοί και, το ίδιο βράδυ, έκανε τις ανακοινώσεις που ανα­φέραμε και που προκάλεσαν την αποχώρηση του Μαρκεζίνη και των μαρκεζινικών υπουργών και βουλευτών από τον Συναγερμό.

Σε όλη αυτή την υπόθεση χαρακτηριστικό είναι το έντονο εν­διαφέρον της Βόννης να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των δύο με­γάλων γερμανικών εταιρειών. Στις 15 Νοεμβρίου, φτάνει στην Αθή­να ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας της Δ.Γερμανίας Έρχαρτ, που τον συνοδεύουν πολυμελής αντιπροσωπεία από ανώτερους υπαλ­λήλους του υπουργείου του, τεχνικοί σύμβουλοι κ.λ.π. Στη συνέ­ντευξη που δίνει μόλις φτάνει στην Αθήνα, ύστερα από τις τυπι­κές διακηρύξεις για κοινές πολιτιστικές παραδόσεις των δύο χωρών και διαβεβαιώσεις ότι η Δ.Γερμανία θέλει να βοηθήσει στην ανά­πτυξη της ελληνικής οικονομίας, ο Έρχαρτ δηλώνει ότι θεωρεί δεσμευτικές τις επιστολές που αντάλλαξε με τον Μαρκεζίνη:

«Δεν ήλθον ενταύθα - είπε ο Γερμανός υπουργός - διά να ερμηνεύσω μίαν συμφωνίαν, διότι δεν τίθεται ζήτημα ερ­μηνείας, δεδομένου ότι είναι πλήρως εκκαθαρισμένη η νο­μική της φρασεολογία. Δεν υφίσταται εξάλλου ζήτημα και διά τον λόγον ότι ο στρατάρχης Παπάγος, κατά τρόπον άξιον εκτιμήσεως, ανεγνώρισε την ύπαρξιν υποχρεώσεων έκ των ανταλλαγεισών επιστολών (...). Δεν διεξηγάγομεν συνομιλίας μετά του κ.Μαρκεζίνη ως ιδιώτου, αλλά ως μέ­λους της κυβερνήσεως του. Οποιαδήποτε ερμηνεία και αν δοθή υποκειμενικούς, είναι γεγονός ότι όταν λέγη τις ότι θα καταβάλη φροντίδα, εννοεί ότι δεσμεύεται».
    Η γερμανική αντιπροσωπεία επιμένει ιδιαίτερα ότι έχει δεσμευτικό χαρακτήρα η επιστολή Μαρκεζίνη σχετικά με τη Ζήμενς και δέχεται να αποδεσμεύσει την ελληνική κυβέρνηση από κάθε υποχρέωση απέναντι στην Τελεφούνκεν. Τελικά, σε επι­στολές που ανταλλάσσουν ο Έρχαρτ και ο Έλληνας υπουργός συντονισμού Π.Παπαληγούρας (έχει αντικαταστήσει τον Θ.Κα­ψάλη που παραιτήθηκε), αναγνωρίζεται από την ελληνική πλευρά δεσμευτικός χαρακτήρας, κατά το διεθνές δίκαιο, στη γραπτή υπόσχεση του Μαρκεζίνη, αλλά ο Δυτικογερμανός υπουργός, από μέρους της Βόννης, απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από Κάθε υποχρέωση, για διάφορους λόγους, αλλά και «εκ των φιλι­ών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών μας». (Εφημερίδες, 20 Νοεμ­βρίου 1954.)

Τα κύρια σημεία της νέας ελληνογερμανικής συμφωνίας που υπογράφουν οι Παπαληγούρας και Έρχαρτ προβλέπουν:

Μεικτή ομάδα πραγματογνωμόνων θα εκπονήσει σχέδιο για να απορροφηθούν οι γερμανικές πιστώσεις των 200 εκατομμυρίων μάρκων. (Δεν έχουν ακόμα αξιοποιηθεί, από έλλειψη προγραμματισμού.) Παρατείνεται η προθεσμία για να χρησιμοποι­ηθούν οι πιστώσεις για την Πτολεμαΐδα ως τις 31 Μαρτίου 1955. Θα εξασφαλιστεί η εξαγωγή ελληνικών καπνών και ξηρών καρπών στη Δ.Γερμανία, θα αρχίσουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τη Ζήμενς για την προμήθεια στην Ελλάδα τηλεφωνικού υλικού και τεχνικών συμβουλών, με την προϋπόθεση ότι οι προσφορές της γερμανικής εταιρείας θα είναι μέσα στο πλαίσιο των διεθνών τιμών. Η ελληνική κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει τις γερμανικές περιουσίες που έχουν κατασχεθεί στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο.

    Στις 16 Νοεμβρίου, κάνει την εμφάνιση της στη Βουλή, για πρώτη φορά, η κοινοβουλευτική ομάδα Μαρκεζίνη, που έχει αποσχι­στεί από τον Συναγερμό. Με επικεφαλής τον αρχηγό της πιάνει θέσεις στο κέντρο της αίθουσας. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμέ­νη. Η αντιπολίτευση, με ανεβασμένα τα χαρτιά και τη μαχητικό­τητα, ύστερα και από τη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί στο κυ­βερνητικό στρατόπεδο, είναι έτοιμη για επίθεση. Ο Γ.Παπανδρέου, με τη βαριά και επιβλητική φωνή του, ρίχνει τον πρώτο κεραυνό:
    «...η υπόθεσις των ελληνογερμανικών οικονομικών συμ­φωνιών – λέει - έχει προκαλέσει πολιτικόν σάλον και φρονούμεν ότι είναι πρέπον να απασχόληση και την Βουλήν».
    Και ζητά οι τυχόν νέες συμφωνίες με τον Έρχαρτ να μη γίνουν οριστικές αν δεν συζητηθούν πριν από τη Βουλή. Στο ίδιο πνεύ­μα μιλά και ο Σάββας Παπαπολίτης της ΕΠΕΚ. Ο Π.Κανελλό­πουλος απαντά ότι η κυβέρνηση θα φέρει στη Βουλή για έγκριση τις συμφωνίες μόνο «καθ'ο μέτρον θα έχουν, βάσει του Συντάγματος, ανάγκην επικυρώσεως...». Ο Παπανδρέου απαντά ότι «στοιχειώδης ευθιξία» επέβαλλε στην κυβέρνηση να φέρει στη Βουλή το σύνολο των συμφωνιών και προειδοποιεί ότι το Κόμμα των Φιλελευθέρων θα κάνει πρόταση δυσπιστίας. Και ο Μαρκε­ζίνης συμφωνεί ότι θα πρέπει γρήγορα να συζητηθεί όλο το θέμα των ελληνογερμανικών συμφωνιών.

    Η συζήτηση στη Βουλή αρχίζει στις 24 Νοεμβρίου, αφού, δη­λαδή, έχουν τελειώσει οι συνομιλίες με τον Έρχαρτ. Τη βραδιά αυτή, πλήθος κόσμου κατακλύζει τον χώρο έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα με την ελπίδα να εξασφαλίσει καθένας μια θέση για να παρακολουθήσει τη συζήτηση, που προμηνύεται πως θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η αστυνομία έχει πάρει έξω από τη Βουλή έκτακτα μέτρα. Μέσα, τα θεωρεία είναι κατάμεστα. Και στους διαδρόμους επικρατεί τέτοιος συνωστισμός που και βουλευτές δυσκολεύονται να μπουν στην αίθουσα. Οι αντίπαλοι του Μαρ­κεζίνη στον Συναγερμό πιστεύουν πως έχει έρθει η μέρα για να καταφέρουν εναντίον του πρώην «εξ απορρήτων» του Παπά­γου αποφασιστικά πλήγματα. Και ο ίδιος ο στρατάρχης και πρω­θυπουργός «πνέει μένεα» κατά του παλαιού φίλου και συμβούλου του.

Ο Παπάγος ανοίγει τη συζήτηση στη Βουλή με τη δήλωση ότι «πρόκειται περί σοβαρού πολιτικού και ηθικού θέματος». Λίγες μέρες προτού φύγει για την Ισπανία – αφηγείται -, τον επισκέφθηκε ο υπουργός Εργασίας Γονής και του είπε:
-    Πληροφορούμαι ότι θα γίνει διεθνής διαγωνισμός για την προμήθειαν τηλεφωνικού και ραδιοφωνικού υλικού. Αυτό όμως είναι αντίθετο με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ο Μαρκεζίνης. Θα χάσουμε τις γερμανικές πιστώσεις.

Ο Παπάγος απαντά:
-    Ναι, θα γίνει διαγωνισμός. Δεν ξέρω τίποτα για δεσμεύ­σεις. Είναι φήμες των τριόδων.

- Στρατάρχα, ο αντιπρόσωπος της Ζήμενς και Τελεφούνκεν, Βουλπιώτης, μπορεί να σας προσκομίσει αποδείξεις, βεβαιώνει ο Γονής.
    Ο Παπάγος δέχτηκε τον Βουλπιώτη μπροστά και στον τότε υπουργό Συντονισμού Θ.Καψάλη. Ο αντιπρόσωπος των δύο γερμανικών εταιρειών τούς έδειξε το κείμενο της επιστολής Μαρκε­ζίνη. Ο Καψάλης έμεινε έκπληκτος: «Στρατάρχα», είπε, «αφήστε με να δω τον κ.Μαρκεζίνη».

    Όπως αποδείχτηκε, το κείμενο της επιστολής που τους είχε παρουσιάσει ο Βουλπιώτης ήταν το αρχικό, που δέσμευε ρητά την Ελληνική κυβέρνηση και που δεν είχε δεχτεί να το υπογράψει ο Μαρκεζίνης. Ο Καψάλης πήγε στον πρωθυπουργό το διορθωμέ­νο κείμενο. Ύστερα από λίγες μέρες, ο Βουλπιώτης έστειλε στον Πρωθυπουργό επιστολή, στην οποία ανέφερε ότι ο υπουργός του Συντονισμού τον κάλεσε και του έκανε παρατηρήσεις ότι δεν έπρεπε να εκθέτει τον Μαρκεζίνη. Και του πρότεινε να συνεννοηθεί με τους υπουργούς Προεδρίας Γ.Ράλλη και Συγκοινωνιών Στ.Κούνδουρο για να εισηγηθούν στην κυβέρνηση τις προτάσεις των δύο γερμανικών εταιρειών. Ο Βουλπιώτης ισχυριζόταν επίσης ότι τον είχε παρακαλέσει ο Μαρκεζίνης να πείσει τους Γερμανούς να μην κάνουν λόγο για την επιστολή που του υποσχέθηκε ότι, όταν αυτός θα ερχόταν στην εξουσία, θα τακτοποιούσε όλα τα σχετικά ζητήματα

- Ο κ.Καψάλης - είπε ο Παπάγος - μου ζήτησε να του πα­ραδώσω την επιστολήν. Την πρώτη επιστολή Βουλπιώτη την παρέλαβε ο γενικός διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού, στρατηγός Αλέστας, και την έστειλε στον Παπάγο στο πλοίο, τη στιγμή που ο στρατάρχης έφευ­γε για την Ισπανία.

    Πριν από λίγες μέρες - συνεχίζει ο Παπάγος - έλαβα και δεύτερη επιστολή Βουλπιώτη, που ισχυρίζεται ότι ο Μαρ­κεζίνης τον έστειλε, το 1953, στη Γερμανία για να καλλιερ­γήσει σχέσεις με κυβερνητικούς και οικονομικούς παρά­γοντες και να προετοιμάσει το έδαφος για να δοθούν γερμανικές πιστώσεις στην Ελλάδα.

    Αργότερα, οι Μαρκεζίνης και Καψάλης - λέει ο πρωθυπουργός - ζήτησαν από τον Βουλπιώτη να τους καλύψει στο θέμα των επιστολών. Ο Παπάγος καταλήγει με την εξιστόρηση των διαβημάτων του Δυτικογερμανού πρεσβευτή και των σχετικών με την παραίτηση του Καψάλη.

Ύστερα από τον στρατάρχη ανεβαίνει στο βήμα ο Σπύρο Μαρκεζίνης. Στη Βουλή επικρατεί απόλυτη σιωπή. Όλοι περιμένουν να ακούσουν τον άλλοτε παντοδύναμο επιτελή του Συναγερμού που θα απαντήσει τώρα στις εναντίον του βαρύτατες κα­τηγορίες του ίδιου του κόμματος του οποίου ήταν ο κύριος δημιουργός. Ο Μαρκεζίνης, χειμαρρώδης όπως πάντα, αρχίζει μι επίθεση κατά του Βουλπιώτη, που τον κατηγορεί ότι λέει ψέμματα: Ποτέ δεν τον έχει στείλει στη Γερμανία για μεσολαβητή. Εκθέ­τει έπειτα πώς, κατά το ταξίδι του στη Δ.Γερμανία, πέτυχε να εγκαταλείψουν οι Δυτικογερμανοί την αξίωση να ελέγχουν τα έργα που θα γίνονταν στην Ελλάδα και να αυξήσουν τις πίστωσεις τους προς τη χώρα μας από 100 σε 200 εκατομμύρια δολάρια. Πα­ρόλο που υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθούν οι συμφωνίες - συνεχί­ζει ο πρώην υπουργός του Συντονισμού - αρνήθηκε να υπογρά­ψει το πρώτο κείμενο της επιστολής που του παρουσίασαν οι Γερμανοί και ζήτησε από τον Έρχαρτ να αλλάξει τη διατύπωση. Κράτησε το πρωτότυπο με τις διορθώσεις και τις διαγραφές στα μέλη των δύο αντιπροσωπειών μοιράστηκαν πολυγραφημένα αντίγραφα. Πώς λοιπόν - ρωτά ο Μαρκεζίνης - ήταν δυνατόν να έμειναν κρυφές οι επιστολές:

    Αφού αναπτύσσει για ποιους λόγους δεν δεσμεύεται, κατά γνώμη του, η κυβέρνηση από τις επιστολές να δεχτεί τις προσφορές της Ζήμενς, αλλά μόνο αυτός ως υπουργός ανέλαβε την υποχρέωση να εισηγηθεί, κατηγορεί τη δυτικογερμανική πρεσβεία ότι έδωσε στον Βουλπιώτη πλαστό κείμενο. Υποστηρίζει έχει ενημερώσει το συντονιστικό συμβούλιο για τις συμφωνίες, ρωτά γιατί ο Παπάγος προχώρησε στις ανακοινώσεις του χωρίς να τον καλέσει προηγούμενα να του ζητήσει εξηγήσεις για τις «δεσμεύσεις», και καταλήγει:
«Τι σημαίνουν όλα αυτά, κ.βουλευταί; Ότι όπισθεν του διαφανούς τεχνάσματος της δεσμεύσεως, της αποδεσμεύ­σεως και της εκ νέου δεσμεύσεως, μία η πραγματικότης: Να απαλλαγώμεν του Μαρκεζίνη αφού τον δυσφημήσωμεν και ολίγον...».
     Ο υπουργός Εξωτερικών Στ.Στεφανόπουλος, που μιλά κατόπιν, αφού αφηγείται τα σχετικά με τα διαβήματα του Δυτικογερμανού πρεσβευτή, που υποστήριζε ότι, και με τη νέα διατύπωση των επιστολών, η ελληνική κυβέρνηση ήταν δεσμευμένη να δρχτεί τις προσφορές της Ζήμενς, κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι έδειξε σπουδή και προχειρότητα, και προσπάθησε να δημιουργήσει εντυπώσεις, υπογράφοντας ό,τι του έδιναν.

      Ο Καψάλης κατηγορεί την κυβέρνηση ότι έλεγε στους Δυτικογερμανούς να επιμένουν ότι έχει δεσμευτεί με τις επιστολές για να πληγεί ο Μαρκεζίνης.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διάσπαση του Συναγερμού

Αυτές ακριβώς τις μέρες, η κυβέρνηση και ο Ελληνικός Συναγερ­μός παθαίνουν τον μεγαλύτερο, ως τη στιγμή, κλονισμό: Στις 10 Νοεμβρίου, το Υπουργείο Προεδρίας δίνει στον Τύπο δηλώσεις του πρωθυπουργού, που κατηγορεί τον πρώην υπουργό Συντο­νισμού και στενό συνεργάτη του Σπύρο Μαρκεζίνη ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, έχει δεσμεύσει τη χώρα απέναντι σε δύο μεγάλες γερμανικές εταιρείες. Και ότι τη σχετική συμφωνία του την έχει κρύψει, από τον πρωθυπουργό.

    Η κατηγορία είναι βαρύτατη και προκαλεί σάλο σε ολόκληρη τη χώρα και, πρώτα απ'όλα, στην ίδια την κυβέρνηση και στο κόμμα του Συναγερμού. Το ίδιο βράδυ, οι μαρκεζινικοί υπουρ­γοί που απομένουν στην κυβέρνηση ανακοινώνουν ότι αποχωρούν. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης, με μακρές δηλώσεις του, διαψεύδει ότι έχει δεσμεύσει τη χώρα, βεβαιώνει ότι έχει ενημερώσει το συντονιστικό συμβούλιο για τις συμφωνίες και ανακοινώνει ότι φεύγει από τον Συναγερμό. Οι δηλώσεις του Παπάγου είναι οι ακόλουθες:

«Την 11ην Νοεμβρίου 1953, ο τότε υπουργός του Συντο­νισμού κ.Μαρκεζίνης ευρισκόμενος εν Βόννη προς διενέργειαν οικονομικών διαπραγματεύσεων μετά της γερ­μανικής κυβερνήσεως αντήλλαξε μετά του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας κ.Έρχαρτ επιστολήν αναφερομένην εις την υπό των οίκων Ζήμενς και Τελεφούνκεν εκτέλεσιν ωρισμένων εργασιών. Ο εν Αθήναις Γερμανός πρε­σβευτής προέβη σήμερον εις έγγραφον προς τον υπουργόν των Εξωτερικών κ.Στεφανόπουλον διακοίνωσιν, καθ'ην η γερμανική κυβέρνησις θεωρεί ότι διά της ως άνω επι­στολής εδεσμεύθη η Ελλάς κατά τους κανόνας του διε­θνούς δικαίου. Κατόπιν τούτου, δηλώ ότι η ελληνική κυβέρνησις θα σεβασθή την ούτω αναληφθείσαν υποχρέωσιν, έστω και αν αύτη συνωμολογήθη εν αγνοία του πρωθυ­πουργού και απεκρύβη από αυτόν επί μακρούς μήνας. Επί του περιεχομένου της ανωτέρω συμφωνίας, η ελλη­νική κυβέρνησις δεν επιθυμεί να εκφρασθή σήμερον, καθ'όσον αναμένεται ενταύθα την προσεχή Δευτέραν ο υπουργός της Εθνικής Οικονομίας κ.Έρχαρτ μετά του οποίου θα συζητήσωμεν το θέμα. Η Ελλάς αποβλέπει εις την στενήν μετά της Γερμανίας οικονομικήν συνεργασίαν, υπολογίζουσα επί της ουσιαστικής συμβολής της εις τον τομέαν των επενδύσεων. Η έλευσις άλλωστε, διεθνούς προσωπικότητος του κύρους του κ Έρχαρτ θα συντέλε­ση, είμαι βέβαιος, εις την περαιτέρω σύσφιγξιν των μετά της Γερμανίας οικονομικών μας δεσμών».

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση δίνει στη δημοσιότητα τις επιστολές που έχουν ανταλλάξει ο Έρχαρτ και ο Μαρκεζίνης στη Βόννη, στις 11 Νοεμβρίου 1953: Ο Έρχαρτ έγραφε:

«Εφέρατε εις γνώσιν μου ότι είσθε έτοιμος ν'αναλάβητε την φροντίδα ώστε εις μεν τον οίκον Ζήμενς ν'ανατεθή η τεχνική επιστασία και η επέκτασις του ελληνικού τηλεφω­νικού δικτύου, μετά δε του οίκου Τελεφούνκεν να σκοπηθή η σύναψις συμβάσεως περί χορηγήσεως αδείας λει­τουργίας ραδιοφωνικού σταθμού και περί κατασκευής του ελληνικού ραδιοφωνικού δικτύου. Έλαβα μετ'ευχαριστήσεως γνώσιν των ανωτέρω και δύναμαι μεθ'ικανοποιή­σεως να διαπιστώσω ότι ανασυνδέονται ούτως αι παλαιαί και δι'αμφότερα τα μέρη αποδοτικαί σχέσεις μεταξύ της Ελλάδος και των δύο τούτων γνωστών και παγκοσμίου φή­μης γερμανικών οίκων».

Στην απάντηση του ο Μαρκεζίνης βεβαιώνει ότι πήρε την επι­στολή του Έρχαρτ και ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Μέ­σα σε λίγες ώρες από τη στιγμή που δόθηκαν στον Τύπο οι δηλώσεις του πρωθυπουργού και προτού να δημοσιευτούν, ο Μαρκεζίνης δηλώνει ότι αποχωρεί από τον Συναγερμό και ο υπουργός Συντονισμού Θ.Καψάλης παραιτείται. Αργά τη νύχτα, ο Μαρκεζίνης δηλώνει:
«Ειλικρινώς λυπούμαι διά την ανακοίνωσιν του προέδρου της κυβερνήσεως. Πρώτον, διότι είναι απολύτως ανακρι­βές ότι κατά τας εν Γερμανία διαπραγματεύσεις εδέσμευσα καθ'οιονδήποτε τρόπον την ελληνικήν κυβέρνησιν εν σχέσει με τους οίκους Ζήμενς και Τελεφούνκεν. Δεύτερον, διό­τι είναι απολύτως ανακριβές ότι δεν ετηρήθη ενήμερος ο κ.πρωθυπουργός των διεξαχθεισών εν Γερμανία δια­πραγματεύσεων, καθ'όσον, άμα τη επιστροφή μου, επί δίωρον τουλάχιστον εις το συντονιστικόν συμβούλιον, ανέ­φερα εν λεπτομέρεια όλα τα σχετικά προς τας διεξαχθείσας εν Γερμανία συζητήσεις, ως και εις την αγόρευσίν μου εις την Βουλήν, κατά την συνεδρίασιν της 23ης Νοεμβρίου 1953, όπου και ειδικώς εμνημόνευσα τας προτάσεις Ζήμενς και Τελεφούνκεν, δηλώσας ότι "ευχέρειαν απεκτήσαμεν, δεν ανελάβαμεν δεσμεύσεις". Τρίτον, διότι ο κ.πρωθυπουργός περιλαμβάνει εις την ανακοίνωσιν του το κείμε­νο της υπογραφείσης επιστολής, χωρίς ν'αναφέρη, ως εί­χε υποχρέωσιν (διότι κάλλιστα το γνωρίζει), πώς είχε το αρχικόν κείμενον της επιστολής, το οποίον μου εδόθη προς υπογραφήν, και πώς, κατόπιν των ιδιοχείρων διορθώσεων του κ.Έρχαρτ, αι οποίαι έγιναν τη αξιώσει μου, απηλείφθη πάσα λέξις ή φράσις, δυναμένη οπωσδήποτε να δέ­σμευση ή έστω και να δώση την εντύπωσιν ότι δεσμεύει την ελληνικήν κυβέρνησιν».
Ο Μαρκεζίνης, στο σημείο αυτό των δηλώσεων του, παραθέτει το αρχικό κείμενο της επιστολής Έρχαρτ που αρχίζει με τη φράση «Μοι εγνωστοποιήσατε την προθυμίαν της ελληνικής κυβερνήσεως όπως ανάθεση...». Και συνεχίζει:

«Εξ αυτών σαφέστατα συνάγεται ότι, αντί του αρχικού κειμένου διά του οποίου η γερμανική κυβέρνησις απέβλε­πε να δέσμευση την ελληνικήν κυβέρνησιν, υπέγραψα απλώς κείμενον διά του οποίου ανελάμβανα εγώ προσω­πικώς, ως υπουργός του Συντονισμού, την υποχρέωσιν να εισηγηθώ σχετικώς εις την κυβέρνησιν».

Συνεχίζοντας, ο Μαρκεζίνης υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κ μία δέσμευση και καμία συμφωνία και ο πρωθυπουργός είναι ελεύθερος να δεχτεί ή όχι τις προτάσεις των δύο γερμανικών εταιρειών. Και καταλήγει:

«Είναι πάντως προφανές ότι, κατόπιν της σημερινής πρω­θυπουργικής ανακοινώσεως, δεν μου επιτρέπεται ούτε λεπτόν πλέον να παραμείνω εις τον Συναγερμόν, ο οποίος άλλωστε ουδεμίαν έχει σχέσιν με τον Συναγερμόν εκεί­νον διά την δημιουργίαν του οποίου κάπως συνετέλεσα και εγώ».

Την ίδια νύχτα, ο υπουργός Συντονισμού Θ.Καψάλης δηλώνει:

«Η αιφνίδια μετάστασις των απόψεων του προέδρου της κυβερνήσεως επί του θέματος των προτάσεων των γερ­μανικών οίκων Ζήμενς και Τελεφούνκεν με αναγκάζει να υποβάλω την παραίτησίν μου. Ο κ.στρατάρχης όχι μόνον προ μηνός και πλέον ανεγνώρισεν ότι ουδεμία δέσμευσις έχει αναληφθεί υπό του κ.Μαρκεζίνη διά λογαριασμόν της ελληνικής κυβερνήσεως, αλλά και προ ολίγων ημερών, κα­τά την διάρκειαν συνεδριάσεως του συντονιστικού συμ­βουλίου απασχοληθέντος με το θέμα αυτό, επανέλαβε κατηγορηματικώς ότι ουδεμίαν υποχρέωσιν εδέχετο ως υφισταμένην διά την ελληνικήν κυβέρνησιν. Κατόπιν της σημερινής ανακοινώσεως με το περιεχόμενο της οποίας ευ­ρίσκομαι εις πλήρη αντίθεσιν, η παραμονή μου εις την κυ­βέρνησιν είναι αδύνατος».

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ζυμώσεις στην αντιπολίτευση

Οι διαμάχες στην κυβέρνηση προσφέρουν όπλα στην αντιπολίτευση που όμως δεν μπορεί να τα αξιοποιήσει αποτελεσματικά γιατί η ίδια είναι διασπασμένη. Και, αντί να  ασχολείται με την οργάνωση των δυνάμεων της, κατατρίβεται με κομματικά παιχνίδια, διαμάχες για την ηγεσία του Κέντρου κ.λ.π. Βαθύτερη πολιτική και ιδεολογική διαφορά εκδηλώνεται ανάμεσα στον αρχηγό των Φιλελευθέρων Γ.Παπανδρέου, που αποκλείει οποίαδήποτε συνεργασία με την Αριστερά, και στο Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού των Γ.Καρτάλη και Αλέξ.Σβώλου, που ζητά στην αντισυναγερμική συνεργασία να περιληφθεί και η ΕΔΑ. Ο Σάββας Παπαπολίτης προσφέρει την ηγεσία της ΕΠΕΚ στον Γ.Βεντήρη, σκοπεύοντας να προωθήσει ένα νέο σχήμα του Κέντρου με αρχηγό τον πρώην διευθυντή της Γενικής Γραμματείας των Ανακτόρων. Το Γενικό Συμβούλιο της ΕΠΕΚ εγκρίνει την πρόταση του Παπαπολίτη και διαγράφει από τις τάξεις του κόμματος τον Κ.Ρέντη, που, φιλοδοξώντας να διαδεχτεί αυτός τον Ν.Πλαστήρα, έχει εξαπολύσει επίθεση κατά του Γ.Βεντήρη.

Ο Γ.Παπανδρέου δεν δέχεται καμία συζήτηση για συγχώνευση Φιλελευθέρων - ΕΠΕΚ και διακηρύσσει ότι το κόμμα του διεκδικεί ολόκληρο τον χώρο της αντιπολιτεύσεως και τη διαδο­χή του Συναγερμού. Οργανώνει μάλιστα, στα τέλη Ιουνίου, συνέδριο των Φιλελευθέρων, στο οποίο δίνει έντονα προσωπικό, αλλά και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα (εφημερίδες, 25 - 29 Ιουνίου). Ο Βεντήρης, βλέποντας ότι δεν γίνεται δεκτός για αρχη­γός από ολόκληρη την κεντρώα αντιπολίτευση, εγκαταλείπει τη σκέψη να αναμειχθεί στην ενεργό πολιτική. Εξάλλου, στο μετα­ξύ αρρώστησε βαριά και έφυγε για θεραπεία στην Ελβετία, όπου και πέθανε στις 24 Σεπτεμβρίου 1954.

Από τη στιγμή που αποκλείστηκε η περίπτωση του Βεντήρη, όσοι ήθελαν την ενοποίηση των δυνάμεων του Κέντρου, προ­σβλέπουν πια στον Γ.Παπανδρέου ή στον Βενιζέλο, που προ­σπαθούν να τον πείσουν να επιστρέψει και να αναλάβει και πά­λι ηγετικό ρόλο. Αλλά ακριβώς τη στιγμή αυτή ο Γ.Παπανδρέου κάνει ένα σοβαρό πολιτικό λάθος, που όχι μόνο συντελεί στο να μειωθούν οι πιθανότητες να αναλάβει την ηγεσία ολόκληρης της κεντρώας αντιπολιτεύσεως, αλλά και κλονίζει τη θέση του στο Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Όπως έχουμε δει, η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να γίνουν δημοτικές εκλογές το φθινόπωρο του 1954. Τα περισσότερα στε­λέχη των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως πιστεύουν πως τους προσφέρεται μια καλή ευκαιρία να δώσουν ενιαία μάχη κατά του Συναγερμού. Ελπίζουν να σημειώσουν επιτυχία που θα αποτελέσει ένα ακόμα πλήγμα για την ήδη τραυματισμένη από τις ενδοσυναγερμικές διαμάχες κυβέρνηση, αλλά και θα προλειάνει το έδαφος για οργανικότερη ενότητα του Κέντρου.

    Το Δημοκρατικό Κόμμα, η ΕΔΑ, η ΕΠΕΚ και ανεξάρτητοι πα­ράγοντες, όπως ο Κ.Ρέντης, ο Γ.Βαρβούτης, ο Τ.Βουλόδημος, ο Π.Τζαννετάκης, έχουν συμφωνήσει να δώσουν πολιτικό χρώμα στις δημοτικές εκλογές. Στην ΕΔΑ, η σκληρή πραγματικότητα της Κυριαρχίας της Δεξιάς έχει συντελέσει στο να κερδίσουν έδαφος οι απόψεις εκείνων που έχουν καταπολεμήσει, το 1952, το σύνθημα του Ζαχαριάδη «τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» και ευνοούν στε­νότερη συνεργασία με το Κέντρο, έστω και με σοβαρές παραχω­ρήσείς της Αριστεράς. Αυτή την περίοδο ο Ζαχαριάδης έχει ρίξει το βάρος του κυρίως στην ανασυγκρότηση των παράνομων ορ­γανώσεων του ΚΚΕ και δίνει δευτερεύουσα σημασία στη «νόμι­μη δουλειά», δηλαδή στην ΕΔΑ.

    Τα τρία μικρότερα κόμματα της αντιπολιτεύσεως - η ΕΠΕΚ, το ΔΚΕΛ και η ΕΔΑ - έχουν ανακοινώσει, λοιπόν, ότι θα δώσουν πολιτικό χαρακτήρα στις δημοτικές εκλογές. Αντίθετα, η κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν θα δώσει πολιτική χροιά στις δημοτικές εκλο­γές. Ο Γ.Παπανδρέου δηλώνει επίσης ότι το Κόμμα των Φιλελευθέρων είναι αποφασισμένο να μη χρωματίσει πολιτικά τις δημοτικές εκλογές.

    Ο Γ.Παπανδρέου, φιλοδοξώντας να διαδεχτεί τον Παπάγο και να προσελκύσει ένα μέρος από τους δυσαρεστημένους από την κυβερνητική πολιτική ψηφοφόρους του Συναγερμού, δεν θέλει να προχωρήσει σε καμιά, άμεση ή έμμεση, συνεργασία με την Αριστερά. Φοβάται όμως ότι, στις μεγάλες τουλάχιστον πόλεις που θα βάλουν και τη σφραγίδα τους στις δημοτικές εκλογές, για να εξασφαλιστεί νίκη του Κέντρου είναι απαραίτητη κάποια σύμπραξη ή συνεννόηση με την ΕΔΑ. Γι'αυτό προτιμά να μην αναμειχθεί, φανερά τουλάχιστον, το κόμμα του στον εκλογικό αγώνα. Αλλά η απόφαση του προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τα άλλα κόμματα του Κέντρου και από στελέχη των Φιλελευθέρων ότι με τη θέση που υποστήριζε, «υπηρετούσε το συμφέρον του Συναγερμού και αποτελούσε πράξιν αποφυγής μιας πολιτικής μάχης». Ο πρώην υπουργός και ηγετικό στέλεχος των Φιλελευθέρων Γ.Βαρβούτης, σε μακρές δηλώσεις του, κατηγορεί τον Γ.Παπανδρέου ότι «συνεκάλεσε το συνέδριον εσπευσμένως και ανωμάλως, χωρίς προγραμματικήν προπαρασκευήν και με ουσιαστικόν σκοπόν την έμμεσον αναγνώρισιν της ηγεσίας του, δια να κατάληξη εις γενικά και αόριστα συνθήματα, λησμονηθέντα και αυτά την επομένην. Ούτω, το Κόμμα των Φιλελευθέρων - συνεχίζει ο Βαρβούτης - εμφανίζεται (...) όχι φορεύς των προοδευτικών δυνάμεων της χώρας, ως πράγματι είναι, αλλ'ως παράλ­ληλος δρομεύς του Συναγερμού, συναγωνιζόμενος μετ'αυτού και εντός του ιδεολογικού ορίζοντος τούτου, εις επίδειξιν στείρας εθνικοφροσύνης». Αφού κατηγορεί τον Παπανδρέου ότι φυγομαχεί στις δημοτικές εκλογές, ευθυγραμμιζόμενος με τον Συναγερμό στον αποχρωματισμό τους, συνεχίζει:

«Το γεγονός ότι ο κ.Παπανδρέου συνηγωνίσθη μετά του Συναγερμού διά να τον φέρη εις την εξουσίαν και εξελέγη βουλευτής τούτου, η συνεχής και οξεία αντίθεσίς του προς το Κόμμα των Φιλελευθέρων και τα άλλα κόμματα του Κέντρου επί της πολιτικής των διά την ειρήνευσιν και επί άλ­λων σοβαρών πολιτικών θεμάτων, η ιδεολογική εκτροπή εις ην, ως εκ τούτου, οδηγεί το κόμμα, τον περιάγουν εις αδυναμίαν να έμπνευση τας φιλελευθέρας προοδευτικός μάζας...».

    Ο Βαρβούτης καταλήγει με έμμεση έκκληση προς τον Σοφ.Βενιζέλο να επιστρέψει από το εξωτερικό και να αναλάβει πάλι την ηγεσία των Φιλελευθέρων.

Ύστερα από τις δηλώσεις αυτές, ο Γ.Παπανδρέου διαγράφει τον Γ.Βαρβούτη από το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Και δηλώνει ότι αναγνωρίζει την ανάγκη να ενοποιηθεί η αντιπολίτευση, θεω­ρεί όμως απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει ενιαία ιδεολογική γραμμή. Στην αντιπολίτευση – υποστηρίζει - υπάρχουν δύο αντίθετες κατευθύνσεις: η ιδεολογία του Κέντρου και η ιδεολογία της συνοδοιπορίας, συγκαλυμμένης ή απροκάλυπτης:

«Το Κόμματων Φιλελευθέρων - καταλήγει ο Παπανδρέου - έχει χαράξει την πολιτική γραμμή του Κέντρου, η οποία συνίσταται εις διμέτωπον αγώνα κατά του Συναγερμού αφ'ενός και του κομμουνισμού αφ'ετέρου». (Εφημερί­δες, 8 Οκτωβρίου 1954.