Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI: ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, στη σελίδα 254, αναφέρει:
Οι μέρες και οι μήνες της κυβερνήσεως Στεφανόπουλου κυλούσαν άτονα, ενώ το παρασκήνιο δούλευε εντατικά υφαίνοντας τη μελλοντική μοίρα του ελληνικού λαού και σφυρηλατώντας τα δεσμά του. Στον στρατό λειτουργούσε η λεγόμενη «Μεγάλη Χούντα των στρατηγών», η οποία εκτός από τον Σπαντιδάκη και τους άλλους στρατηγούς – είχε διευρυνθεί και με άλλους, μη στρατιωτικούς φιλοδικτατορικούς παράγοντες. Στις γνωστότερες ηγετικές φυσιογνωμίες περιλαμβάνονταν ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Κόλλιας και ο πρωθιερέας των ανακτόρων Ιερώνυμος Κοτσώνης, ένας καλλιεργημένος φιλόδοξος κληρικός με μεγάλη επιρροή στα μέλη της βασιλικής οικογένειας, την οποία αργότερα πρόδωσε. Ο σύγχρονος αυτός Ρασπούτιν προσχώρησε στους κολονέλους και είναι σήμερα Αρχιεπίσκοπος της δικτατορίας. Πολλές συνεδριάσεις της Χούντας οργανώνονταν στο σπίτι του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, βουλευτή της ΕΡΕ, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Ασφαλείας κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936 – 1940). Δεδομένων των στενών δεσμών της Χούντας με το Παλάτι, με εκπροσώπους της ολιγαρχίας και με ατλαντικές προσωπικότητες, θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς τη Μεγάλη Χούντα σαν μεταϊουλιανή μεταμόρφωση της προϊουλιανής υπερκυβερνήσεως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνεννοήσεις μεταξύ Χούντας και Ατλαντικού Στρατηγείου. Η νομιμοφάνεια καλύπτετο από το γεγονός ότι συνομιλητής του ΝΑΤΟ δεν εμφανιζόταν η Χούντα, αλλά το Γενικό Επιτελείο Στρατού, που ήταν ένα και το αυτό. Το ερώτημα που είχε υποβληθεί στο ΝΑΤΟ ήταν: αν σε περίπτωση κινδύνου κομμουνιστικής ή φιλοκομμουνιστικής, κατόπιν εκλογών, επικρατήσεως δύναται να εφαρμοστεί το ατλαντικό σχέδιο αντιμετωπίσεως κομμουνιστικής επαναστάσεως; Αντ’άλλης απαντήσεως, το ΝΑΤΟ παρέπεμπε το ελληνικό Επιτελείο στο ατλαντικό σχέδιο «Προμηθεύς», που πρόβλεπε την περίπτωση αντιμετωπίσεως είτε κομμουνιστικής εισβολής από το εξωτερικό είτε εσωτερικής κομμουνιστικής εξεγέρσεως. Στην ουσία η απάντηση του ΝΑΤΟ ήταν καταφατική. Καθιστούσε τη Χούντα αρμόδια να εκτιμήσει και ερμηνεύσει αν τα δεδομένα της ελληνικής καταστάσεως συνιστούσαν απειλή κομμουνιστικής επαναστάσεως. Και τα γεγονότα της 21ης Απριλίου απέδειξαν με πόση ασυνειδησία οι κινηματίες χρησιμοποιούν τον όρο «κίνδυνος κομμουνιστικής εξεγέρσεως».

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI, ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, στη σελίδα 251, αναφέρει:
Ήταν όμως πραγματικά ο Χοϊδάς από τους οργανωτές των Ιουλιανών; Μία από τις υπάρχουσες μαρτυρίες προέρχεται από τον τότε πρωθυπουργό Στέφανο Στεφανόπουλο. Στις 27 Ιουλίου (1965), προτού αποσπασθεί από την Ένωση Κέντρου ο Στεφανόπουλος, δέχθηκε στο γραφείο του επί της οδού Κανάρη μια ομάδα βουλευτών του κόμματος και συζήτησε μαζί του για τα αίτια και τα παρασκήνια της πολιτικής κρίσεως. Μεταξύ άλλων, ο Στεφανόπουλος αποκάλυψε στους συνομιλητές του ότι τρία πρόσωπα έπαιξαν ρόλο πρωταγωνιστή στο πραξικόπημα του Ιουλίου: Η Ελένη Βλάχου, ιδιοκτήτρια του μεγάλου δημοσιογραφικού συγκροτήματος της Δεξιάς, ο Πάνος Κόκκας, εκδότης της εφημερίδας Ελευθερία, δημοσιογραφικού οργάνου των αποστατών, και ο Κωνσταντίνος Χοϊδάς. Το περιεχόμενο της συνομιλίας του Στεφανόπουλου με την ομάδα των βουλευτών το αποκάλυψε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Ιωάννης Αλευράς. Και δεν διαψεύσθηκε.
Προσωπικά έχω αντιρρήσεις ως προς τα τρία πρόσωπα. Οι δικές μου πληροφορίες – τις οποίες μου είχε επιβεβαιώσει και ο Γεώργιος Παπανδρέου – συμφωνούν ως προς τα δύο πρόσωπα της συνομωσίας: του Χοϊδά και του Κόκκα. Το τρίτο πρόσωπο δεν ήταν η Ελένη Βλάχου. Ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπουργός Οικονομικών της κυβερνήσεως Παπανδρέου και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των αποστατών.
Άσχετα από τη λεπτομέρεια αυτή, η αποπομπή του Χοϊδά φανέρωνε ότι ο Κωνσταντίνος και η Φρειδερίκη (ίσως και οι Αμερικανοί) δεν ήσαν ευχαριστημένοι ούτε από την πρακτική εφαρμογή του ιουλιανού πραξικοπήματος ούτε από τις κατοπινές εξελίξεις. Η απαλλαγή από τους εφιάλτες του Λαμπράκη ή του ΠΕΡΙΚΛΗ (και πολλών άλλων), ακόμη και η επανάκτηση των τίτλων ιδιοκτησίας επί του κράτους και του πλούτου της χώρας δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν ένα ακαθόριστο αίσθημα έντονης ανησυχίας. Το ένστικτο τους έλεγε ότι μέσα στο καμίνι του Ιουλίου είχαν συντελεσθεί όχι απλές πολιτικές ανακατατάξεις, αλλά βαθιές συνειδησιακές ωριμάνσεις. Το φαινόμενο ενός λαού, που αντί να «κουραστεί» - όπως τους έλεγαν – και να υποταχτεί αποκτούσε μια εφηβική ζωτικότητα με συναίσθηση του κυριαρχικού του ρόλου, δεν προμηνούσε τίποτε καλό για το κατεστημένο. Οι προοπτικές για το μέλλον ήσαν ζοφερές. Είχε δημιουργηθεί το αδιέξοδο. Οι δύο δρόμοι που ανοίγονταν μπροστά στον Κωνσταντίνο και στους Αμερικανούς για την αναζήτηση εξόδου, και από τους οποίους έπρεπε οπωσδήποτε να επιλεγεί ο ένας, έμοιαζαν σαν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ο ένας δρόμος ήταν η επάνοδος στη δημοκρατική ομαλότητα. Και οδηγούσε, δια των εκλογών, με μαθηματική ακρίβεια, στην επικράτηση της Ενώσεως Κέντρου. Μιας Ενώσεως Κέντρου όμως κυριαρχούμενης από τις ριζοσπαστικές ιδέες και δυνάμεις, διδαγμένης από τα λάθη του παρελθόντος και αποφασισμένης να κρατήσει γερά τους μοχλούς της εξουσίας, όλης της εξουσίας. Και στην περίπτωση αυτή ποια θα ήταν η τύχη του Θρόνου; Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Παπανδρέου δεν θα δημιουργούσε θέμα αλλαγής της μορφής του πολιτεύματος. Ο θεσμός της βασιλείας θα διετηρείτο, περιορισμένος – εννοείται – στα αυστηρά πλαίσια του Συντάγματος και κρατώντας – όπως συμβαίνει στις βασιλευόμενες χώρες της Δυτικής Ευρώπης – τον γραφικό του χαρακτήρα και τις όχι ευκαταφρόνητες απολαβές του. Αλλά η προοπτική αυτή προκαλούσε συμπτώματα επιληψίας στην απολυταρχική τριάδα Φρειδερίκης – Κωνσταντίνου – Ειρήνης. Κι έπειτα, ποια εγγύηση μονιμότητας του Θρόνου υπήρχε;
Ο δεύτερος δρόμος οδηγούσε στη δικτατορία. Και ασκούσε, ιδίως στη Φρειδερίκη, μαγική έλξη το όραμα ενός σιδηρού πειθαρχημένου καθεστώτος, όπως το είχε γευτεί στα νεανικά της χρόνια, τότε στη μεγάλη πατρίδα της, που ο μη εστεμμένος κυρίαρχος της Γερμανίας είχε δαμάσει τον όχλο του και με οδηγό τη Θεία Πρόνοια εξορμούσε για να δαμάσει και τους άλλους όχλους, να επιβάλει στην ανθρωπότητα τη «νέα τάξη» της υπερεπικοινωνίας των λίγων… Αλλά και αυτή η λύση είχε τους κινδύνους της. Ποια ήταν η εγγύηση της επιτυχίας και της διάρκειας; Και δεν θα ήταν τυραννική η καθημερινή αγωνία της πτώσεως, της ολοκληρωτικής καταστροφής, όπως – καλή ώρα – του Φύρερ: Στην κυριολεξία και οι δύο δρόμοι ήσαν μπρος βαθύ και πίσω ρέμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI, ΟΙΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, στη σελίδα 245, αναφέρει:
Σε μια εξαίρετη αγόρευσή του στη Βουλή ο Ηλίας Ηλιού στρεφόμενος προς τα κυβερνητικά εδώλια ρώτησε: «Ποιοι ήσαν εκείνοι που ύψωσαν τις κόκκινες σημαίες με τα σφυροδρέπανα στη Νέα Ζωή; Ποιοι ήσαν εκείνοι που έκανα διαδήλωση με φωνές «ΚΚΕ» στο Γαλάτσι; Δεν απαντάτε; Θα σας το πω εγώ. Είναι μέλη παρακρατικών οργανώσεων της Άκρας Δεξιάς. Συνελήφθησαν, ανεγνωρίστησαν και ήδη είναι στα χέρια της δικαστικής εξουσίας… Και θα σας πω και κάτι άλλο: Χθες ο αρχηγός των ΤΕΑ στη Λευκάδα ύψωσε κόκκινη σημαία και έγραψε στους τοίχους: «Θάνατος στον βασιλιά» και «Θάνατος στη χωροφυλακή». Και αυτός συνελήφθη…».
Οι υπουργοί της Α.Μ. έμειναν σιωπηλοί.
Το σχέδιο της CIA είχε κακό ξεκίνημα. Αλλά δεν εγκαταλείφθηκε. Στις 20 Αυγούστου (1965) έγινε μια συγκέντρωση των εργαζομένων στον Τύπο (δημοσιογράφων, τυπογράφων κ.λ.π.). Οι συγκεντρωθέντες – περίπου 6.000 κατά την αστυνομία – αφού άκουσαν τους λόγους των ομιλητών εναντίον του ιουλιανού πραξικοπήματος μετέβησαν εν σώματι στην πλατεία Ομονοίας, όπου έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Στο σημείο αυτό, χίμηξαν οι αστυνομικές δυνάμεις με κλομπς και προσπάθησαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση με δακρυγόνα αέρια. Ήμουνα εκεί και παρακολουθούσα όλες τις φάσεις της αστυνομικής επιχειρήσεως. Είδα με τα μάτια μου μια ομάδα τριών αστυφυλάκων και ενός αρχιφύλακα να καταδιώκει ένα κορίτσι ως 20 χρονών περίπου. Όταν την έπιασαν, οι δύο της έστριψαν τα χέρια να μην αντιστέκεται, ο τρίτος την χτυπούσε από πίσω στο κεφάλι και ο τέταρτος την κλοτσούσε στην περιοχή της κοιλιάς. Όταν το κορίτσι έμεινε αναίσθητο από τα χτυπήματα, το έσυραν αιμόφυρτο στην είσοδο μιας κοντινής πολυκατοικίας. Εκεί ο γενναίος αρχιφύλακας με μια δυνατή κίνηση ξέσκισε το φόρεμά της από τον λαιμό ως κάτω και όταν την ξεστήθωσε άρχισε να τη χτυπάει με γροθιές στα ακάλυπτα σημεία του σώματος. Έδειχνε να ηδονίζεται καθώς χτυπούσε το γυμνό λιποθυμισμένο κορμί. Σε λίγο πέρασε από τον δρόμο μια «κλούβα».  Πέταξαν μέσα το κορίτσι. Την άλλη μέρα πέρασε από δικαστήριο (μαζί με πολλούς άλλους). Καταδικάστηκε για «αντίσταση κατά της Αρχής»!
Στο μεταξύ, δυνάμεις της αστυνομίας είχαν φράξει όλες τις διεξόδους και εμπόδιζαν τη διάλυση των διαδηλωτών και την απομάκρυνση του διερχόμενου κόσμου. Ξαφνικά, σε διάφορα σημεία άναψαν πυρκαϊές. Οδοφράγματα στήνονταν. Ένα όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας και μερικά ιδιωτικά αυτοκίνητα καίγονταν σαν λαμπάδες. Πλησίασα και είδα οργανωμένες ομάδες από νέους που φορούσαν κόκκινα πουκάμισα και μπλου-τζην παντελόνια να μεταφέρουν από αστυνομικά καμιόνια μπιτόνια με βενζίνη στο καιγόμενο πυροσβεστικό όχημα και να τροφοδοτούν τις φωτιές… Οι ίδιες ομάδες έστηναν τα οδοφράγματα. Στη συγκέντρωση όμως που είχε προηγηθεί δεν είχα δει ούτε έναν με κόκκινο πουκάμισο. Και αυτοί εδώ έπαιρναν εντολές από αξιωματικούς της αστυνομίας. Τι συνέβαινε;
Το «τι συνέβαινε» αποκαλύφθηκε την άλλη μέρα από μια ομάδα δημοσιογράφων, εντεταλμένων να παρακολουθήσουν τα ταραχώδη γεγονότα, οι οποίοι δημοσίευσαν κοινή επιστολή στην οποία κατήγγειλαν: α) ότι η αστυνομία παρακολουθούσε απαθής τις πυρπολήσεις των αυτοκινήτων, όσοι δε από τους άνδρες της αγνοώντας τις «ειδικές διαταγές» έσπευδαν προς τα εκεί αναχαιτίζονταν από μεμυημένους αξιωματικούς. β) Οι νεαροί με τα κόκκινα πουκάμισα υποδύονταν τους «Λαμπράκηδες», ενώ ήσαν πληρωμένοι πράκτορες της αστυνομίας. γ) Ομάδες πολιτών προθυμοποιήθησαν να σβήσουν τις πυρκαϊές. Η αστυνομία τους εμπόδισε. Στην πλατεία Κολοκοτρώνη ήσαν συγκεντρωμένοι 400 αστυφύλακες, σαν εφεδρική δύναμη. Ενώ παρέμεναν αδρανείς, ο ασύρματος ανεκοίνωσε ότι στις συμπλοκές της Ομονοίας σκοτώθηκαν δύο αστυφύλακες. Οι 400 αστυφύλακες εξαγριωμένοι έσπευσαν προς τα σημεία των συμπλοκών, όπου επέδειξαν πρωτοφανή βαρβαρότητα. Ο δήθεν φόνος των δύο αστυφυλάκων διαψεύσθηκε από την ίδια την αστυνομία… Οι εφημερίδες του Κέντρου και της Αριστεράς χαρακτήρισαν τα γεγονότα της Ομονοίας «κακότεχνη σκηνοθεσία». Ακόμα και η υπερδεξιά Εστία υπογράμμισε «την περίεργον στάσιν της αστυνομίας». αλλά και ο κυβερνητικός Τύπος και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έκαναν ότι μπορούσαν για να εκφοβίσουν τα μετριοπαθή στοιχεία αξιολογώντας τις αναρχικές πυρκαϊές και τα οδοφράγματα ως «αρχήν ερυθράς επαναστάσεως».

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ V: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, και στη σελίδα 233, αναφέρει:
Η Τρίτη φέτα του σαλαμιού κόπηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Και ήταν επαρκής. Ενωμένη με τις άλλες δύο και με τη Δεξιά σχημάτιζε τον μαγικό αριθμό 152. Ο Κωνσταντίνος είχε καταγάγει έναν ακόμα ολυμπιακό θρίαμβο. Το περισπούδαστο αυτό κατόρθωμα συντελέστηκε κάτω από συνθήκες συναρπαστικές:
Από τη μέρα που είχε καταψηφιστεί στη Βουλή η κυβέρνηση τσιριμώκου, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Συμβουλίου του Στέμματος, δεν είχε σταματήσει ούτε για μια στιγμή η επιχείρηση εξαγοράς βουλευτών. Αλλά ο ρυθμός ήταν αργός και τα αποτελέσματα όχι ικανοποιητικά. Επιπλέον, ορισμένοι βουλευτές, ενώ είχαν συμφωνήσει στην «τιμή» και στο υπουργείο, και το κλείσιμο της δουλειάς εθεωρείτο σίγουρο, εκ των υστέρων υπαναχωρούσαν. Ίσως η επίδραση ενός περιβάλλοντος υπερφορτισμένου από δημοκρατική έξαρση, ίσως κάποιο στιγμιαίο σκίρτημα συνειδήσεως, τους ξαναγύριζε στον δρόμο της τιμής. Η Δεξιά κατηγορούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι ήταν ο εγκέφαλος κάποιας οργανώσεως που ασκούσε ψυχολογική πίεση στους ταλαντευόμενους βουλευτές. Δεν προσκομίστηκε όμως ποτέ κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πάντως, τα κρούσματα των υπαναχωρήσεων είχαν προκαλέσει νευρικότητα, ιδιαίτερα στους εξωελληνικούς παράγοντες. Και η αγανάκτησή τους ήταν δικαιολογημένη. Για σκεφθείτε, να έχει τηλεγραφηθεί στην Ουάσινγκτον μια αποστασία και εκ των υστέρων ν’ανακαλείται… Γι’αυτούς τους λόγους μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν μέθοδοι που απέκλειαν τέτοιες λαχτάρες.
Εκείνες τις ημέρες γίνονταν διαπραγματεύσεις με καμιά δεκαριά υποψήφιους αποστάτες. Ορισμένοι άλλοι είχαν κλείσει συμφωνία. (Οι πράκτορες της ΚΥΠ τους είχαν εγκλωβίσει σε απομακρυσμένα εξοχικά ξενοδοχεία, ώστε να είναι μακριά από τις επιδράσεις της «οχλοκρατούμενης» Αθήνας… Τη νύχτα της ψηφοφορίας θα πήγαιναν κατευθείαν στη Βουλή). Χωρίς τους υπό διαπραγμάτευση «δέκα» το έλλειμμα ήταν μόνο επτά.
Νωρίς, μετά το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου, ειδοποιήθηκα από ένα πληροφοριοδότη μου στο παλάτι ότι στην οδό Στησιχόρου αριθμός 10, όπου η κατοικία του εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνου, διεξήγετο ομαδική διαπραγμάτευση εξαγοράς βουλευτών. Όπως μου περιέγραψε, το δεκαμελές ανθρώπινο εμπόρευμα είχε τοποθετηθεί σε ισάριθμους χώρους του σπιτιού. Ο «αγοραστής» έλεγε στον καθένα ξεχωριστά ότι είχε συμπληρωθεί ο αριθμός 150 και ότι αυτός ήταν ο αναγκαίος εκατοστός πεντηκοστός πρώτος. Είχε, επομένως, την τελευταία ευκαιρία της ζωής του να γίνει υπουργός και πλούσιος. Το τέχνασμα απ’ότι ήξερε, είχε κάμψει τους περισσότερους.
Πήγα στην οδό Στησιχόρου. Το σπίτι του Ποταμιάνου απέχει από τα ανάκτορα λιγότερο από 100 μέτρα. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα κατά μήκος του μικρού αυτού αριστοκρατικού δρόμου γνώρισα το αυτοκίνητο του Γαρουφαλιά. Έξω από τα ανάκτορα υπήρχε αρκετή κίνηση. Από τις 15 Ιουλίου, που το παλάτι είχε μεταβληθεί σε στρατηγείο πολιτικών μηχανορραφιών, ο γύρο χώρος ήταν ζωσμένος μέρα – νύχτα από ομάδες Ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων, φωτορεπόρτερς και κινηματογραφιστών, που υπομένανε καρτερικά τον καυτερό ήλιο και τα πιο καυτερά γεγονότα του πολυτάραχου εκείνου καλοκαιριού. Αλλά σήμερα, η λιτή αρμονία του Σεπτεμβριανού δειλινού, με τα χρυσοπράσινα φύλλα που σκόρπιζαν τα δέντρα, ερχότανε σε τόση αντίθεση με τις σκοτεινές επιχειρήσεις πίσω από τους αδιαπέραστους τοίχους των ανακτόρων και του παραπλεύρως υποστρατηγείου.
Σουρούπωνε όταν άνοιξε η εξωτερική πόρτα της κατοικίας του Ποταμιάνου. Βγήκαν πρώτα 2-3 πρόσωπα της Αυλής, με ύφος ανθρώπων που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία. Πίσω τους πρόβαλαν οι εξαγορασμένοι βουλευτές. Τελευταίος εμφανίστηκε ο Γαρουφαλιάς. Φαινότανε να έχει το γενικό πρόσταγμα. Θυμάμαι, καθώς το βλέμμα μου έπεσε σ’έναν από τους καινούργιους αποστάτες, βουλευτή-δημοσιογράφο. Κατέβασε τα μάτια του ντροπιασμένος. Ένας άλλος έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του. Φάνηκε σαν να αγωνιζότανε να συγκρατήσει ένα λυγμό. Όλοι αποστρέφανε τα πρόσωπά τους, καθώς τα φλας των φωτογραφικών μηχανών έκαναν τις μικρές φωτεινές εκρήξεις. Σκέφτηκα ότι ο ύπνος τους απόψε δεν θα ήταν πολύ ήρεμος. Αργότερα, μετά είκοσι μήνες, ίσως να έγινε και εφιαλτικός. Έχουν περάσει από τότε κάπου πέντε χρόνια. Και τώρα, που γράφονται οι γραμμές αυτές, στριφογυρίζει μια σκέψη: Συναισθάνθηκε ποτέ κανένας από κείνη την οκτάδα ότι με το πούλημα της ψυχής του επηρέασε τις τύχες οκτώ εκατομμυρίων ψυχών; Ότι χωρίς το δικό του «ναι» ίσως να κατάρρεε το μοναρχικό πραξικόπημα και να μη στρωνόταν ο δρόμος για τους συνταγματάρχες; Κι αν έτυχε στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας να περάσει από την οδό Μπουμπουλίνας και ν’ακούσει τις σπαρακτικές οιμωγές κάποιου κοριτσιού της «ταράτσας» ένιωσε, άραγε, το δάγκωμα της καρδιάς που φέρνει η συναίσθηση της προσωπικής ενοχής; «Θα βασανιζόταν αυτό το ανώνυμο ανθρώπινο πλάσμα αν εγώ…;».
Οι «οκτώ» σχημάτισαν φάλαγγα κατά δυάδες και ξεκίνησαν κάτω από το άγρυπνο μάτι του Γαρουφαλιά. Δόξα σοι ο Θεός. Όλα είχαν τακτοποιηθεί πάνω στο σπίτι. Και τα υπουργεία που θα’παιρνε ο καθένας. Και τα λεφτά. Και ό,τι άλλο είχαν ζητήσει. Αλλά η κρισιμότερη φάση της επιχειρήσεως ήταν η τελευταία. Τα εκατό μέτρα από τη Στησιχόρου 10 ως την πύλη του παλατιού. Κι αν του’φευγε κανένας στο δρόμο; Η φάλαγγα προχωρούσε. Η Φρειδερίκη και ο γιος της παρακολουθούσαν από ένα κλειστό παράθυρο. Οι διαβάτες έφτυναν από αηδία.
Επιτέλους, το κοπάδι μπήκε στο μαντρί. Ο Γαρουφαλιάς πήρε βαθιά αναπνοή. Όταν οι πόρτες έκλεισαν η βασίλισσα-μήτηρ διέταξε τον Κωνσταντίνο:
-       «Τώρα είμαστε έτοιμοι. Αρχίστε». Και αποσύρθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της.
Η ορκωμοσία έγινε μέσα σε πέντε λεπτά. Οι «οκτώ», με τα ρούχα της δουλειάς, αξύριστοι οι περισσότεροι, παρατάχτηκαν δίπλα στους αρχαιότερους αποστάτες, που μαντρωμένοι, από νωρίς, φορούσαν επίσημο ένδυμα. Μπροστά, μπροστά, με άψογο φράκο, ο νέος πρωθυπουργός. Αλήθεια, ποιος ήταν ο νέος πρωθυπουργός;
Στέφανος Στεφανόπουλος ήταν το όνομα του υπ’αριθμόν 3 πρωθυπουργού, που είχε ανασυρθεί από το βασιλικό ψυγείο/ η φήμη του ήταν αρκετά καλή. Χωρίς να έχει την ασημαντότητα του Νόβα ή την ευφυΐα του Τσιριμώκου, ο Στεφανόπουλος ήταν ένα είδος ουδέτερου πολιτικού όντος. Διαλλακτικός, μετριοπαθής, συντηρητικός, χωρίς ιδανικά και χωρίς εξετάσεις, κατόρθωνε να είναι ανεκτός απ’όλους, χωρίς όμως και ν’αγαπιέται από κανένα. Ήταν ένας καλός «δεύτερος» του πολιτικού θεάτρου. Προερχόταν από τη Δεξιά και ανήκε σ’αυτήν. Το 1955, αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Παπάγου, δέχτηκε αδιαμαρτύρητα – μετά τον θάνατο του στρατάρχη – την ιστορική κλοτσιά των Ανακτόρων, που προτίμησαν για νέο αρχηγό της Δεξιάς, αντί γι’αυτόν, τον Καραμανλή. Το 1963 προσχώρησε στην Ένωση Κέντρου και ο Γεώργιος Παπανδρέου τον τίμησε με την αντιπροεδρία της κυβερνήσεως. Αλλά και μέσα στη σφριγηλή δημοκρατική παράταξη ούτε ο Ανένδοτος αγώνας ούτε η δημιουργία των πεντακοσίων ημερών τον άγγιξε. Έμεινε άβουλος, αναποφάσιστος, ανέκφραστος και άνευρος. Ποτέ δεν παντρεύτηκε. Ακόμα και όταν είχε περάσει τα εξήντα, εξακολουθούσε να είναι το παιδί της μαμάς του. Και όχι μόνο η ιδιωτική του ζωή, αλλά και η πολιτική του σταδιοδρομία ήταν εμπιστευμένη στα χέρια της δυναμικής μητέρας του. Αντιμετώπισε τις πρώτες φάσεις της ιουλιανής κρίσεως στο πλευρό του Παπανδρέου. Όταν ορκίστηκε η κυβέρνηση Νόβα, όλοι οι βουλευτές του Κέντρου υπογράψανε μια ομαδική δήλωση, που άρχιζε ως εξής: «Στιγματίζομεν την προδοσίαν…». Πρώτη φιγουράριζε η υπογραφή Στέφανος Στεφανόπουλος. Αργότερα, οι συνωμότες τον πλησίασαν και του υποδαύλισαν όλες τις απωθημένες φιλοδοξίες του. Αντιστάθηκε. Και ίσως ν’αντιστεκότανε ως το τέλος. Αλλά οι συνωμότες ήξεραν την αχίλλεια πτέρνα του. Και επιστράτευσαν τη «μαμά». Όταν η αιωνόβια «κυρία Φανή» ξεκίνησε από τον Πύργο Ηλείας για να’ρθει στην Αθήνα κανένας δεν αμφέβαλε ότι ο Στέφανος θα έλεγε το «ναι». Όπως και το είπε…
Στις 24 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου (με αντιπροέδρους τους Τσιριμώκο και Νόβα) εξασφάλιζε την πολυπόθητη εμπιστοσύνη της Βουλής (152 επί 300). Η νομότυπη διαδικασία του μοναρχικού πραξικοπήματος είχε περατωθεί. Η χώρα ξαναγύριζε στη συνέχεια της τριακονταετούς διακυβερνήσεως από τη Δεξιά. Το οικοδόμημα της δημοκρατίας, που είχε χτιστεί με αίμα, δάκρυα και πίστη, γκρεμιζότανε. Ξαναγυρίζαμε πίσω…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ V, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, στη σελίδα 228 αναφέρει:
Οι δύο εβδομάδες που είχε μείνει στην εξουσία – ωστόσο εμφανιστεί στη Βουλή – η κυβέρνηση Νόβα, χαρακτηρίστηκαν « το δεκαπενθήμερο της ντροπής». Ο χαρακτηρισμός οφείλεται στον Ηλία Τσιριμώκο, υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Σ’έναν οξύτατο λόγο που εξεφώνησε στην Θεσσαλονίκη είχε προειδοποιήσει τον βασιλιά ότι έπειτα από τον Νόβα δεν θα εύρισκε άλλους «κατεψυγμένους» πρωθυπουργούς.
Αλλά, δυστυχώς, βρέθηκε και άλλος κατεψυγμένος πρωθυπουργός. Και ποιος λέτε; Ο ίδιος ο Ηλίας Τσιριμώκος!
Η περίπτωση αναθέσεως της βασιλικής εντολή για τον σχηματισμό κυβερνήσεως στον Τσιριμώκο μας υποχρεώνει να ξανανοίξουμε ένα κεφάλαιο, που φαινόταν εξαντλημένο: Το κεφάλαιο του αντικομμουνιστικού φαρισαϊσμού της μοναρχίας (και γενικότερα του κατεστημένου).
Ο Ηλίας Τσιριμώκος, όπως έχουμε προαναφέρει, είδε διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στο φιλοαριστερό εθνικό κίνημα αντιστάσεως εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Στα μεταπελευθερωτικά χρόνια, σαν αρχηγός κόμματος, εκινείτο τα όρια μεταξύ Αριστεράς και Κέντρου. Αντιμοναρχικός από πεποίθηση, ανήκε στης εξέχουσες προσωπικότητες του διεθνούς σοσιαλισμού, στην Ένωση Κέντρου κατείχε την ακραία αριστερή έπαλξη. Εύλογη, επομένως, ήταν η αλλεργική διάθεση που προκαλούσε στα Ανάκτορα το όνομα «Τσιριμώκος». Ζούσε ακόμα ο βασιλιάς Παύλος όταν ο Τσιριμώκος εξελέγη πρόεδρος της Βουλής των πενήντα ημερών. Τότε ο Παύλος, παρουσία της γυναίκας του και του διαδόχου, είχε πει υποτιμητικά στον Παπανδρέου: «Κύριε πρωθυπουργέ, θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτήν την πρόκλησιν προς το Στέμμα». Αργότερα, επί βασιλείας Κωνσταντίνου, ο Παπανδρέου ανέθεσε στον Τσιριμώκο το Υπουργείο Εσωτερικών. Την παραμονή της ορκωμοσίας, ο βασιλιάς είχε προβάλει «βέτο». Αλλά η επιμονή του πρωθυπουργού των ανάγκασε να υποχωρήσει. Η αντιπάθεια όμως, αμοιβαία άλλωστε, παρέμεινε αμείωτη.
Αυτόν τον «αρχιαντάρτη», τον «αιμοσταγή κομμουνιστή» (κατά τους χαρακτηρισμούς της Αυλής) επέλεξε ο Κωνσταντίνος για δεύτερο πρωθυπουργό. Ένα δεύτερο «δεκαπενθήμερο ντροπής» έμπαινε στην εθνική ζωή.
Το φαινόμενο Τσιριμώκου – ο οποίος πέθανε στις 18 Ιουλίου 1968 – θα παραμείνει στην Ιστορία αιώνιο στίγμα και για τον αμοραλισμό του κατεστημένου, αλλά – δυστυχώς – και για τον  ίδιο τον Τσιριμώκο. Και είναι αυστηρή η κρίση της Ιστορίας, γιατί ο Τσιριμώκος δεν ήταν ο τυχάρπαστος Νόβας ή ο άβουλος Στεφανόπουλος (τρίτος «κατεψυγμένος» πρωθυπουργός). Ο λαός τον είχε τιμήσει εκλέγοντάς τον πρώτο βουλευτή Αθηνών. Και ήταν ανάμεσα σ’αυτόν και στον Ανδρέα Παπανδρέου που θα εκρίνετο η διαδοχή της ηγεσίας της δημοκρατίας. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ανεξερεύνητη. Ίσως, σε κάποια πτυχή της, να είχε ενσταλαχτεί η πικρή σκέψη του Τσιριμώκου ότι εξαιτίας του στενού συγγενικού δεσμού των δύο Παπανδρέου δεν θα λειτουργούσε δίκαια ο νόμος της ποιοτικής επιλογής. Ίσως αυτό να ήταν το παρορμητικό κίνητρο στο απίστευτο πήδημα από την τιμημένη έπαλξη της δημοκρατίας στον βούρκο των βασιλικών δολοπλοκιών.
Ωστόσο, το πήδημα έγινε. Και η Φρειδερίκη, που δεν του είχε δώσει ποτέ το χέρι της, δέχτηκε τώρα τον «αιμοσταγή αρχιαντάρτη» με ανοικτές αγκάλες. Η Δεξιά τον αποθέωσε. Και ο δημοκρατικός λαός, οι απλοί άνθρωποι που τον έβλεπαν σαν μια φωτεινή ελπίδα της κατατρεγμένης μοίρας τους, τον περιφρόνησε. Βέβαια, για τους ψυχρούς εγκέφαλους της αμερικανικής πρεσβείας, την αποστολής και της CIA αυτά όλα ήσαν χωρίς σημασία. Σημασία είχε η επείγουσα ανάγκη του εκμαυλισμού των είκοσι βουλευτικών συνειδήσεων – όσος ήταν ο ελλείπων αριθμός για την απόκτηση της πολυπόθητης ψήφου εμπιστοσύνης. Ο μηχανισμός δεν είχε διακόψει τη λειτουργία του. Αλλά τώρα χρειάστηκε αύξηση της μερίδας του «συσσιτίου». Οι εφοπλιστές καταθέτανε νέες γενναίες εισφορές. Οι μεγαλοβιομήχανοι το ίδιο. Εκατομμύρια δολάρια κυκλοφορούσαν στο χρηματιστήριο της Βουλής. Η διατίμηση καταργήθηκε. Οι μέρες της ψηφοφορίας πλησίαζαν. Όσα κι όσα… Κάποιος διατύπωσε την αξίωση τα αργύρια της προδοσίας να κατατεθούν επ’ονόματί του σε ελβετική Τράπεζα. Ένας άλλος ζήτησε να του αγοράσουν τυπογραφικό ταχυπιεστήριο. Και κάποιος τρίτος δεν δεχότανε να πουλήσει την ψυχή του, εκτός αν του δίνανε το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας – που, όμως, είχε παραχωρηθεί σε άλλον. [Επιβεβαιωτική μαρτυρία για τις αθλιότητες των ημερών εκείνων μας προσφέρει η εκ των υστέρων ομολογία του Σ.Κωνσταντόπουλου, υπέρμαχου του ιουλιανού πραξικοπήματος. Γράφει: «Όσοι ηγωνίζοντο δια να συγκροτηθεί μια άλλη κυβέρνησης χρησιμοποιούσαν και αυτοί μέσα κακής ηθικής ποιότητας. Προσεφερέροντο εις τους βουλευτάς χρήματα. Εδίδοντο χαρτοφυλάκια. Παρείχοντο ρουσφέτια στοιχίζοντα εις το δημόσιον ταμείον. Η πολιτική ατμόσφαιρα ανέδιδεν αποπνικτικάς αναθυμιάσεις ηθικής σήψεως» (Ελεύθερος Κόσμος, 17 Ιουλίου 1968].
Το γενικό στρατηγείο των επιχειρήσεων ήταν εγκατεστημένο στο παλάτι. Και η Φρειδερίκη, με άμεσους βοηθούς τον Χοϊδά και τον Γαρουφαλιά, κατηύθυνε τη μάχη των συνειδήσεων. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν αδιάκοπα. Η πρεσβεία ετηρείτο ενήμερη κάθε πέντε λεπτά. Η CIA δυσφορούσε για την πενιχρότητα των αποτελεσμάτων. Και όλοι ζούσαν στιγμές αγωνίας. Όταν έπειτα από πολλούς κόπους και περισσότερο «συσσίτιο» κάποιος εκάμπτετο, αλαλαγμοί χαράς ξεσπούσαν στις εφημερίδες της Δεξιάς. Ένας ακόμη…
Ξαφνικά, στις παραμονές της ψηφοφορίας, παρουσιάστηκε ένα απροσδόκητο εμπόδιο. Ο Μαρκεζίνης δήλωσε ότι το κόμμα του θα καταψηφίσει την κυβέρνηση Τσιριμώκου. Καταστροφή! Το έλλειμμα μεγάλωνε κατά επτά… Ο Κωνσταντίνος τηλεφώνησε ο ίδιος στον Μαρκεζίνη. Τον εξελιπάρησε ν’αναθεωρήσει την απόφασή του. Ο πεισματάρης Μαρκεζίνης στάθηκε ανένδοτος. Αμέσως ειδοποιήθηκε η CIA. Ανταρσία στη Δεξιά1 Αυτό μας έλειπε. Να κατασταλεί αμέσως! Ένα υποκλιμάκιο του στρατηγείου ανέλαβε ν’αποκαταστήσει την τάξη. Μέσα σε λίγες ώρες από τους επτά μαρκεζινικούς οι τέσσερις είχαν «νουθετηθεί».
Επιτέλους η ώρα της ψηφοφορίας ήρθε. Στις 28 Αυγούστου η Βουλή εψήφισε και – δεύτερο ράπισμα – κατεψήφισε την κυβέρνηση τσιριμώκου. Αντί των απαιτουμένων 151 ψήφων ψήφισαν «υπέρ» 135. Το έλλειμμα από είκοσι είχε περιοριστεί στους δεκαέξι.
Πολλοί πρόβλεψαν ότι έπειτα από την καταψήφιση και της δεύτερης βασιλικής κυβερνήσεως το Παλάτι θα ξαναγύριζε στη συνταγματική ορθοδοξία. Η πρόβλεψη αποδείχτηκε ευσεβής πόθος. Οι αρχιερείς του κατεστημένου, αφρίζοντας από λύσσα και με τη ψυχολογία του χαμένου παίκτη, αντί να εγκαταλείψουν το παιγνίδι διπλασιάζανε τις «μίζες» τους στην πολιτική ρουλέτα, αδιαφορώντας για το συνεχώς ογκούμενο κύμα λαϊκής οργής. (Ο Τσιριμώκος, πρωθυπουργός της Α.Μ., μου είπε καθαρά ότι κατά τους υπολογισμούς του η «αντιμοναρχική υστερία» είχε ξεπεράσει το 80% του ελληνικού λαού). Η μέθοδος του παιγνιδιού που εφαρμόστηκε από την αρχή αποκλήθηκε «πολιτική σαλαμιού». Η πρώτη φέτα είχε κοπεί με την κυβέρνηση Νόβα. Η δεύτερη με την κυβέρνηση Τσιριμώκου. Γιατί να μην επιχειρηθεί το κόψιμο και τρίτης φέτας;

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ V, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, στη σελίδα 226, αναφέρει:
Σύμφωνα με τη συνταγή του Χόλυγουντ για τα γκανγκστερικά φιλμς, ενώ το «τέλειον έγκλημα» κοντεύει να ολοκληρωθεί, ξαφνικά, στις 12 παρά 5, κάτι δεν πάει καλά. Οι κακοί τιμωρούνται. Οι καλοί νικούν. Και ο θεατής φεύγει με το ηθικοπλαστικό δίδαγμα ότι στο κόσμο αυτόν η αρετή πάντα θριαμβεύει… Δεν ξέρω αν και στην πραγματικότητα οι εγκληματίες διαπράττουν, κατά κανόνα, κάποιο μοιραίο λάθος. Στην περίπτωση πάντως του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου οι σκηνοθέτες έκαναν το λάθος να υποτιμήσουν τη δύναμη αντιστάσεως δύο παραγόντων: της Βουλής και του Λαού! Εφόσον είχε αποφασιστεί η διατήρηση της συνταγματικής βιτρίνας (μ’αυτό τον όρο είχε δοθεί η έγκριση της Ουάσινγκτον), η κυβέρνηση Νόβα έπρεπε να περιβληθεί με την εμπιστοσύνη της Βουλής. Δηλαδή να συγκεντρώσει 151 ψήφους. Και διέθετε μόνο 25, όσοι και οι υπουργοί. Ο Κανελλόπουλος προθυμοποιήθηκε να προσφέρει τους 99 βουλευτές της ΕΡΕ. Το ίδιο και ο Μαρκεζίνης με τα 7 κοινοβουλευτικά μέλη του κόμματός του. Σύνολο 131. Έλειπαν είκοσι. Κάτι έμμεσες βολιδοσκοπήσεις σε βουλευτές της Αριστεράς έδωσαν αρνητικό αποτέλεσμα. Μόνη απομένουσα δεξαμενή ήταν η Ένωση Κέντρου. Για να είμαστε ειλικρινείς, στην Ένωση Κέντρου δεν επερίσσευε η αρετή. Ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών δεν είχε ανυπέρβλητους δισταγμούς ν’ανταλλάξει το πικρό ψωμί του νέου Ανένδοτου αγώνα με ένα υπουργικό χαρτοφυλάκιο της εκλογής του ή με ένα χρηματικό ποσό γύρω στις 100.000 ως 200.000 δολάρια – όσο περίπου είχε διατιμηθεί η κάθε βουλευτική αποσκίρτηση.
Σωστά, επομένως, οι συνωμότες είχαν σταθμίσει τα πράγματα. Κατά τους υπολογισμούς των Χοϊδά και Μητσοτάκη (που ήσαν οι εμπνευστές των Ιουλιανών) ο αριθμός εκείνων που ήταν δυνατό να καμφθούν θα κόστιζε γύρω στα 15 εκατομμύρια δολάρια. Μικροπράγματα… Αλλά συνέβη το απρόοπτο, που προκάλεσε εμπλοκή στα γρανάζια του μηχανισμού της συνωμοσίας. Το απρόοπτο ήταν η εξέγερση του λαού. Μέσα σε μια νύχτα, από την ώρα που οι έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων ανήγγειλαν την εκπαραθύρωση του αρχηγού της πλειοψηφίας ως την έναρξη της διαδικασίας κατασκευής βασιλικών ανδρεικέλων, σ’αυτές τις λίγες ώρες, η ωρίμανση του λαού είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο ποιοτικό (και ποσοτικό) άλμα… Τα αρνητικά στοιχεία της πολιτικής του Παπανδρέου ξεχάστηκαν. Ένα μοναδικό αίσθημα κυριάρχησε: η προσβολή. Ο καθένας αισθάνθηκε να καίει το δικό του μάγουλο από τη συμπεριφορά των ξένων και του νεαρού μονάρχη. Και ο αντίκτυπος δεν περιορίστηκε στην ευρεία δημοκρατική παράταξη. Εξεσπάθωσε εναντίον του Θρόνου και ένα σημαντικό ποσοστό οπαδών της Δεξιάς. Αν μπορεί να δοθεί επιγραμματικά η θυελλώδης λαϊκή έκρηξη του θέρους του 1965, αδίστακτα λέμε: Εκμηδένισε τη δημοτικότητα της δυναστείας αι θεοποίησε τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Για πολλούς μήνες δεν αποτολμήθηκε ούτε μια δημόσια εμφάνιση της βασιλικής οικογένειας. Ενώ τέσσερις μέρες μετά το πραξικόπημα, όταν ο Παπανδρέου κατέβηκε από το Καστρί στην Αθήνα, κινητοποιήθηκε – χωρίς καμιά απολύτως προπαρασκευή – ο πληθυσμός της πρωτεύουσας και τον επευφήμησε μ’ένα ενθουσιασμό, που θύμιζε κάτι μεταξύ αρχαιορωμαικού θριάμβου και ινδικής λατρείας προς τον Γκάντι. Οι ιαχές δονούσαν επί ώρες την ατμόσφαιρα και ο βουερός αντίλαλος διαπερνούσε τα κατάκλειστα παράθυρα των ανακτόρων και περιέλουε με ριγηλό τρόμο τους ενοίκους του. Μια ακριβοδίκαιη παρατήρηση είναι ότι τόσο η θεοποίηση του Παπανδρέου όσο και η λαϊκή αποστροφή προς των Κωνσταντίνο, φαινομενικά μόνο είχαν στόχους τα δύο πρόσωπα. Στη λαϊκή αντίληψη, που συνηθίζει να υπεραπλουστεύει τις έννοιες, οι δύο πρωταγωνιστές αντικατόπτριζαν τους δύο κόσμους – το φως και το σκοτάδι. Και το ένστικτο του λαού διέκρινε όχι δύο πρόσωπα, αλλά δύο σύμβολα της προαιώνιας πάλης των δυνάμεων του καλού και του κακού. Ο θαυμαστός αυτός μεταβολισμός είχε συντελεσθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, σαν τη λάμψη της αστραπής που σκίζει το σκοτάδι.
Η λαϊκή έκρηξη είχε αποφασιστική επίδραση στη στάση των βουλευτών. Η μαγνητική έλξη του προσφερόμενου υπουργείου και των άλλων παροχών υποχωρούσε – όχι πάντοτε – μπροστά στην απειλητική προοπτική του πολιτικού θανάτου. Κάθε βουλευτής που πήγαινε στην εκλογική του περιφέρεια ερχόταν αντιμέτωπος με τη λαϊκή οργή: «Πρόσεξε», του έλεγαν όχι πολύ διακριτικά. «Αν μείνεις πιστός στον «γέρο», θα είσαι ισόβιος βουλευτής. Αλλά αν πουληθείς και μας προδώσεις, να μην ξαναπατήσεις εδώ».
Στη δημιουργία της εκρηκτικής ατμόσφαιρας είχαν συμβάλλει και οι πρώτες δραστηριότητες τα κυβερνήσεως Νόβα. Σε μια φοιτητική συγκέντρωση διαμαρτυρίας (21 Ιουλίου) η αστυνομία, κατευθυνόμενη τώρα από τον «σκληρό» ναύαρχο Τούμπα, ξαναθυμήθηκε της «ηρωικές» μέρες του καραμανλισμού και έδειξε τα φρεσκοακονισμένα δόντια της. ο απολογισμός ήταν: ένας νεκρός φοιτητής, ο Σωτήρης Πέτρουλας, 200 τραυματίες και 250 συλληφθέντες… Αυτή η αιματηρή υπόμνηση των πραγματικών στόχων του πραξικοπήματος – και δεν ήταν η μόνη – ύψωνε το φράγμα της λαϊκής εξεγέρσεως και ασφαλώς δεν διευκόλυνε την αύξηση του αριθμού των προδοτών βουλευτών.
Το ιουλιανό εγχείρημα, όπως είπαμε, είχε ξεκινήσει με την προϋπολογισμένη προϋπόθεση ότι υπερεπαρκής αριθμός βουλευτών του Κέντρου θα δελεαζόταν από τα «πλούσια ελέη» της νέας καταστάσεως και θα πρόδιδε τη δημοκρατία και τον ηγέτη της. Γι’αυτό και ήταν πολύ πικρή η απογοήτευση, όταν την μέρα της ψηφοφορίας διαπιστώθηκες ότι ξ επιχείρηση εξαγοράς συνειδήσεων είχε αποδώσει από το σύνολο των 171 βουλευτών του κέντρου μόνο 25 αποστάτες. Η ψηφοφορία έγινε τη νύχτα της 4ης Αυγούστου. Η κυβέρνηση Νόβα καταψηφίστηκε (131 υπέρ και 167 κατά, 2 απουσίαζαν). Ήταν η πρώτη αποτυχία των συνωμοτών.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΎ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 202, αναφέρει:
Όταν τα κονδύλια των στρατιωτικών δαπανών ήσαν – πρό της δικτατορίας – σε χαμηλότερο επίπεδο, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, καθηγητής Ξενοφών Ζολώτας, είχε επισημάνει στη γενική συνέλευση των μετόχων της Τραπέζης (Απρίλιος 1963) ότι «το πρόβλημα των στρατιωτικών δαπανών σωρεύει μεγάλους κινδύνους και αφήνει έκθετον την οικονομικήν ανάπτυξιν και σταθερότητα της χώρας». Κατά τον Ζολώτα, «ουσιώδη προϋπόθεσις» για την περιφρούρηση της οικονομικής ισορροπίας ήταν η «κάλυψις με αμερικανικήν βοήθειαν του υπερβάλλοντος βάρους των αμυντικών δαπανών». Εκτός από τις «ηθικές αξίες της Δύσεως» (που τόσο γνήσια εκφράζονται από τον Τσαγκ-Κάι-Σεκ, τον Κυ, τον Φράνκο ή τον Παττακό…), το μεγάλο «ατού» της ελληνικής Δεξιάς για την δικαιολόγηση του δυσβάστακτου ύψους των στρατιωτικών δαπανών ήταν ο βουλγαρικός κίνδυνος. Χωρίς να λησμονάμε τον κάθε άλλο παρά έντιμο ρόλο της μοναρχικής Βουλγαρίας από το 1912 μέχρι το 1945 και τις ωμότητες σε βάρος ελληνικών πληθυσμών, η καλή πίστη επιβάλλει ν’αναγνωρίσουμε ότι το μεταπολεμικό καθεστώς της Βουλγαρίας ακολούθησε πολιτική «ειρηνικής συνυπάρξεως» με τα διαφορετικού καθεστώτος γειτονικά κράτη. Επανειλημμένα μάλιστα η Βουλγαρία διεκήρυξε ότι δεν τρέφει εδαφικές διεκδικήσεις απέναντι στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε, μετά τις συμφωνίες της Σόφιας (1965 ο μύθος του βουλγαρικού κινδύνου άρχισε να εξατμίζεται.
Απόμειναν για να δικαιολογούν τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες δύο άλλες περιπτώσεις: το ενδεχόμενο τουρκικής επιθέσεως και η πιθανότητα γενικότερης ρωσικής ενέργειας, προς κατάληψη της Ευρώπης. Στην πρώτη περίπτωση θα επρόκειτο για ενδοατλαντική διένεξη, δεδομένου, ότι και η Ελλάδα και η Τουρκία ήσαν και είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Μοιάζει όμως με παραλογισμό το να υφίσταται η χώρα μας αυτή την τρομερή οικονομική αφαίμαξη (εν ονόματι των ατλαντικών ιδεωδών) για να προασπίζει την εδαφική της ακεραιότητα από επιθετικές προθέσεις ενός ατλαντικού συνεταίρου της. Η περίπτωση, τέλος, ευρείας σοβιετικής ενεργείας στην Ευρώπη δεν αφορούσε άμεσα τη μικρή Ελλάδα. Ήταν και είναι ένα πρόβλημα που η αντιμετώπισή του ανήκει στην δικαιοδοσία των «μεγάλων».
Το συμπέρασμα είναι ότι από όποια άποψη και αν κοιταζότανε το θέμα των στρατιωτικών δαπανών πρόβαλε σαν μια από τις μορφές των κακοήθων αλλοιώσεων που είχαν δημιουργηθεί στην εθνική ζωή. Ο λαός εστέναζε κάτω από το καταθλιπτικό βάρος των δαπανών. Και οι μόνο ωφελημένοι ήσαν το ΝΑΤΟ, που είχε εξασφαλίσει αδάπανα μια στρατιωτική δύναμη με αστυνομικά καθήκοντα για την υποταγή του ελληνικού λαού, και η κάστα των μιλιταριστών, που γι’αυτούς το ύψος των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν ευθέως ανάλογο με την ταχύτητα των προαγωγών, τα πρόσθετα οικονομικά προνόμια και την άσκηση ελέγχου επί της δημόσιας ζωής. Για το Παλάτι, τέλος, ο στρατός – επιμελώς ξεκαθαρισμένος – ήταν το δυναμικό αντίβαρο στης δυσμενείς διακυμάνσεις του λαϊκού αισθήματος.
Πως αντιμετώπισε ο Παπανδρέου το θεμελιώδες αυτό πρόβλημα; Η απάντηση είναι: δεν το αντιμετώπισε καθόλου. Και η απουσία αντιμετωπίσεως σήμαινε σιωπηρή παραδοχή από τον πρωθυπουργό ότι και οι στρατιωτικές δαπάνες υπάγονταν στα «στεγανά» της βασιλικής και αμερικανικής εξουσίας. Και όμως. Οι ωραίοι οραματισμοί της κοινωνικής αναπλάσεως και της λαϊκής ευημερίας ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν χωρίς μια ρωμαλέα αντιμετώπιση (με την απλή μέθοδο του «γόρδιου δεσμού») των στρατιωτικών δαπανών.
Οι αλλεπάλληλοι «ιπποτισμοί» του Παπανδρέου προς το κατεστημένο εξελήφθησαν – όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή – σαν αδυναμία. Και αποθράσυναν και το Παλάτι και την ξένη κηδεμονία.

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV: Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 193, αναφέρει:

Στις αρχές Μαρτίου (1964) ο Παπανδρέου σημείωσε την πρώτη διπλωματική επιτυχία. Με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ απαγορεύτηκε στην Τουρκία κάθε ενέργεια εναντίον της Κύπρου. Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε η αποστολή στρατιωτικής ειρηνευτικής δυνάμεως του ΟΗΕ στην Κύπρο και διορίστηκε ουδέτερος «μεσολαβητής» για το Κυπριακό. Η ιδιαίτερη σημασία του επιτεύγματος έγκειται στο ότι το θέμα ξέφευγε από τα πλαίσια των συνθηκών Ζυρίχης και έμπαινε στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Εθνών. Ο άμεσος κίνδυνος είχε περάσει, αλλά οι αμερικανικές πιέσεις, για μια ρύθμιση που να ευνοεί την Τουρκία, είχαν γίνει αφόρητες. Τον Ιούνιο του 1964 ο πρωθυπουργός, συνοδευόμενος από τον Ανδρέα Παπανδρέου, επισκέφθηκε επίσημα – ύστερα από πρόσκληση – την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Το Σταίητ Ντηπάρτμεντ ζήτησε πιεστικά από τον Έλληνα πρωθυπουργό να δεχτεί διμερείς συνομιλίες με την Άγκυρα. Και όχι μόνο αυτό. Συνόδευε το πιεστικό αίτημα με την έμμεση απειλή ότι σε περίπτωση μη αποδοχής του δεν θα μπορούσαν (οι Ηνωμένες Πολιτείες) να εμποδίσουν τουρκική πολεμική ενέργεια.
Ο Παπανδρέου αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποκύψει. Εξήγησε στους συνομιλητές του ότι χωρίς να προϋπάρχει λύση του Κυπριακού, αποδεκτή από όλες τις πλευρές, οι διμερείς συνομιλίες με την Τουρκία δημιουργούσαν απειλή πολέμου. Γιατί αν κατέληγαν – όπως ήταν βέβαιο – σε αδιέξοδο, η ελληνοτουρκική ρήξη θα ήταν αναπόφευκτη.
Το επίσημο στενογραφημένο πρακτικό της συνομιλίας Γ.Παπανδρέου και Ντην Ρασκ, υπουργού Εξωτερικών (Ιούνιος 1964), μιλάει εύγλωττα για την περήφανη στάση του ‘Έλληνα πρωθυπουργού.
Τη συζήτηση άνοιξε ο Ρασκ δίνοντας τον λόγο στον πρωθυπουργό της Ελλάδας:
Γ.Παπανδρέου: «Ευρισκόμεθα ενώπιον προτάσεως ν’αρχίσωμεν άνευ αναβολής, αμέσως, διαπραγματεύσεις μετά των Τούρκων. Και τούτο, διότι οι Τούρκοι απεφάσισαν να εισβάλλουν στην Κύπρο. Πληροφορούμεθα ότι τοιαύτη εισβολή ανεχαιτίσθη επεμβάσει του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ότι νέα αν επαναλαμβάνετο, δεν θα επετύγχανε. Τούτο αντιστοιχεί προς τελεσίγραφον,. Μας ζητείτε άνευ όρων παράδοσιν. Μας λέγετε: Ή θα υποταγείτε ή θα γίνει εισβολή. Όχι μόνο η Τουρκία απεφάσισε την επιδρομήν, αλλά και επληροφορήθη ότι η επιδρομή δεν δύναται να παρεμποδισθή. Αλλ’αυτό σημαίνει τελεσίγραφον. Τοιαύτα τελεσίγραφα έχει λάβει η Ελλάς από τον φασισμόν και τον ναζισμόν. Ουδέποτε ανέμενε ότι θα ελάμβανε από τους ηγέτας του ελευθέρου κόσμου. Και μάλιστα από συμμάχους. Το τελεσίγραφον είναι Τουρκικόν, αλλά καθ’ον τρόπον μας το διαβιβάζετε, αν δεν σημαίνει αποδοχήν, σημαίνει ανοχήν σας. Χωρίς καμίαν μεγαληγορίαν, εις ηρεμώτατον τόνον, οφείλω να σας δώσω την απάντησιν., την οποίαν υπαγορεύει η Ιστορία και η τιμή του έθνους: Όχι».
Ο Ρασκ σιωπούσε. Ο Παπανδρέου συνέχισε:
«Η Ελλάς είναι παράγων ειρήνης. Ουδένα απειλεί. Ουδέν ζητεί. Μολονότι προκαλείται, δεν προβαίνει εις αντίποινα. Οι Τούρκοι (Σ.Σ.: η μειονότητα) προστατεύονται εις την Ελλάδα. Και χάριν της ειρήνης και διότι επιτάσσει τούτο η ποιότης του πολιτισμού μας. Αυτή είναι η υπηρεσία την οποίαν προσφέρομεν εις την Συμμαχίαν και επίσης εις την Τουρκίαν.
            Δια την Κύπρον ουδέν ζητούμεν. Απλώς ζητούμεν την εφαρμογήν θεμελιακών αρχών δικαιοσύνης και ελευθερίας. Αρχών αι οποίαι εφαρμόζονται ενταύθα και αποτελούν την δόξαν των Ηνωμένων Πολιτειών. Ζητούμεν δια την Κύπρον αδέσμευτον ανεξαρτησίαν και δημοκρατικόν πολίτευμα. Δηλαδή, η πλειοψηφία να κυβερνά και η μειονότης να προστατεύεται. Και προς τούτο προσφέρομεν διεθνείς εγγυήσεις.
            Η Ελλάς αισθάνεται εν πλήρει αρμονία προς τον ελεύθερον κόσμον και τας Ηνωμένας Πολιτείας. Υφίσταται όμως εκβιασμόν παρά της Τουρκίας. Ηλπίζαμεν να εύρωμεν αλληλεγγύην παρά των Ηνομένων Πολιτειών. Και δοκιμάζομεν βαθυτάτην απογοήτευσιν βλέποντες ότι ο εκβιασμός αυτός νομιμοποιείται».
Με παγερή ευγένεια ο Ντην Ρασκ και οι συνεργάτες του, του Σταίητ Ντιπάρτμεντ άκουγαν τους υπερήφανους λόγου του Γεωργίου Παπανδρέου. Και αναπολούσαν νοσταλγία παλαιότερες επισκέψεις των Ελλήνων πολιτικών της Δεξιάς. Πόσο βολικοί ήσαν εκείνοι… Εκθέτανε δειλά δειλά τα θέματα και περίμεναν με θρησκευτική ευλάβεια την απάντηση – δηλαδή της απόφαση – των αμερικανών συνομιλητών τους… Και κάθε τόσο επαναλάμβαναν: «Γιες, σερ».
Ενώ αυτός εδώ… Η διαλεκτική επιχειρηματολογία του θυμίζει τους φιλόσοφους της αρχαίας Ελλάδας. Και είναι ακλόνητη. Λέει την αλήθεια. Αλλά πολιτική και αλήθεια είναι ασυμβίβαστες έννοιες. Τι αξία μπορεί να έχει η αλήθεια μπροστά στην ατλαντική σκοπιμότητα; Και οι βουδιστές έλεγαν την αλήθεια. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν να καίγονται σαν λαμπάδες. Και ο Γαλιλαίος τα ίδια… Όχι. Όχι. Δεν μας αρέσει αυτός ο ευθυτενής, πανύψηλος γέρος, με την ακατανίκητη γοητεία, με τη ρητορική του Δημοσθένη. Όχι, προτιμάμε τους άλλους»…
Όσο και να μην άρεσε στην κυβέρνηση Τζόνσον η σταθερή στάση του Παπανδρέου είχε όμως θετικά αποτελέσματα. Το σπουδαιότερο ήταν ότι απέτρεψε και τον αμερικανοτουρκικό εκβιασμό και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η Ουάσιγκτον έδειξε ν εντυπωσιάστηκε από τον Παπανδρέου και μετατόπισε την πιεστική πολιτική της στο διπλωματικό πεδίο.
Οι Αμερικανοί ιθύνοντες δεν επείσθησαν. Απόδειξη ότι η κυπριακή πολιτική τους παρέμεινε αμετάβλητη, παρά την υιοθέτηση άλλες τακτικής. Εκείνο που είναι ακριβές και έχει ιστορική σημασία είναι ότι ο Παπανδρέου συμπεριφέρθηκε προς τους κηδεμόνες σαν πραγματικός Έλληνας.
Βέβαια η τύχη του – και η τύχη της δημοκρατίας – είχε κριθεί από τότε. Αλλά αυτή ακριβώς υπήρξε η μεγάλη αρετή του Παπανδρέου: Να μην εξαγοράζει την παραμονή του στην Αρχή – όπως έκαναν οι «άλλοι» - προδίδοντας τα ιδεώδη του. Στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο του 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου τίμησε το όνομα της Ελλάδας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 186, αναφέρει:

Αμέσως μετά τις εκλογές, ο Παπανδρέου σχημάτισε τη δεύτερη κυβέρνησή του. Από τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου φάνηκε η πρώτη σκιά. Στα Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης τοποθετήθηκαν πρόσωπα που από άποψη ιδεολογίας και πολιτικών αρχών ήσαν πολύ μακριά από το πνεύμα του Ανένδοτου αγώνα. Ο Σταύρος Κωστόπουλος που ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν τραπεζίτης.  Ο Πέτρος Γαρουφαλιάς που πήρε το Υπουργείο Αμύνης είχε το μονοπώλιο της βιομηχανίας μπύρας. Ο πρώτος διατηρούσε στενούς δεσμούς με την ολιγαρχία. Ο δεύτερος ανήκε σ’αυτήν. Και οι δύο ήσαν αφοσιωμένοι στο Παλάτι και είχαν άμεση εξάρτηση από την αμερικανική πρεσβεία. Σ’αυτούς τους δύο πράκτορες της Φρειδερίκης και της ξένης κηδεμονίας εμπιστεύθηκε ο Παπανδρέου τους δύο νευραλγικότερους τομείς της εθνικής ζωής, τα περίφημα «στεγανά» της βασιλοαμερικανικής εξουσίας.
Την ανάθεση των δύο Υπουργείων στους Γαρουφαλιά και Κωστόπουλο είχε υποδείξει – κατ’εντολή της μητέρας του – ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. Ο Παπανδρέου δεν αντέδρασε. Ο λαϊκός ενθουσιασμός δεχόταν την πρώτη ψυχρολουσία. Πολύ αργότερα, ο Παπανδρέου αμφισβήτησε το γεγονός της βασιλικής παρεμβάσεως. Ο αμφισβήτηση δεν αναιρεί την πραγματικότητα, που έχει επιβεβαιωθεί από αξιόπιστες πηγές, ανακτορικές, αμερικανικές και βρετανικές. Αλλά και αν δεχτούμε ότι η επιλογή των δύο υπουργών έγινε χωρίς βασιλική ή άλλη παρέμβαση, πάλι η ευθύνη του Παπανδρέου παραμένει ακέραιη.
Δεν ήσαν μόνο οι τομείς του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής που παρέμειναν υπό τον έλεγχο των δυνάμεων της Δεξιάς. Στα σώματα ασφαλείας έγιναν μερικές θεαματικές μεταβολές (ιδίως στη χωροφυλακή), αλλά η δομή της διοικήσεως έμεινε αμετάβλητη. Ακόμη και οι «κομισάριοι» διατηρήθηκαν. Στην κρατική ιεραρχία οι θέσεις-κλειδιά εκρατούντο σφιχτά από χέρια εχθρικά προς τη δημοκρατία. Τα βασιλικά ιδρύματα δεν εθίγησαν. Οι ημικρατικοί οργανισμοί διοικούντο στα καλά χρόνια της Δεξιάς από απόστρατους στρατηγούς, ναυάρχους και πτέραρχους, που διορίζονταν με σημειώματα της Φρειδερίκης. Επί κυβερνήσεως Παπανδρέου μερικές διοικήσεις άλλαξαν. Αλλά εκείνοι που αντικαταστήσανε τους παλαιούς ήταν πάλι πρόσωπα με αντικομμουνιστικό και αντιδημοκρατικό προσανατολισμό. Το στρατιωτικά επανδρωμένο υπερκράτος λειτουργούσε – δυστυχώς – και τώρα ανενόχλητο, κάτω από τι σκιά μιας αναιμικής δημοκρατίας.
Οι σχέσεις της βασιλικής οικογένειας με τον πρωθυπουργό ήσαν του πρώτους μήνες σχεδόν ειδυλλιακές. Ο Κωνσταντίνος άκουγε με φαινομενική τουλάχιστον ευλάβεια τις νουθεσίες του Παπανδρέου για την ανάγκη εκδημοκρατισμού της Αυλής. Η βασίλισσα Άννα-Μαρία δεν έκρυβε το πόσο την γοήτευαν ο πρωθυπουργός και οι ωραίες ιδέες του. Χαριτολογώντας μια μέρα ο βασιλιάς του είπε: «Επροσηλυτίσατε την Άννα-Μαρία. Φοβούμαι ότι θα την κάνετε μέλος της Ενώσεως Κέντρου».
Αλλά το ειδύλλιο, από τη βασιλική πλευρά, σταματούσε ως εκεί. Όταν οι συζητήσεις έμπαιναν στα σύνορα των ουσιαστικών μεταβολών, τότε ο Κωνσταντίνος ζητούσε αναβολή ως την άλλη μέρα «για να μελετήσει το ζήτημα». Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ερωτηθεί η «μαμά». Η Φρειδερίκη συνήθως έδινε, δια του Κωνσταντίνου, αρνητική απάντηση. Κι αν ο πρωθυπουργός επέμενε, ο βασιλιάς οπλιζότανε από τη βασιλομήτορα με μερικές «συμβιβαστικές» αντιπροτάσεις, που σήμαιναν αποδοχή με της αιτούμενης μεταβολής, αλλά και υπόδειξη του αντικαταστάτη, που ήταν του ίδιου φυράματος.
Κλασική υπήρξε η περίπτωση της αντικαταστάσεως του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Όταν ορκίστηκε η δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου, κατείχε αυτή τη θέση ο αντιστράτηγος Κ.Σακελλαρίου, φανατικός μοναρχικός, ακροδεξιός και μέλος του ΙΔΕΑ. Αντλώντας δύναμη – και θράσος – από τις υπερκυβερνητικές δυνάμεις, δεν είχε δισταγμούς στο να καταφέρεται με βαρείς χαρακτηρισμούς εναντίον του νόμιμου πρωθυπουργού, του οποίου ξεχνούσε ότι ήταν – κατά το Σύνταγμα – ένας απλός υπάλληλος. Ο Παπανδρέου «ζήτησε» την αντικατάστασή του. Ο βασιλιάς αντέδρασε. Αλλά και ο Παπανδρέου φάνηκε αποφασισμένος να μην υποχωρήσει. Στις 7 Απριλίου, ο Κωνσταντίνος εδέησε να υπογράψει το διάταγμα αποστρατεύσεως του Σακελλαρίου. Και τότε ανέκυψε το κρίσιμο θέμα: ποιος θα ήταν ο διάδοχός του στην καίρια θέση του αρχηγού του Επιτελείου; Ένας κατάλογος στρατηγών «προς επιλογήν» που στάλθηκε στα Ανάκτορα επεστρέφη. Οι περιλαμβανόμενοι στον κατάλογο στρατηγοί (φιλοβασιλικοί, δεξιοί, ατλαντικοί, αλλά όχι πράκτορες) είχαν συλλήβδην προσκρούσει στο «βέτο» της Φρειδερίκης. Επακολούθησαν παζάρια. Ο Κωνσταντίνος υπέδειξε τον αντιστράτηγο Ιωάννη Γεννηματά. Ο πρωθυπουργός εξεμάνη. Ο υποδεικνυόμενος νέος αρχηγός του στρατού ανήκε στα πρωτοπαλίκαρα του εκλογικού πραξικοπήματος του 1961. Διοικητής μεραρχίας στην Κεντρική Μακεδονία είχε κυριολεκτικά οργιάσει εναντίον του «κίτρινου» εχθρού, [ου συνέβαινε όμως ν’αντιπροσωπεύει το 53% του ελληνικού λαού και να είναι σήμερα η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.
Μπροστά στο αδιέξοδο χρησιμοποιήθηκαν θεατρικά τεχνάσματα. Ο Γεννηματάς επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό. Και πέφτοντας στα πόδια του, του ζητούσε με δάκρυα μετανοίας να του συγχωρήσει το παράπτωμα του 1961. Και ξεχειλίζοντας από υποσχέσεις και όρκους, του δήλωσε ότι από εκείνη τη στιγμή αφοσιώνεται στον Παπανδρέου και στη … δημοκρατία μέχρι θανάτου!
Το «κόλπο έπιασε. Ο Παπανδρέου είδε στο πρόσωπο του γονυκλινούς στρατηγού όχι βέβαια τη «μετανοούσα Μαγδαληνή», αλλά τον γενίτσαρο της δημοκρατίας. Την άλλη μέρα, ο Γεννηματάς αναλάμβανε το αξίωμα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Το προσκύνημα στον καινούργιο «θεό» δεν αποτέλεσε πρωτοτυπία του Γεννηματά. Στο «Καστρί», την ασκητική κατοικία του πρωθυπουργού, συρρέανε καθημερινά τα πιο ετερόκλιτα πρόσωπα του κατεστημένου και του προσφέρανε «γην και ύδωρ», προκειμένου – εννοείται – να διατηρήσουν τις υψηλές θέσεις και τα κεκτημένα προνόμια. Ο Παπανδρέου δεν πίστεψε ποτέ ότι οι πασίγνωστοι αυτοκράτορες των θαλασσών, τα ηχηρά ονόματα της βιομηχανικής ολιγαρχίας, οι μανδαρίνοι των δημόσιων υπηρεσιών, όλη αυτή η αφρόκρεμα της Δεξιάς είχε δεχτεί ξαφνικά την επιφοίτηση του αγίου πνεύματος της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχοντας όμως υπέρμετρη αυτοπεποίθηση και υποτιμώντας την οξύτητα των κοινωνικών αντιθέσεων υπέκυπτε, εν μέρει, στην καταλυτική δύναμη της προσωπολατρίας. Ο Παπανδρέου βαυκαλιζόταν με το ρομαντικό όνειρο ότι θα κατάφερνε με τον καιρό ν’απορροφήσει το κατεστημένο (αντί να ρουφηχτεί απ’αυτό), να ψαλιδίσει τα απολυταρχικά φτερά του Θρόνου, να περιορίσει τις επεμβάσεις των ξένων και με μια ιδανική «εξισορρόπηση επιρροών» να φέρει στον τόπο την κοινωνική γαλήνη, πείθοντας την ολιγαρχία να υποστή μερικές «θυσίες», που θα είχαν χαρακτήρα μακροπρόθεσμης ασφαλίσεως των προνομίων της.
Αλλά οι λύκοι παραμείνανε λύκοι, παρά την πρόσκαιρη μεταμόρφωσή τους σε άκακα αρνιά. Και αμέσως μόλις βεβαιώθηκαν ότι οι φόβοι των πρώτων ημερών ήσαν αδικαιολόγητοι ότι η κυβέρνηση, που με την υποστήριξη της Αριστεράς εξέφραζε τη θέληση του 65%, έμενε κυβέρνηση χωρίς εξουσία – ένας γίγας με πήλινα πόδια – πέταξαν τη μάσκα.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


            Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ – «ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ», στη σελίδα 166, αναφέρει:
        
    Πολλές ερμηνείες δόθηκαν για τη φυγή του Καραμανλή και την απουσία οποιασδήποτε αντιδράσεως στην κτηνώδη μεταχείρισή του. Οι υμνητές του παρουσιάζουν τη στάση του σαν μια υπέρτατη θυσία στον βωμό της εθνικής ενότητας (προφανώς εννοώντας την «ενότητα» της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδας Παλατιού, ξένης κηδεμονίας και ολιγαρχίας). Οι εχθροί του ισχυρίζονται ότι έφυγε φοβούμενος την αποκάλυψη των σκανδάλων, μετά την αναπόφευκτη άνοδο του Κέντρου στην εξουσία, οπότε θα ήταν δυνατόν να προκύψουν ευθύνες και για τον ίδιον προσωπικά. Ο Μεϋνώ, ο οξυδερκέστερος μελετητής της περιόδου εκείνης, αφού υπογραμμίζει ότι «ο μονάρχης απέπεμψε των πρωθυπουργό του, όπως ένα αφεντικό απολύει έναν υφιστάμενο που διέπραξε σφάλματα», θεωρεί περισσότερο αξιόπιστη αιτία της φυγής του Καραμανλή την «προσωπική του λιποψυχία».
            Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού, που παρακολούθησε από πολύ κοντά την πολιτική ζωή της Ελλάδας, δεν συμμερίζεται καμιά από τις παραπάνω ερμηνείες. Ο Καραμανλής δεν ήταν λιπόψυχος. Και δεν φοβήθηκε ποτέ στα σοβαρά ότι ο Γ.Παπανδρέου, με τη γενναιοφροσύνη που τον διέκρινε, θα τον έκλεινε τη φυλακή για τα σκάνδαλα των φίλων και συγγενών του.
            Κάτι άλλο φοβότανε ο Καραμανλής. Και αυτό το «κάτι» ήταν το αμείλικτο Παλάτι και η CIA, που με τη σατανικότητά τους κρατούσαν τεκμήρια όχι πολύ κολακευτικά για τον διωγμένο πρωθυπουργό. Ένα από αυτά φαίνεται να ήταν το τέλος του, ανεζητείτο από τη CIA ο διάδοχός του, που όμως έπρεπε να είναι κατάλληλος και πρόθυμος να δεχτεί λύση του Κυπριακού Ζητήματος που να αναγνωρίζει δικαιώματα και στην Τουρκία. Ο Καραμανλής βολιδοσκοπήθηκε. Έγινε μια σύσκεψη και η συμφωνία διατυπώθηκε σ΄ένα «μνημόνιο». Αμέσως μετά τον θάνατο του Παπάγου, ο Καραμανλής προωθήθηκε στην πρωθυπουργία. Τέσσερα χρόνια αργότερα το 1959, υπέγραφε – μαζί με τον Ε.Αβέρωφ – στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο την εγγλοελληνοτουρκική συμφωνία που αναγνώριζε στην Τουρκία δικαιώματα συγκυβερνήσεως και στρατιωτικής παρουσίας.
Οι συμφωνίες της Ζυρίχης εκφράζανε μια πολιτική εθνικής συνθηκολογήσεως υπέρ των Τούρκων. Λαμβανομένου όμως υπόψη του στρατηγικού ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών για την Τουρκία, ο Καραμανλής είχε προσφέρει με την υπογραφή του μιαν ανεκτίμητη υπηρεσία στην αμερικανική διπλωματία.
Εύλογη λοιπόν, η ανησυχία του Καραμανλή μπροστά στο ενδεχόμενο να διοχετευθεί από την αδίστακτη CIA στον Τύπο το απαίσιο εκείνο μνημόνιο.
Όσο βαθύτερα μπαίνει το νυστέρι του ερευνητή στα γεγονότα της δεκαετίας τόσο εδραιώνεται η πεποίθηση ότι κρίσιμη αφετηρία των ανώμαλων εξελίξεων που καταλήξανε στη δικτατορία των συνταγματαρχών παραμένει το εκλογικό πραξικόπημα (με ενδιάμεσο σταθμό τη σατραπική πρωτοβουλία της 15ης Ιουλίου 1965. Στις παραμονές εκείνων των εκλογών (1961), ο δείκτης είχε αρχίσει να διαγράφει την καμπύλη κάμψεως της ΕΡΕ. Την εσταμάτησε βίαια ο στρατός με το σχέδιο «Περικλής». Με «λογική» παραδοσιακή βία-νοθεία θα κατάφερνε ώστε η ελληνική Δεξιά, αν και νικημένη, να παραμένει μια ισχυρή πολιτική δύναμη, με πολλές πιθανότητες επιστροφής, αργότερα στην εξουσία. Αντί για τη σοφή αυτή διαδικασία της δημοκρατίας, που στηρίζεται στον νόμο της εναλλαγής των κομμάτων και αφήνει ανέπαφο το κατεστημένο (εφαρμόζεται με επιτυχία στη Δυτική Ευρώπη), προκρίθηκε η συνταγή της ωμής βίας. Από κείνη τη στιγμή ένιωθες ότι η ως τότε αναιμική και μισοπαράλυτη δημοκρατίας θα’παιρνε την κάτω βόλτα και θα ζούσε με ενέσεις τονωτικές (1963-1965), ωσότου την αποτελειώσουν κάποιοι δήμιοι (στην περίπτωσή μας οι συνταγματάρχες).
Το ερώτημα που δεν μπορούμε ν’αποφύγουμε είναι: Δεν πρόβλεπαν ή δεν υποπτεύτηκαν καν οι «φωτισμένοι» ηγέτες της Δεξιάς ή οι πανέξυπνοι φορείς της ολιγαρχίας ότι τα πραξικοπήματα του ’61 και του ’65 θα άνοιγαν τον δρόμο σε μια μακρόχρονη «ανωμαλία» με ανεξέλεγκτες δυνάμεις που μοιραίο τέρμα της κινδυνεύει να είναι η καταστροφή του ελληνικού έθνους προς όφελος ξένων ενδιαφερομένων.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σκληρή. Για την άρχουσα τάξη (που απλή πολιτική της έκφραση είναι η Δεξιά) δεν υπάρχει εθνική συνείδηση ή μάλλον συνείδησή της είναι η διατήρηση και επαύξηση – όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες – των «κεκτημένων» προνομίων. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει για τη δυναστεία και για την ξένη προστασία. Επομένως, δεν ήταν έξω από την εθνική λογική του κατεστημένου το συνειδητό γκρέμισμα των τειχών που προστάτευαν την ανάπηρη δημοκρατία.
Η (ανθρώπινη;) ψυχή της άρχουσας τάξεως γίνεται φοβερότερη και από την τίγρη, όταν πρόκειται να υπερασπιστεί το ιερό δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο.