Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στον ΕΠΙΛΟΓΟ, και στη σελίδα 427, αναφέρει:
Μια βδομάδα μετά το Πολυτεχνείο, στις 25 Νοεμβρίου, σημειώθηκε η γνωστή «αλλαγή φρουράς» του χουντικού καθεστώτος. Οι διαρθρωτικές μεταβολές περιορίστηκαν στην κορυφή. Ο μηχανισμός του εγκλήματος έμεινε αμετακίνητος στους στόχους και ακόμη πιο θηριώδης στην εφαρμογή. Ένα νέο κύμα βαρβαρότητας απλώθηκε σ’όλη τη χώρα. Τραυματισμένοι φοιτητές και φοιτήτριες κυνηγιόντουσαν στους κρυψώνες τους, ακόμη και στα νοσοκομεία. Τους ξεκολλούσαν τις γάζες από τις πληγές και στην ΕΣΑ τους βασάνιζαν απάνθρωπα. Οι ναζιστικές θηριωδίες της Κατοχής ωχριούσαν μπροστά στη σαδιστική μανία του Ιωαννίδη και των συνεργατών του. Ένα αίσθημα φρίκης πλημμύριζε τη χώρα.
Στο οκτάμηνο που κράτησε η τελευταία φάση της τυραννίας, πρόβαλε το φάσμα της μεγάλης τουρκικής απειλής που κορυφώθηκε με την τραγωδία της Κύπρου. Δύσκολα θα βρει ο ερευνητής της ελληνικής ιστορίας, από την αρχαιότητα ως σήμερα, ανάλογη περίπτωση συνειδητής εθνικής προδοσίας, που να έχει προκαλέσει τόσο απροσμέτρητο όλεθρο.
Η προβολή από της Τουρκία διεκδικήσεων άρχισε ταυτόχρονα με δύο στόχους: Την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου  και την Κύπρο. Το τουρκικό σχέδιο, εμπνευσμένο από την τακτική του Χίτλερ και εγκεκριμένο από το αμερικανικό Πεντάγωνο, εσκόπευε αρχικά στο Αιγαίο, αλλά καθορισμένος στόχος του ήταν η Κύπρος. (Όταν με τον καιρό η Τουρκία αλώσει και καταβροχθίσει την Κύπρο θα επανέλθει και στην Ελλάδα…).
Οι Ιωαννίδης, Ανδρουτσόπουλος και Σία έκαναν το κατά δύναμη για να διευκολύνουν και να δώσουν ηθική και νομική «κάλυψη» στις επιθετικές ενέργειες των Τούρκων.  Έπειτα από μεθοδική προπαρασκευή του εδάφους (δολοφονίες οπαδών του Μακαρίου και παράδοση οπλισμού στην Πέμπτη φάλαγγα της ΕΟΚΑ Β΄) εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Δεν επρόκειτο για μια αντιγραφή της 21ης Απριλίου 1967. Ήταν κάτι περισσότερο. Η «αφροσύνη», όπως με προστατευτική επιείκεια χαρακτηρίσθηκε το πραξικόπημα, δεν ήταν καθόλου Αφροσύνη. Ήταν ένα έγκλημα εν ψυχρώ και πράξη εσχάτης προδοσίας προς όφελος ξένης εχθρικής δυνάμεως. Και θα είχαμε το πραγματικά «τέλειον έγκλημα», με θύματα ένα ανεξάρτητο κράτος και τον ηγέτη του, αν η διάσωση του Μακαρίου δεν ανέτρεπε τα ξένα επιτελικά σχέδια.
Οπωσδήποτε, η Τουρκία πραγματοποίησε στρατιωτική απόβαση και μέσα σε λίγες εβδομάδες επέβαλε με τη φωτιά και το σίδερο ένα στυγνό καθεστώς κατοχής στο μισό περίπου του κυπριακού εδάφους. Η διχοτόμηση – που ήταν όνειρο του ΝΑΤΟ, του Πενταγώνου και της Τουρκίας – έγινε, επιτέλους, ντε φάκτο πραγματικότητα. Από κει και πέρα οι διαδικασίες για τη νομική κατοχύρωση του «τετελεσμένου» είναι υπόθεση του χρόνου που θα απαιτήσει η εξεύρεση της παραπλανητικής φόρμουλας (πιθανότατα ομοσπονδία σε γεωγραφική βάση) και η αποδοχή της από την όποια ελληνική πλευρά, που θα δεχτεί να υπογράψει τη ληξιαρχική πράξη του τέλους της Κύπρου.
Ο προδοτικός ρόλος του ελληνικού καθεστώτος στην τραγωδία της Κύπρου δεν αφήνει καμιά αχτίδα ελαφρυντικής αμφιβολίας. Όταν δόθηκε από την Αθήνα το σήμα για το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ο Ιωαννίδης ήξερε ότι η Τουρκία θα επενέβαινε στρατιωτικά. Ήξερε επίσης ότι η αποσύνθεση των ενόπλων δυνάμεων κατά την επταετία εξουδετέρωσε προκαταβολικά κάθε δυνατότητα ελληνικής αντιστάσεως στην τουρκική επίθεση. Και αυτό – ότι δηλαδή δεν θα υπήρχε ελληνική αντίδραση – το εγνώριζε άριστα η Τουρκία. Υπάρχει καταγεγραμμένο και μαγνητοφωνημένο σήμα, αρμοδιότατης πηγής, που προειδοποίησε την ΑΣΔΕΝ: Τουρκικός στόλος με ισχυρά αποβατικά αγήματα πλέει προς Κύπρον. Πραγματοποιείται «απόβασις». Και η απάντηση: «Καμία ανησυχία δεν δικαιολογείται. Πρόκειται περί συνήθους ασκήσεως του τουρκικού στόλου»! Τέλος, η Αθήνα και η άγκυρα ήσαν ενήμερες ότι το ΝΑΤΟ και ο 6ος Στόλος θ’άφηναν ανενόχλητη την τουρκική εισβολή.
Επομένως, έστω κι αν δεν υπήρχε προσυμφωνημένη όλη η κλίμακα ενεργειών (πραξικόπημα Λευκωσίας, εξόντωση του Μακαρίου, τουρκική εισβολή, διαμελισμός της Κύπρου), πάντως τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν σαν να είχαν μια εκ των άνω αλληλοσύνδεση και μια προκαθορισμένη και καλοκουρντισμένη ενότητα.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την τουρκική απόβαση, κηρύχθηκε στην Ελλάδα «επιστράτευση», που φώτισε το τρομερό βάραθρο, τον εθνικό τάφο που είχε σκάψε με τα χέρια της η εφτάχρονη Χούντα. Η αποκάλυψη ήταν ότι η χώρα μας ήταν εντελώς απαράσκευη, σχεδόν άοπλη, για ν’αντιμετωπίσει τον εισβολέα. Οι έφεδροι που έσπευσαν στα κέντρα επιστρατεύσεως για να πολεμήσουν τον επιδρομέα – έστω και υπό το καθεστώς Ιωαννίδη – έρχονταν αντιμέτωποι με τη φοβερή πραγματικότητα: Δεν υπήρχαν ούτε όπλα, ούτε ιματισμοί, ούτε νοσοκομειακό υλικό, ούτε συντηρημένη τροφή. Τίποτα.
Μερικά όπλα που δόθησαν ήσαν σκουριασμένα αι δεν λειτουργούσαν. Σε μια αποθήκη της επιμελητείας αντί για άρβυλα υπήρχαν λαστιχένια παπούτσια του τένις… Οι επιστρατευμένοι, μακριά από τις εστίες τους, λιμοκτονούσαν.
Πολύ σύντομα βγήκε στη φόρα ότι το πολεμικό υλικό που έφτανε από την Αμερική διοχετευόταν από τους εθνοσωτήρες σε μικρές αφρικανικές και ασιατικές χώρες. Η αξία του έμπαινε – κατευθείαν από τους αγοραστές – σε λογαριασμούς ελβετικών Τραπεζών. Το σκάνδαλο προκάλεσε αναστάτωση στο αμερικανικό Κογκρέσο, όταν μια επιτροπή του ανακάλυψε ότι στην Ελλάδα σφραγισμένα κιβώτια με υλικό αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας περιείχαν πάνω πάνω μια σειρά όπλων και από κάτω πέτρες…
Η ληστεία του πολεμικού υλικού δεν ήταν αποκλειστικό έργο των συνταγματαρχών της Χούντας. Μέσα στο γιγαντιαίο αυτό «κόλπο» ήσαν μπερδεμένοι και αξιωματικοί της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής, που είχαν την κύρια ευθύνη για την παραλαβή, τον έλεγχο και τη χρησιμοποίηση του οπλισμού και των άλλων εφοδίων.
Και μια λεπτομέρεια: Το 1973 ο ελληνικός προϋπολογισμός αποστραγγιζόταν, με τετραπλάσια κονδύλια από το 1966, για την κάλυψη των στρατιωτικών δαπανών, για τις οποίες ο Παπαδόπουλος έλεγε κομπάζοντας: «Κάθε θυσία είναι αναγκαία, προκειμένου να έχωμεν αξιόμαχον στρατόν, δια να υπερασπίση εν ώρα εθνικής ανάγκης το πάτριον έδαφος…».

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο 3ο Μέρος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, στη σελίδα 400, αναφέρει:
Στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι παρασκηνιακές δραστηριότητες φάνηκε να έχουν καταλήξει σε κάποια συμφωνία για το σχήμα της «διαδόχου καταστάσεως» και τη διαδικασία πρακτικής προωθήσεως αυτού. Και στις 29 Σεπτεμβρίου εξαπολύθηκε από το Παρίσι η πρώτη «βόμβα» υπό μορφή δηλώσεων του Καραμανλή. Προτού εξετάσουμε το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών, η ιστορική αλήθεια επιβάλλει ν’αναγνωρίσουμε ότι κατά τον τρίτο κυρίως χρόνο της δικτατορίας, οι απελπισμένες προσδοκίες ενός τμήματος του ελληνικού λαού ήσαν στραμμένες στη λεγόμενη «λύση Καραμανλή». Φαίνεται ότι είναι στην ανθρώπινη φύση το μεγάλο κακό ν’αποδιώχνει τη θύμηση του μικρότερου κακού. Και η κόλαση της Χούντας βοήθησε στο να λησμονηθούν, ή μάλλον να σμικρυνθούν, τα δεινά της Καραμανλικής οκταετίας. Από τότε που ο Καραμανλής εξουθενωμένος πολιτικά εκπατρίστηκε και ζει στο Παρίσι, θέλει να εμφανίζεται σαν η μεγάλη εφεδρεία του έθνους. Στην πραγματικότητα είναι η εφεδρεία και του Πενταγώνου. (Μήπως ήρθε η ώρα των «εφεδρειών;»). Ο ίδιος πιστεύει ότι είναι ο φυσικός – και ο καλύτερος – διάδοχος της δικτατορίας. Υπέρ αυτού έχει το ότι δεν ερωτοτρόπησε με τη Χούντα, όπως έκαναν ο Αβέρωφ ο Γκίκας και άλλοι παράγοντες της Δεξιάς. Η στάση αυτή του Καραμανλή τον έχει κάνει σχετικά αγαπητό στη μειοψηφία του λαού και – υπό προϋποθέσεις – ανεκτό από την πλειοψηφία του, με την ψυχολογία που δημιουργεί η απόγνωση του πνιγμένου και που δέχεται κάθε σωσίβιο, ακόμη και το πιο ανασφαλές….
Η επανεμφάνιση του Καραμανλή στο πολιτικό προσκήνιο έγινε στις 29 Νοεμβρίου 1967 (συνέντευξη στη Μοντ) και αργότερα στις 309 Σεπτεμβρίου 1969 (με έκκληση προς τις ένοπλες δυνάμεις). Έκανε επίσης δηλώσεις στις 21 Απριλίου 1973. Από αυτά τα προσεκτικά ζυγισμένα κείμενα, η ουσία μπορεί να συνοψιστεί σε μερικά σημεία που φωτίζουν τις πολιτικές εκτιμήσεις του κ.Καραμανλή για τα αίτια της επιβολής της νεοφασιστικής τυραννίας και για τις διαδικασίες αποκαταστάσεως της «δημοκρατίας» σε περίπτωση που θα του παρέδιναν (ποιοι;) την εξουσία:
α) «Δύο παράγοντες – λέει επί λέξει – οδήγησαν εις το κίνημα: η ύπαρξη ορισμένου αριθμού φιλοδόξων αξιωματικών και η χρεοκοπία της Δημοκρατίας». (Κατά τον κ.Καραμανλή, ούτε η CIA ούτε το Πεντάγωνο και το ΝΑΤΟ είχαν την παραμικρή ανάμειξη. Έφταιγε η «φιλοδοξία» μερικών αξιωματικών και η «χρεοκοπία της δημοκρατίας», επειδή υπερλειτουργούσε και όχι επειδή υπολειτουργούσε…).
β) «Την μεγαλυτέραν ευθύνην (για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου) φέρουν εκείνοι οι οποίοι προεκάλεσαν τα πάθη…» (υπονοώντας προφανώς τους δύο Ανένδοτους αγώνες του Κέντρου και της Αριστεράς και όχι, βέβαια, τις δύο χούντες, τους Αμερικανού, το Παλάτι και την ολιγαρχία).
γ) Αίτια όλων των δεινών είναι το ότι οι αντίπαλοι του κ.Καραμανλή (Κέντρο και Αριστερά) συνασπίσθηκαν και εματαίωσαν το 1963 το σχέδιό του περί αναθεωρήσεως του Συντάγματος, που προέβλεπε ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας (δηλαδή μεγαλύτερο βαθμό αναπηρίας της ήδη ανάπηρης δημοκρατίας…).
Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο κ.Καραμανλής δεν αναφέρεται ούτε μια φορά στους αγώνες του ελληνικού λαού για την αποτίναξη του σατραπικού καθεστώτος ή στην αντίσταση ή στους φοιτητές ή στα βασανιστήρια. Τίποτα απ’αυτά τα «ανορθόδοξα» δεν τον έχει αγγίξει. Απευθύνεται όμως με διακριτικότητα προς τη συμμορία της Χούντας, εκφράζοντας την ελπίδα ότι οι ίδιοι (οι συνταγματάρχες της Χούντας) θ’αποκαταστήσουν την ομαλότητα… Ιδού μια περικοπή από την συνέντευξη στη Μοντ:
«…Αποσυρόμενοι (οι πραξικοπηματίες) της εξουσίας, αποδίδοντας εις τα Ανάκτορα την ελευθερίαν των, θα διήνοιγαν τον δρόμον εις την αποκατάστασιν της ομαλότητος. Τουλάχιστον, θα υδήναντο να αισθανθούν ικανοποίησιν ότι προσέφεραν εις την χώραν την ευκαιρίαν να εκσυγχρονίσουν τους θεσμούς και ν’ανανεώσουν την πολιτικήν ζωήν»!
Αργότερα (1969), ο κ.Καραμανλής είπε ότι η αποκατάσταση της δημοκρατίας μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:
«Είτε δια της αβιάστου αποχωρήσεως της παρούσης κυβερνήσεως είτε δια της ανατροπής της. η πρώτη λύσις θα είναι όχι μόνο ακίνδυνος αλλά και δημιουργική. Η δευτέρα, που ημπορεί να προκληθή και από δυνάμεις μη ελεγχομένας, θα υποβάλη ίσως το έθνος εις νέας δοκιμασίας. Η ευθύνη δια την εκλογήν βαρύνει την κυβέρνησιν, αλλά και εκείνους οι οποίοι αμέσως ή εμμέσως την στηρίζουν. Εάν, συνεπώς, οι κυβερνώντες, γοητευθέντες από την εξουσίαν, δεν αντιλαμβάνονται το καθήκον των, οφείλουν να τους το υποδείξουν οι εξ αγαθής προαιρέσεως συστρατευθέντες μετ’αυτών αξιωματικοί. Και πέραν αυτών οφείλουν να το πράξουν αι ένοπλαι δυνάμεις της χώρας, αι οποίαι προερχόμενοι από τους κόλπους του λαού, έχουν επωμισθή την βαρείαν ευθύνην αλλά και την υψηλήν αποστολήν να προστατεύσουν την ελευθερίαν, την ασφάλειαν και την ανεξαρτησίαν του. Οφείλω δε με την ευκαιρίαν αυτήν να βεβαιώσω τους ανησυχούντας δια το μέλλον ότι δεν θα έλυα την σιωπήν μου, εάν δεν επίστευα ότι η χώρα δύναται ακινδύνως να επανέλθη εις την ομαλότητα και εάν δεν ήμην διατεθειμένος να συμβάλω εν ανάγκη εις τούτο και προσωπικώς».
Οι αντιδράσεις από τις δηλώσεις Καραμανλή ήσαν αντιφατικές. Οι παράγοντες της Δεξιάς και της συντηρητικής πτέρυγας του Κέντρου αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα τις πολιτικές του θέσεις. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Αριστερά, η μυ δεξιές αντιστασιακές οργανώσεις και γενικά οι δυνάμεις της προοδευτικής δημοκρατίας διατύπωσαν ζωηρές επιφυλάξεις. Εξήραν την παρότρυνση του Καραμανλή προς τον στρατό να εκδιώξει τη Χούντα, συμφώνησαν με τις διαπιστώσεις του για τους κινδύνους που απειλούν τη χώρα αν παραταθεί η δικτατορία, αλλά διαφώνησαν στο κρίσιμο σημείο της «ισχυράς» κυβερνήσεως με «εκτάκτους εξουσίας». Ειδικά η Αριστερά επεσήμανε ότι οι λαϊκοί πόθοι δεν ικανοποιούνται με την υποκατάσταση της στρατιωτικής δικτατορίας για απροσδιόριστο διάστημα από ένα πολιτικό καθεστώς ημιδικτατορικού τύπου.
Τέλος, η Χούντα δεν έκρυψε τις ανησυχίες που της προκάλεσαν οι δηλώσεις Καραμανλή, υπό το φως της υποψίας ότι η προβολή του άλλοτε αρχηγού της ΕΡΕ έχει την έγκριση της Ουάσινγκτον και την υποστήριξη των κυβερνήσεων Γαλλίας, Αγγλίας και Δ.Γερμανίας. οπωσδήποτε, με προσωπική διαταγή του Παπαδόπουλου, οι δηλώσεις του Καραμανλή δεν δημοσιεύτηκαν στην Αθήνα.
Η ευνοϊκή απήχηση που είχε η προβολή του Καραμανλή δεν με κάνει ν’αναθεωρήσω τις δικές μου απόψεις για τη λύση του ελληνικού προβλήματος. Γνωρίζω τον Καραμανλή και εκτιμώ τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, ιδιαίτερα τις μεγάλες διοικητικές του ικανότητες και την τεχνοκρατική του αντίληψη για την επίλυση των συγχρόνων προβλημάτων. Αλλά οι ιδέες του για τη δημοκρατία κυριαρχούνται από το πλέγμα της αντικομμουνιστικής και αντιδημοκρατικής υστερίας, που είναι η βασική πηγή και αιτία τα δεκάχρονης ελληνικής ανωμαλίας. Τέλος, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ο Καραμανλής έμεινε μακριά από κάθε αντιχουντική αντιστασιακή δραστηριότητα. Μπορεί κανείς να προβλέψει με μαθηματική ακρίβεια τι θα συμβεί με την – τυχόν – ανάθεση της διακυβερνήσεως της χώρας στον Καραμανλή. Θα κυβερνήσει με «εκτάκτους εξουσίας», ωσότου δημιουργηθούν οι «κατάλληλες» συνθήκες (κατάλληλες όχι βέβαια για τους πολιτικούς του αντιπάλους..). Και όταν κρίνει ότι οι «συνθήκες» είναι καλά ρυθμισμένες, θα προκηρύξει αιφνιδιαστικά εκλογές. Και ασφαλώς θα τις κερδίσει βοηθούμενος και από τον κρατικό μηχανισμό της Χούντας. Υπάρχει άλλωστε, η πείρα του 1961…

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο 3ο Μέρος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, στη σελίδα 374, αναφέρει:
Ο καιρός περνάει. Διαβάζω στις εφημερίδες ότι η Μελίνα Μερκούρη πήγε στην Ιταλία. Η πρώτη ερώτηση που της έκαναν ήταν: Γιατί δεν κάνετε στην Ελλάδα ένοπλη αντίσταση; Χωρίς αίμα δεν γίνεται τίποτα… Η Μελίνα θυμώνει και αγωνίζεται να εξηγήσει ότι αντίσταση δεν είναι μόνο η ένοπλη. Αντίσταση κάνει όλος ο λαός κάθε στιγμή.
Φαίνεται ότι αυτή η … δίψα για το ελληνικό αίμα είναι γενικότερο φαινόμενο μεταξύ των «φίλων» του ελληνικού λαού. Τον Ιούνιο του 1969 διάβασα ότι ο Βίλυ Μπραντ, τότε υπουργός των Εξωτερικών της Δ.Γερμανίας και σήμερα καγκελάριος (όπως μετέδωσε ο ραδιοσταθμός της Κολωνίας) δήλωσε σχετικά με το ελληνικό ζήτημα.
«Η αποκατάσταση ενός δημοκρατικού καθεστώτος δεν μπορεί να προέλθει από αποφασιστική βοήθεια του εξωτερικού. Πρέπει να γίνουν πολλές θυσίες. Οι ξένοι μπορούν να βοηθήσουν, αλλά χωρίς αντίσταση, χωρίς αίμα, αυτό είναι πολύ δύσκολο».
Φυλλομετρώντας ένα παλιότερο αμερικανικό περιοδικό διαβάζω: «Το Σάββατο 29 Μαρτίου 1969 βρέθηκε νεκρός μέσα στο εργαστήριό του ο υφηγητής της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών Θεόφιλος Φραγκούλης. Σ’ένα σημείωμα έγραφε: «Προτιμώ να πεθάνω όρθιος, παρά να ζω γονατιστός. Οι φίλοι μου θα μ’εκδικηθούν». Τον Ιούνιο του 1969 μια τυχαία έκρηξη στο εργαστήριο του καθηγητή της Παντείου Σχολής Διονύσιου Καράγιωργα προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό του. Παρά το γεγονός ότι ο τραυματισμένος πάλευε μεταξύ ζωής και θανάτου, η αστυνομία της Χούντας δεν εδίστασε να τον υποβάλλει σε συνεχή βασανιστική και εξουθενωτική ανάκριση. Από τις ανακρίσεις προέκυψε ότι μια σειρά επιτυχών εκρήξεων ήταν έργο του καθηγητή Καράγιωργα. Με ευψυχία ο ίδιος παραδέχθηκε ότι μόνος του είχε κατασκευάσει και τοποθετήσει τις βόμβες που εξερράγησαν στο «Χίλτον», στο κτίριο της Εθνικής Τραπέζης (Πλατεία Συντάγματος) και σε άλλα σημεία του κέντρου της Αθήνας. Η αστυνομία προσπάθησε να αποσπάσει πληροφορίες και για άλλα πρόσωπα. Ο Καράγιωργας, αν και ακρωτηριασμένος και κοντά στον θάνατο, στάθηκε βράχος. Αρνήθηκε να αποκαλύψει την προέλευση του εκρηκτικού υλικού ή τους συνεργάτες του. Ούτε αυτή η συγκλονιστική ιστορία κατατάσσεται από τους πολεμοχαρείς φίλους μας της Ευρώπης στην αντίσταση;
Όμως οι χουντικές Αρχές εκτιμούν σωστότερα τις δραστηριότητες των πατριωτικών οργανώσεων. Σε μια απόρρητη εγκύκλιο της ΚΥΠ προς τις δημόσιες υπηρεσίες τονίζεται ότι «η τρομοκρατική δράσις των αντεθνικών οργανώσεων έχει καταστεί τελευταίως λίαν ανησυχητική. Αι εγκληματικαί πράξεις βίας, ιδία δια της τοποθετήσεως εκρηκτικών μηχανημάτων, πληθύνονται. Επιβάλλεται, όθεν, η έντασις της κρατικής επαγρυπνήσεως και η λήψις εκτάκτων μέτρων προστασίας των δημοσίων καταστημάτων, τραπεζών… κ.λ.π.».
Η ανησυχία της δικτατορίας ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Μέσα στο εξάμηνο Μαΐου – Οκτωβρίου 1969 είχαν σημειωθεί περί τις 300 εκρήξεις βομβών. Μια εξερράγη έξω από το κυβερνητικό μέγαρο της Θεσσαλονίκης, λίγα λεπτά μετά την άφιξη εκεί των Ζωιτάκη και Παπαδόπουλου. Στο ίδιο διάστημα συνελήφθησαν 450 άντρες και γυναίκες, μέλη αντιστασιακών οργανώσεων. Απ’αυτούς υποβλήθηκαν στις γνωστές μεθόδους «ανακρίσεως» περίπου τα δυο τρίτα. Δεν είναι δυνατή η εξιστόρηση όλων των περιπτώσεων. Ενδεικτικά αναφέρω το δράμα του ζεύγους Ροκόφυλλου. Ο Χρήστος Ροκόφυλλος, δικηγόρος ετών 39, συνελήφθη μαζί με την γυναίκα του Έλσα, ατομική επιστήμονα, που εργαζότανε στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών «Δημόκριτος». Στα βασανιστήρια άντεξαν και οι δύο για πολλές μέρες. «Έσπασε» όμως η ψυχική ισορροπία του Χρήστου, ενός εξαίρετου αγωνιστή, όταν επί ώρες τον υποχρέωναν ν’ακούει από μαγνητοφωνημένη ταινία τις σπαρακτικές φωνές της γυναίκας του.
Ο αρθρογράφος των Τάιμς της Νέας Υόρκης, Σ.Λ.Σουλτσμπέργκερ, αν και δεν αμφισβήτησε τη χρησιμοποίηση βασανιστηρίων, προσπάθησε ν’απαλλάξει την κυβερνητική Χούντα από την ευθύνη αυτών. Έγραψε στις 5 Οκτωβρίου 1969: «Η συστηματική χρήση βασανιστηρίων δεν είναι βέβαια πολιτική της (ελληνικής) κυβερνήσεως.
Την άποψη του Σουλτσμπέργκερ ξετίναξε ο γνωστός Αμερικανός δικηγόρος Τζαίημς Μπέκετ, ηγετικό στέλεχος της οργανώσεως «Άμνεστυ Ιντερνάσιοναλ», ο οποίος έχει κάνει συστηματικές έρευνες στην Ελλάδα ειδικά για το θέμα των βασανιστηρίων, έχει συντάξει σχετική έκθεση και έχει γράψει βιβλίο. Απαντώντας στον Σουλτσμπέργκερ έγραψε στους Τάιμς της Νέας Υόρκης (12 Οκτωβρίου 1969):» Σε ποια απόδειξη βασίζει (ο Σουλτσμπέργκερ) τη διαβεβαίωση που παρέχει; Ο αριθμός των αποδεδειγμένα βασανισθέντων – μεγαλύτερος από τρεις εκατοντάδες – και η χρησιμοποίηση της ίδιας τεχνικής σε όλη την Ελλάδα υποδηλώνουν της ύπαρξη κεντρικής κατευθύνσεως μάλλον παρά προσωπικής υπερβολής. Η κυβέρνηση δεν έκανε καμιά ανακριτική έρευνα επί των κατηγοριών για βασανισμούς. Αντίθετα, οι γνωστοί βασανιστές έχουν προαχθεί. Τα πιο ξακουστό στρατιωτικό στρατόπεδο βασανιστηρίων, ο Διόνυσος, έχει ως ουσιαστικό διοικητή των αδερφό του πρωθυπουργού. Ο στρατηγός Αγγελής έχει εκδώσει εγγράφους διαταγάς (προς τους διοικητάς των στρατοπέδων) όπως τα βασανιστήρια μη αφήνουν (αποδεικτικά) ίχνη στους βασανιζόμενους. Ο υπουργός των Εσωτερικών Παττακός έχει επισκεφθεί φυλακισμένους, οι οποίοι αρνήθηκαν να υποκύψουν, και αντήλαξξε απόψεις με τους υφισταμένους του επί της εφαρμογής μεθόδων βασανισμού (περισσότερο αποτελεσματικών). Η επιβίωση του καθεστώτος εξαρτάται από τη συστηματική χρήση βασανιστηρίων για την απόσπαση πληροφοριών από τα μέλη της αντιστάσεως και την αναχαίτιση εκείνων που θα ήθελαν να προσχωρήσουν στην αντίσταση».
Για την πραγματικά αδιάβλητη αξιοπιστία και αντικειμενικότητα της «Άμνεστυ Ιντερνάσιοναλ» καλύτερα από κάθε τι άλλο μαρτυρεί το γεγονός ότι η μεν ελληνική Χούντα έχει χαρακτηρίσει την οργάνωση αυτή «κομμουνιστική» και «όργανο της Σοβιετικής Ενώσεως», η δε σοβιετική κυβέρνηση ως «ελεγχομένην από τη CIA».
Ο καιρός περνάει. Το έλος που προφητικά επισήμανε ο Σεφέρης βαθαίνει και απλώνεται. Την καθίζηση του τουρισμού αναπληρώνει ένας άλλος, ιδιότυπος τουρισμός. Ξένες προσωπικότητες, βουλευτές και γερουσιαστές από την Αμερική, αλλά και από τις πιο απίθανες χώρες της Αφρικής, δημοσιογράφοι και από τις πέντε ηπείρους, όλοι προσεκτικά διαλεγμένοι, καταφθάνουν ως φιλοξενούμενοι του τυραννικού καθεστώτος. Τα δωμάτια και οι σουίτες είναι κρατημένα στο ‘Αθενς Χίλτον, στη Μεγάλη Βρετανία και στα άλλα πολυτελή ξενοδοχεία. Οι ξένοι μας δεν κακοπερνούν. Ένα αυτοκίνητο, τελευταίο μοντέλο, με σωφέρ και ένας διερμηνέας – συνήθως θηλυκού γένους – είναι στη διάθεσή τους. Επισκέψεις στους Δελφούς, στην Επίδαυρο, σ’όλους τους αρχαιολογικούς χώρους. Όσοι δεν ενδιαφέρονται για τις αρχαιότητες, απολαμβάνουν τα ειδυλλιακά νησιά και τη νυκτερινή ζωή της Αθήνας. Διακοπές παραδεισένιες. Και το σπουδαιότερο, το πορτοφόλι δεν φεύγει άδειο. Κατά κανόνα φεύγει πιο βαρύ απ’ότι ήρθε.
Στις 8 Μαρτίου 1969, ο Βρετανός βουλευτής Γκόρντον Μπάτζιερ, στριμωγμένος από τον αγγλικό Τύπο, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι πήρε μια προκαταβολή τον Μάιο του 1968 από τον Οίκο Μωρίς Φρέιζερ, που είχε αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις της ελληνικής Χούντας. Και δεν ήταν ο μόνος.
Σχετικά, ο Κρίστοφερ Ρεν έγραψε στο αμερικανικό περιοδικό Λουκ της 7 Οκτωβρίου 1969: «Πέντε μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων κουβαλήθηκαν με τις συζύγους τους στην Ελλάδα για διακοπές το Πάσχα του 1968 από της εταιρεία του Μωρίς Φρέιζερ. Ο Φρέιζερ, ένας πρώην «κράχτης» καζίνου, είχε πείσει τη Χούντα να του πληρώνει 253.000 δολάρια τον χρόνο για δημόσιες σχέσεις στη Μ.Βρετανία. Δύο από τους Άγγλους βουλευτές επισκέφθηκαν το στρατόπεδο συγκεντρώσεως Λέρου, ΄που δεν είχαν διαπραχθεί βασανιστήρια. Ο επικεφαλής βουλευτής Γκόρντον Μπάτζιερ απεφάνθη ειρωνικά: «Ειλικρινά έχω μπουχτίσει μ’αυτές τις εντυπωσιακές εκθέσεις που μας έρχονται από την Ελλάδα. Το μόνο που βρήκαμε είναι ότι κάθε περίπτωση βασανισμού που μας καταγγέλλεται έχει συμβεί σε κάποιον άλλον…». Έπειτα από μια μακρά δικαστική διαμάχη (με τον Φρέιζερ), η εφημερίδα του Λονδίνου  Σάνταιη Τάιμς κέρδισε το δικαίωμα να δημοσιεύσει μια μυστική έκθεση του Μωρίς Φρέιζερ προς τη Χούντα, που απεκάλυπτε ότι ένας Βρετανός βουλευτής ήταν υπάλληλός του. Τότε, ο Γκόρντον Μπάτζιερ αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι πληρωνότανε από τον Φρέιζερ…».
Ο καιρός περνάει. Η δικτατορία γιόρτασε για μια ακόμη φορά τα γενέθλιά της. Οι προσωπικότητες του διεθνούς φασισμού δεν παρέλειψαν να συγχαρούν τη Χούντα. Σ’ένα τηλεγράφημα του πρωθυπουργού του Νοτίου Βιετνάμ Θιέου προς τον Παπαδόπουλο διακηρύσσεται ότι τα δύο καθεστώτα, της Σαϊγκόν και των Αθηνών, αποτελούν τα μεγάλα προπύργια της δημοκρατίας. «Η πείρα του αντικομμουνιστικού αγώνος σας», τονίζει ο Θιέου, «μελετάται με προσοχή από τους ανωτέρους αξιωματικούς της Σαϊγκόν και διδάσκεται στις στρατιωτικές σχολές». Ένας φίλος από την Αθήνα μου έγραψε: «Δικαιολογημένα η Χούντα πανηγυρίζει την επέτειό της. Δικαιολογημένα ο Παπαδόπουλος και ο Θιέου αλλήλοεκστασιάζονται… Δεν θα έπρεπε όμως και οι ελεύθερες δημοκρατίες της Δύσεως, να γιορτάζουν την ίδια μέρα, στις 21 Απριλίου, την επέτειο της μεγάλης ντροπής;».

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο 3ο Μέρος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ< ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, στη σελίδα 361, αναφέρει:
Μια και κάνουμε αυτή την ιστορική αναδρομή σωστό είναι ν’αναγνωρίσουμε ότι και οι τρεις «Μεγάλοι» έδειξαν σεβασμό στους κανόνες του (βρόμικου) παιγνιδιού, πρώτη η σοβιετική πολιτική ετίμησε την υπογραφή της στη δουλεμπορική αυτή συμφωνία. Τον Δεκέμβριο 1944, αμέσως μετά την απελευθέρωση, η Ρωσία ετήρησε «άψογη» στάση και παρακολούθησε σαν ψυχρός θεατής την ένοπλη βρετανική επέμβαση. Τότε, μάλιστα, ο Τσόρτσιλ, για να προσφέρει στη σοβιετική ηγεσία ένα γερό επιχείρημα, χαρακτήρισε στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του το ελληνικό κίνημα εθνικής αντιστάσεως σαν «γυμνό τροτσκισμό»! Στην ουσία, δηλαδή, μεταξύ Τσόρτσιλ και Στάλιν παίχτηκε μια χοντροκομμένη φάρσα με θύμα το ελληνικό αριστερό κίνημα. Η σοβιετική ηγεσία δέχτηκε τον κακοήθη ισχυρισμό του Τσόρτσιλ, αν και ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον ότι στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν υπήρχε ούτε ίχνος τροτσκισμού.
Το ίδιο «έντιμη» και «άψογη» ήταν η στάση της Αμερικής, της Αγγλίας και της Ρωσίας, κατά την επιβολή του ατλαντικού νεοφασισμού στην Ελλάδα (1967) και κατά τη σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία (1968).
Και τώρα, ας δούμε αναλυτικότερα την ευρωπαϊκή συμπεριφορά απέναντι στην κατεχόμενη από την Χούντα Ελλάδα.
Τον Ιούνιο, ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον μίλησε στη Βουλή των Κοινοτήτων για «ορισμένες κτηνωδίες» που διαπράττονται από το καθεστώς της Ελλάδας. Αυτό το ψήγμα αλήθειας που βγήκε από τα επισημότερα βρετανικά χείλη πλημμύρισε με ευγνωμοσύνη τον ελληνικό λαό. Προοιώνιζε ότι οι ελεύθερες δημοκρατίες θα σταματούσαν να ζεσταίνουν με την ανοχή τους το προζύμι του φασισμού στο κατώφλι της Ευρώπης.
Δυστυχώς, όχι. Τον Μάρτιο 1969 η αγγλική κυβέρνηση διαπραγματεύθηκε την πώληση πολεμικών σκαφών, αεροπλάνων και άλλου πολεμικού υλικού. Και αργότερα, Έλληνες λιμενεργάτες ξεφόρτωναν στον Πειραιά τα όπλα που έστελνε η εργατική κυβέρνηση της Μ.Βρετανίας για να παρατείνουν την υποδούλωση του ελληνικού λαού. Έτσι, η επίσημη Αγγλία έδειξε να θεωρεί ότι είναι μέσα πλαίσια του ηθικού νόμου όταν οπλίζει ένα καθεστώς, εν γνώσει ότι τα όπλα της θα χρησιμοποιηθούν για «κτηνώδεις πράξεις» εναντίον του λαού που δυναστεύεται από το εν λόγω καθεστώς. Της είναι αρκετή δικαιολογία ότι τούτο αντιπροσωπεύει μια σύμμαχη χώρα. Με την ίδια ηθική λογική ένας γκάγκστερ που εξουσιάζει δυναμικά το σπίτι μιας έντιμη οικογένειας δικαιούται να ζητάει – και να παίρνει – τη βοήθεια που προοριζόταν για την αιχμάλωτη οικογένεια… Σωστά ο Νιου Σταίητσμαν του Λονδίνου έγραψε: «Θα’πρεπε να ζούσε ο λόρδος Βύρων για να εκφράσει με τη δηκτικότητά του την απέχθεια που όλοι μας αισθανόμαστε για τη βρετανική πολιτική».
Η ίδια φιλοσοφία κυριάρχησε και στη στάση της Δυτικής Γερμανίας. Κατά τους πρώτους μήνες του ελληνικού πραξικοπήματος το στρατιωτικό καθεστώς αντιμετώπισε σφοδρότατες γερμανικές επικρίσεις. Αργότερα όμως η κυβέρνηση της Βόννης επέδειξε πολλή «ατλαντική κατανόηση». Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας έργα της Χούντας χρηματοδοτήθηκαν με γερμανικές πιστώσεις 72 εκατομμυρίων δολαρίων. Και τον Σεπτέμβριο 1968 τα ναυπηγεία Κιέλου κατασκεύαζαν υποβρύχια για το ναυτικό της δικτατορίας. Γερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος που ρωτήθηκε έδωσε την εξής απάντηση: «Η Ελλάδα είναι εταίρος του ΝΑΤΟ και δεν βλέπω τον λόγο γιατί τα γερμανικά ναυπηγεία να μη την εφοδιάζουν με πολεμικά σκάφη»!
Στη Γαλλία – όπως και σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο – ο λαός, ο Τύπος, οι οργανώσεις, οι άνθρωποι του πνεύματος και πολλές πολιτικές προσωπικότητες τάχθηκαν ενεργητικά και από την πρώτη στιγμή εναντίον της φασιστικής Χούντας. Και αυτή η καθολική συμπαράσταση προς τον ελληνικό λαό εκτιμήθηκε βαθύτατα. Έδειχνε ότι ο γαλλικός λαός μένει πιστός στις γνήσιες δημοκρατικές παραδόσεις του. Οι Έλληνες  προσδοκούσαν ότι η κυβέρνηση Ντε Γκωλ, απαλλαγμένη από αμερικανικές και νατοϊκές εξαρτήσεις, θα ευθυγραμμιζόταν με το πνεύμα του γαλλικού λαού. Συνέβη το αντίθετο. Εχορήγησε στη Χούντα αλλεπάλληλα δάνεια. Διετήρησε εγκάρδιες σχέσεις. Διαπραγματεύεται την πώληση αεροπλάνων «Μιράζ». Και επιπλέον αντιμετώπισε με αναλγησία την πιο ευαίσθητη πλευρά του ελληνικού δράματος, την πλευρά των βασανιστηρίων. Τον Ιανουάριο 1969, έπειτα από δισταγμούς και αναβλητικότητες είκοσι μηνών το Συμβούλιο Ευρώπης είχε δεχθεί ότι το ελληνικό καθεστώς «παραβίασε σοβαρώς τους όρους συμμετοχής του» και έδωσε στους συνταγματάρχες τη δυνατότητα εκλογής μεταξύ μιας οικειοθελούς αποχωρήσεως και μιας πιθανής αποβολής από το Συμβούλιο των υπουργών (που επρόκειτο να συνέλθει το Μάιο 1968). Και όμως αυτή η μετριοπαθής απόφαση – που και η Χούντα ακόμη την εχαρακτήρισε ικανοποιητική – καταψηφίστηκε από τους ντεγκωλικούς βουλευτές της γαλλικής αντιπροσωπείας. Ας σημειωθεί ότι ακόμη και οι Τούρκοι αντιπρόσωποι έκαναν κάτι καλύτερο από τη δημοκρατική Γαλλία. Τον Οκτώβριο 1969 στην κοινοβουλευτική διάσκεψη του ΝΑΤΟ 46 μέλη ενέκριναν απόφαση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι γάλλοι αντιπρόσωποι καταψήφισαν και πάλι την απόφαση…
Φαίνεται ότι το φαινόμενο των ιδεολογικών κατολισθήσεων της ντεγκωλικής Γαλλίας είναι βαθύτερο, αν κρίνουμε από δηλώσεις του Γάλλου υπουργού των Εξωτερικών Ντεμπρέ. Τον Φεβρουάριο του 1969, ο Ντεμπρέ επισκέφτηκε επίσημα την Ισπανία του Φράνκο. Στη Μαδρίτη δήλωσε: «Το οιασδήποτε μορφής καθεστώς της Ισπανίας ελάχιστα μας ενδιαφέρει. Ούτε και δικαιούμεθα να επεμβαίνωμεν εις τας εσωτερικάς υποθέσεις μιας ξένης χώρας…». Η Γαλλία, εξάλλου, είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που κάλεσε επίσημα στο Παρίσι, και δέχτηκε με μεγάλες τιμές τον συνταγματάρχη Μακαρέζο, έναν από την τριανδρία της «Επαναστάσεως» (4 Ιουνίου 1969).
Η Ιταλία διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με τη Χούντα. Αλλά, τουλάχιστον, δεν έχουμε υπόψη μας – ως τώρα – καμιά εκδήλωση συμπάθειας καμιάς ιταλικής κυβερνήσεως προς το ελληνικό φασιστικό καθεστώς. Αντίθετα, τον Δεκέμβριο του 1968 η ιταλική Γερουσία τροποποίησε, σχεδόν παμψηφεί, ένα νομοσχέδιο για τις τελωνειακές διευκολύνσεις των χωρών της Κοινής Αγοράς, κατά τρόπο που να αποκλείει τη χουντική Ελλάδα. Στον λόγο που εξεφώνησε τότε ο πρώην Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, χριστιανοδημοκράτης γερουσιαστής Γκρόνκι, είπε ότι έφτασε η στιγμή «να περάσουμε από τα λόγια στις πράξεις». Αν οι πολιτικοί άνδρες της Ευρώπης είχαν το σθένος του Γκρόνκι η δικτατορία στην Ελλάδα θα είχε καταρρεύσει.
Κατά τα τέλη Μαρτίου του 1969, οι διακρατικές σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και ελληνικής Χούντας πέρασαν από οξύτατη κρίση. Η δικτατορία ενοχλήθηκε πολύ με το γεγονός ότι ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Πιέτρο Νένι είχε συνάντηση με τον Ανδρέα Παπανδρέου, στον οποίο εξεδήλωσε τη συμπάθεια και τη συμπαράσταση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ιταλίας προς τον ελληνικό λαό. Η Χούντα προβάλλοντας την ατλαντική αλληλεγγύη διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε να της δοθούν δημοσία ικανοποιητικές εξηγήσεις. Και επιπλέον διατύπωσε απειλητικούς υπαινιγμούς περί ασκήσεως οικονομικών αντιποίνων εναντίον της Ιταλίας. Προς τιμήν της, η ιταλική κυβέρνηση δεν υπέκυψε ούτε στις απειλές της Χούντας ούτε στις υποδείξεις του ΝΑΤΟ. Το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε επίσημα ότι «δεν υπάρχει τίποτε προς διάψευση» και καθόρισε τα εξής τρία σημεία της ιταλικής πολιτικής απέναντι στην «ειδική ελληνική κατάσταση»:
1. Επιθυμία ταχείας επανόδου στη δημοκρατική ομαλότητα. 2. Μη ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις. 3. Νουθεσία στους διεθνείς οργανισμούς για την εφαρμογή των υποχρεώσεων περί ελευθερίας και δημοκρατίας, που έχουν αναλάβει τα έθνη τα οποία ανήκουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στην Ατλαντική Συμμαχία. Τέλος, προς τιμήν της, η ιταλική κυβέρνηση ματαίωσε ναυτική επίδειξη στη Νεάπολη για τον εορτασμό της εικοσαετίας του ΝΑΤΟ. Η επίδειξη είχε προγραμματισθεί για τον Απρίλιο του 1969, ματαιώθηκε όμως έπειτα από βέτο της Ιταλίας ως προς τη συμμετοχή της φασιστικής Ελλάδας.
Η Χούντα επεδίωξε να καλλιεργήσει φιλικές σχέσεις και με τις ουδέτερες χώρες. Η υποστήριξη όμως που παρέσχε στο Ισραήλ κατά τον πόλεμο της Μέσης Ανατολής είχε προκαλέσει τη δυσπιστία των αραβικών κυβερνήσεων. Ωστόσο, στις αρχές του 1969, η Χούντα πέτυχε να υπογράψει με την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (Αίγυπτο) σύμβαση περί τουριστικής συνεργασίας των δύο κρατών.
Άμεμπτη μπορεί να θεωρηθεί, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωγραφική της θέση, η στάση της Γιουγκοσλαβίας απέναντι στον ελληνικό λαό, υπό την έννοια της μη παροχής οποιασδήποτε ηθικής ή υλική υποστηρίξεως προς τη Χούντα. Στις αρχές της «Επαναστάσεως» ο τότε μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Χριστόπουλος (έπειτα πρεσβευτής στο Παρίσι) βολιδοσκόπησε τη γιουγκοσλαβική πρεσβεία Αθηνών, επιζητώντας να μάθει τις αντιδράσεις και τη μελλοντική στάση του Βελιγραδίου. Η απάντηση της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας ήταν σαφής και κατηγορηματική. Η Γιουγκοσλαβία – τονίσθηκε – θεωρεί το στρατιωτικό πραξικόπημα ενέργεια που θα επηρεάσει δυσμενώς τις εξελίξεις στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, θα επιδράσει αρνητικά στην οικονομική και πολιτική συνεργασία της Ελλάδας με την Ανατολική Ευρώπη. Οι συνταγματάρχες έκαναν έκτοτε πολλές προσπάθειες προσεγγίσεως με το Βελιγράδι, αλλά τα αποτελέσματα ήσαν πενιχρά.
Από τις άλλες ανατολικές χώρες, η Τσεχοσλοβακία – μετά τη ρωσική εισβολή – παρέσχε ηθική ενίσχυση στον ελληνικό λαό. Ο Τύπος της Πράγας αφιέρωσε δριμύτατα άρθρα για το φασιστικό καθεστώς των Αθηνών και κατηγόρησε ευθέως την αμερικανική κυβέρνηση και τη CIA για το ρόλο της στην κατάλυση της ελληνικής δημοκρατίας. Ανάλογη ήταν και η τάση της Πολωνίας, της Ανατολικής Γερμανίας και της Ουγγαρίας.
Η Βουλγαρία όμως τήρησε πολιτική Ποντίου Πιλάτου. Στις 11 Απριλίου 1969, ο υπουργός Εξωτερικών Μπάσεφ, μιλώντας στη Βιέννη, δήλωσε τα εξής: «Η ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τους στρατιωτικούς δεν αφορά τη Βουλγαρία. Είναι καθαρώς ελληνικό πρόβλημα». Η Χούντα επιδεικνύει τη δήλωση αυτή με καταφανή ικανοποίηση… Είναι, εξάλλου, αξιοσημείωτο ότι ο πρώτος ξένος υπουργός Εξωτερικών που επισκέφθηκε της Ελλάδα επί καθεστώτος Χούντας ήταν ο Βούλγαρος υπουργός Εξωτερικών Ιβάν Μπάσεφ… (3 Μαΐου 1970).
Η Ρουμανία έκανε μια ακόμη πιο εντυπωσιακή χειρονομία: Εκάλεσε επίσημα τον Παπαδόπουλο να επισκεφθεί το Βουκουρέστι.
Με την Κίνα και την Αλβανία η Ελλάδα δεν διατηρεί ούτε καν τυπικές διπλωματικές σχέσεις. Στο πρόβλημα της Κίνας τόσο οι προδικτατορικές κυβερνήσεις των Αθηνών όσο και η Χούντα των συνταγματαρχών ακολουθούσαν πιστά την αρνητική γραμμή της Ουάσιγκτον. Αγνοούσαν την ύπαρξη της χώρας των 750 εκατομμυρίων κατοίκων και καταψήφιζαν πάντοτε την είσοδό της στα Ηνωμένα Έθνη. Μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας δεν έχει συναφθεί συνθήκη ειρήνης. Εξακολουθεί να διατηρείται από το 1940 το νομικό καθεστώς εμπόλεμης καταστάσεως. Κατά το τρίτο έτος της δικτατορίας (1969), οι σχέσεις των δύο κρατών εκτραχύνθηκαν ακόμη περισσότερο με την αναθέρμανση μιας παλιάς ελληνικής διεκδικήσεως. Χρησιμοποιώντας σαν σοβινιστικό μεγάφωνο τον συνταγματάρχη Λαδά, η κυβέρνηση των Αθηνών διεκήρυξε ότι ένας από τους σκοπούς της «Επαναστάσεως» είναι η «απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου», δηλαδή η δια πολέμου προσάρτηση της Νοτίου Αλβανίας στην ελληνική επικράτεια.
Πάντως, πολύ πριν από τους πολεμοχαρείς δονκιχωτισμούς του Λαδά, αλλά και μετά, οι κυβερνήσεις του Πεκίνου και των Τιράνων με όλα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας είχαν αποδοκιμάσει έντονα την επέλαση του νεοφασισμού στην Ελλάδα και κατηγορούσαν ευθέως μεν τις Ηνωμένες Πολιτείες για τον ενεργό ρόλο τους, έμμεσα δεν την σοβιετική πολιτική για τον παθητικό ρόλο και τις χλιαρές αντιδράσεις της. Αργότερα όμως, στις αρχές του 1970, η Αλβανία υπέγραψε μια εμπορική συμφωνία με τη Χούντα, που κατέληξε στην αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων. Στην ουσία το ελληνικό καθεστώς, με αμερικανική πίεση, έκανε μια στροφή 180 μοιρών. Έπειτα από τους φιλοπόλεμους φανφαρονισμούς της, η συμμορία Παπαδόπουλου απαρνήθηκε επίσημα και την «εμπόλεμη» κατάσταση και τη εδαφική διεκδίκηση της Β.Ηπείρου. το αμερικανικό μαστίγιο δούλεψε καλά…
Οι ελληνοσοβιετικές σχέσεις στα πρώτα χρόνια τη δικτατορίας σημείωσαν περίεργες διακυμάνσεις. Τις πρώτες ημέρες μετά το πραξικόπημα, εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος των συνταγματαρχών επεδίωξε και είχε επαφή με τις πρεσβείες των ανατολικών χωρών. Καταρχήν ο χουντικός απεσταλμένος εξέφρασε την «ευχάριστη έκπληξη» της «Επαναστάσεως» για την «άμεμπτη στάση» της Ρωσίας. Την απέδωσε δε – όπως είπε – στις δικαιολογημένες ελπίδες της Μόσχας ότι με τη στρατιωτική κυβέρνηση της Ελλάδας είναι δυνατόν να υπάρξουν θετικότερες σχέσεις στο μέλλον «κατά το προηγούμενον του Ιράκ και τόσων άλλων χωρών…». Στο τέλος, διερμήνευσε ως εξής τις απόψεις της Χούντας: α) Η Χούντα δεν θα ανεχθεί τυχόν παρεμβάσεις της Μόσχας σε ζητήματα που αφορούν τον εξωτερικό προσανατολισμό της Ελλάδας ή τα μέτρα εσωτερικής ασφάλειας. β) Η Χούντα επιθυμεί την βελτίωση της οικονομικής συνεργασίας με τα κράτη του Παραπετάσματος, που είναι δυνατόν να φθάσει σε μεγάλο ύψος. Η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει ότι θα αντιμετωπίσει οικονομικό πόλεμο εκ μέρους των δημοκρατιών της Δύσεως και ενδιαφέρεται να καλύψει τα κενά με ανάπτυξη των συναλλαγών με την Ανατολή.
Η απάντηση των Ρώσων διπλωματών ήταν ότι «τίποτα δεν αποκλείεται». Συμφώνησαν δε με το χουντικό συνομιλητή τους ότι η περίπτωση του Ιράκ, όπου ο Κασίμ και ο Άρεφ αφού σκότωσαν εκατοντάδες κομμουνιστές αποκατέστησαν εγκάρδιες σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, και ακόμη η σχεδόν αντίστοιχη περίπτωση του Νάσερ διευκολύνουν την «αμοιβαία κατανόηση» μεταξύ Μόσχας και Αθηνών».
Επακολούθησε το επεισόδιο της επιθέσεως εναντίον ρωσικού σκάφους στη Μεσόγειο, που εψύχρανε τις ελληνοσοβιετικές σχέσεις και θύμισε στη Μόσχα ότι οι ατλαντικές εξαρτήσεις της Χούντας είναι ισχυρότερες από οποιαδήποτε διπλωματική ερωτοτροπία.
Σύντομα, το σύννεφο διαλύθηκε. Τον Αύγουστο του 1968 ανέλαβε καθήκοντα ο νέος πρεσβευτής Κλημέντι Λεβίτσκιν και από τότε οι σχέσεις των δύο κρατών παραμένουν αδιατάρακτες. (Το καλοκαίρι του 1969 η Σοβιετική Ένωση πήρε μέρος στους πανευρωπαϊκούς αθλητικούς αγώνες που έγιναν στην Αθηνά με την πολυαριθμότερη ομάδα). Είναι πάντως αλήθεια ότι οι εμπορικές ελληνοσοβιετικές συναλλαγές είχαν υποστεί ως το τέλος του 1969 σημαντική καθίζηση, οι δε μορφωτικές επικοινωνίες νεκρώθηκαν. Από ρωσική πλευρά ελήφθησαν ορισμένα μέτρα αντιποίνων. Μεταξύ άλλων το σοβιετικό Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας υιοθέτησε διάβημα του συνδικάτου ναυτεργατών και σταμάτησε τη ναύλωση ελληνικών πλοίων.
Το συμπέρασμα είναι ότι η σοβιετική κυβέρνηση, παρά την πραγματικά συγκινητική κινητοποίηση του σοβιετικού λαού και την ανάπτυξη μαζικού κινήματος αλληλεγγύης προς τη σκλαβωμένη πατρίδα μας, δεν ανταποκρίθηκε στα αισθήματα του ελληνικού λαού. Το εθνικό συμβούλιο του «Πατριωτικού Μετώπου» είχε χαρακτηρίσει τον Οκτώβριο του 1967 τη στάση της ΕΣΣΔ απέναντι στη δικτατορία «απροσδόκητα χλιαρή».
Αλλ’εκείνο που ενίσχυσε περισσότερο τη Χούντα ήταν η στρατιωτική ενέργεια της Ρωσίας στην Τσεχοσλοβακία. Ήρθε σαν ένα θεόπεμπτο δώρο, που οι συνταγματάρχες δεν το άφησαν αναξιοποίητο. Εν πρώτοις έφερε σε δύσκολη θέση το ελληνικό προοδευτικό κίνημα που έτρεφε βαθύ θαυμασμό προ τη Σοβιετική Ένωση, σαν ηγέτιδα δύναμη του αντιιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Η ανεπιφύλακτη και ταχεία καταδίκη του ρωσικού εγχειρήματος από ένα τμήμα της Αριστεράς έσωσε μεν την τιμή της παρατάξεως αυτής, αλλά δεν απέτρεψε κάποια ιδεολογική σύγχυση και αμηχανία. Ιδίως στις τάξεις της ακαδημαϊκής νεολαίας και των διανοούμενων, το γκρέμισμα του ειδώλου είχε αποθαρρυντικές επιδράσεις. Δύο μήνες μετά τη ρωσική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία , η Μόσχα – σύμφωνα με την Ουάσιγκτον Πόστ της 28 Οκτωβρίου 1968 – ειδοποίησε την ηγεσία του ελληνικού κομμουνισμού ότι «δεν πρέπει να υπολογίζει σε βοήθεια του Κρεμλίνου» (για την ανατροπή της Χούντας).
Αυτά όλα μπορούν να θεωρηθούν σαν αρνητικά κέρδη του ελληνικού νεοφασισμού. Το θετικό κέρδος του προέκυψε από την ανατροπή του συσχετισμού των ατλαντικών και βαρσοβιανών δυνάμεων στην Ευρώπη, γεγονός που δυνάμωσε το ειδικό βάρος της Ελλάδας σαν εταίρου του ΝΑΤΟ. Οι συνταγματάρχες έπαψαν να δέχονται «επιπλήξεις». Έγιναν τα χαϊδεμένα παιδιά του Ατλαντικού Στρατηγείου. Και σε λίγους μήνες επετράπη – κατ’εξαίρεση λόγω των γεγονότων της Τσεχοσλοβακίας – η αποστολή βαρέων αμερικανικών όπλων, που ήταν το έσχατο σύμβολο ασκήσεως υποθετικής πιέσεως της Ουάσιγκτον προς το καθεστώς τω Αθηνών. Σαν να μην έφθανε η επανάληψη της βοήθειας, ο στρατηγός Λέμνιτζερ εισηγήθηκε στην αμερικανική κυβέρνηση την «περαιτέρω αύξηση» αυτής.
Συμπερασματικά, μετά τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας, η ελληνική δικτατορία ενίσχυσε τη θέση της και ο αγώνας για την ανατροπή της οπισθοδρόμησε. Οι ‘Έλληνες δημοκράτες είναι ευγνώμονες προς τον σοβιετικό λαό (όπως και προς όλους τους λαούς του κόσμου), αλλά όχι προς τη σοβιετική πολιτική. Ο «συμψηφισμός της βίας» - και δεν νομίζω ότι διαφέρει πολύ αν τα τανκς που καταπνίγουν τη  θέληση ενός λαού οδηγούνται από ξένους εισβολείς ή από ιθαγενείς μισθοφόρους – χειροτέρεψε τη δική μας μοίρα, όπως και τη μοίρα όλων των μικρών λαών. Και οι Έλληνες, όπως και οι Τσέχοι, όπως και οι Βιετναμέζοι, δεν κάνουν διάκριση τυράννων. Αποστρέφονται κάθε μορφή και εθνικότητα τυραννίας. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση έχει χάσει την αγάπη των Τσέχων, χωρίς να υποκατασταθεί από την Αμερική. Και η Αμερική έχασε την αγάπη των Ελλήνων, χωρίς να έχει υποκατασταθεί από τη Ρωσία. Ο «συμψηφισμός της βίας» οδήγησε σ’έναν άλλο χειρότερο συμψηφισμό: Στον συμψηφισμό της δυσπιστίας των λαών κι προς τις δύο μεγάλες υπερδυνάμεις. Η πίστη στα ιδανικά κλονίστηκε. Και μέσα σ’έναν ανεμοστρόβιλο συγχύσεως και απογοητεύσεως η ανθρωπότητα παραπαίει. Και ατενίζει με δέος και απέχθεια τα σημερινά διεστραμμένα σύμβολα που έχουν υποκαταστήσει τα γνήσια ιδεώδη της δημοκρατίας του Τζέφερσον και της Οκτωβριανής Επαναστάσεως του 1917.

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο 3ο Μέρος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, στη σελίδα 350, αναφέρει:
Στις 7,42΄ το πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος παρά τρίχα να σκοτωθεί από μια απόπειρα που έγινε εναντίον του στο Λαγονήσι. Οι δράστες είχαν τοποθετήσει εκρηκτικό μηχάνημα και από μια μικρή γέφυρα στο σημείο, εκείνο του δρόμου, απ’όπου περνούσε κάθε μέρα η θωρακισμένη πρωθυπουργική Λίνκολν. Από λάθος υπολογισμό, το μηχάνημα εξερράγη ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, όταν το αυτοκίνητο του Παπαδόπουλου είχε περάσει από τη γέφυρα. Ούτε ο δικτάτορας ούτε κανένας από τους άνδρες της σωματοφυλακής του, που προηγούνταν με μοτοσικλέτες και ακολουθούσαν με άλλο αυτοκίνητο έπαθε τίποτα. Ο κύριος δράστης, Αλέξανδρος Παναγούλης, 30 ετών, που εχειρίζετο εξ αποστάσεως το εκρηκτικό μηχάνημα, πιάστηκε αμέσως, προσπαθώντας να διαφύγει στα βράχια της ακτής. Την άλλη μέρα συνελήφθησαν και είκοσι άλλα πρόσωπα που κατηγορήθηκαν ότι είχαν άμεση ή έμμεση ανάμειξη στην απόπειρα. Όλοι ήσαν μέλη της οργανώσεως «Ελληνική Αντίσταση». Στην αρχή, η Χούντα απέδωσε την απόπειρα σε «φασιστική» ενέργεια, αργότερα όμως ανεκοίνωσε ότι ο συλληφθείς Παναγούλης ήταν μέλος της Νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου. Ισχυρίσθηκε ότι η απόπειρα είχε οργανωθεί στο εξωτερικό και κατονόμασε σαν ηθικούς αυτουργούς τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Νίκο Νικολαΐδη. Δεν παρουσίασε όμως κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Εθεμελίωσε τον ισχυρισμό της στο ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν πληροφορήθηκε στη Στοκχόλμη την απόπειρα, χαρακτήρισε τον Παναγούλη ήρωα της δημοκρατίας.
Η ομολογία του Παναγούλη ότι αυτός είναι ο δράστης της απόπειρας καθιστά περιττή τη διερεύνηση μερικών σκοτεινών πτυχών που παρουσιάζει η όλη υπόθεση. Ωστόσο, παραμένει ανεξήγητος ο ισχυρισμός της Χούντας, ότι ένα Κρες-κραφτ ανέμενε να παραλάβει τον Παναγούλη, αλλ’ότι δεν μπόρεσε να πλησιάσει στην ακτή «λόγω του πλήθους των λουομένων». Στις 7.42΄το πρωί στην έρημη εκείνη θαλάσσια περιοχή ‘όχι «πλήθος λουομένων» δεν υπήρχε, αλλά ούτε ένας λουόμενος. Και έπειτα τι απέγινε το Κρες-κραφτ; Σύμφωνα με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις η καταδίωξη του σκάφους έγινε με ελικόπτερα που απογειώθηκαν 15 λεπτά μετά την απόπειρα και με πλωτά μέσα του Λιμεναρχείου. Οι ακτές, εξάλλου, περιζώθηκαν από στρατό. Πως διέφυγε ένα Κρες-κραφτ σε μια έρημη θάλασσα, κυκλωμένο και καταδιωκόμενο από ξηρά, θάλασσα και αέρα; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο.
Η δικτατορία έκανε τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση της αποτυχημένης απόπειρας. Με εντολή της αστυνομίας οι εκκλησίες υποχρεώθηκαν να τελέσουν δοξολογίες «επί τη διασώσει…». Υποχρεωτικά, επίσης, οργανώσεις και άτομα έστελναν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στο «γενναίο πρωθυπουργό». Οι μόνες αυθόρμητες εκδηλώσεις χαράς για τη σωτηρία του δικτάτορα ήσαν του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Αμερικανού πρεσβευτή Τάλμποτ. Ο Κωνσταντίνος για να κολακεύσει τον Παπαδόπουλο (εναντίον του οποίου είχε επαναστατήσει οκτώ μήνες πριν) δεν αρκέστηκε σε τηλεγράφημα. Έστειλε από τη Ρώμη τον αυλάρχη του Λεωνίδα Παπάγο, ο οποίος διεβίβασε στον Παπαδόπουλος «καθ’υψηλήν επιταγήν τα θερμά συγχαρητήρια της Α.Μ. επί τη διασώσει του…».
Ο Τάλμποτ, εξάλλου, με επιστολή του στον Παπαδόπουλο εξέφρασε την «βδελυγμίαν του» για την απόπειρα και την «ανακούφησίν» του για την αποτυχία.
Η απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου ήταν το παρορμητικό ξέσπασμα μιας ομάδας αντιφασιστών πολιτών και χωρίς αμφιβολία εξέφραζε τα ενδόμυχα αισθήματα μίσους της καταπιεσμένης μέγιστης λαϊκής πλειοψηφίας. Όπως έγραψαν οι Τάιμς του Λονδίνου, «τυραννία και τυραννοκτονία είναι ελληνικές έννοιες, αρχαιότερες από την έννοια της δημοκρατίας… Το παρόν καθεστώς προέκυψε με παράνομα μέσα και δεν πρέπει να εκπλήττεται αν παράνομα μέσα χρησιμοποιούνται για την ανατροπή του…». Πραγματικά, ένας νόμος της αρχαίας Αθήνας ορίζει ότι αποτελεί υποχρέωση για τον πολίτη να θανατώνει όποιον καταλύσει την αθηναϊκή δημοκρατία. Και όποιος θανατώνει τον τύραννο θα είναι καθαρός μπροστά στους θεούς…
Ωστόσο, ζούμε στον εικοστό αιώνα και με τα σύγχρονα κριτήρια, χωρίς ν’αμφισβητείται το ηθικό δικαίωμα του τυραννισμένου πολίτη να θανατώσει τον τύραννο, φρονούμε ότι η απόπειρα κατά του δικτάτορα της πατρίδας μας ήταν πολιτικά άστοχη ενέργεια. Το θετικό κέρδος, λόγω της αποτυχίας, ήταν μηδέν. Αν η απόπειρα σημείωνε επιτυχία θα ήταν σημαντικό, αλλά όχι λυτρωτικό. Οι δυνάμεις που επέβαλαν τη Χούντα έχουν αρκετές εφεδρείες ατόμων σαν τον Παπαδόπουλο. Αντίθετα, η αρνητική ζημιά υπήρξε σημαντική. Με μια επιδέξια προπαγανδιστική εκμετάλλευση της απόπειρας, η Χούντα επί πολλούς μήνες μπόρεσε ν’αντιστρέψει τους ρόλους και να γίνει από κατηγορούμενη κατήγορος. Το σφυροκόπημα της δικτατορίας από την παγκόσμια κοινή γνώμη έπεσε σε χαμηλότερους τόνους. Και επιπλέον νέα κύματα συλλήψεων και διωγμών τροφοδότησαν τα άντρα των βασανιστηρίων. Κι άλλο αίμα κι άλλα δάκρυα. Όχι, η αποτυχημένη απόπειρα δεν ωφέλησε τον αγώνα του ελληνικού λαού, όπως καμιά μηδενιστική πράξη δεν ωφέλησε ποτέ τα λαϊκά κινήματα.
Μέσα όμως σ’αυτό το πολιτικό αδιέξοδο εγχείρημα έλαμψε η ηρωική μορφή του Αλέξανδρου Παναγούλη, που η λεβεντιά και το μεγαλείο του έκανα να χτυπήσει δυνατά η καρδιά της ανθρωπότητας.
Ογδόντα τρεις μέρες μετά τη σύλληψή του σύρθηκε στο στρατοδικείο, μην μπορώντας να σταθεί όρθιος και υποβασταζόμενος από τους δημίους του. Από τα βασανιστήρια τριών περίπου μηνών, χωρίς ανάπαυλα, ο Παναγούλης είχε περιέλθει σε κατάσταση πλήρους εξαντλήσεως. Ήταν η σκιά του εαυτού του. Αλλά η ψυχή του άντεχε. Η μάχη που έδωσε με τον βασιλικό επίτροπο και με τους στρατοδίκες θα μένει αθάνατη στην Ιστορία σαν υπόδειγμα ευψυχίας μπροστά στην απειλή του θανάτου. «Προσπάθησα, είπε στην απολογία του να σκοτώσω τον δικτάτορα για ν’απαλλάξω την πατρίδα μου από την τυραννία. Αναλαμβάνω την ευθύνη της πράξεώς μου και γνωρίζω την τιμωρία που προβλέπει ο νόμος της Χούντας. Είμαι έτοιμος να πληρώσω το τίμημα. Δεν ζητώ επιείκεια. Για μένα το καλύτερο τραγούδι της ζωής μου, το κύκνειο άσμα, θα είναι το κροτάλισμα των πολυβόλων του εκτελεστικού αποσπάσματος. Η Χούντα κατέλαβε την εξουσία με τη βία και θ’ανατραπεί με τη βία. Αν εμείς αποτύχαμε, άλλοι θα συνεχίσουν και θα επιτύχουν…».
Το στρατοδικείο κατεδίκασε τον Παναγούλη σε θάνατο και τους συγκατηγορουμένους του σε μικρότερες ποινές. Ο Παναγούλης άκουσε με στωική ηρεμία τη θανατική καταδίκη και είπε μόνο: «ε, να πεθάνω».
Η απόφαση του στρατοδικείου εξήγειρε την πολιτισμένη ανθρωπότητα. Και στις πέντε ηπείρους έγιναν διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις και απεργίες πείνας για τη σωτηρία του Αθηναίου ήρωα. Όλες οι κυβερνήσεις της Ευρώπης – με εξαίρεση την Ισπανία, Τουρκία και Πορτογαλία – ζήτησαν να δοθεί χάρη στον Παναγούλη. Προσωπικότητες όπως ο Πάπας Παύλος, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θάντ, ο Αντρέ Μαλρώ και εκατοντάδες κορυφαίων του πνεύματος απηύθυναν εκκλήσεις υπέρ της σωτηρίας του νεαρού καταδίκου. Τελευταία ακολούθησε και η αμερικανική κυβέρνηση.
Η Χούντα μπροστά στην παγκόσμια σταυροφορία υπέκυψε. Έπειτα από πολύωρη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου υπό την προεδρία του αντιβασιλέα Ζωιτάκη, ανακοινώθηκε ότι «ο Παναγούλης δεν θα εκτελεσθεί».
Η απόφαση της μη εκτελέσεως προκάλεσε σεισμική αναταραχή στο καθεστώς της Χούντας. Από την εξτρεμιστική ομάδα Λαδά η υποχώρηση της κυβερνήσεως στην πίεση του εξωτερικού θεωρήθηκε νίκη του διεθνούς κομμουνισμού και προδοσία των αρχών της επαναστάσεως. Όπως έχουμε εξιστορήσει, η οικογενειακή αυτή ανταρσία έληξε με πλήρη επικράτηση του Παπαδόπουλου και εκμηδένιση – τουλάχιστον φαινομενικά – των ενδοχουντικών αντιπάλων του…
Αλλά παρ’όλα αυτά, η μοίρα του Παναγούλη δεν άλλαξε και πολύ. Η ζωή δεν του χαμογελάει. Τώρα που γράφεται αυτό το κεφάλαιο είναι Απρίλιος 1969. Η δίκη έγινε τον Νοέμβριο 1968. Σ’αυτούς τους πέντε μήνες (που με το χρόνο της υποδικίας είναι πολύ περισσότεροι) ο Παναγούλης κρατείται σε αυστηρή απομόνωση, με χειροπέδες μέρα – νύχτα. Σε μια δραματική έκκληση που κατόρθωσε να φτάσει στον αγγλικό Τύπο ο σύγχρονος Προμηθέας έγραψε:
«Ζητώ απ’όλους τους ελεύθερους ανθρώπους να πιέσουν την στρατιωτική κυβέρνηση των Αθηνών να μου βγάλει τις χειροπέδες. Τα χέρια μου έχουν παραμορφωθεί από τη μακρόχρονη ακινησία. Ζητώ να μου επιτραπεί να περπατώ έξω από τους τοίχους του κελιού, που είναι γεμάτο βρόμικα νερά. Ζητώ να μου επιτραπεί να δω τον ήλιο. Διαφορετικά ας επισπεύσουν την εκτέλεσή μου».
Τον Ιούνιο του 1969, ο Παναγούλης κατόρθωσε, με τη βοήθεια ενός φρουρού του, να δραπετεύσει. Η Χούντα τον επικήρυξε για 500.000 δραχμές. Έπειτα από λίγες ημέρες συνελήφθη. Οι πραγματικές συνθήκες της αποδράσεως και της συλλήψεως παραμένουν σκοτεινές. Ως το τέλος του 1970, ο Παναγούλης εξακολουθεί να κρατείται σε απομόνωση, μέσα σ’ένα κελί που ειδικά χτίστηκε γι’αυτόν με χαλύβδινο επίστρωμα και που παρομοιάζεται με τους κλωβούς των τίγρεων του Νότιου Βιετνάμ. Μια δεύτερη απόπειρα αποδράσεως του Παναγούλη, σχεδιασμένη για το τέλος Αυγούστου 1971, προδόθηκε. Για την υπόθεση αυτή πιάστηκαν και καταδικάστηκαν από στρατοδικείο η λαίδη Αμαλία Φλέμιγκ, χήρα του εφευρέτη της πενικιλίνης, η Ελληνοαμερικανίδα Αθηνά Ψυχογυιού, ο Αμερικανός φοιτητής Σκέλτον, ο Κ.Ανδρουτσόπουλος κ.ά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο 3ο Μέρος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, στη σελίδα 337, αναφέρει:
Δύο μήνες μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ξέσπασε ο πόλεμος της Μέσης Ανατολής. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι ο θερμός αυτός πόλεμος στη γειτονιά της Ελλάδας θα ήταν ανέλπιστος σύμμαχος της στρατιωτικής Χούντας. Επρόκειτο για μια τυχαία χρονική σύμπτωση ή η εγκαθίδρυση της δικτατορίας έγινε ενόψει της αναπόφευκτης αραβοϊσραηλινής συρράξεως; Σ’αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί ακόμη απάντηση. Γεγονός πάντως είναι ότι ο αστραπιαίος εκείνος πόλεμος ωφέλησε το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Ας θυμίσουμε ότι σ’όλο τον πολιτισμένο κόσμο η επανεμφάνιση του φασισμού στη νοτιοανατολική γωνιά της Ευρώπης είχε προκαλέσει θυελλώδεις αντιδράσεις. Βάλλονταν ανηλεώς όχι μόνο η Χούντα, αλλά και το ΝΑΤΟ και ο Λευκός Οίκος. Η θύελλα δυνάμωσε καθώς έρχονταν στη δημοσιότητα οι αγριότητες του στρατού και της αστυνομίας, οι χιλιάδες συλλήψεις, τα στρατόπεδα, τα βασανιστήρια, ο πνευματικός σκοταδισμός που ξαναγύριζε στη γη του φωτός. Τότε ακριβώς ήρθε το εξ ουρανού δώρο της Χούντας, ο πόλεμος της Μέσης Ανατολής. Το ελληνικό θέμα εξαφανίστηκε από τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων όλου του κόσμου και παρεχώρησε τη θέση του στη Μέση Ανατολή. Οι έκτακτοι απεσταλμένοι του Τύπου στην Αθήνα, συνεργεία τηλεοράσεως και κινηματογράφου, έπαιρναν εντολή να κατευθυνθούν στο Τελ-Αβίβ και στο Κάιρο.
Η Χούντα δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία. Ξέροντας τα στρατηγικά ενδιαφέροντα της Ουάσινγκτον και του ΝΑΤΟ για μια γρήγορη νίκη του Ισραήλ και την ευαισθησία της αμερικανικής κοινής γνώμης έκρινε κατάλληλη τη στιγμή να σπάσει τον πάγο προσφέροντας περισσότερα από ό,τι ήταν δυνατόν να της ζητηθούν. Πλήρης και ανεξέλεγκτη ελευθερία χρησιμοποιήσεως του ελληνικού εδάφους, του ελληνικού ουρανού και των ελληνικών βάσεων παραχωρήθηκε στο ΝΑΤΟ, στις Ην.Πολιτείες και στο Ισραήλ. Ο Έκτος Στόλος ειδοποιήθηκε ότι μπορεί «εν λευκώ» να κάνει χρήση των ελληνικών λιμένων και ειδικά της Κρήτης που γειτονεύει με την Αίγυπτο. Μια τεράστια αερογέφυρα μεταξύ Αθήνας και των εμπολέμων κρατών επέτρεψε την έγκαιρη απομάκρυνση χιλιάδων αμερικανικών οικογενειών από τη φλεγόμενη Μέση Ανατολή. Θα μπορούσε, βέβαια, να χρησιμοποιηθεί η Ρώμη ή άλλες κοντινές πόλεις. Αλλά η Ουάσινγκτον προτίμησε την πρωτεύουσα της φιλόξενης Χούντας για να ζεστάνει την παγωμένη ατμόσφαιρα μεταξύ του αμερικανικού λαού και της νεογέννητης ελληνικής δικτατορίας. Ο Σούλτσμπέργκερ έγραφε: «Η Ελλάδα μας βοήθησε πιστά κατά τη διάρκεια της κρίσεως του 1967 στη Μέση Ανατολή». Εκείνο όμως που παρασιωπήθηκε είναι ότι η βοήθεια που η Χούντα πρόσφερε στους κηδεμόνες της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια που χαράζει το διεθνές δίκαιο στις σχέσεις τρίτων κρατών προς τα εμπόλεμα κράτη. Οι συνταγματάρχες παραχωρώντας «εν λευκώ» στη πολεμική αεροπορία του ΝΑΤΟ το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τις αεροπορικές βάσεις της Κρήτης, έκαναν στραβά μάτια στο γεγονός ότι για λόγους συντομεύσεως της αποστάσεως οι βάσεις χρησιμοποιήθηκαν και από την ισραηλινή αεροπορία για πολεμικές εξορμήσεις εναντίον αραβικών στόχων.
Ένα άλλο απροσδόκητο γεγονός ήρθε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη στρατηγική θέση της Χούντας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή, σοβιετικός στόλος έκανε την εμφάνισή του στην Ανατολική Μεσόγειο. Από τότε η παρουσία του ρωσικού στόλου έχει γίνει η αγαπημένη καραμέλα που πιπιλίζεται από ατλαντικά και χουντικά χείλη για να δικαιολογήσει τον παρατεινόμενο βιασμό της ελληνικής δημοκρατίας. Η πιο διασκεδαστική χρησιμοποίηση αυτής της «καραμέλας» έγινε στην Τεργέστη τον Νοέμβριο του 1968, κατά τη διάρκεια ενός σεμιναρίου του ΝΑΤΟ. Φοιτητές έθεσαν στους συνέδρους το ερώτημα: Γιατί το ΝΑΤΟ υποστήριξε και υποστηρίζει το καθεστώς των συνταγματαρχών, ενώ ο Καταστατικός Χάρτης του Ατλαντικού Συμφώνου καθορίζει σαν υποχρέωση «τη διαφύλαξη των ελευθεριών των λαών», Απάντησαν ο πρόεδρος της ατλαντικής επιτροπής, Ιταλός βουλευτής Ιβάν Ματέο Λομπάρντο, και ο Αμερικανός πρεσβευτής στο ΝΑΤΟ, Κλήβελαντ. Και οι δύο πρόβαλαν σαν δικαιολογία την παρουσία του σοβιετικού στόλου στη Μεσόγειο. Τότε ένας φοιτητής παρετήρησε: «Στις 21 Απριλίου 1967 δεν υπήρχε ρωσικός στόλος στη Μεσόγειο. Υπήρχε όμως ο 6ος Στόλος, ο οποίος ναυλοχούσε στο Φάληρο…».
Ο Λομπάρντο τα έχασε, κοκκίνισε και επέμεινε:»Νομίζω ότι υπήρχε και ο ρωσικός…».
Ο Κλήβελαντ εσιώπησε…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο 3ο Μέρος, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, στη σελίδα 336, αναφέρει:
Στις εξαιρετικές περιπτώσεις, στις πολύ μεγάλες δουλειές, που χορεύουν τα δισεκατομμύρια, εκεί το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου, παίρνει οργιαστικές διαστάσεις. Η πιο εντυπωσιακή ιστορία είναι το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Ωνάση και Νιάρχου για τα διυλιστήρια και άλλες βιομηχανικές μονάδες (Μάρτιος 1969). Ο Ωνάσης είχε κάνει μια προσφορά επενδύσεως 400 εκ. δολαρίων, την οποία η Χούντα – με πρώτο βιολί τον Μακαρέζο – διατυμπάνισε στα πέρατα της οικουμένης σαν τη μεγαλύτερη οικονομική επιτυχία της Ελλάδας κατά την τελευταία δεκαετία. Πόσο συμφέρουσα για την Ελλάδα ήταν η επένδυση αυτό αποδείχθηκε σε λίγες εβδομάδες. Ο Σταύρος Νιάρχος, άλλος μεγιστάνας των θαλασσών και πρώην σύγγαμβρος του Ωνάση, μόλις πληροφορήθηκε τις προτάσεις του ανταγωνιστή του μυρίστηκε πλούσια λεία, έσπευσε στην Αθήνα και υπέβαλε προτάσεις για επενδύσεις 500 εκ. δολαρίων (δηλαδή 100 εκ. περισσότερα). Η Χούντα ταλαντεύτηκε για μερικές ημέρες, «μελέτησε» τις προσφορές και φάνηκε να καταλήγει στην απόφαση προτιμήσεως της προσφοράς του Ωνάση… Στις λεπτομέρειες η χαριστική ενέργεια της Χούντας προς Ωνάση ήταν πολύ μεγαλύτερη από 100 εκ. δολάρια. Για να προμηθεύσει στην Ελλάδα αργό πετρέλαιο, ο Νιάρχος πρόσφερε 11,80 δολάρια κατά τόνο. Η προσφορά του Ωνάση ήταν 14 δολάρια. Απώλεια για το ελληνικό δημόσιο σε μια δεκαετία 150 εκ. δολάρια. Η διαφορά για τη μεταφορά πετρελαίων, εξάλλου, άφηνε άνοιγμα, μεταξύ των δύο προσφορών, σε βάρος πάλι του ελληνικού Δημοσίου, για το ίδιο χρονικό διάστημα, 250 εκ. δολάρια (για την περίπτωση που θα διατηρηθεί το κλείσιμο του Σουέζ).

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI: ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, στη σελίδα 254, αναφέρει:
Οι μέρες και οι μήνες της κυβερνήσεως Στεφανόπουλου κυλούσαν άτονα, ενώ το παρασκήνιο δούλευε εντατικά υφαίνοντας τη μελλοντική μοίρα του ελληνικού λαού και σφυρηλατώντας τα δεσμά του. Στον στρατό λειτουργούσε η λεγόμενη «Μεγάλη Χούντα των στρατηγών», η οποία εκτός από τον Σπαντιδάκη και τους άλλους στρατηγούς – είχε διευρυνθεί και με άλλους, μη στρατιωτικούς φιλοδικτατορικούς παράγοντες. Στις γνωστότερες ηγετικές φυσιογνωμίες περιλαμβάνονταν ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Κόλλιας και ο πρωθιερέας των ανακτόρων Ιερώνυμος Κοτσώνης, ένας καλλιεργημένος φιλόδοξος κληρικός με μεγάλη επιρροή στα μέλη της βασιλικής οικογένειας, την οποία αργότερα πρόδωσε. Ο σύγχρονος αυτός Ρασπούτιν προσχώρησε στους κολονέλους και είναι σήμερα Αρχιεπίσκοπος της δικτατορίας. Πολλές συνεδριάσεις της Χούντας οργανώνονταν στο σπίτι του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, βουλευτή της ΕΡΕ, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Ασφαλείας κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936 – 1940). Δεδομένων των στενών δεσμών της Χούντας με το Παλάτι, με εκπροσώπους της ολιγαρχίας και με ατλαντικές προσωπικότητες, θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς τη Μεγάλη Χούντα σαν μεταϊουλιανή μεταμόρφωση της προϊουλιανής υπερκυβερνήσεως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνεννοήσεις μεταξύ Χούντας και Ατλαντικού Στρατηγείου. Η νομιμοφάνεια καλύπτετο από το γεγονός ότι συνομιλητής του ΝΑΤΟ δεν εμφανιζόταν η Χούντα, αλλά το Γενικό Επιτελείο Στρατού, που ήταν ένα και το αυτό. Το ερώτημα που είχε υποβληθεί στο ΝΑΤΟ ήταν: αν σε περίπτωση κινδύνου κομμουνιστικής ή φιλοκομμουνιστικής, κατόπιν εκλογών, επικρατήσεως δύναται να εφαρμοστεί το ατλαντικό σχέδιο αντιμετωπίσεως κομμουνιστικής επαναστάσεως; Αντ’άλλης απαντήσεως, το ΝΑΤΟ παρέπεμπε το ελληνικό Επιτελείο στο ατλαντικό σχέδιο «Προμηθεύς», που πρόβλεπε την περίπτωση αντιμετωπίσεως είτε κομμουνιστικής εισβολής από το εξωτερικό είτε εσωτερικής κομμουνιστικής εξεγέρσεως. Στην ουσία η απάντηση του ΝΑΤΟ ήταν καταφατική. Καθιστούσε τη Χούντα αρμόδια να εκτιμήσει και ερμηνεύσει αν τα δεδομένα της ελληνικής καταστάσεως συνιστούσαν απειλή κομμουνιστικής επαναστάσεως. Και τα γεγονότα της 21ης Απριλίου απέδειξαν με πόση ασυνειδησία οι κινηματίες χρησιμοποιούν τον όρο «κίνδυνος κομμουνιστικής εξεγέρσεως».

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI, ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, στη σελίδα 251, αναφέρει:
Ήταν όμως πραγματικά ο Χοϊδάς από τους οργανωτές των Ιουλιανών; Μία από τις υπάρχουσες μαρτυρίες προέρχεται από τον τότε πρωθυπουργό Στέφανο Στεφανόπουλο. Στις 27 Ιουλίου (1965), προτού αποσπασθεί από την Ένωση Κέντρου ο Στεφανόπουλος, δέχθηκε στο γραφείο του επί της οδού Κανάρη μια ομάδα βουλευτών του κόμματος και συζήτησε μαζί του για τα αίτια και τα παρασκήνια της πολιτικής κρίσεως. Μεταξύ άλλων, ο Στεφανόπουλος αποκάλυψε στους συνομιλητές του ότι τρία πρόσωπα έπαιξαν ρόλο πρωταγωνιστή στο πραξικόπημα του Ιουλίου: Η Ελένη Βλάχου, ιδιοκτήτρια του μεγάλου δημοσιογραφικού συγκροτήματος της Δεξιάς, ο Πάνος Κόκκας, εκδότης της εφημερίδας Ελευθερία, δημοσιογραφικού οργάνου των αποστατών, και ο Κωνσταντίνος Χοϊδάς. Το περιεχόμενο της συνομιλίας του Στεφανόπουλου με την ομάδα των βουλευτών το αποκάλυψε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Ιωάννης Αλευράς. Και δεν διαψεύσθηκε.
Προσωπικά έχω αντιρρήσεις ως προς τα τρία πρόσωπα. Οι δικές μου πληροφορίες – τις οποίες μου είχε επιβεβαιώσει και ο Γεώργιος Παπανδρέου – συμφωνούν ως προς τα δύο πρόσωπα της συνομωσίας: του Χοϊδά και του Κόκκα. Το τρίτο πρόσωπο δεν ήταν η Ελένη Βλάχου. Ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπουργός Οικονομικών της κυβερνήσεως Παπανδρέου και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των αποστατών.
Άσχετα από τη λεπτομέρεια αυτή, η αποπομπή του Χοϊδά φανέρωνε ότι ο Κωνσταντίνος και η Φρειδερίκη (ίσως και οι Αμερικανοί) δεν ήσαν ευχαριστημένοι ούτε από την πρακτική εφαρμογή του ιουλιανού πραξικοπήματος ούτε από τις κατοπινές εξελίξεις. Η απαλλαγή από τους εφιάλτες του Λαμπράκη ή του ΠΕΡΙΚΛΗ (και πολλών άλλων), ακόμη και η επανάκτηση των τίτλων ιδιοκτησίας επί του κράτους και του πλούτου της χώρας δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν ένα ακαθόριστο αίσθημα έντονης ανησυχίας. Το ένστικτο τους έλεγε ότι μέσα στο καμίνι του Ιουλίου είχαν συντελεσθεί όχι απλές πολιτικές ανακατατάξεις, αλλά βαθιές συνειδησιακές ωριμάνσεις. Το φαινόμενο ενός λαού, που αντί να «κουραστεί» - όπως τους έλεγαν – και να υποταχτεί αποκτούσε μια εφηβική ζωτικότητα με συναίσθηση του κυριαρχικού του ρόλου, δεν προμηνούσε τίποτε καλό για το κατεστημένο. Οι προοπτικές για το μέλλον ήσαν ζοφερές. Είχε δημιουργηθεί το αδιέξοδο. Οι δύο δρόμοι που ανοίγονταν μπροστά στον Κωνσταντίνο και στους Αμερικανούς για την αναζήτηση εξόδου, και από τους οποίους έπρεπε οπωσδήποτε να επιλεγεί ο ένας, έμοιαζαν σαν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ο ένας δρόμος ήταν η επάνοδος στη δημοκρατική ομαλότητα. Και οδηγούσε, δια των εκλογών, με μαθηματική ακρίβεια, στην επικράτηση της Ενώσεως Κέντρου. Μιας Ενώσεως Κέντρου όμως κυριαρχούμενης από τις ριζοσπαστικές ιδέες και δυνάμεις, διδαγμένης από τα λάθη του παρελθόντος και αποφασισμένης να κρατήσει γερά τους μοχλούς της εξουσίας, όλης της εξουσίας. Και στην περίπτωση αυτή ποια θα ήταν η τύχη του Θρόνου; Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Παπανδρέου δεν θα δημιουργούσε θέμα αλλαγής της μορφής του πολιτεύματος. Ο θεσμός της βασιλείας θα διετηρείτο, περιορισμένος – εννοείται – στα αυστηρά πλαίσια του Συντάγματος και κρατώντας – όπως συμβαίνει στις βασιλευόμενες χώρες της Δυτικής Ευρώπης – τον γραφικό του χαρακτήρα και τις όχι ευκαταφρόνητες απολαβές του. Αλλά η προοπτική αυτή προκαλούσε συμπτώματα επιληψίας στην απολυταρχική τριάδα Φρειδερίκης – Κωνσταντίνου – Ειρήνης. Κι έπειτα, ποια εγγύηση μονιμότητας του Θρόνου υπήρχε;
Ο δεύτερος δρόμος οδηγούσε στη δικτατορία. Και ασκούσε, ιδίως στη Φρειδερίκη, μαγική έλξη το όραμα ενός σιδηρού πειθαρχημένου καθεστώτος, όπως το είχε γευτεί στα νεανικά της χρόνια, τότε στη μεγάλη πατρίδα της, που ο μη εστεμμένος κυρίαρχος της Γερμανίας είχε δαμάσει τον όχλο του και με οδηγό τη Θεία Πρόνοια εξορμούσε για να δαμάσει και τους άλλους όχλους, να επιβάλει στην ανθρωπότητα τη «νέα τάξη» της υπερεπικοινωνίας των λίγων… Αλλά και αυτή η λύση είχε τους κινδύνους της. Ποια ήταν η εγγύηση της επιτυχίας και της διάρκειας; Και δεν θα ήταν τυραννική η καθημερινή αγωνία της πτώσεως, της ολοκληρωτικής καταστροφής, όπως – καλή ώρα – του Φύρερ: Στην κυριολεξία και οι δύο δρόμοι ήσαν μπρος βαθύ και πίσω ρέμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI, ΟΙΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, στη σελίδα 245, αναφέρει:
Σε μια εξαίρετη αγόρευσή του στη Βουλή ο Ηλίας Ηλιού στρεφόμενος προς τα κυβερνητικά εδώλια ρώτησε: «Ποιοι ήσαν εκείνοι που ύψωσαν τις κόκκινες σημαίες με τα σφυροδρέπανα στη Νέα Ζωή; Ποιοι ήσαν εκείνοι που έκανα διαδήλωση με φωνές «ΚΚΕ» στο Γαλάτσι; Δεν απαντάτε; Θα σας το πω εγώ. Είναι μέλη παρακρατικών οργανώσεων της Άκρας Δεξιάς. Συνελήφθησαν, ανεγνωρίστησαν και ήδη είναι στα χέρια της δικαστικής εξουσίας… Και θα σας πω και κάτι άλλο: Χθες ο αρχηγός των ΤΕΑ στη Λευκάδα ύψωσε κόκκινη σημαία και έγραψε στους τοίχους: «Θάνατος στον βασιλιά» και «Θάνατος στη χωροφυλακή». Και αυτός συνελήφθη…».
Οι υπουργοί της Α.Μ. έμειναν σιωπηλοί.
Το σχέδιο της CIA είχε κακό ξεκίνημα. Αλλά δεν εγκαταλείφθηκε. Στις 20 Αυγούστου (1965) έγινε μια συγκέντρωση των εργαζομένων στον Τύπο (δημοσιογράφων, τυπογράφων κ.λ.π.). Οι συγκεντρωθέντες – περίπου 6.000 κατά την αστυνομία – αφού άκουσαν τους λόγους των ομιλητών εναντίον του ιουλιανού πραξικοπήματος μετέβησαν εν σώματι στην πλατεία Ομονοίας, όπου έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Στο σημείο αυτό, χίμηξαν οι αστυνομικές δυνάμεις με κλομπς και προσπάθησαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση με δακρυγόνα αέρια. Ήμουνα εκεί και παρακολουθούσα όλες τις φάσεις της αστυνομικής επιχειρήσεως. Είδα με τα μάτια μου μια ομάδα τριών αστυφυλάκων και ενός αρχιφύλακα να καταδιώκει ένα κορίτσι ως 20 χρονών περίπου. Όταν την έπιασαν, οι δύο της έστριψαν τα χέρια να μην αντιστέκεται, ο τρίτος την χτυπούσε από πίσω στο κεφάλι και ο τέταρτος την κλοτσούσε στην περιοχή της κοιλιάς. Όταν το κορίτσι έμεινε αναίσθητο από τα χτυπήματα, το έσυραν αιμόφυρτο στην είσοδο μιας κοντινής πολυκατοικίας. Εκεί ο γενναίος αρχιφύλακας με μια δυνατή κίνηση ξέσκισε το φόρεμά της από τον λαιμό ως κάτω και όταν την ξεστήθωσε άρχισε να τη χτυπάει με γροθιές στα ακάλυπτα σημεία του σώματος. Έδειχνε να ηδονίζεται καθώς χτυπούσε το γυμνό λιποθυμισμένο κορμί. Σε λίγο πέρασε από τον δρόμο μια «κλούβα».  Πέταξαν μέσα το κορίτσι. Την άλλη μέρα πέρασε από δικαστήριο (μαζί με πολλούς άλλους). Καταδικάστηκε για «αντίσταση κατά της Αρχής»!
Στο μεταξύ, δυνάμεις της αστυνομίας είχαν φράξει όλες τις διεξόδους και εμπόδιζαν τη διάλυση των διαδηλωτών και την απομάκρυνση του διερχόμενου κόσμου. Ξαφνικά, σε διάφορα σημεία άναψαν πυρκαϊές. Οδοφράγματα στήνονταν. Ένα όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας και μερικά ιδιωτικά αυτοκίνητα καίγονταν σαν λαμπάδες. Πλησίασα και είδα οργανωμένες ομάδες από νέους που φορούσαν κόκκινα πουκάμισα και μπλου-τζην παντελόνια να μεταφέρουν από αστυνομικά καμιόνια μπιτόνια με βενζίνη στο καιγόμενο πυροσβεστικό όχημα και να τροφοδοτούν τις φωτιές… Οι ίδιες ομάδες έστηναν τα οδοφράγματα. Στη συγκέντρωση όμως που είχε προηγηθεί δεν είχα δει ούτε έναν με κόκκινο πουκάμισο. Και αυτοί εδώ έπαιρναν εντολές από αξιωματικούς της αστυνομίας. Τι συνέβαινε;
Το «τι συνέβαινε» αποκαλύφθηκε την άλλη μέρα από μια ομάδα δημοσιογράφων, εντεταλμένων να παρακολουθήσουν τα ταραχώδη γεγονότα, οι οποίοι δημοσίευσαν κοινή επιστολή στην οποία κατήγγειλαν: α) ότι η αστυνομία παρακολουθούσε απαθής τις πυρπολήσεις των αυτοκινήτων, όσοι δε από τους άνδρες της αγνοώντας τις «ειδικές διαταγές» έσπευδαν προς τα εκεί αναχαιτίζονταν από μεμυημένους αξιωματικούς. β) Οι νεαροί με τα κόκκινα πουκάμισα υποδύονταν τους «Λαμπράκηδες», ενώ ήσαν πληρωμένοι πράκτορες της αστυνομίας. γ) Ομάδες πολιτών προθυμοποιήθησαν να σβήσουν τις πυρκαϊές. Η αστυνομία τους εμπόδισε. Στην πλατεία Κολοκοτρώνη ήσαν συγκεντρωμένοι 400 αστυφύλακες, σαν εφεδρική δύναμη. Ενώ παρέμεναν αδρανείς, ο ασύρματος ανεκοίνωσε ότι στις συμπλοκές της Ομονοίας σκοτώθηκαν δύο αστυφύλακες. Οι 400 αστυφύλακες εξαγριωμένοι έσπευσαν προς τα σημεία των συμπλοκών, όπου επέδειξαν πρωτοφανή βαρβαρότητα. Ο δήθεν φόνος των δύο αστυφυλάκων διαψεύσθηκε από την ίδια την αστυνομία… Οι εφημερίδες του Κέντρου και της Αριστεράς χαρακτήρισαν τα γεγονότα της Ομονοίας «κακότεχνη σκηνοθεσία». Ακόμα και η υπερδεξιά Εστία υπογράμμισε «την περίεργον στάσιν της αστυνομίας». αλλά και ο κυβερνητικός Τύπος και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έκαναν ότι μπορούσαν για να εκφοβίσουν τα μετριοπαθή στοιχεία αξιολογώντας τις αναρχικές πυρκαϊές και τα οδοφράγματα ως «αρχήν ερυθράς επαναστάσεως».