Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 4ο)
23 Ιανουαρίου 1968: Είμαι πάλι στο δικό μου σπίτι της οδού Χάρητος. Με άφησαν ελεύθερη την άλλη μέρα των Χριστουγέννων. Τη φοβερή εκείνη νύχτα της 12ης Δεκεμβρίου με κουβάλησαν με μια κουβέρτα από την ταράτσα όχι στο κελί μου, αλλά σ'ένα από τα απομονωτήρια του υπογείου. Εκεί που καταλήγει η τρύπα του θανάτου από το πλυ­σταριό. Εδώ ο αέρας είναι λίγος, η ατμόσφαιρα πνιγερή. Το πάτωμα δεν έχει τσιμέντο.
Όταν με άδειασαν από την κουβέρτα στο κελί το γυ­μνό πληγιασμένο κορμί μου ανακατεύθηκε με τη γλίτσα και τα πεταμένα ρούχα μου. Ήταν λάσπη που μύριζε αί­μα και ακαθαρσίες. Το μάκρος του κελιού μόλις έπαιρνε το σώμα μου, αν είχα διπλωμένα τα πόδια. Ήμουνα όμως χωρίς χειροπέδες κι έτσι μπόρεσα να ντυθώ, να κρατάω τη μύτη μου και ν' αναπνέω με το στόμα. Στα πρώτα δέκα λεπτά, παρά τους πόνους, την αιμορραγία και την εξά­ντληση, στεκόμουνα ορθή. Αυτή η βρόμικη λάσπη μού έφερ­νε εμετό. Και ο εμετός γινότανε το επίστρωμα της λάσπης. Δεν άντεξα για πολύ. Έπεσα κάτω και παραδόθηκα άνευ όρων στη λάσπη και στους εμετούς. Έζησα εκεί ως τις 26 Δεκεμβρίου.
Αλλά δεν με βασάνισαν άλλο. Και δεν ξαναείδα ούτε τον Καραπαναγιώτη, ούτε τους άλλους, ούτε τον βιαστή μου.
Στις 26 το μεσημέρι ένας αστυφύλακας με στολή με πή­γε στο γραφείο του Λάμπρου. Μέσα στο γραφείο αντίκρι­σα τον πατέρα μου. Κράτησα τους λυγμούς μου. Δεν ήθε­λα να δώσω ικανοποίηση στον κύριο διοικητή που στεκότανε όρθιος. Ο πατέρας μπροστά στο φάντασμα που έβλεπε εί­χε καταρρεύσει.
"Είσαι ελεύθερη", είπε ψυχρά ο Λάμπρου.
Και να 'μαι πάλι από τη φρίκη της Μπουμπουλίνας στη θαλπωρή και στις ανέσεις του πατρικού σπιτιού.
Η μητέρα ήταν ακόμη στην κλινική. Είχε πάθει καρ­διακή προσβολή την ημέρα που έμαθε ότι μ' έπιασαν. Ο πατέρας είπε ότι ήταν θαύμα που σώθηκε. Σε τρεις μέρες γύρισε σπίτι. Εμένα με εξέτασε συμβούλιο γιατρών και με υπέβαλε σε πολύπλευρη συστηματική θεραπεία. Το κά­ψιμο του μηρού έχει αφήσει μια βαθιά ουλή. Πιο απο­κρουστική είναι η πληγή του στήθους. Είχε αρχίσει μόλυν­ση και χρειάστηκε να εγχειριστώ. Μου κόψανε το μισό στήθος. Ο αριστερός ώμος είχε υποστεί εξάρθρωση από το κρέμασμα. Ένα σπασμένο πλευρό μπήκε σε νάρθηκα. Έχω συνεχείς ιλίγγους και μου κάνουν ηλεκτροθεραπεία.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο φοβερό και αγιάτρευτο. Σήμερα το πρωί βεβαιώθηκα οριστικά ότι είμαι έγκυος. Έχω μέσα στα σπλάχνα μου το σπόρο της απαί­σιας εκείνης νύχτας.
Δεν έχω πει σε κανένα αυτή την ιστορία. Η μητέρα και ο πατέρας θα πέθαιναν από ντροπή. Τι έπρεπε όμως να κάνω με τον Μανώλη;
Ο πατέρας τού είχε γράψει για τη σύλληψή μου. Και μ' ένα τηλεγράφημά μου "Είμαστε όλοι καλά. Ηλέκτρα" τού έδωσα να καταλάβει ότι είμαι ελεύθερη ζωντανή. Πήρα γράμματά του που εξέφραζαν αγωνία για την υγεία μου και μου έδιναν κουράγιο. Εξακολουθούσε να με αγαπάει βαθιά και αληθινά. Αλλά εγώ τι να του γράψω; Πώς να τον πληγώσω λέγοντας ότι είμαι έγκυος και πρόκειται να φέρω στον κόσμο μια ζωή που δεν είναι δική του; Νύχτες και νύχτες τυραννήθηκα μ' αυτή τη σκέψη. Κι ακόμη τυραννιέμαι....
Οι μέρες κυλάνε άδειες. Από την πρώτη μέρα που μ'άφησαν, με την εμπειρία της παρανομίας ερευνούσα από το άνοιγμα της κουρτίνας τον δρόμο. Τις πρώτες μέρες δεν έβλεπα καμιά απολύτως ύποπτη κίνηση. Ένα σούρουπο θέλοντας να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου ξεκίνησα με τα πόδια για την οδό Χάρητος. Σε τι κατάσταση να βρισκό­ταν άραγε το σπίτι μου; Στρίβοντας στη γωνιά σταμάτη­σα σ' ένα περίπτερο ν'αγοράσω κάτι. Ενώ πλήρωνα κοι­τάζοντας προς τη γωνιά του δρόμου είδα να ξεπροβάλει ένα "μούτρο". Τον θυμήθηκα αμέσως. Τον είχα δει τη νύ­χτα που με πρωτοπήγαν στην Μπουμπουλίνας να κατεβαίνει, μαζί με άλλους, τη σκάλα, κρατώντας βιβλία στο χέρι. Προχώρησα κι έπειτα από τρία τετράγωνα σταμά­τησα σε μια βιτρίνα. Ο "τύπος" ερχότανε, δήθεν αμέριμνος, από πίσω μου. Τώρα δεν είχα καμιά αμφιβολία.
Φτάνοντας στην πολυκατοικία της Χάρητος η θυρωρός καθώς με αντίκρισε μόνο που δεν λιποθύμησε. Άνοιξα το διαμέρισμά μου και είδα την εικόνα της καταστροφής. Τη νύχτα που είχαν έρθει και τους ξέφυγα από την πόρτα υπηρεσίας, τα έκαναν από τη λύσσα τους γης Μαδιάμ. Έπιπλα, καθρέφτες, κρεβάτια σπασμένα. Τα χαλιά σκι­σμένα με ξυραφάκια. Τα βιβλία φύλλο φύλλο. Τα ρούχα μου έλειπαν.
Όταν γύρισα στο πατρικό σπίτι, εξήγησα στους δικούς μου την καταστροφή. Ο πατέρας με παρηγόρησε λέγοντας ότι σε λίγες μέρες όλα θα ήσαν όπως πριν. Θυμάμαι ότι ακούγοντας τη φράση "όπως πριν", έβαλα τα κλάματα. Κλείστηκα στην κάμαρά μου και για πρώτη φορά άφησα τον συγκρατημένο εαυτό μου να ξεσπάσει. Έκλαιγα βου­βά ώρες ολόκληρες. Όχι, ποτέ πια για μένα δεν θα ξανα­γίνει η ζωή όπως ήταν "πριν". Η ταράτσα ίσως με τα χρό­νια ξεχαστεί. Αλλά το έμβρυο που έχω στα σπλάχνα μου, τα χρυσά δόντια με το κομμένο χείλος που δάγκωναν το πληγωμένο στήθος, όχι αυτά δεν θα σβήσουν ποτέ. Θα ήταν οι παντοτινοί αχώριστοι εφιάλτες μου.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου μετακόμισα στο σπίτι μου. Ο καημένος ο πατέρας το είχε κάνει πιο όμορ­φο από "πριν". Πρώτη μου δουλειά ήταν να κατέβω τη νύ­χτα στον κήπο και να κοιτάξω για το θαμμένο σιδερένιο κουτί. Ήταν στη θέση του. Φίλησα το χώμα που ήταν κολ­λημένο απάνω του. Το χάιδεψα σαν ένα πιστό και ανεκτί­μητο σύντροφο. Να ο προορισμός της ζωής μου. Θα το πλουτίσω με υλικό, θα το πλουτίζω κάθε μέρα. Και κά­ποια μέρα. μέσα από το πολύτιμο κουτί, θα ζωντανέψει το χρονικό της θεομηνίας.
Όχι. δεν είμαι φιλόδοξη. Είμαι μια απλή πονεμένη γυ­ναίκα που θέλει να κάνει το χρέος της προς τους άλλους ανθρώπους σ'όποια φυλή ή θρησκεία κι αν ανήκουν. Χω­ρίς να έχω ιδέα από φιλοσοφία και κοσμοθεωρίες, το έν­στικτο μου λέει ότι η πυρκαγιά που φούντωσε στην πατρί­δα μου είναι το προγεφύρωμα ενός καινούργιου φασισμού, που αν δεν σβήσει οι φλόγες της θ'απλωθούν σ' όλη την Ευρώπη. Και όχι μόνο στην Ευρώπη. Οι Ιταλοί και οι Σκαν­διναβοί και οι Ολλανδοί δείχνουν ότι έχουν συνείδηση του κινδύνου που τους απειλεί. Οι άλλοι όμως Ευρωπαίοι - και οι Αμερικανοί - όχι ακόμη. Μα αυτού του είδους η φωτιά δεν λογαριάζει σύνορα και ωκεανούς. Στον σημερινό κόσμο κανένας δεν είναι απρόσβλητος. Μόνο το ξύπνημα των ανθρώπων θα σταματήσει την αυτοκαταστροφή τους. Πρέ­πει να ξυπνήσουν τώρα, για να μην ξυπνήσουν μια μέρα τρομαγμένοι και από τα ζεστά τους κρεβάτια βρεθούν στα σφραγισμένα βαγόνια που πήγαιναν τους Εβραίους στα κρεματόρια. Τα Πεντάγωνα σ’όλες τις χώρες εκτρέφουν θηρία. Συνταγματάρχες. Καραπαναγιώτηδες. Φώτηδες. Και τα θηρία καραδοκούν την ευκαιρία να χιμήξουν στους λαούς, όπως χιμούσαν πάνω μου στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Και το αναμμένο τσιγάρο πάνω στο στήθος μιας γυναίκας σαλεύει το λογικό το ίδιο στην Ελληνίδα, και στη Βιετναμέζα και στην Τσεχοσλοβάκα, μα και στην Αμε­ρικάνα. Ο πόνος είναι κι αυτός αδιαίρετος..
...Στο υπογειάκι που ζούσα όταν πιάστηκα υπάρχει θαμμένο ένα μικρότερο κουτί με υλικό. Το νοίκι είναι πλη­ρωμένο και μπορώ να πάω. Αλλά το "μούτρο" που με πα­ρακολουθεί; Ευτυχώς βρήκα τη λύση του προβλήματος. Εκτός από τους γονείς μου, η πρώτη επίσκεψη που είχα ήταν της Νέλλης. Πέσαμε η μία στην αγκαλιά της άλλης και κλάψαμε πολύ.
Απέφευγα να της πω ότι θα μπορούσε να ξύσει την πά­ντα ανοιχτή πληγή της. Μόνη της μου είπε τη συνέχεια της ιστορίας της. Τα δύο παλικάρια που είχε δώσει τα ονόμα­τα τους πιάστηκαν και βασανίστηκαν. Ο ένας δεν μίλησε. Πέρασε από στρατοδικείο κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Ο άλλος μίλησε και είπε το μοναδικό όνομα που ήξερε. Αλλά το "όνομα" αυτό πρόλαβε κι έφυγε στο εξωτερικό. Έτσι, η αλυσίδα είχε κοπεί. Η Νέλλη υπέφερε ακόμη. Οι αναμνήσεις την τυραννούσαν. Αλλά δεν ήταν η νεκρή ψυ­χή που είχα αντικρίσει εδώ και μερικούς μήνες.
Της ζήτησα να πάει στο υπογειάκι και να ξεθάψει το κουτί με το υλικό. Της εξήγησα ότι η αποστολή αυτή εί­χε τους κινδύνους της. Η Νέλλη τα κατάφερε θαυμάσια. Το μικρό κουτί ήρθε στα χέρια μου και θάφτηκε δίπλα στο μεγάλο.
Οι μέρες και οι μήνες της σκλαβιάς κυλάνε. Και τα δύο σιδερένια κουτιά γεμίζουν. Και το γέμισμα των κουτιών σημαίνει ότι τα κολαστήρια δουλεύουν, αλλά και η αντί­σταση δυναμώνει. Ξέρεις, κύριε Λάμπρου, πόσες συνει­δήσεις ξύπνησαν τα εγκλήματά σου, πόσα αντρειωμένα παλικάρια έχεις προσφέρει στον αγώνα;
21 Απριλίου 1968: Σήμερα είναι η πρώτη επέτειος της σκλα­βιάς. Από τη βεράντα του σπιτιού μου αντικρίζω την ει­κόνα του πανηγυρισμού. Συνεργεία αστυφυλάκων περι­τρέχουν την πόλη και σημειώνουν τα σπίτια που δεν έχουν αναρτήσει σημαία. Αύριο θα κληθούν στην Μπουμπουλίνας να μάθουν να σέβονται τη γιορτή της Χούντας. Το ρα­διόφωνο μεταδίδει θούρια και δοξολογίες. Χαμηλώνω την ένταση και γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Το Μπι-Μπι-Σι περιγράφει διαδηλώσεις που έγιναν στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής εναντίον της δικτατορίας στην Ελλάδα. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου. Ο εκ­φωνητής ενός άλλου σταθμού μεταδίδει ότι φοιτητές και φοιτήτριες σε 80 ευρωπαϊκά και 41 αμερικανικά πανεπι­στήμια διέκοψαν τα μαθήματά τους για να εκδηλώσουν αλ­ληλεγγύη προς τον ελληνικό λαό. Αθάνατη σπουδαστική νεολαία, λουλούδι της κοινωνίας και ελπίδα της ανθρωπό­τητας. Συνέχισε τις ωραίες παραδόσεις σου, ξύπνησε και τον υπόλοιπο κόσμο. Γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Με­ταδίδει μια περίληψη από μήνυμα του Ανδρέα Παπαν­δρέου. Προσπαθώ να θυμηθώ τη μορφή του όπως την είχα δει σε φωτογραφίες των εφημερίδων. Ναι, ένας πολύ γοη­τευτικός άντρας, με το στοχαστικό βλέμμα του σοφού. Ας μη τον συμπαθεί ο πατέρας, ο Ανδρέας είναι ένας σπου­δαίος άνθρωπος. Ο λαός τον ελάτρευε. (Γιατί όμως λέω ότι τον ελάτρευε; Δεν τον λατρεύει τώρα;) Θυμάμαι που μόλις είχα λυτρωθεί από την Μπουμπουλίνας, όταν άκου­σα ή διάβασα ότι ο Ανδρέας είναι ελεύθερος και έφυγε στο εξωτερικό. Η φυλάκιση και η απειλή εκτελέσεώς του εί­χαν προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση. Στο Νιουσγουηκ έχω διαβάσει όλη την ιστορία της απελευθερώσεως του Ανδρέα Παπανδρέου, τις δραστηριότητες του Γκαλμπραίηθ και τέλος την προσωπική παρέμβαση του Τζόνσον. Όλα αυτά ήταν ωραία και τα κατάλαβα. Εκείνο που το φτωχό μου μυαλό δεν κατάλαβε ποτέ ήταν γιατί ο Ανδρέας έφυ­γε και ζει στο εξωτερικό. Η θέση του ήταν στην Ελλάδα, εδώ κοντά στον μαρτυρικό λαό που τον είχε αποθεώσει. Ένας λαός που ανεβαίνει στην ταράτσα δεν του αρέσει να ξέρει ότι ο αρχηγός του κοιμάται στα μαλακά κρεβάτια της Στοκχόλμης ή του Παρισιού. Ίσως η αναχώρηση του Ανδρέα από την Ελλάδα να αποδειχτεί κάποτε σπουδαία πολιτι­κή πράξη. Δεν θ'αποδειχτεί όμως ποτέ σωστή ενέργεια αρχηγού. Και μπορεί το μέλλον να του επιφυλάσσει ένα σημαντικό πολιτικό ρόλο. Όχι όμως το φωτοστέφανο του αρχηγού του λαού.
ΗΛΕΚΤΡΑ ΠΑΠΑ
Υ.Γ. Τώρα που ξαναδιάβασα το γράμμα μου πρόσεξα ότι αφήνει ειδικά στον Αμερικανό αναγνώστη μια πικρόχολη γεύση. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση μου. Όλοι οι Έλληνες τρέ­φουν αγάπη και θαυμασμό για τον αμερικανικό λαό. Οι μεγαλύτεροι από μένα θυμούνται με ευγνωμοσύνη τους θρύλους των αμερικανικών στρατευμάτων, που στον Β' Πα­γκόσμιο Πόλεμο, ίδιες στρατιές αγγέλων με ρομφαίες, ξε­κίνησαν από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και βοήθησαν στο λύτρωμα της σκλαβωμένης Ευρώπης από την κατάρα του ναζισμού. Η αλλαγή στα αισθήματα μας άρχισε με τη Χιροσίμα. Έπειτα ήρθε το Δόγμα Τρούμαν. που μας αγό­ρασε από την Αγγλία. Και από τότε η μοίρα της πατρίδας μου χαράσσεται από τους ψυχρούς εγκέφαλους του NATO, του Σταίητ Ντιπάρτμεντ. του Πενταγώνου και της CIA, που εμάς, τον ελληνικό λαό, μας βλέπουν όχι σαν μια κοι­νωνία ανθρώπων, αλλά σαν ένα πιόνι της παγκόσμιας στρα­τηγικής τους. Μα σε τι διαφέρει αυτό από το δουλεμπόριο των περασμένων αιώνων; Και πάλι δεν τα'χουμε μαζί σας. Ξέρουμε ότι ο αμερικανικός λαός έχει μια ηθική αγνότητα, μια θαυμαστή ειλικρίνεια, αλλά και μια - μη σας κακοφανεί - παιδική πολιτική ανωριμότητα. Οι ηγέτες σας, παρασυρμένοι από τον δαίμονα της δυνάμεως, κατρακυλάνε κάθε μέρα και περισσότερο προς τα είδωλα των μεγάλων αυτοκατεστραμμένων αυτοκρατοριών. Κοιτάξτε στη δια­δρομή της Ιστορίας την τύχη που είχαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η Περσία του Δαρείου, η Μακεδονία του Αλε­ξάνδρου, η Ρώμη των Καισάρων, η Βενετία των Δόγηδων και τελευταία η Γερμανία του Χίτλερ. Όλες έγιναν το φό­βητρο της οικουμένης. Αλλά και όλες κατέρρευσαν από την αλαζονεία και την απληστία τους. Σεις όμως, ο αμερι­κανικός λαός, διαθέτετε ακόμη (προσέξτε αυτό το «ακό­μη») το μεγάλο όπλο της δημοκρατίας, που δεν το είχαν οι λαοί των ρημαγμένων αυτοκρατοριών. Συγκρατείστε τους ηγέτες σας από τον κατήφορο. Στο κρίσιμο σταυροδρόμι της σήμερα ξαναγίνετε οι άγγελοι του καλού. Ξαναδώστε στην Ελλάδα μας την ελευθερία που της αφαιρέσατε...

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 3ο)

Ξεφυλλίζω το τετράδιο. Τι να ξεχωρίσω, που κάθε σελίδα, κά­θε ιστορία είναι μαζί μια κατάρα και ένας ύμνος για τον άν­θρωπο; Να η περίπτωση του Σωτήρη Αναστασιάδη, ενός νέου σκηνοθέτη, γιου της γνωστής ποιήτριας Γεωργίας Δεληγιάννη - Αναστασιάδη. Η Χούντα επικήρυξε τον Σωτήρη και τον φίλο του Δημήτρη Δαρειώτη σαν ληστές για 100.000 δραχμές το κε­φάλι του καθενός. Σε μια συγκλονιστική έκκληση προς την πα­γκόσμια κοινή γνώμη, η μάνα του Σωτήρη έλεγε ότι το μόνο έγκλημα του παιδιού της και του φίλου του ήταν ότι "νέοι και οι δύο ονειρεύτηκαν έναν κόσμο καλύτερο, βασισμένο στην ελευθε­ρία και την κοινωνική δικαιοσύνη".
Τους πιάσανε, τους βασάνισαν. Στο δικαστήριο έδειξαν τις ουλές από τα εγκαύματα, τα σπασμένα δάκτυλα των χεριών, τα ξεριζωμένα με τανάλιες νύχια... Ο βασιλικός επίτροπος στην αγό­ρευση του είπε ότι "τα δήθεν βασανιστήρια αποτελούν σατανική επινόηση των εχθρών του έθνους". Οι στρατοδίκες τούς δίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή.
Να η τραγωδία του Λεωνίδα Τσιαδή. Κατέρριψε το ρεκόρ της ταράτσας. Τον ανέβασαν 37 φορές. Οι δήμιοι είχαν απελπιστεί. Την 37η φορά όμως του είχαν ετοιμάσει μια έκπληξη που δεν την περίμενε. Ενώ ήταν δεμένος στον πάγκο φέρανε μπροστά την κο­ρούλα του έντεκα χρονών. Ο Μπάμπαλης του είπε: "Θα την πε­ράσει μπροστά σου η μισή Ασφάλεια. Τι λες;" Ο Τσιαδής κατέρ­ρευσε. Και παρέδωσε την ψυχή του. Είχαν βρει την ευαίσθητη χορδή του πατέρα.
Κλείνω το κεφάλαιο με την περίπτωση της Ελένης Κ. Την πή­γαν στον Διόνυσο και την έριξαν σ' ένα κελί. που είχε μέσα μισό πόδι νερό. Δύο μήνες την βασάνιζε και την "γλεντούσε" ο ταγματάρχης Θεοφιλογιανάκος. Ετοίμαζαν τα χαρτιά της για το στρα­τοδικείο όταν ανακάλυψαν ότι είχε γίνει λάθος. Συνωνυμία με κάποιαν άλλη που καταζητούσαν. Η Ελένη διηγείται ότι μια από τις μέρες του μαρτυρίου της σκαρφάλωσε στο μικρό άνοιγμα της πόρ­τας για ν'αναπνεύσει. Και αντίκρισε το πρόσωπο του ένοπλου φρουρού της. Ήταν ένα νέο παιδί, κληρωτός στρατιώτης. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του.
Μια αναλαμπή ανθρωπιάς στην κόλαση του Διονύσου.
Στο δεύτερο τετράδιο σταματάω στην πρώτη σελίδα. Μαζί στα­ματάει και η καρδιά μου. Είναι η προσωπική μου τραγωδία σε μορφή ημερολογίου. Οι περισσότερες σελίδες είναι γραμμένες από μνήμης. Αντιγράφω:
2 Νοέμβρη 1967. Δεν μένω πια σπίτι μου, στο όμορφο διαμέρισμα της οδού Χάρητος. Μια νύχτα, τον περασμένο μή­να, χτύπησε δυνατά η πόρτα μου. Κατάλαβα... Από και­ρό είχα καταστρώσει το σχέδιο διαφυγής. Έτσι. ενώ αγωνίζονταν να σπάσουν την πόρτα, εγώ κατέβηκα από την είσοδο της υπηρεσίας στο ισόγειο και πηδώντας ένα τοίχο δυόμισι μέτρα ύψος, βρέθηκα στη νυχτερινή ερημιά του πίσω δρόμου. Είχα μια διεύθυνση για καταφύγιο σε ώρα μεγάλης ανάγκης. Βαδίζοντας με μεγάλη προφύλαξη από τους πιο σκοτεινούς δρόμους μπόρεσα να φτάσω...
Τώρα είμαι παράνομη. Μένω στο υπόγειο μιας φτωχής γειτονιάς. Με κομμένα και αλλαγμένα στο χρώμα μαλλιά, φορώντας γυαλιά, έχω αλλάξει μορφή και δουλεύω στον μυστικό, τον αλογόκριτο Τύπο. Εκτελώ καθήκοντα "συν­δέσμου" για την εφημερίδα του Πατριωτικού Μετώπου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πηγαίνω, με ακρίβεια δευτε­ρολέπτου. σε πολλά σημεία της Αθήνας και να μαζεύω χει­ρόγραφα. Χρησιμοποιώ ένα ποδήλατο που στο τιμόνι έχει ένα καλαθάκι. Στο σημείο της συναντήσεως αφήνω το πο­δήλατο στο πεζοδρόμιο και κοιτάζω κάποια βιτρίνα. Ο άν­θρωπος με τα χειρόγραφα περνάει ξυστά από το πεζοδρό­μιο, αφήνει τον φάκελο στο καλαθάκι του ποδήλατου και φεύγει. Όταν τελειώσω τη συγκέντρωση των χειρογράφων συναντώ σε κάποιο σημείο ενός δρόμου, που κάθε φορά αλ­λάζει. τον βοηθό του αρχισυντάκτη και με αστραπιαία τα­χύτητα παραδίνω το πολύτιμο υλικό. Ο κίνδυνος παραμο­νεύει κάθε στιγμή. Αλλά όταν καμαρώνεις την τυπωμένη παράνομη εφημερίδα και ξέρεις ότι θα πάει σε δέκα χιλιά­δες σπίτια και θα διαβαστεί από πολύ περισσότερο κόσμο η ικανοποίηση που αισθάνεσαι δεν διώχνει, βέβαια, τον κίν­δυνο. αλλά διώχνει τον φόβο του κινδύνου. Ας είναι...
Εδώ και λίγες μέρες ένας που δούλευε στα "μαγνητόφωνα" πιάστηκε. Και με ειδοποίησαν να τον αντικαταστήσω. Κα πώς γινόταν η δουλειά με τα μαγνητόφωνα:
Νοικιάζαμε ένα τρίκυκλο για μεταφορές και το σταθμεύα­με σ' ένα πολυσύχναστο μέρος. Μέσα στο τρίκυκλο υπήρ­χε ένα κιβώτιο με το μαγνητόφωνο και το μεγάφωνο. 'Όταν ο οδηγός απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας, το ρυθ­μισμένο μαγνητόφωνο αρχίζει να λειτουργεί. Ώσπου να ει­δοποιηθεί και να καταφθάσει η αστυνομία τα συνθήματα της αντιστάσεως τα έχουν ακούσει χιλιάδες άνθρωποι.
Αισθάνθηκα υπερήφανη που το ντεμπούτο μου στην καινούργια δουλειά σημείωσε επιτυχία. Ήταν γύρω στις οκτώ το βράδυ στην πλατεία Συντάγματος. Πήχτρα ο κό­σμος. Ξαφνικά άρχισε να ξεχύνεται η απαγορευμένη θεία μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Το τραγούδι της Φαρα­ντούρη έλεγε:
"Σώπα, όπου να "ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Αυτό το χώμα κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει".
Ο κόσμος ανατριχιάζει. Εγώ κλαίω. Η μουσική και το τρα­γούδι σταματάνε. Και μια ζεστή φωνή, παλλόμενη από συ­γκίνηση, ακούγεται: "Σας μιλάει το Πατριωτικό Μέτωπο. Ο φασισμός θα συντριβεί. Η δημοκρατία θ' αναστηθεί...". Η φωνή είναι γνωστή. Είναι του Μίκη, γραμμένη σε μα­γνητοταινία. Ο Θεοδωράκης βρίσκεται στα νύχια της Χού­ντας, αλλά η φωνή του είναι ελεύθερη.
Από τον κρυψώνα μου είδα τα λεφούσια της αστυνο­μίας να 'ρχονται. Καιρός να φύγω...
20 Νοεμβρίου 1967: Οσμίζομαι ότι πλησιάζει και η δική μου ώρα. Δεν μπορώ να διατηρηθώ περισσότερο στην παρανο­μία. Ένα ρίγος στη σπονδυλική στήλη με παραλύει. Το πρωί, ενώ από το παραθυράκι του υπόγειου έκανα την καθημε­ρινή κατόπτευση του δρόμου, είδα στο απέναντι πεζοδρό­μιο μια φάτσα που το ένστικτο μου λέει ότι είναι ύποπτη. Κοιτούσε δήθεν χαζά τη βιτρίνα στο αντικρινό μαγαζάκι. Από καιρό σε καιρό βημάτιζε στο πεζοδρόμιο και περιερ­γαζότανε τα διάφορα σπιτάκια της γειτονιάς. Έπειτα από μια ώρα εξακολουθούσε να είναι στο ίδιο μέρος. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία. Έχουν, φαίνεται, επισημάνει την ακτίνα του σπιτιού, αλλά όχι το ίδιο το σπίτι. Δεν πήγα στη "δουλειά" μου εκείνη την ημέρα. Μπόρεσα όμως να ειδο­ποιήσω την οργάνωση. Στις δύο το μεσημέρι διεπίστωσα από το παρατηρητήριο μου αλλαγή φρουράς. Μια καινούργια φάτσα κατέφθασε, αντάλλαξε ένα νεύμα με τον πρωινό και πήρε τη θέση του. Αυτός κοιτάζει επίμονα το σπίτι μου. Ο κλοιός σφίγγεται. Ξέρω ότι η ώρα μου πλησιάζει και όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τώρα οι πολιορκητές είναι τρεις και καλύπτουν εκ περιτροπής ολόκληρο το εικοσιτετράω­ρο. Είμαι σαν το ανήμπορο ζώο που το έχουν ζώσει τα άγρια σκυλιά...
Οι προμήθειές μου σε τρόφιμα έχουν τελειώσει...
22 Νοεμβρίου: Σήμερα ξύπνησα πεινασμένη. Από την κλειδαρότρυπα βλέπω ότι έξω από την πόρτα μου είναι δύο μπουκάλια γάλα. Δεν ανοίγω όμως να τα πάρω. Η τακτι­κή μου είναι να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι λείπω από το σπίτι. Η πείνα είναι προτιμότερη από... Στη σκέψη αυ­τή αισθάνομαι να κουλουριάζεται πάνω μου ένα φίδι και να με σφίγγει, να με σφίγγει... Τη νύχτα, στις ελάχιστες ώρες που κοιμήθηκα ονειρεύτηκα τον Μανώλη. Είμαστε μαζί, αγαπημένοι, σε κάποιο άγνωστο κάτασπρο νησί. Τον φιλούσα, με χάιδευε. Ξύπνησα τη στιγμή που ένα γλυκό σύννεφο τύλιγε την ψυχή μου. Ήταν το τελευταίο χαρού­μενο όνειρο της ζωής μου. Από δω και πέρα θα ζω συ­ντροφευμένη με τους αχώριστους εφιάλτες μου.
23 Νοεμβρίου: Αποφάσισα να φύγω και ότι θέλει ας γί­νει. Τα προβλήματα ήσαν δύο: πώς θα διαφύγω και πού θα πάω. Να βγω από την κεντρική πόρτα αποκλείεται. Θα 'πεφτα στο στόμα του λύκου. Θα επιχειρήσω να βρω διέξοδο από πίσω. Όπως στην οδό Χάρητος. Ως προς το πού να πάω, αν ξέφευγα, η οργάνωση μου είχε πει από καιρό ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη στέγη. Δεν έμενε παρά το πατρικό μου σπίτι. Αλλά δεν θα με αναζητούσαν πρώ­τα και απ' όλα εκεί; Δεν είχα όμως άλλη εκλογή. Ετοι­μάσθηκα, έθαψα τις σημειώσεις μου στον κρυψώνα και στις τέσσερις το πρωί ξεκίνησα. Το σκοτάδι έξω ήταν πη­χτό. Πέρασα από το πλυσταριό και ανέβηκα στον διά­δρομο του ισόγειου, που συνδέεται με τον πίσω δρόμο μ'ένα παραθυράκι. Το άνοιξα και πέρασα τα πόδια μου. Γλιστρώντας πέρασε και το κεφάλι μου. Όταν τα πόδια ακούμπησαν στο πεζοδρόμιο κι έκανα να σηκωθώ το αρι­στερό μου αυτί αισθάνθηκε την κρύα επαφή με την κάννη ενός περιστρόφου. Τέσσερα χέρια με άρπαξαν. Κάποιος μου έχωσε στο στόμα ένα μαντίλι. Ο άλλος πειθάρχησε τα χέρια μου σε σιδερένια βραχιόλια. Ακού­στηκε το κλικ της χειροπέδας. Σηκωτή με κουβάλησαν στο τζιπ που ήταν κρυμμένο στη γωνιά του δρόμου. Ξε­κίνησε. Ήμουνα στα νύχια των θηρίων. Η σκέψη μου, με μια πυρετική υπερένταση, δούλευε στο ίδιο μοτίβο: "Ήρθε η ώρα σου. Πρέπει ν' αντέξεις. Ξέχασε τα ονόματα που ξέρεις. Το πολύ να πεθάνεις. Πρέπει, πρέπει, πρέπει..!'.
Να την η Μπουμπουλίνας. Φτάσαμε. Το καφετί κτί­ριο. Άλλοτε Υπουργείο Εργασίας. Σήμερα η έδρα της Γε­νικής Ασφαλείας Αθηνών. Το τζιπ σταματάει μπροστά στην κεντρική είσοδο. Με σπρώχνουν μέσα. Η ώρα κο­ντεύει τέσσερις και μισή, αλλά η κίνηση μέσα στο κτίριο δείχνει σαν να'ναι μέρα. Η Μπουμπουλίνας δουλεύει ασταμάτητα ολόκληρο το 24ωρο. Ένα σωρό κόσμος ανε­βαίνει και κατεβαίνει τις σκάλες... Όλοι νέοι, οι περισσό­τεροι αρτίστικα ντυμένοι, κρατάνε στα χέρια βιβλία. Ο αέρας που έχουνε, η άνεση που κινούνται, δείχνουν ότι βρίσκονται στο σπίτι τους. Δεν είναι κρατούμενοι. Είναι χαφιέδες της Ασφάλειας, που προσπαθούνε να μοιάζου­νε με φοιτητές. Το καθεστώς των συνταγματαρχών τούς προσέλαβε κατά χιλιάδες. Είναι έκτακτοι υπάλληλοι και πληρώνονται όχι με μισθό, αλλά με το "κεφάλι". Κάθε επι­τυχής κατάδοση που θα οδηγήσει στη σύλληψη ενός "εχθρού" πληρώνεται με 500 δραχμές. Για τα ελληνικά μέ­τρα είναι ένα γερό μεροκάματο. Καθώς με ανέβαζαν στο τέταρτο η κίνηση δυναμώνει. Πόρτες ανοίγουν και κλεί­νουν βιαστικά, ένα σωρό γραφιάδες, ανακριτές, δήμιοι. Τα τηλέφωνα κουδουνίζουν, οι γραφομηχανές δουλεύουν, τα ραδιόφωνα στη διαπασών, μοτοσικλέτες με τις μηχα­νές αναμμένες. Ένα πανδαιμόνιο. Ο μηχανισμός του εγκλήματος δουλεύει σκληρά.
Στον τέταρτο, δύο μεγάλα χωλ και συνέχεια τα κελιά. Τα ξεχωρίζεις από μια τρύπα που έχει το καθένα στο ύψος κανονικού άντρα, του φρουρού. Με πέταξαν μέσα σ' ένα απ'αυτά. Έπειτα από τα εκτυφλωτικά φώτα των δια­δρόμων το πηχτό σκοτάδι του κελιού ηρέμησε τα τεντω­μένα νεύρα μου. Οι χειροπέδες με τα χέρια στριμμένα στην πλάτη με πονούσαν. Το μαντίλι στο στόμα μ' έπνιγε. Κουλουριάστηκα στο τσιμεντένιο πάτωμα κι έκλεισα τα μά­τια. Από το χωλ έφταναν στο κελί μου παράξενοι θόρυ­βοι. Ανασηκώθηκα και πλησίασα στην τρύπα του φρουρού. Είχε γυρισμένες τις πλάτες του. Μπόρεσα και είδα την πρώτη φρικτή εικόνα της Μπουμπουλίνας. Δύο δύο οι βα­σανιστές κουβαλούσαν μέσα σε κουβέρτες σακατεμένα παλικάρια. Από την εσωτερική σκάλα τούς ανέβαζαν στην ταράτσα. Ένας πήγαινε μόνος του. Περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα. Οι συνοδοί τον κλοτσούσαν για να βιαστεί. Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπο προς τη μεριά του. Θεέ μου, αυτός είναι ο Γληνός, τον ξέρω. Είχε πιαστεί πριν από ένα μήνα. Κι ακόμη τον βασανίζουν.
Αυτοί που ανέβαιναν το Γολγοθά της ταράτσας διασταυρώθηκαν στη σκάλα μ' έναν άλλον που τον κατέβα­ζαν. Το κεφάλι του εξέχει από την κουβέρτα κι είναι πε­σμένο, δείχνει άψυχο. Προλαβαίνω να τον δω. Είναι ο Παπαζής, ένας λεβέντης ως εκεί πάνω. Μοιάζει με πλη­γωμένο περήφανο αετό που τα γεράκια έχουν πέσει πά­νω του και τον κατασπαράζουν. Όχι, δεν μπορώ ν' αντέ­ξω εγώ η φτωχιά, αδύναμη γυναίκα. Και όμως πρέπει... Ξαναγύρισα στη γωνιά μου. Έτρεμα ολόκληρη. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Ήταν μέρα. όταν ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρισα μπροστά μου το ψυχρό κι αγέλαστο πρόσωπο του Καραπαναγιώτη. Στεκότανε ορθός, ακίνη­τος. με γυάλινα πράσινα μάτια, και με κοιτούσε: "Εγώ εί­μαι ο Καραπαναγιώτης", είπε με ήρεμη φωνή, ζυγιάζοντας κάθε λέξη. "Μ'έχεις ακουστά;". Κράτησα την αναπνοή μου για να μην φαίνεται η ταραχή μου κι έδειξα ότι το μα­ντήλι στο στόμα μ' εμπόδιζε ν' απαντήσω. Άπλωσε το χέ­ρι του και το τράβηξε. "Ναι", είπα.
-                      Τι άλλο έχεις ακούσει για μένα;
-                      Ότι είσαι βασανιστής.
-                      Ποιος στο είπε αυτό;
                -        Το ξέρει όλη η Αθήνα.
-                      Ποιος συγκεκριμένος άνθρωπος στο είπε;
Πολύ γρήγορα είχαμε φθάσει στο κρίσιμο σημείο. Ονόμα­τα λοιπόν ήθελε. Και άρχιζε το παιχνίδι με ανοιχτά χαρ­τιά. Αν ήθελα να πολεμήσω έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο. Συγκέντρωσα όση αυτοκυριαρχία μπορούσα να δείξω ότι έχω, στύλωσα τα μάτια μου περιφρονητικά απάνω του και είπα: "Άκουσε, Καραπαναγιώτη, είμαι έτοιμη για όλα. Δεν σε φοβάμαι".
Στα ψυχρά πράσινα μάτια άστραψε μια κόκκινη φλο­γίτσα.
Το θηρίο ήταν έτοιμο να χιμήξει. Είδα το χέρι του να χουφτώνει το περίστροφο που κρεμότανε από τη ζώνη του. Τον άκουσα να λέει: "Αυτό που είπες τώρα δεν θα το λες αύριο".
Από το στόμα μου βγήκε η κοφτή απάντηση: "Οι άντρες που απειλούν δεμένες γυναίκες δεν είναι άντρες". Τον προ­καλούσα με την κρυφή ελπίδα να χάσει την αυτοκυριαρ­χία του και να με πυροβολήσει. Ήταν το μικρότερο κακό που μπορούσε να μου συμβεί.
Έχασε την αυτοκυριαρχία του, αλλά δεν πυροβόλησε. "Θα τα ξαναπούμε", μου σφύριξε φεύγοντας. Και πρό­σθεσε: "Και πολύ σύντομα".
Έτρεμα ολόκληρη. Ήξερα όμως ότι τον πρώτο γύρο της πρώτης μέρας μου στην Μπουμπουλίνας δεν τον είχε κερδίσει ο Καραπαναγιώτης.
25 Νοεμβρίου: Χθες βράδυ στις οκτώ με ανέβασαν στην ταράτσα. Ήρθαν δύο στο κελί μου και μου είπαν να τους ακολουθήσω. Περάσαμε στον διάδρομο, το χωλ, και μπρο­στά ο ένας, στη μέση εγώ και από πίσω ο άλλος, ανεβή­καμε την εσωτερική σκάλα. Ο ένας έφυγε. Ρούφηξα με ηδονή τον καθαρό αέρα και αγωνιζόμουνα να συγκρατή­σω την καρδιά μου που πήγαινε να σπάσει. Ο φρουρός μου αμίλητος. Περιεργάστηκα την ταράτσα. Μια συνηθισμένη μεγάλη ταράτσα. Στο βάθος το συνηθισμένο επίσης πλυ­σταριό. Στη μέση του πλυσταριού ένας πάγκος με σκοινιά λυμένα στις δύο άκρες του. Στη γωνιά πεταμένα δυο-τρία ρόπαλα σπασμένα. Ένα ντουλάπι, ανοιχτό και μέσα κρε­μασμένοι βούρδουλες από σύρμα. Δύο σιδερένιοι σωλήνες λυγισμένοι. Πιο κει ένα βαρέλι άδειο. Τότε δεν ήξερα ακό­μη τον προορισμό του. Τώρα τον ξέρω. Καθώς το χτυπάει κάποιος αλλοιώνεται και πολλαπλασιάζεται και η πιο σπα­ρακτική κραυγή. Η μοτοσικλέτα είναι για να σκεπάζει τις φωνές. Το βαρέλι για να δυναμώνει τον τρόμο. Στη σειρά 3-4 ντους για τους λιποθυμισμένους. Στη συνέχεια του πλυ­σταριού υπάρχει ένα πολύ μικρό δωμάτιο. Στον τοίχο το άνοιγμα μιας τρύπας. Ίσα ίσα για να χωράει ένα ανθρώ­πινο σώμα. Αυτή η τρύπα φτάνει ως το υπόγειο. Δεν την χρησιμοποιούν συχνά αυτήν την τρύπα. Είναι ένα είδος χαριστικής βολής. Πότε πότε. όταν το θύμα δεν δίνει τα ονόματα που του ζητάνε και έχουν εξαντλήσει όλα τα μαρτύρια, τότε το τοποθετούν μέσα στην τρύπα, με το κεφάλι προς τα μέσα. Δεν το σπρώχνουν όμως. Γιατί, όπως είπαν και σε μένα, "εμείς δεν είμαστε φονιάδες σαν και σας". Αλλά τι συμβαίνει; Το παλικάρι ή το κορίτσι που βάζουν στην τρύπα χάνει τις αισθήσεις του και το βά­ρος του σώματος κάνει μόνο του τη βουτιά του θανάτου. Καμιά φορά μένει σφηνωμένο ως την άλλη μέρα. Αλλά είναι άψυχο. Τότε κάποιος το σπρώχνει και πέφτει σαν βολίδα στο υπόγειο. Μεταφέρεται στο νεκροτομείο με την ένδειξη: "Αυτόχειρ αγνώστων στοιχείων". Η τρύπα είναι πάλι ελεύθερη...
Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Μπροστά μου πάλι τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη.
Έδιωξε τον φρουρό, με άρπαξε από τον λαιμό και αμίλητος μ' εξεσφενδόνισε στον τοίχο. Το κεφάλι μου χτύπη­σε, κλονίστηκα και έπεσα μπρούμυτα με τα χέρια δεμένα πίσω. Αγωνιζόμουνα να κρατήσω τις αισθήσεις μου. Με­ρικές σταγόνες αίμα κύλησαν από το μέτωπο στα μάτια. Έβλεπα θαμπά κόκκινα τα πόδια του Καραπαναγιώτη, το τσιμεντένιο πάτωμα πιτσιλισμένο από το αίμα του κεφα­λιού μου, τα σπασμένα μπαμπού. Στο βάθος η ανταύγεια από τα φώτα της νυχτερινής Αθήνας... Ήθελα να σηκωθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και με σήκωσε τραβώντας με από τα δεμένα χέρια. Τότε ένιω­σα τον πρώτο δυνατό πόνο. Δάγκωσα τα χείλια μου για να μη φωνάξω. Έτσι κρεμασμένη με πήγε κάτω από ένα ντους και άνοιξε τη βρύση. Το νερό ξέπλυνε το αίμα και ξεκα­θάρισε τα μάτια μου. Με κάθισε στον πάγκο. Εκείνη την ώρα μπήκαν στο πλυσταριό άλλοι τρεις. Από περιγραφές γνώρισα τον Μπάμπαλη και τον Σπανό. Ο τρίτος ήταν και­νούργιος. Με έριξαν ανάσκελα και μ' έδεσαν στον πάγκο. Τα χέρια με τις χειροπέδες στην πλάτη πονούσαν. Τα μά­τια ξανακοκκίνισαν από το αίμα του κεφαλιού. Χτυπού­σαν με λύσσα και οι τρεις. Από τον λαιμό και κάτω οι βουρδουλιές έπεφταν με ρυθμό. Όταν ο ένας βούρδουλας υψωνότανε ο άλλος έπεφτε. Ανάπνεα δύσκολα. Αυτό κρά­τησε σχεδόν μισή ώρα. Κάθε δέκα λεπτά περίπου ο καθέ­νας σταματούσε εκ περιτροπής για να ξεκουραστεί. Τώρα όλα χόρευαν μπροστά μου. Οι βούρδουλες που ανεβοκατέβαιναν, τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη, πιο κει αυτός που ανανέωνε τις δυνάμεις του παίρνοντας βαθιές εισπνοές για να ξαναρχίσει, στο βάθος η φωτισμένη Αθήνα, όλα τώρα μπερδεύονταν σ' ένα πυρρίχιο χορό του μυαλού. Ας έχανα τουλάχιστον για λίγο τις αισθήσεις μου. Ακόμη και ο Χριστός είπε: "παρελθέτω..!'. Θεέ μου παντοδύναμε, βοήθησε με ν'αντέξω. Βοήθησε με να πεθάνω.
Τώρα ξεκουραζόταν ο Καραπαναγιώτης. Άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε δυο-τρεις ρουφηξιές και πλησίασε. Με το τσιγάρο στο στόμα σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του. Οι άλλοι σταμάτησαν. Ο Καραπαναγιώτης έλυσε τα σκοινιά των ποδιών. Έπειτα με αργές κινήσεις σήκωσε τη φούστα μου ψηλά. Τράβηξε ακόμη μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο του, τίναξε τη στάχτη του και το έσβησε στον μηρό μου, πάνω από την κάλτσα. Έβγαλα ένα ουρ­λιαχτό πόνου και ένιωσα να βυθίζομαι στο χάος. Τότε χτύ­πησε κάποιος το βαρέλι και ο ήχος της κολάσεως με ξα­ναγύρισε στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Καραπαναγιώτης πίεζε ακόμη το τσιγάρο πάνω στην καμένη σάρκα για να σβήσει και την τελευταία μικρή καύτρα. Όταν τελείωσε εί­πε: "Δεν προτιμάς να πάμε στο γραφείο;". Η φωνή μου δεν έβγαινε. Με πολλή προσπάθεια ψιθύρισα: "Κτήνος".
Με ξανάδεσαν και άρχισαν να με χτυπάνε πάλι. Κάθε φορά που έβλεπα τον βούρδουλα υψωμένο παρακαλούσα τον Θεό να μην πέσει στο καμένο σημείο του ποδιού. Οι παρακλήσεις μου δεν εισακούονταν όλες τις φορές. Ο πό­νος με βύθιζε ξανά στο χάος. Ίσως να πέθαινα και να λυ­τρωνόμουνα από τα χέρια τους. Ναι, σίγουρα πέθαινα... Μανώλη, μάννα, πατέρα, συγχωρείστε με. Σας αγαπάω όλους. Αγαπάω τον κόσμο όλο...
26 Νοεμβρίου: Δεν είμαι σίγουρη αν είναι 26 ή 27 ή και 25 Νοεμβρίου. Είμαι σίγουρη ότι είναι νύχτα. Το καταλαβαί­νω από το πηχτό σκοτάδι του κελιού. Αναπνέω δύσκολα. Και σε κάθε εισπνοή πονάω σαν να με σουβλίζουνε και να με καίνε μαζί. Είμαι όμως ζωντανή. Ακούω στους διαδρό­μους και στη σκάλα το πήγαινε-έλα. Η ταράτσα δεν στα­ματάει ποτέ.
Το κλειδί στριφογύρισε στην κλειδαριά. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η σωματώδης σκιά. Ο Καραπαναγιώτης. "Έχεις να πεις τίποτα;" ρώτησε. "Ναι", είπα. "Ότι εί­σαι ένας φονιάς". Χίμηξε. Το πληγιασμένο κορμί δεν αι­σθανότανε τα χτυπήματα, τις κλοτσιές. Ευχαριστώ, Παναγιά μου, θ' αντέξω... Μανιασμένος με τράβηξε από τις χειροπέδες. Δύο με τύλιξαν σε κουβέρτα και μ'ανέβασαν. Κατευθείαν μ'έδεσαν στον πάγκο. Ο Καραπαναγιώτης είπε: "Φωνάξτε τον γιατρό της υπηρεσίας". Σε λίγα λεπτά ο γιατρός ανέβηκε. Ένα ήρεμο πρόσωπο εξοικειωμένο με την ταράτσα. "Για κοίταξε, κύριε Κιούπη, αντέχει ακόμη; Μας κάνει πολύ τη δύσκολη". Ο γιατρός κύριος Νικόλαος Κιούπης έβγαλε το στηθοσκόπιο και με εξέτασε. Ευσυ­νείδητα γνωμάτευσε: "Αντέχει ακόμη. Αλλά όχι για πολύ". 0 Καραπαναγιώτης είπε: "Καλά, γιατρέ. Αλλά μη φεύγεις, σε παρακαλώ".
Με έλυσαν από τον πάγκο. Μήπως φοβήθηκαν ότι θα πεθάνω; Δεν ήταν αυτό. Ο Καραπαναγιώτης με σήκωσε από τις χειροπέδες και πλησιάζοντας τον τοίχο με κρέ­μασε από έναν γάντζο. Ο πόνος τρύπησε το μυαλό. Έγει­ρα το κεφάλι και με το κάψιμο της πρώτης βουρδουλιάς ο κόσμος μέσα μου έσβησε. Συνήλθα εισπνέοντας ένα μπαμπάκι με κάτι σαν αιθέρα, που είχε βάλει στη μύτη μου ο γιατρός. "Ένα όνομα και πας σπίτι σου", είπε ο Καραπαναγιώτης. Το ψιθύρισμα μου είχε τον τόνο της άγριας ικεσίας: "Σκοτώστε με".
"Για αφήστε μένα", είπε μια φωνή. Το μόνο που πρό­σεξα καθώς πλησίαζε ήταν ότι είχε βλογιοκομμένο πρό­σωπο. Έκανε μια κίνηση και μου 'σκίσε το μπούστο. Έπια­σε τον αριστερό μαστό και τον έστυψε με όλη του τη δύναμη. Η σιχασιά ήταν δυνατότερη από τον πόνο.
Άφησε το μαστό και άναψε ένα σπίρτο. Η φλογίτσα έδειξε μερικές σταγόνες ιδρώτα γύρω στα σημάδια της βλογιάς. Αλλά η φλογίτσα πλησίαζε. Το κτήνος είχε καρ­φώσει τα μάτια του στα δικά μου, ηδονισμένο προκατα­βολικά με τις αντιδράσεις μου. Η φλογίτσα άγγιξε τη ρό­γα. Τσίριξε η καμένη σάρκα. Το σπίρτο πήγαινε γύρω γύρω στη ρόγα ώσπου έσβησε.
Βογκητά σφαγμένου ζώου έβγαιναν από μέσα μου. Ο θάνατος δεν έρχεται όταν τον αποζητάς. Ευτυχώς που έρ­χεται πότε πότε το λιποθύμισμα και μαζί και η φευγαλέα λησμονιά της φρίκης.
Γρήγορα με ξαναζωντάνεψαν. Τώρα ο πόνος, ένας άγνωστος πόνος, έρχεται από τα νύχια. Θεέ μου, θα πω ονόματα, δεν έχω άλλη δύναμη μέσα μου. Ο τρίτος βασα­νιστής, ενώ είχα χάσει τις αισθήσεις μου, θέλοντας να με ξυπνήσει είχε πάρει μια καρφίτσα, κατέβασε τις κάλτσες μου και έμπηξε την καρφίτσα στη σάρκα κάτω από τα νύ­χια. Η καρφίτσα έμπαινε όλο και πιο βαθιά. Τα μάτια μου θάμπωναν ξανά. Κύριε γιατρέ, κύριε Κιούπη, δεν θα πεις το "όχι άλλο". Αλλά ο κύριος Κιούπης είχε φύγει. Ο Καραπαναγιώτης πιο έμπειρος και από γιατρός, σταμάτησε τον άνθρωπο με την καρφίτσα. "Φτάνει", του είπε. "Έχει έγκαυμα δευτέρου βαθμού. Δεν της κάνω το χατίρι να πε­θάνει. Η δουλειά πρέπει να γίνεται όμορφα και πολιτι­σμένα, χωρίς ζοριλίκια"...
8 Δεκεμβρίου: Είμαι στο κελί μου δύο μέρες τώρα χωρίς να μ'αγγίξει κανείς, χωρίς να με πάνε στην ταράτσα. Πο­νάω παντού και καίω από τον πυρετό. Αλλά το κελί είναι η όαση της Μπουμπουλίνας. Συντροφευμένη από τον πό­νο και τον πυρετό - θα πιστέψετε; - αισθάνομαι όμορφα. Άντεξα ως τώρα. Έχω κι άλλη συντροφιά. Τον φρουρό μου από το έξω μέρος της πόρτας. Αλλάζει κάθε τέσσερις ώρες. Έχω δει μόνο αυτόν που έχει βάρδια 10-2 την ημέρα. Χτες μου έδωσε από την τρύπα ένα κομμάτι ψωμί και ένα πλα­στικό δοχείο με νερό. Συμπαθητική ουδέτερη φυσιογνω­μία. Την ώρα που μου'δινε ψωμί και νερό ξεθάρρεψα και τον ρώτησα: "Ανεβαίνεις και συ στην ταράτσα;". "Όχι", εί­πε. "Δεν έχω υπηρεσία στις ανακρίσεις". Και αφού κοίταξε δεξιά-αριστερά πρόσθεσε σιγά μ'έναν αταίριαστο στην Μπουμπουλίνας ανθρώπινο τόνο: "Όλοι μιλάνε για σας. Έχετε ψυχή". Μου γύρισε την πλάτη και ξαναπήρε το απρό­σωπο ύφος.

9 Δεκεμβρίου: Ούτε τη νύχτα που πέρασε με θυμήθηκαν. Είναι άραγε καλό σημάδι; Ή προετοιμάζουν κάτι; Και τι;
10                Δεκεμβρίου: Στις 9 το πρωί σήμερα με πήγαν χωρίς χειροπέδες, κρατώντας με από τις μασχάλες, στο γραφείο του κυρίου Λάμπρου. Είναι διευθυντής, αρχηγός των "ανα­κριτικών" ομάδων της Μπουμπουλίνας. Αργότερα έμαθα ότι έχει σπουδάσει στην Αμερική σε σχολή ψυχολογικού πολέμου. Μου φέρθηκε ευγενικά. Μου πρόσφερε καρέ­κλα. Έπειτα μου μίλησε για τον πατέρα μου, έναν αξιο­σέβαστο, όπως τον χαρακτήρισε, παράγοντα της οικονο­μικής ζωής της χώρας. Πώς έμπλεξα με τους εχθρούς της πατρίδος; Αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και προσφέρεται, ο ίδιος, για να προστατέψει την εθνική υπόληψη της οικογένειάς μου, να με βοηθήσει, παραβιάζοντας ακόμη και το καθήκον του, ώστε να επαναφερθώ στους κόλπους της υγιούς κοινωνίας. Βέβαια, μερικοί υπάλληλοι της Γενικής Ασφαλείας, από υπερβάλλοντα ζήλο, συμπεριφέρονται καμιά φορά με ανάρμοστον τρόπον προς τους κρατουμέ­νους, αλλά το κάνουν για να τους επαναφέρουν εις την εθνικήν οδόν, δηλαδή για το καλό τους! "Εγώ όμως δεν τα εγκρίνω αυτά".
Τα λόγια του μου προκαλούσαν ναυτία.
"Εγώ δεν θα σας ζητήσω ονόματα", συνέχισε. "Μόνο μια απλή δήλωση. Έτσι για να υπάρχει στον φάκελο σας και να μην σας ξαναενοχλήσει ποτέ κανένας".
Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε ένα τυπωμένο χαρτί και μου το έδωσε.
"Διάβασέ το με την ησυχία σου", είπε. "Και μόλις το υπο­γράψεις είσαι ελεύθερη".
Το χαρτί έγραφε:
"Βαθύτατα συγκεκινημένη από την στοργικήν μεταχείρισιν της οποίας έτυχον κατά την κράτησίν μου και από το πατρικόν ενδιαφέρον των Αρχών Ασφαλείας προς εμέ την παραπλανηθείσαν, εκφράζω την βαθυτάτην μου ευγνωμοσύνην και δηλώ ότι εφεξής θέλω προσφέρει και την τελευταίαν ρανίδα του αίματος μου υπέρ της εθνικής στρα­τιωτικής κυβερνήσεως, η οποία αγωνίζεται διά την πραγματικήν δημοκρατίαν".
12 Δεκεμβρίου: Από χθες τη νύχτα είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Θυμάμαι αυτή τη φράση της Νέλλης και τώρα τη νιώθω να τυλίγει εμένα την ίδια. Όχι, δεν υπέγραψα τη δή­λωση του Λάμπρου. Ούτε έδωσα ονόματα. Αλλά ωστόσο είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Άμα σας διηγηθώ τι μου συ­νέβη θα με καταλάβετε. Πιο καλά θα με νιώσουν όσες γυ­ναίκες διαβάσουν το γράμμα μου.
Από το απόγευμα διαισθανόμουνα ότι η νύχτα αυτή θα ήταν κρίσιμη για όλη μου τη ζωή. Χωρίς να έχω καμιά έν­δειξη, ήξερα από μια νευρική υπερευαισθησία ότι στις οκτώ θα ξανάβλεπα την ταράτσα. Στις οκτώ παρά τέταρτο η αγωνία μου είχε φτάσει στο ζενίθ. Ακόμη κι ο μόνιμος πό­νος του κορμιού είχε παραμεριστεί από το τέντωμα των νεύρων. Μυριζόμουνα έναν απροσδιόριστο κίνδυνο που μπροστά του ο φυσικός πόνος έσβηνε. Στις 8 παρά ένα λε­πτό μου'ρθε να βάλω τις φωνές ή να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Μετά τις οκτώ κατέρρευσα. Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα αισθάνεται ο κατάδικος που οδηγεί­ται στην ηλεκτρική καρέκλα και τη στιγμή που ο δήμιος πάει να πατήσει το κουμπί ειδοποιείται ότι η εκτέλεση αναβάλλεται. Γιατί κι εγώ ήξερα ότι για αναβολή επρόκειτο. Το αργότερο ως αύριο.
Στις εννέα άνοιξε η πόρτα. Ο Καραπαναγιώτης. "Τι έκανες με το χαρτί που σου'δωσε ο κύριος διοικητής;" ρώ­τησε. Από τη σιωπή μου κατάλαβε. Ανεβήκαμε. Με υπο­βάσταζε ο Κραβαρίτης. Άλλοι δύο, φρεσκοξυρισμένοι, προ­χωρούσαν μπροστά. Ο Καραπαναγιώτης από πίσω. Ένας από τους αγνώστους βλαστημούσε, γιατί είχε εισιτήριο για το θέατρο και δεν προλάβαινε. Η ταράτσα η ίδια, όπως την είχα αφήσει πριν έξι μέρες. Ωραία η θέα του Λυκαβηττού. Και η Ακρόπολη φωτισμένη. Όλη η Αθήνα είναι όμορφη και φαντάζει ακόμη πιο όμορφη όταν την ατενίζεις ψηλά από το κολαστήριο της ταράτσας. Σπίτια φωτισμένα και μέσα ζούνε άνθρωποι. Άντρες που γυρίζουν από τις δου­λειές τους, γυναίκες που μαγειρεύουν, ζευγάρια που καβγαδίζουν γι'ασήμαντες εγωιστικές αφορμές. Παιδιά που διαβάζουν για το αυριανό σχολείο.
Κάποια κοπελίτσα παίζει πιάνο. Την φαντάζομαι να τεντώνει τα χεράκια της να πιάσει τις οκτάβες. Κοντά στο κολαστήριο μια μαιευτική κλινική. Κάποια ξεγεννάει δύ­σκολα. Ακούγονται οι δυνατές φωνές της. Καινούργιες ζωές έρχονται στον κόσμο. Και δεν ξέρουν ότι γεννιού­νται πλάι στη ζούγκλα, ότι ο κόσμος όλο και πάει να ξα­ναγίνει μια απέραντη ζούγκλα... Ήσυχοι, καλοί άνθρω­ποι, που σας λένε η σπονδυλική στήλη της κοινωνίας, δεν είμαι παρά μια ανήμπορη γυναίκα και τα θεριά γύρω ακο­νίζουν τα δόντια τους έτοιμα να χιμήξουν. Αν δεν ξυπνήσετε θα χιμήξουν και στις δικές σας γυναίκες και στα δικά σας παιδιά...
Χίμηξαν και οι τέσσερις μαζί. Αυτός που ήταν πίσω μου, έτσι όπως είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω μου, μου'δωσε μια δυνατή κλοτσιά στο κάτω μέρος της πλάτης. Έχα­σα την ισορροπία μου και κλονίστηκα. Προτού πέσω ο μπροστινός με κλότσησε στο πρόσωπο. Καθώς ταλαντευό­μουνα, ο πλαϊνός με χτύπησε με γροθιά στο στομάχι και ενώ έβγαινε από μέσα μου ακατάσχετος εμετός εξακο­λουθούσε το κυκλικό παιγνίδι της μπάλας. Κάποιος αστό­χησε και κυλίστηκα χάμω. Τότε το παιγνίδι άλλαξε. Ο Κα­ραπαναγιώτης πήδησε στην κοιλιά μου. Ο Κραβαρίτης έκανε το ίδιο πάνω στο καμένο στήθος. Ένας τρίτος έβα­λε το πόδι του στον λαιμό μου και τον πίεζε. Η αναπνοή μου σταμάτησε. Να, ο θάνατος επιτέλους έρχεται να με λυτρώσει. Όχι. Το πόδι τραβήχτηκε από τον λαιμό. Τέσ­σερα χέρια με σήκωσαν και με πέταξαν στον πάγκο. Μου έβγαλαν όλα τα ρούχα. Θεόγυμνη, μ' έδεσαν σφιχτά. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και έφερε τα σκοινιά στα σημεία που να πιέζουν τις πληγές της καμένης ρόγας του αριστε­ρού στήθους και του δεξιού μηρού. "Θα πάθεις κι άλλα χει­ρότερα", είπε. "Στο χέρι σου είναι να γλιτώσεις". Δεν είχα δύναμη να μιλήσω. Η φωνή δεν έβγαινε. Με υπεράνθρω­πη προσπάθεια έδωσα στο στόμα το σχήμα που παίρνει όταν θέλει να φτύσει. Αλλά δεν βγήκε παρά ένα μικρό κομ­ματάκι ματωμένο σάλιο που κόλλησε στο δεξί του μάγου­λο. Ένα γερό χαστούκι με επανέφερε στην τάξη.
"Ρε σεις", είπε ο Καραπαναγιώτης στρεφόμενος στους άλλους, "θέλει κανείς να την γλεντήσει; Παίρνω γω την ευθύνη".
Το βλέμμα μου πήγε διαδοχικά και στους τέσσερις. Περιεργάζονταν το γυμνό μου κορμί, όχι όμως σαν πραγμα­τικοί αρσενικοί. Ο Καραπαναγιώτης απομακρύνθηκε προς το κεφαλόσκαλο κι έμπηξε μια φωνή: "Ρε Φώτη, τσακίσου κι έλα απάνω". Πέρασαν ένα-δυο λεπτά νεκρικής σιγής. Ακούγονταν οι φωνές της γυναίκας που γεννούσε στο δι­πλανό μαιευτήριο. Κάποιο κοντινό ραδιόφωνο μετέδιδε ότι "ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός εύρεν ικανοποιητικάς τας συνθήκας διαβιώσεως των κρατουμένων εν Ελλάδι". Ο Κραβαρίτης γελούσε δυνατά...
Από το κεφαλόσκαλο πρόβαλε η ζωώδης μορφή του Φώτη. Κοντός και πλατύς σαν παλαιστής με γαμψή μύτη. Το μισό χείλος ήταν κομμένο και άφηνε να φαίνονται δύο χρυσά δόντια. Η έκφραση του δεν είχε τίποτα το ανθρώ­πινο. Το βλέμμα του έπεσε λαίμαργο πάνω στο γυμνό γυ­ναικείο κορμί.
"Κοίτα, ρε Φώτη, τι μεζέ έχω για σένα. Φύτεψέ της ένα, Φωτάκη, να θυμάται την ταράτσα σ'όλη της τη ζωή".
Ένας μορφασμός που πρέπει να σήμαινε γέλιο και χα­ρά διέστειλε την απαίσια μορφή. Χωρίς να πει τίποτε πέ­ταξε το σακάκι του και ξεκουμπώθηκε μπροστά. Μισο­πεθαμένη από φόβο και πόνο μπόρεσα να φωνάξω: "κτηνάνθρωποι, δεν φοβάστε τον Θεό;". Ο Φώτης ξαναγέλασε. Ο Κραβαρίτης πήρε ένα κομμάτι σφουγγαρόπανο και μου το'χωσε στο στόμα. Τώρα οι τέσσερις θεατές ήταν πολύ κοντά. Ο Φώτης έπεσε πάνω μου. Είδε όμως ότι τα πόδια μου ήταν δεμένα και δεν μπορούσε να τ'ανοίξει. Μουγκρίζοντας για το εμπόδιο ανασηκώθηκε και μισόγυμνος έλυσε τα σχοινιά. Έκλεισα τα μάτια μου τη στιγμή που μου σήκωσε τα πόδια, αλλά τα ξανάνοιξα από τον οξύ πόνο καθώς με ξέσκιζε εισορμώντας μέσα μου. Ένας δεύ­τερος οξύτερος πόνος ήρθε όταν τα χρυσά δόντια του μπή­χτηκαν βαθιά στο πληγωμένο αριστερό στήθος. Με παίδε­ψε πολλή ώρα. Κάθε φορά που τελείωνε, το μουγκρητό ικανοποιήσεως του γουρουνιού σκέπαζε τις κραυγές από το μαιευτήριο. Ο χορός των βασανιστών σκυμμένος πάνω μου φώναζε: "Μπράβο, Φώτη... Κι άλλο..!'.
Όταν αποκαμωμένος τραβήχτηκε, τα ελεύθερα πόδια μου σε μια υπέρτατη προσπάθεια εκτινάξεως του έδωσαν μια τρομερή κλοτσιά στο πρόσωπο. Κλονίστηκε για μια στιγμή, το μάτι του θόλωσε και είδα στα τεράστια χέρια του, καθώς τα άπλωνε προς τον λαιμό μου. την έκφραση του στραγγαλιστή. Οι άλλοι πάλεψαν σκληρά για να τον συγκρατήσουν. Σηκωτό τον πέταξαν από τη σκάλα...


Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 2ο)

Είπα την απλοϊκή μου σκέψη και συνεχίζω φυλλομετρώντας το τετράδιο με τα βασανιστήρια. Πρώτα απ' όλα ας δούμε τα άντρα των λεγομένων "ανακρίσεων" και τα στρατόπεδα των κρατου­μένων. 0 ναζισμός είχε στην Αθήνα την οδό Μέρλιν και την οδό Ελπίδος και το Χαϊδάρι και πολλά άλλα. Και διεθνώς είναι γνωστότερα το Μπέλσεν, το Μαουτχάουζεν, το Νταχάου, το Άουσβιτς, η Τρεμπλίνκα...
Οι συνταγματάρχες μας έχουν την οδό Μπουμπουλίνας (έδρα της Γενικής Ασφαλείας), τη Βασιλίσσης Σοφίας (έδρα της Στρα­τιωτικής Αστυνομίας), τον Διόνυσο, μεταξύ Κηφισιάς και Νέας Μάκρης, που είναι η έδρα του 505 Τάγματος Πεζοναυτών, τη Βα­ρυμπόμπη, την Αγία Παρασκευή (Κέντρο του NATO), την Ασφά­λεια Πειραιώς, την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Έξω απ' αυτά, και εκτός από τα γνωστά στρατόπεδα της Λέρου και της Γυάρου. κέ­ντρα βασανισμού με λιγότερη «κίνηση» υπάρχουν, σε κάθε επαρ­χιακή πόλη και σε κάθε αστυνομικό τμήμα των μεγάλων πόλεων. Δηλαδή το σύνολο ξεπερνάει τα διακόσια πενήντα. Αυτός ο αριθ­μός σάς δίνει ίσως μια εικόνα της τρομακτικής εκτάσεως που έχει πάρει ο θεσμός των βασανιστηρίων. Παρέλειψα ν' αναφέρω το παροπλισμένο καταδρομικό "Έλλη", που δεν σεβάστηκαν την έν­δοξη ιστορία του και το μετέτρεψαν σε άντρο μαρτυρίου υψηλής στάθμης για σημαίνοντα πρόσωπα. Εκεί βασανιζόταν επί τέσσε­ρις συνεχείς εβδομάδες, μαζί με πολλούς άλλους ο κοινωνιολόγος Γεράσιμος Νοταράς, γόνος αρχοντικής οικογενείας και βοηθός του Ελβετού καθηγητή Ζαν Μεϋνώ.
Στο στρατοδικείο ο Νοταράς δείχνοντας τις πληγές του ανέ­φερε μεταξύ των βασανιστηρίων που τον υπέβαλαν, τη φάλαγ­γα, τα ηλεκτροσόκ, τους ραβδισμούς καθώς και τη στέρηση τρο­φής, νερού και ύπνου.
Πόσοι είναι συνολικά οι συλληφθέντες κατά τα χρόνια της δι­κτατορίας; Ο συνταγματάρχης Λαδάς - ο πιο αρμόδιος - χαρι­τολογώντας έδωσε σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους την εξής απάντηση: "Ξέρετε, κύριοι ότι ο αριθμός των συλληφθέντων μό­λις υπερβαίνει το ένα εκατοστό του πληθυσμού της χώρας;". Ο πληθυσμός μας σήμερα είναι 8,5 έως 9 εκατομμύρια. Άρα οι συλ­ληφθέντες είναι 85.000-90.000. Και ασφαλώς ο Λαδάς δεν υπερ­βάλλει. Όλοι αυτοί, λίγο-πολύ, έχουν υποστεί κάποιο είδος - ή και πολλά είδη -  βασανισμού.
Και το επόμενο ερώτημα είναι: Από ποιούς; Εκάμαμε συ­στηματική καταγραφή των βασανιστών και μέσα στο σιδερένιο κουτί υπάρχει ένας κατάλογος από πεντακόσιους περίπου. Απ' αυτούς οι πιο θηριώδεις είναι:
Οδός Μπουμπουλίνας. (Έδρα της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών): Ο αστυνόμος Βασίλειος Λάμπρου, οι υπαστυνόμοι Πέτρος Μπάμπαλης, Κωνσταντίνος Καραπαναγιώτης και Καλύβας, ο αστυνόμος Ευάγγελος Μάλλιος, οι Οδυσσέας Σπανός, Βασίλειος Κραβαρίτης, Γραμμόπουλος, Καραθανάσης. Χρηστάκης, Παπαγγελής, Μαρτίνος, Λογοθέτης. Γιαννομήτρος, Χρηστάρας, Γεωργιάδης, Λουκόπουλος και Σπάσος.
Γενική Ασφάλεια Πειραιώς: Ο υποδιοικητής αστυνόμος Σω­τήριος Κουβάς, ο αστυνόμος Γιαννακόπουλος, ο υπαστυνόμος Λάμπρος Γιαννούτσος και οι Σωτήριος Αγγελόπουλος, Φωτεινός, Ηλιόπουλος, Τασσόπουλος και Κανάτας. Για τους εξαιρετικά σκληροτράχηλους κρατούμενους χρησιμοποιείται και ένας «Αντρίκος», αγνώστου επωνύμου.
Ασφάλεια Θεσσαλονίκης: Ιδιαίτερα γνωστός είναι ο ανθυπα­σπιστής Βασίλειος Καραμήτσος, επικεφαλής του αποσπάσματος που σκότωσε τον βουλευτή Γ. Τσαρουχά. Άλλοι βασανιστές εί­ναι ο υπομοίραρχος Βασίλειος Μήτσου, γιος του στρατηγού Μή­τσου, οργανωτή της δολοφονίας του βουλευτή Λαμπράκη, ο ταγ­ματάρχης Ν. Κουρκουλάκος, ο υπομοίραρχος Τετραδάκης και ο αγνώστου βαθμού Βασίλειος Βαρελάς.
Σε άλλες περιοχές ξακουστοί βασανιστές είναι οι αντισυ­νταγματάρχες Καραφάτζος και Φάβατος και ο υπολοχαγός Μαυρογιάννης. Στο 561 Τάγμα Πεζικού Σέδες τους βασανισμούς κρατουμένων εκτελεί, εκτός άλλων, ο ταγματάρχης Αναστάσιος Παπακωνσταντίνου.
Ασφάλεια Πατρών: Επικεφαλής συνεργείου βασανιστών ο υπαστυνόμος Αδαμόπουλος.
Στρατόπεδο Διόνυσου: Ο ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος επικεφαλής εννέα τετραμελών συνεργείων. Επίσης, οι ταγματάρχες Β. Ιωαννίδης, Μαυροειδής και Κωνσταντίνος Μπούφας, με βοηθούς τους ανθυπολοχαγούς Μαυρομάτη, ανθυπασπιστή Σεϊτανίδη και Σπυρόπουλο, αγνώστου βαθμού). Βασανίζει, τέλος, και ο ίδιος ο διοικητής του 505 Τάγματος Ιωάννης Μανουσαξάκης, καθώς και ο ταγματάρχης Χατζηζήσης.
Ο πίνακας δεν είναι πλήρης. Αυτοί που αναφέρθηκαν ονομα­στικά αποτελούν την αφρόκρεμα των βασανιστών. Γύρω απ' αυ­τούς κινούνται περί τις δύο εκατοντάδες "βοηθοί", οι οποίοι είναι απλοί χωροφύλακες, είτε αστυφύλακες ή μόνιμοι υπαξιωματικοί του στρατού. Η "ανακριτική απασχόληση" θεωρείται πρόσθετη εργασία και πληρώνεται από το κράτος μ'ένα δεύτερο μισθό, που διπλασιάζει τον κανονικό. Εκτός από τους δύο μισθούς ο βα­σανιστής εισπράττει 450 δραχμές για κάθε "όνομα" που θ'αποσπάσει από τον βασανιζόμενο. Η έκτακτη αυτή αμοιβή δίνει κά­ποια εξήγηση του ζήλου και της εφευρετικότητας των «ανακριτών» στην αναζήτηση μεθόδων κάμψεως του θύματος. Ο ηθοποιός Πε­ρικλής Κοροβέσης, περιγράφοντας στο Look τις αλλεπάλληλες σκη­νές βασανισμού του στην Μπουμπουλίνας, αφηγήθηκε ότι ο Καραπαναγιώτης του είπε: "Ξέρουμε ότι δεν είσαι κομμουνιστής. Η οικογένειά σου είναι βασιλική. Θέλουμε να μας βοηθήσεις. Δώσε μας τα ονόματα δύο φίλων σου που δεν συμπαθείς". Το ίδιο έλε­γαν και σε άλλους κρατουμένους. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο των πολλών εκατοντάδων πολιτών που πιάστηκαν, βασανίσθη­καν και τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι, όταν στην πορεία των "ανα­κρίσεων" διαπιστωνότανε το "λάθος" και η Χούντα ήθελε να δια­φημίσει στο εξωτερικό απολύσεις κρατουμένων... Οι βασανιστές όμως εισέπρατταν το "κατά κεφαλήν" επίδομα των 450 δραχμών. Για τους Καραπαναγιώτη, Κραβαρίτη και Μάλλιο υπολόγισαν ότι το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του καθενός (μισθοί, επιδό­ματα κ.λπ.) κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.200 δολαρίων (περί­που μισθός πρωθυπουργού). Αρκετά προσοδοφόρο. Τα νήματα που κατευθύνουν τον μηχανισμό του εγκλήματος, επιφανειακά τουλάχιστον, ξεκινάνε από την κορυφή της δικτα­τορίας και διακλαδούμενα μέσω των Υπουργείων Δημοσίας Τά­ξεως και Εθνικής Αμύνης στα αρχηγεία χωροφυλακής, αστυνο­μίας, ΚΥΠ και στις στρατιωτικές μονάδες φθάνουν υπό μορφήν αναλυτικών εγκυκλίων διαταγών στα "ανακριτικά κέντρα". Μια τέτοια εγκύκλιος (αντίγραφο της οποίας υπάρχει στο σιδερένιο κουτί) λέει: "Η ολιγωρία θα παταχθή. Ο ζήλος, και δη ο υπέρμε­τρος, θα αμειφθή υπό της πατρίδος ηθικώς και υλικώς".
Όταν η εγκύκλιος αυτή έφθανε στην οδό Μπουμπουλίνας, ο Λάμπρου και οι συνεργάτες του δεν είχαν απλώς την άδεια, αλ­λά και τη διαταγή να υποβάλουν τους κρατουμένους σε βασανι­στήρια. Έτσι, σε μια μελλοντική "δίκη Νυρεμβέργης" δύσκολα ο κύριος Παπαδόπουλος θα μπορέσει να ισχυρισθεί ότι οι "υπερβασίες" ήταν έργο των κατωτέρων οργάνων...
Είναι όμως ο Παπαδόπουλος και οι άλλοι συνταγματάρχες η κορυφή της πυραμίδας; Εκατοντάδες από τους Έλληνες που βα­σανίστηκαν είναι πρόθυμοι να βεβαιώσουν ενόρκως: α) ότι οι δή­μιοι τους έλεγαν με υπερηφάνεια: Δεν φοβόμαστε κανέναν. Ού­τε τον ΟΗΕ, ούτε τον Πάπα, ούτε το Συμβούλιο της Ευρώπης. Πίσω μας είναι οι Αμερικανοί και το NATO, β) Οι μοτοσικλέτες, τα τζιπ, οι κλούβες, τα σιδερένια στεφάνια, που σφίγγουν το κε­φάλι, τα ειδικά μηχανήματα για τα ηλεκτροσόκ, οι συρματένιοι βούρδουλες, οι "οροί αληθείας", τα παραισθησιογόνα, ακόμη και οι κουβέρτες, με τις οποίες μεταφέρουν τα σακατεμένα κορμιά, φέρουν την ένδειξη ή "MADE IN USA" ή "USA".
Ένας ταγματάρχης του χουντικού στρατού έλεγε σ' έναν Αμερικανό δικηγόρο που του εξέφραζε την αποστροφή του για τα βασανιστήρια: "Για μας η ανακριτική σκληρότης είναι θέμα επιβιώσεως της Επαναστάσεως. Αλλά σεις γιατί διαμαρτύρεσθε; Δεν συμβαίνουν τα ίδια στο Βιετνάμ; Δεν ξέρετε ότι αυτά που αποκαλεί ο Τύπος σας 'κέντρα βασανισμού' είναι 'πειρα­ματικά κέντρα' του Πενταγώνου εντεταγμένα σε στρατηγικά προγράμματα;".
Για τη μεθοδολογία του βασανισμού θα μπορούσαν να γρα­φούν πολλά. Από την προσωπική μου εμπειρία και από εκατο­ντάδες άλλες περιπτώσεις καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εφαρ­μόζεται μια ρυθμισμένη κλίμακα εναλλασσόμενων σωματικών και ψυχολογικών βασάνων, που αναζητεί το ευαίσθητο σημείο του κάθε θύματος. Η φάλαγγα αποτελεί την κλασική αρχή, εφαρμόζεται όμως σε πολλές ποικιλίες. Με αμερικανικό βούρ­δουλα, με σιδηροσωλήνες ή με απλά ξύλινα ρόπαλα. Πού και πού, όταν η αντίσταση είναι μεγάλη, τότε χρησιμοποιούνται ει­δικά ξύλα, στο κάτω μέρος των οποίων εξέχουν καρφιά. Και όταν δεν θέλουν ν' αφήσουν σημάδια η φάλαγγα γίνεται με κάλ­τσες γεμισμένες άμμο.
Στον "Διόνυσο" εφαρμόζεται και το σιδερένιο στεφάνι, μια υπερμοντέρνα έκδοση του "ακάνθινου στεφάνου" του Χριστού. Είναι ένα μηχάνημα που εφαρμόζει στο κεφάλι και περισφίγγεται ολοένα και περισσότερο με σφίξιμο στις δύο βίδες του. Πολ­λοί απ' αυτούς που υπέστησαν το στεφάνι τρελάθηκαν και νοση­λεύονται στο Δημόσιο Ψυχιατρείο ή σε ιδιωτικές κλινικές.
Έχω μάθει ότι το στεφάνι έχει προκαλέσει αντιδικία μεταξύ αστυνομικών και στρατιωτικών Αρχών. Τα ειδικά εργαλεία βα­σανισμού έρχονται στο πλαίσιο της στρατιωτικής βοήθειας και παραλαμβάνονται απευθείας από το Επιτελείο Στρατού, που τα κατανέμει στα διάφορα στρατιωτικά κέντρα "ανακρίσεων". Οι αστυνομικές Αρχές ζήτησαν να πάρουν και αυτές μια μικρή πο­σότητα, αλλά το Επιτελείο αντιτάσσει άρνηση. Τελευταία, το στε­φάνι χρησιμοποιείται και στην Ασφάλεια Πειραιώς. Φαίνεται ότι το Επιτελείο ενέδωσε.
Τρίτος βαθμός ανακρίσεως είναι το "κρέμασμα". Ο βασανιζόμενος, αφού έχει υποστεί και τη φάλαγγα και το στεφάνι, κρε­μιέται με τα χέρια δεμένα πίσω με χειροπέδες από ένα σιδερέ­νιο γάντζο. Σ' αυτή τη στάση οι κρεμασμένοι Χριστοί, συνήθως γυμνοί, υφίστανται τα πιο φρικαλέα μαρτύρια. Με μια συντονι­σμένη συγχορδία ο ένας μαστιγώνει τον κορμό, ο άλλος συνθλί­βει τα γεννητικά όργανα, ο τρίτος σβήνει αναμμένα τσιγάρα πά­νω στην πληγιασμένη σάρκα, ο τέταρτος κάνει ηλεκτροσόκ στον τράχηλο και ένας πέμπτος ασχολείται με το ξερίζωμα των νυ­χιών. Κάθε τόσο ο κρεμασμένος λιποθυμάει. Κι αυτές είναι οι μόνες στιγμές που σταματάει ο πόνος. Αλλά οι κέρβεροι το ξέ­ρουν και ρίχνουν βιαστικά άφθονο νερό για να συνέλθει ο βασα­νισμένος και να συνεχίσουν.
Αυτά όλα αν τα φαντασθείτε σε μια απίθανη αφθονία ποικι­λιών, και με την παρεμβολή ατομικών αυτοσχεδιασμών, έχετε κάποια εικόνα της εφιαλτικής πραγματικότητας, για την οποία ο κύριος Κόλλιας, πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας, είπε τον Οκτώβριο του 1967 σε ομάδα Αμερικανών δημοσιογράφων: "Οι κρατούμενοι απολαμβάνουν περίφημων συνθηκών".
Συγχωρείστε με, καλοί μου άνθρωποι, που μιλάω με πίκρα. Αλλά η ψυχή μου έχει μαυρίσει. Και καθώς γυρίζω τις σελίδες και στα­ματάω στα πύρινα ονόματα Μπουμπουλίνας, Διόνυσος, Ασφά­λεια Πειραιώς, το μυαλό μου θολώνει. Καταλάβετε το ότι εκεί καίνε ανθρώπινες σάρκες, σπάζουν ανθρώπινα κόκκαλα. Αγω­νίζονται να σπάσουνε και ψυχές. Δεν τα καταφέρνουν πάντοτε. Λέει ο Κουβάς του Πειραιώς στη Σελήνη Σαβινίδου την ώρα που την βασάνιζε:
-                       Σαβινίδου, ή υπογράφεις ή πρώτα θα πεθάνω εγώ και μετά θα βγεις εσύ από δω μέσα.
Και η Σελήνη ήρεμα απαντάει:
-                       Όχι, Κουβά. Δεν θα υπογράψω. Εγώ θα ζήσω και μετά τον θάνατο σου για να δω λεύτερη την πατρίδα μου.
Νίκος Κιάος είναι ένας νέος επιστήμονας. Μεγάλωσε χωρίς τους γονείς του, γιατί ο πατέρας και η μάνα του πέρασαν πολ­λά χρόνια στις φυλακές και στις εξορίες. Ο Νίκος ήταν γενικός γραμματέας του συνδέσμου Ειρήνης "Μπέρτραντ Ράσελ". Επί ένα μήνα τον βασάνιζαν συνέχεια. Και στην Μπουμπουλίνας και στο Διόνυσο. Άντεξε όμως. Ένα παγερό χάραμα τον ξύπνησαν με βουρδουλιές. "Ετοιμάσου", του είπαν. "Κάνε και την προ­σευχή σου". Του διάβασαν και την καταδίκη του: "Εν ονόματι του βασιλέως...". Σε λίγο ήρθε κι ένας παπάς για να τον μετα­λάβει. Ξεκίνησαν για τον τόπο εκτελέσεων. Τότε ο Νίκος όρθω­σε το σακατεμένο κορμί του και βαδίζοντας προς τον θάνατο τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη του Θεοδωράκη σε στίχους του Γιάν­νη Ρίτσου:
"Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται σε λιγότερο ουρανό, Αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται πάρα μόνο στο δίκιο...".
Η εκτέλεση δεν έγινε. Ήταν εικονική.
Μία από τις μορφές του ψυχολογικού πολέμου. Αλλά κατα­λάβατε ποια είναι τα παλικάρια μας;


Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 1ο)
Κατά το τέλος Ιουνίου 1969 πήρα από την Ελλάδα το παρακάτω γράμμα, χωρίς υπογραφή:
«Θέλω να ελπίζω ότι ένα άλλο γράμμα μου με πολλές πυκνογραμμένες σελίδες, που έστειλα μέσω Γενεύης σήμερα. Θα φθάσει τελικά στα χέρια σας. Δεν ετόλμησα να το εμπιστευτώ στο ταχυδρομείο. Ένας φίλος που έφευγε για την Ελβετία δέχτηκε να το πάρει. Ξηλώσαμε μαζί τον πάτο της βαλίτσας του, απλώσαμε τα χαρτιά με συμμετρία για να μην εξέχει τίποτε και τον ξαναράψαμε με προσοχή. Στο αεροδρόμιο, από μακριά, παρακολουθούσα τον έλεγχο του τελωνείου. Όταν η βαλίτσα πέρασε – χωρίς να την ανοίξουν – άφησα να βγει βαθιά η κρατημένη μου ανάσα. Και από την εξέδρα του αεροδρομίου, την εξέδρα με τα δακρυσμένα μάτια, είδε σε λίγο το ατσαλένιο πουλί να ξεκολλάει από την ελληνική γη και μουγκρίζοντας ν’αφήνει τον αέρα της σκλαβιάς. Εγώ γύριζα πίσω στη μοίρα μου. Αλλά το γράμμα τώρα θα περνάει τα σύνορα και θα πετάει μακριά από το κλουβί του φόβου, σε χώρες ελεύθερες.
Δεν έχει καμιά λογοτεχνική αξίωση το φτωχό μου γράμμα. Λέει όμως την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Και απευθύνεται στις ζεστές καρδιές όλου του κόσμου με την πονεμένη κραυγή: Κάνετε ότι μπορείτε σεις οι ελεύθεροι για μας τους σκλάβους. Κάντε κάτι…»
Το γράμμα με τις πολλές πυκνογραμμένες σελίδες ήρθε από τη Γενεύη λίγες ημέρες αργότερα. Και διαβάζοντάς το ανατρίχιαζα σε κάθε σελίδα, σε κάθε γραμμή. Οι λιτές φτάσεις, οι απλές σκέψεις, έκαιγαν σαν πυρωμένο σίδερο. Αισθάνομαι το ιερό χρέος να τα παραθέσω ακέραιο – χωρίς καμιά αφαίρεση ή προσθήκη – σ’αυτό το βιβλίο. Οι μόνες διορθώσεις που έκρινα ότι έπρεπε να κάνω – και έκανα – είναι ένα ονοματεπώνυμο και μια διεύθυνση. Μη έχοντας το δικαίωμα να εκθέσω σε κίνδυνο μια ξένη ζωή άλλαξα το όνομα και (μια διεύθυνση κατοικίας) του προσώπου που έγραψε το γράμμα. Τίποτ’άλλο.
«Το όνομά μου είναι Ηλέκτρα Παπά. Είμαι 26 χρονών και έχω τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών. Ζωγραφίζω καλά, χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου κανένα σπουδαίο ταλέντο. Δύο χρονιές πήρα μέρος στην Πανελλήνια Έκθεση Ζαππείου. Οι γονείς μου ανήκουν στην λεγόμενη ανώτερη αστική τάξη και ψήφιζαν πάντοτε το κόμμα της Δεξιάς: Παπάγο, Καραμανλή, Κανελλόπουλο. Δεν συμπαθούν τη δικτατορία της Χούντας, αλλά την ανέχονται. Ο πατέρας λέει ότι οι Αμερικανοί θ’αποκαταστήσουν σιγά σιγά την ομαλότητα.
Εδώ και τρία χρόνια ζω μόνη μου σ’ένα διαμέρισμα της οδού Χάρητος.
Στον πολύ στενό κύκλο της ζωής μου ανήκει και ο Μανώλης. Σπουδάζει οικονομικές επιστήμες στο Χάρβαρντ. Φέτος (1969) τελειώνει. Τον πρωτογνώρισα στις αρχές του 1967, που είχε ΄ρθει στην Ελλάδα για να δει τους δικούς του. Ο Μανώλης ανήκει στη σπάνια κατηγορία των ανθρώπων που δεν τους φτάνει να είναι καλοί. Κάνουν και τους άλλους καλύτερους. Αγαπηθήκαμε αμέσως και σχεδιάζαμε να παντρευτούμε στο τέλος των σπουδών του. Το όνειρό μου ήταν να κάνω δέκα παιδιά και να ζαλίζομαι τυλιγμένη από τη μουσική σκάλα των δέκα διαφορετικών φωνών. Σήμερα με τις φρικτές εμπειρίες που έζησα ξαναζωντανεύω τα όνειρά μου και μου φαίνονται σαν να ανήκουν σε κάποια άλλη σβησμένη ζωή. Και όμως έχουν περάσει από τότε δύο μόνο χρόνια.
Το αστροπελέκι για την πατρίδα έπεσε στις 21 Απριλίου. Για μένα έπεσε στις 23 Νοεμβρίου, εφτά μήνες αργότερα. Ντρέπομαι τώρα που το γράφω, αλλά το πρώτο αστροπελέκι δεν το πολυαισθάνθηκα. Ο κόσμος μου ήταν ο Μανώλης, οι γονείς μου, η ζωγραφική και τα όνειρά μου/ και τον «κόσμο μου» οι συνταγματάρχες δεν τον είχαν αγγίξει. Γιατί να είναι απαραιτήτως κακοί; Έλεγα μέσα μου αναμηρυκάζοντας λόγια του πατέρα… Εξακολουθούσα να είμαι ερωτευμένη, ευτυχισμένη, ονειροπαρμένη. Εκείνα τα πατριωτικά θούρια που τρυπούσαν το μυαλό μόλις άνοιγες το ραδιόφωνο… Ας έκαναν το ίδιο και οι άλλοι να μην τους ενοχλεί η προπαγάνδα. Εφημερίδα δεν διάβαζα. Που και που έριχνα καμιά ματιά στην καλλιτεχνική σελίδα. Για την πολιτική, γενικά, είχα ένα θώρακα αδιαφορίας. Η πολιτική, έλεγα, αφορά τους πολιτικούς, όπως η ζωγραφική του ζωγράφους. Από τον πατέρα μου άκουγα παλιότερα ότι ίσως ο Ανδρέας Παπανδρέου κάνει κίνημα. Το κίνημα έγινε, αλλά το έκανα οι εχθροί των Παπανδρέου. Και το ένα κακό, σκεφτόμουνα, και το άλλο χειρότερο. Στο τέλος τέλος αυτό που έγινε έχει πίσω του την Αμερική. Το άλλο θα είχε τη Ρωσία… Μας συνέβη, επομένως το μικρότερο κακό…
Ο Μανώλης είχε απελπιστεί με την παιδικότητα της πολιτικής μου σκέψης και απέφευγε τέτοιου είδους συζητήσεις. Αλλά στις 21 Απριλίου αντίκρισα ένα Μανώλη ανήσυχο, ταραγμένο, και νευρικό. «Αυτό είναι καταστροφή», έλεγε και ξανάλεγε βηματίζοντας. «Μας αλυσόδεσαν». Εγώ που παρακολουθούσα δύσπιστα, ρίχνοντας ματιές στα χέρια μου, που – δόξα σοι ο Θεός – δεν είχαν αλυσίδες. Να που οδηγεί, σκεφτόμουνα, το πάθος της πολιτικής υπερβολής…
Έφυγε στα μέσα Αυγούστου για την Αμερική. Τα σχέδιά μας ήταν να εγκατασταθούμε, αργότερα, μετά το γάμο, στην πολιτεία που θα έπιανε δουλειά. Έμεινα μόνη με τα όνειρά μου και μ’αυτά έχτιζα από τώρα την καινούργια ζωή στην ξενιτιά. Δούλευα εντατικά για να τελειώσω τους μισοτελειωμένους πίνακες και τελειοποιούσα τα αγγλικά μου. Η ζωή μου κυλούσε όπως πριν από τις 21 Απριλίου. Ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει ζεστός. Τα λουλούδια άφηναν και τώρα το εξαίσιο άρωμά τους. Τα πουλιά τιτίβιζαν όπως και άλλοτε. Και η εγωιστική μου εξοχότητα έχωνε με την επιπολαιότητα της στρουθοκαμήλου το κεφάλι στην άμμο της αδιαφορίας για τον υπόλοιπο κόσμο.
Αρχές Σεπτεμβρίου έμαθα από τη μητέρα μου ότι είχαν πιάσει τη Νέλλη, μια παλιά μου συμμαθήτρια στο κολέγιο. Ήταν ένα κορίτσι με πολύ ίσιο χαρακτήρα και με αίσθημα ευθύνης. Σπούδαζε μουσική και σύχναζε στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Μίκη Θεοδωράκη. Κανείς δεν ήξερε γιατί την έπιασαν. Ούτε και που την κρατούσαν. Όταν η μητέρα της πήρε ένα δικηγόρο και πήγαν στη Γενική Ασφάλεια με μια κουβέρτα και φαγητό τους έδιωξαν με τις κλοτσιές. «Με τις κλοτσιές την κυρία…;» ρώτησα με ένα τόνο ειρωνικής κακίας, μη μπορώντας να συλλάβω την εικόνα της ψηλομύτας μαμάς της Νέλλης, με τις ανακτορικές σχέσεις, ν’αντιμετωπίζει τέτοια ασυνήθιστη μεταχείριση. «Μην αστειεύεσαι», μου παρατήρησε κάπως αυστηρά η μητέρα. «Η Νέλλη κινδυνεύει».
Κατέβασα τα μάτια. Για πρώτη φορά άρχισα να συνειδητοποιώ την καινούργια κατάσταση. Άθελα ξανακοίταξα τα χωρίς αλυσίδες χέρια μου. Η Νέλλη όμως; Και οι άλλες Νέλλες και οι άλλοι ανώνυμοι άντρες και γυναίκες; Κι εγώ τι κάνω πέρα από το να ονειροπολώ και να ζωγραφίζω γλυκερά ηλιοβασιλέματα; Θυμήθηκαν μια φράση του Μανώλη: «Ο πραγματικός άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχισμένος μέσα σ’ένα κοινωνικό περιβάλλον που το καταπιέζει η οργανωμένη βία».
Μήπως ήταν η περίπτωσή μου;
Θέλοντας να κάνω κάτι για τη Νέλλη πήγα σε μερικούς ισχυρούς γνωστούς μου. Όλοι κουνούσαν το κεφάλι τους αποθαρρυντικά. Σ’αυτές τις υποθέσεις, που είπε ένας, και η απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος δημιουργεί κινδύνους.
Πέρασαν δύο μήνες. Ένα πρωινό βγαίνοντας από το σπίτι μου, στη γωνιά του άλλου δρόμου, έπεσα πάνω στη Νέλλη. Δεν την αναγνώρισα αμέσως. Στεκότανε μπροστά μου, φοβερά αδυνατισμένη, με μάτια και μάγουλα ρουφηγμένα. Ένα χαμένο βλέμμα κι ένας ανεπαίσθητος σπασμός στο κάτω χείλος σου ΄διναν ολοφάνερη την αίσθηση του μεγάλου πόνου, σωματικού και ψυχικού. Έδειχνε δέκα χρόνια πιο μεγάλη. Περπατούσε με πατερίτσες.
«Πάμε σπίτι μου να μιλήσουμε», της είπα. Αρνήθηκε: «Όχι, όχι. Θα βρεις τον μπελά σου. Με παρακολουθούν». Την τράβηξα από το χέρι μ’επιμονή και την έφερα στο σπίτι. Σωριάστηκε σ’ένα καναπέ και την έπιασε ένα υστερικό κλάμα που τράνταζε ολόκληρο το κορμί της. την άφησα να ηρεμήσει. Έψησα καφέ και ανάβοντας τσιγάρο και για τις δύο κάθισα στο χαλί κοντά και χάιδευα τα χέρια της. αυτά τα χέρια είχαν φορέσει τις αλυσίδες. Τα σημάδια ήταν ανατριχιαστικά. «Είμαι ένας χαμένος άνθρωπος». Ήταν τα πρώτα λόγια της. προσπάθησα να την παρηγορήσω. Σε καταλαβαίνω. Ταλαιπωρήθηκες. Βασανίστηκες. Όλα όμως περνάνε. Ακόμη και ο πιο δυνατός πόνος. Τώρα είσαι ελεύθερη. Ανασηκώθηκε περισσότερο πονεμένη παρά αγριεμένη. Μια αστραπή φώτισε τα ρουφηγμένα μάτια της: «Ελεύθερη, είπες; Ξέρεις όμως γιατί είμαι ελεύθερη;» Και ξαναμμένη συνέχισε: «αφού δεν το ξέρεις θα στο πω. Και να το φωνάξεις σ’όλο τον κόσμο. Για να’ρχονται και να με φτύνουν. Αυτό μου αξίζει. Άκουσε λοιπόν. Μ’άφησαν γιατί πρόδωσα. Εξαγόρασα αυτό που εσύ λες ΄΄ελευθερία΄΄ δίνοντας δύο ονόματα. Τα ονόματα των πιο πιστών και αγαπημένων φίλων μου. Κι αυτή τη στιγμή τα δύο παλικάρια βασανίζονται, μέρα – νύχτα, στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας, ως που να πουν κι αυτοί άλλα ονόματα και να συνεχιστεί η αλυσίδα, ωσότου όλη τούτη η χώρα μεταβληθεί σε μια κοιλάδα με ανθρώπινα κουρέλια χωρίς ψυχή, χωρίς θέληση, χωρίς τίποτα. Να το μεγάλο ιδανικό της δικτατορίας. Η κοινωνία των νεκρών ψυχών».
Το ξέσπασμα του πόνου, το ξύσιμο της ανοιχτής πληγής την ανακούφιζε. Αλλά στη δική μου συνείδηση τα λόγια της Νέλλης έπεφταν σαν αλύπητο μαστίγωμα. Ποιος από τους δύο μας ήταν περισσότερο ένοχος; Εκείνη που υπέκυψε στη βία ή εγώ που ζούσα στην ουδέτερη μακαριότητά μου και δεν μ’ένοιαζε για τίποτε άλλο εκτός από τη νησίδα της ατομικής ευτυχίας μου και τα φιλόδοξα όνειρα για εκθέσεις του ΄΄έργου΄΄ μου στις γκαλερί της Νέας Υόρκης.
Η Νέλλη συνέχιζε ν’αδειάζει τον εαυτό της. μονολογούσε μ’ένα σβησμένο βλέμμα: ΄΄ Οι βασανιστές’’, έλεγε ‘’δεν είναι άνθρωποι. Είναι ανθρωπόμορφα φίδια, εκπαιδευμένα από επιστημονικούς εγκεφάλους στην τέχνη του βασανισμού. Και εφαρμόζουν μια πλήρη μέθοδο, κλιμακωμένη σε διάφορα στάδια. Το βασικό της στοιχείο είναι η εναλλαγή του σωματικού και του ψυχικού πόνου. Η ΄φάλαγγα΄, το συνεχές χτύπημα με ρόπαλα στα πέλματα, είναι, όπως έμαθα, παλιά μέθοδος. Την χρησιμοποιούσαν και στη γερμανική Κατοχή και στα χρόνια του Εμφύλιου Πολέμου. Αλλά η σημερινή φάλαγγα είναι εξελιγμένη. Συνήθως χτυπούν σε γυμνά πόδια και έχουν μάθει να σταματούν ακριβώς στα όρια της γάγγραινας. Στο μεταξύ, το θύμα έχει λιποθυμήσει δύο – τρείς φορές και το έχουν συνεφέρει με κουβάδες νερό. Όταν τελειώνουν, λύνουν το δεμένο κορμί και το διατάσσουν να σηκωθεί και να περπατήσει. Το πόδι έχει γίνει μια ματωμένη σάρκινη μάζα, διπλάσια σε όγκο από πριν. Το θύμα σηκώνεται, αλλά μόλις το πόδι δεχτεί το βάρος του σώματος, ο πόνος γίνεται αβάσταχτος.
Το μαστίγιο δουλεύει τότε όπως στο δύστροπο άλογο. Το θύμα αναγκάζεται να περπατήσει. Το διατάσσουν να τρέξει. Πολλές φορές γλιστράει πάνω στο αίμα του και πέφτει. Οι δήμιοι απολαμβάνουν το θέαμα και αρχίζουν να χοροπηδάνε πάνω στο μισοπεθαμένο κορμί…
Όταν με πήγαν στην ταράτσα, αυτός που έκανε τον ΄καλό΄ είπε σιγά με φωνή που μου φάνηκε φιλική: ΄Ξάπλωσε στον πάγκο και μη βγάζεις τα παπούτσια σου. Θα πονέσεις λιγότερο΄. Ξάπλωσα μπρούμυτα, με έδεσαν με δύο σκοινιά για να μην κουνιέμαι και άρχισαν… Είπα μέσα μου: Τυχερή είμαι που μου άφησαν τα παπούτσια. Τα πρώτα χτυπήματα φάνηκαν ελαφρά. Αλλά πήγαιναν κρεσέντο. Όσο δυνάμωναν τόσο ένιωθα τον πόνο να σουβλίζει το μυαλό. Στην αρχή πίεσα τον εαυτό μου να μετράει τα χτυπήματα. Στο τριακοστό έχασα τον αυτοέλεγχό μου. Αισθανόμουνα να σβήνω. Όταν συνήλθα είδα να μου περιχύνουν στο κεφάλι και στα πόδια νερό. Το κεφάλι άντεχε ακόμη, αλλά τα πόδια, πρησμένα όπως ήσαν, αγωνίζονταν να στριμωχτούν στα παπούτσια. Το δέρμα των παπουτσιών έσπαζε. Οι σάρκες ξεχείλιζαν. Το νερό πολλαπλασίαζε τον πόνο. Ο ΄καλός΄ ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. ΄Θα πεις κανένα όνομα;΄. Δεν έδωσα απάντηση. Ά΄, είπε, ΄μη με κάνεις να θυμώσω΄. Παρενέβη όμως ο ΄κακός΄: Άσ΄τηνε να ζήσει και σήμερα. Την σκοτώνουμε αύριο΄.
Μου έλυσαν τα σκοινιά.
΄Σήκω και προχώρα στη σκάλα΄, με διέταξαν. Έκαναν να σηκωθώ κι έπεσα κάτω βογκώντας. Περπατώντας με τα τέσσερα έφτασα στη σκάλα και άρχισα να την κατεβαίνω στηριζόμενη στα χέρια μου και αφήνοντας τα πόδια να σέρνονται. Ήμουνα ακόμη στο πάνω μέρος της σκάλας όταν με μια δυνατή κλοτσιά από πίσω κατρακύλησα ως κάτω. Έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα έπειτα από ώρες ήμουνα στο κελί μου κουλουριασμένη. Έκλαιγα από τους πόνους. Ακούγονταν φωνές απέξω. Διέκρινα τη φωνή του ΄καλού’: Άυτός είναι σκληρό καρύδι. Έξι ώρες στην ταράτσα και δεν θέλει να σπάσει. Ας πάνε άλλοι να συνεχίσουν΄. Έκανα τη σκέψη ότι εγώ στάθηκα τυχερή. Τη γλίτωσα με μια ώρα ταράτσα. Ίσως να είχα αποκοιμηθεί με το κεφάλι στα γόνατα, τότε που άκουσα την κλειδαριά του κελιού μου να τρίζει. Η πόρτα άνοιξε και στο πηχτό σκοτάδι διέκρινα δύο ανθρώπινες φιγούρες. ΄Κάνε γούστο την τρομάρα της΄, έλεγε ο ένας σιγά. Και πλησιάζοντας με κλότσησε ανάμεσα στα πόδια, ψηλά, με όλη του τη δύναμη.
Αναγκάστηκαν να με σηκώσουν όρθια και να με κρατάνε για να μην πέσω. Άκουσε δω κορίτσι μου’, είπε ο άλλος. ΄Να εξηγηθούμε από την αρχή. Ηρωίδα και ζωντανή δεν γίνεται να βγεις από της Μπουμπουλίνας. Κανένας δεν έχει βγει. (Έλεγε ψέματα). Λοιπόν, διάλεξε: Που θες να πάμε; Στο γραφείο για ονόματα ή στην ταράτσα για χορό;΄ Χωρίς να το σκεφτώ είπα σταθερά: ΄Στην ταράτσα΄.
Όσα έγιναν από εκείνη τη στιγμή τα θυμάμαι σαν ένα εφιαλτικό όνειρο. Εξαγριωμένοι από την απάντηση πέσανε πάνω μου σαν θεριά. Με χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και με πόδια. Όταν πείστηκαν ότι ήμουνα ανίκανη να σηκωθώ με τύλιξαν σε μια κουβέρτα και μ’ανέβασαν στην ταράτσα. Δεν θα σου πω τι μου κάνανε… Ντρέπομαι να περιγράψω και σε σένα την εφευρετικότητά τους στα μαρτύρια σεξουαλικής διαστροφής. Ήρθαν κι άλλοι τρεις. Άρχισε να ξημερώνει. Μέσα στο στόμα μου είχαν βάλει για να μην φωνάζω ένα στουπί βουτηγμένο σε ανθρώπινες ακαθαρσίες. Έκανα συνεχώς εμετό, που τον κατάπινα. Ένας μου είπε: ‘Ένα όνομα μόνο και θα πας σπίτι σου΄. Έκανα με το κεφάλι μια κίνηση που σήμαινε ΄ναι΄. Μου έβγαλαν το κουρέλι.
Από τα σπλάχνα μου ξεχύθηκε η φρίκη της νύχτας σ’ένα ακατάσχετο εμετό. Μου έδωσαν νερό. Έπειτα είπα το όνομα. ‘Ένα ακόμη΄. Άκουσα τη φωνή του επικεφαλής. Αρνήθηκαν λέγοντας ότι δεν ξέρω άλλο όνομα. Κάποιος ξανάφερε το κουρέλι. Μου άνοιξαν το στόμα. Οι άλλοι ξαναπιάσανε δουλειά. Καθώς το βρόμικο πανί ερχόταν σ΄επαφή με το στόμα μου έχασα και την τελευταία δύναμη αντιστάσεως. Είπα και το δεύτερο όνομα. Θα’λεγα και τρίτο και τέταρτο, αλλά δεν ήξερα άλλα. Και όταν τους εξήγησα ότι από δω και πέρα ότι και να έλεγα θα αφορούσαν αμέτοχα πρόσωπα πείσθηκαν και με κατέβασαν στο κελί. Με κράτησαν όμως κοντά δύο μήνες. Υπέγραψα κι ένα σωρό χαρτιά. Ένα απ’αυτά έλεγε ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν ΄πολιτισμένη και ανθρωπιστική΄. Σ’ένα άλλο διέψευδα με αγανάκτηση τη συκοφαντική εκστρατεία του διεθνούς κομμουνισμού περί βασανιστηρίων…
Όταν οι πληγές μου – εννοώ τις εξωτερικές – άρχισαν να κλείνουν με άφησαν ελεύθερη.. Τα δύο όμως παλικάρια που πρόδωσα είναι ακόμη στα χέρια τους. Και κάθε νύχτα οι εφιάλτες με ζώνουν. Πότε είμαι εγώ η ίδια βασανίστρια με το βούρδουλα στο χέρι. Πότε τα δύο παλικάρια είναι σταυρωμένα, όπως ο χριστός. Και εγώ στα πόδια τους ακούω τον ψίθυρο: ΄Γιατί, Νέλλη;΄».
Οι λυγμοί την ξανάπιασαν. Η ψυχή της πονούσε δυνατά.
΄΄Κατάλαβες τώρα΄΄, μου είπε με άγριο βλέμμα, ΄΄γιατί είμαι χαμένος άνθρωπος;΄΄. ανάσανε βαθιά και συνέχισε: ΄΄ Άκου και το τελευταίο. Θέλησα να ξαναδουλέψω στην αντίσταση. Ο άνθρωπος, που με πολλές προσπάθειες μπόρεσα να συναντήσω με κοίταξε συμπονετικά, με αντιμετώπισα επιφυλακτικά και μ’έδιωξε ευγενικά. ΄Αντίσταση!΄ είπε. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Εγώ πάντως δεν ανακατεύομαι… Άκουσα ότι σε είχαν πιάσει… Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να καθίσεις ήσυχα… Μη σε κρατά περισσότερο…΄΄.
Για πολύ ώρα μείναμε και οι δύο σιωπηλές. Ήμουνα αναστατωμένη. Πρώτη φορά ερχόμουνα καταπρόσωπο με την καυτή αλήθεια. Στα χαμένα μάτια της Νέλλης διέκρινα μια θαμπή λάμψη. Το ξαλάφρωμα της καρδιάς της και οι διεργασίες που διαισθανότανε να γίνονται μέσα μου της έκανα καλό. Δύο νεκρές ψυχές γίνονταν ζωντανοί άνθρωποι…
Παραλείπω λεπτομέρειες που μπορεί να είναι χρήσιμες στον εχθρό. Εκείνο που έχει κάποια σημασία είναι ότι μπήκα στον χορό. Ένα χορό που με συνεπήρε ολόκληρη κι έδωσε νόημα στον ανθρώπινο προορισμό μου. Παρ’όλα όσα πέρασα, παρά την εφιαλτική προοπτική που ανοίγεται για όλη μου τη ζωή, δεν μετανιώνω για τον δρόμο που διάλεξα. Και ευγνωμονώ την ώρα εκείνη που καθισμένη στο χαλί στα πόδια της Νέλλης άκουγα τη δραματική ιστορία της και ζούσα την εσωτερική μου μεταμόρφωση.
Στην αρχή με χρησιμοποίησαν σε δουλειές που δεν απαιτούσαν πείρα και γνώσεις, αλλά προϋπέθεταν εμπιστοσύνη, όπως το κρύψιμο καταδιωκόμενων προσώπων. Τα κατάφερνα καλά, χωρίς να πάθουμε ποτέ ζημιά. Έπειτα πήρα μέρος σε δυσκολότερες επιχειρήσεις. Μια απ’αυτές ήταν η μεγάλη διαδήλωση της οδού Ερμού. Ούτε δω θα σας πω οργανωτικές λεπτομέρειες. Η διαδήλωση ξέσπασε ξαφνικά σαν μπόρα. Στην ώρα της μεγάλης κυκλοφορίας. Δωδεκάμισι με μια το μεσημέρι. Φοιτητές και φοιτήτριες, σκορπισμένοι ανάμεσα στο πλήθος, έριξαν το πρώτο σύνθημα: ΄΄Λευτεριά΄΄, ΄΄Δημοκρατία΄΄. Στην αρχή βουβαμάρα, έπειτα ξεθάρρεμα. Χιλιάδες φωνές δόνησαν την ατμόσφαιρα. ΄΄Λευτεριά΄΄. Και χιλιάδες χέρια σηκώθηκαν κι έπιασαν στον αέρα τις προκηρύξεις που ρίχτηκαν από ψηλά κτίρια. Παρακολούθησα ως το τέλος την επιχείρηση και συγκράτησα τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες. Οι περισσότεροι έχωναν τις προκηρύξεις στις τσέπες τους. Οι γυναίκες βούρκωναν. Άλλες φοβόντουσαν. Ένα παιδί ως 13 χρονών έβαλε τρικλοποδιά στον αστυφύλακα που κυνηγούσε λυσσασμένος μια κοπέλα. Κι όταν μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό κατέφθασαν συντεταγμένες δυνάμεις της αστυνομίας και άρχισε το ανθρωποκυνηγητό, πολλές πόρτες άνοιξαν, για να φυγαδέψουν τους κυνηγημένους. Ως το απόγευμα συνεργεία αστυφυλάκων μάζευαν από τους δρόμους τα χρωματιστά χαρτιά, το φως της λευτεριάς.
Ένας έλληνας σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον είχε ‘ρθει στην Αθήνα εκείνες τις ημέρες. Και παραπονιότανε γιατί στην Ελλάδα οι αντιστασιακές εκδηλώσεις ήσαν ακόμη μικρής εκτάσεως και δεν βοηθούσαν ΄΄το μέτωπο του εξωτερικού΄΄. Ιδίως η αμερικανική κοινή γνώμη χρειαζόταν – έλεγε – εντυπωσιακά πράγματα για να ξυπνήσει… Κάποιος του εξηγούσε τις δυσκολίες που έχουμε, την αφόρητη τρομοκρατία, τη φοβία του μεγάλου πλήθους. Εγώ άκουγα αγανακτισμένη. Ώστε οι κύριοι δημοκράτες του Πρίνστον δεν ήσαν ικανοποιημένοι από μας. Δεν τους συγκλόνιζε και δεν τους ξυπνούσε ο θρήνος στα στρατόπεδα, οι οιμωγές από την ταράτσα της Μπουμπουλίνας, από τις πολλές ταράτσες, από τα αναρίθμητα μπουντρούμια; Έκαναν λοιπόν ΄΄ανεπαρκή΄΄ αντίσταση τα χιλιάδες παλικάρια και τα κορίτσια που ξεκινούσαν μέσα στη νύχτα για να ετοιμάσουν και μοιράσουν τον παράνομο Τύπο, για να σκορπίσουν προκηρύξεις, για να τοποθετήσουν τα μαγνητοφωνημένα συνθήματα, για να κάνουν τα καθημερινά σαμποτάζ, για να τοποθετήσουν μιαν αυτοσχέδια μπόμπα; Ξέρουν ότι κάθε πρωί μετρούσαμε τις απώλειες, με βεβαιότητα ότι κάθε πιασμένος θα περνούσε την τραγωδία της Νέλλης και ότι πολλοί περισσότεροι θα’πρεπε να περάσουν στην παρανομία; Έμαθαν ποτέ πόσοι αγωνιστές, μη έχοντας καταφύγιο, κοιμόντουσαν μέσα στη βαρυχειμωνιά στα πάρκα ή σε μισοτελειωμένες οικοδομές, σαν κυνηγημένα ζώα;
Βγάζοντας από τη μέση τον εαυτό μου θέλω να φωνάξω και να μ’ακούσουν όλοι ότι το μεγάλο έπος της καινούργιας αντιστάσεως ήταν στους οκτώ μήνες του 1967. Τότε που το ποσοστό ασφαλείας ήταν μηδέν και το ποσοστό του κινδύνου εκατό. Ποτέ δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ που πήγαινα για ΄΄δουλειά΄΄ στη συνοικία Ζωγράφου. Εκεί, σ’ένα απόμερο δρομάκι, μια μικρή σκιά περπατούσε σβέλτα στο πεζοδρόμιο. Πηδώντας σαν αίλουρος κοίταζε μπρος – πίσω και μ’ένα πήδημα ξαναγύριζε κι έσκυβε σε κάθε κατώφλι. Σαν με είδε κοντοστάθηκε, μα σε λίγο συνέχισε τη δουλειά του. Στη γωνία, κάτω από το ηλεκτρικό φως, ξεθαρρεμένος με πλησίασε, μου έβαλε στη παλάμη ένα χαρτί, έσφιξε το κλεισμένο χέρι μου στις μικρές γροθιές του και μου ψιθύρισε: ΄΄Για τη λευτεριά΄΄. Και χάθηκε αλαφροπατώντας σαν σκιά μικρού Θεού στα σκοτεινά δρομάκια. Δεν είχαν περάσει τρία – τέσσερα λεπτά όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήσαν από την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει, παίζοντας με τον θάνατο ο μικρός θεός της νύχτας…
Παράλληλα με τις άλλες δραστηριότητες η αντιστασιακή οργάνωση που δουλεύω ανάθεσε σε μένα και σε δύο άλλα μέλη της να συγκεντρώσουμε υλικό με γεγονότα για δολοφονίες, βασανιστήρια, συλλήψεις, εξαφανίσεις και ότι άλλου είδους εγκλήματα διαπράττει η Χούντα. Είναι πολύ σοβαρή δουλειά, μας είπαν. Χρειάζεται για να διαφωτίσουμε τον ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ευρώπης και τους άλλους διεθνείς οργανισμούς. Γι’αυτό προσοχή στην ακρίβεια. Εκτελούμε αυτή την αποστολή με τη μεγαλύτερη δυνατή ευσυνειδησία. Ασφαλώς μας διέφυγαν πολλά στοιχεία. Εκείνα όμως που καταγράφαμε σε τετράδια και έμπαιναν στο σιδερένιο κουτί και θάβονταν στον κήπο του σπιτιού μου είναι πραγματικά γεγονότα. Είναι τεχνικά αδύνατο να σας στείλω όλο τον όγκο του συγκεντρωμένου ως τώρα υλικού. Έπειτα νιώθω ότι αυτό το σιδερένιο κουτί, που έχει μέσα του τον πόνο, το αίμα και τα δάκρυα του λαού μας, είναι ένα ιερό κειμήλιο του αγώνα. Και πρέπει να μείνει εδώ στο άγιο χώμα της πατρίδας. Όταν λυτρωθούμε από τη σκλαβιά – και τη λευτεριά δεν θα μας τη χαρίσει κανείς, θα την πάρουμε με τα δικά μας χέρια – τότε το υλικό αυτό θα γίνει η Μαύρη Βίβλος της Δικτατορίας.
Σας στέλνω όμως από τις προσωπικές μου σημειώσεις ορισμένα στοιχεία για βεβαιωμένα γεγονότα. Συνθέτουν μια εικόνα ωχρή, αλλά πάντως εικόνα της πραγματικότητας. Χρησιμοποιήστε τα όπου μπορείτε για να ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις…
Αρχίζω από τους τιμημένους νεκρούς μας. Αυτούς που δολοφόνησε η ΄΄αναίμακτη Επανάσταση΄΄. Το πρωί της 21ης Απριλίου οι ραδιοσταθμοί της Χούντας μετέδιδαν συνεχώς ΄΄ότι ουδείς εφονεύθη΄΄ κατά τις νυκτερινές επιχειρήσεις. Αλλά εκείνο το πρωί στο νεκροτομείο της Αθήνας ήσαν τοποθετημένα δεκαοκτώ πτώματα σκοτωμένων. Μας το εβεβαίωσαν αρμόδιοι υπάλληλοι του νεκροτομείου και τρεις δημοσιογράφοι. Ανάμεσα σ’αυτά ήταν και το πτώμα της Μαρίας Καλαβρού, που την πυροβόλησαν από ένα τανκ σε κάποια πάροδο της οδού Πατησίων. Τις επόμενες ημέρες άλλοι νεκροί: Ο Παναγιώτης Ελλής δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο του Ιπποδρόμου από έναν αξιωματικό των Θωρακισμένων. Ο Γεώργιος Λαδάς σκοτώθηκε από έναν αστυνομικό που τον πυροβόλησε από πίσω. Την ιστορία του Νικηφόρου Μανδηλαρά θα την έχετε ακούσει. Ήταν ένας εξαίρετος δικηγόρος, που είχε πάρει μέρος στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ σαν συνήγορος των κατηγορουμένων. Επιχείρησε να φύγει στο εξωτερικό με ένα μικρό πλοίο. Φαίνεται ότι προδόθηκε. Τον παρέδωσαν στη Χούντα. Το πτώμα του εκβράστηκε σε μια ακρογιαλιά της Ρόδου. Είχε φοβερά σημάδια βασανιστηρίων. Στις 28 Ιουνίου (1967) δύο νέοι αγνώστου ταυτότητας μοίραζαν στο Περιστέρι προκηρύξεις του Πατριωτικού Μετώπου. Η αστυνομία τους μπλοκάρισε και τους έπιασε. Εκτελέστηκαν επιτόπου. Στις 7 Ιουλίου ο λοχίας Δημήτριος Κολυβάς δολοφονήθηκε από τη Στρατιωτική Αστυνομία. Οι σφαίρες είχαν συντρίψει το κεφάλι του. Οι εφημερίδες της λογοκρισίας έγραψαν ότι επρόκειτο για φόνο ΄΄εξ αμελείας΄΄. Ο αξιωματικός της χωροφυλακής Πέτρος Σωτηρόπουλος, προσωπικός φίλος του Γεώργιου Παπανδρέου, βρέθηκε το πρωί νεκρός σ’ένα χωριό των Θηβών. Το κεφάλι του ήταν τρυπημένο από τέσσερις σφαίρες. Ο λοχαγός Μαρμαράς βρέθηκε σκοτωμένος τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Στις 5 Σεπτεμβρίου (1967) η αστυνομία έκανε επιδρομή σ’ένα σπίτι της Θεσσαλονίκης. Αργότερα οι αστυνομικοί βγαίνοντας τραβούσαν το ματωμένο σώμα του Γιάννη Χαλκίδη. Στην Ασφάλεια τον αποτελείωσαν και έθαψαν βιαστικά το πτώμα του. Στην Καβάλα πέντε στρατιώτες στήθηκαν στον τοίχο χωρίς δίκη, άγνωστο για ποια συγκεκριμένη αιτία. Όταν το πληροφορήθηκαν οι οικογένειές τους, ζήτησαν τα πτώματα για να τα θάψουν. Οι στρατιωτικές Αρχές δεν έδωσαν άδεια. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Κυριάκος Σιδηρόπουλος δολοφονήθηκε στο χωριό Απόστολοι του Κιλκίς. Ο Λάμπρος Σπύρου, στέλεχος της Νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου, πιάστηκε την επομένη του πραξικοπήματος. Από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Ο αριθμός των εξαφανιζομένων έπειτα από τη σύλληψή τους είναι αρκετά μεγάλος. Έχω υπόψη ,ου πάνω από εκατό συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αλλά είναι περισσότεροι. Στο νεκροτομείο της οδού Μασσαλίας κουβαλάνε κάθε νύχτα πτώματα από την οδό Μπουμπουλίνας και από το Διόνυσο. Στα ειδικά συρτάρια του νεκροτομείου που τοποθετούν τα πτώματα κρεμούν την πινακίδα: ΄΄Αγνώστων στοιχείων’’. Και η στερεότυπη απάντηση των Αρχών στις οικογένειες των εξαφανισμένων είναι: ΄΄Δεν υπάρχει τέτοιο όνομα στους πίνακες των κρατουμένων΄΄. Μόνο σε τρεις περιπτώσεις, συγκεκριμένα για τους Γεώργιο Αντωνιάδη, Κωνσταντίνο Κάττη και Τάκη Τσάντη, δόθηκε η εξήγηση ότι ΄΄αυτοκτόνησαν΄΄.
Συνεχίζω: Ο υπαξιωματικός Μαυροβουνιώτης σακατεύτηκε από τα βασανιστήρια στο πολεμικό σκάφος ΄΄Ελλη΄΄. Ο στρατιώτης Ιωάννης Αρβανίτης δολοφονήθηκε στη μονάδα στρατού Έβρου όπου υπηρετούσε. Στην ίδια μονάδα πέθανε ο στρατιώτης Ν.Καλιοντζής. Ο πατέρας του ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο Λέρου. Η αδελφή του βασανιζότανε στο ειδικό Κέντρο του ΝΑΤΟ, στο προάστιο Αγία Παρασκευή. Το μόνο ελεύθερο μέλος της οικογένειας, η μάνα, κατάφερε να παραλάβει το πτώμα του γιού της. έφερε ανατριχιαστικά ίχνη μαρτυρίων.
Και τώρα η περίπτωση του γεώργιυο Τσαρουχά. Αγωνιστής με ηρωική ιστορία, ο Τσαρουχάς είχε τιμηθεί από τον λαό με το αξίωμα του βουλευτή. Την ημέρα της δολοφονίας του αξέχαστου Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963, ο Τσαρουχάς τραυματίσθηκε βαριά και στον δρόμο και μέσα στο ασθενοφόρο όχημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γλίτωσε τον θάνατο. Αλλά οι φονιάδες δεν τον είχαν ξεχάσει. Στις 8 Μαΐου 1968 – έπειτα από πέντε χρόνια – ο Τσαρουχάς ταξίδευε με αυτοκίνητο από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Μέσα στο αυτοκίνητο ήσαν μαζί του ο Κώστας Μελέτης, η μνηστή του Γεωργία Παναγοπούλου, ο μηχανικός Μάστορας και ο εκδότης της εφημερίδας  Μακεδονική Ώρα και πρώην βουλευτής Αλέξιος Παπαλεξίου. Λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη ένα απόσπασμα χωροφυλακής σταμάτησε το αυτοκίνητο. Έσυραν έξω και τους πέντε επιβάτες. Σαν κανίβαλοι ρίχτηκαν πάνω τους. Εκεί, στην ερημιά της νύχτας, ο Τσαρουχάς άφησε την τελευταία του πνοή. Χωρίς καν μια σφαίρα. Οι κανίβαλοι τον σκότωσαν με τα χέρια τους. Οι άλλοι μισοπεθαμένοι κλείστηκαν στη φυλακή. Την άλλη μέρα, στις 11 το μεσημέρι, η χωροφυλακή κάλεσε τη γυναίκα του Τσαρουχά, Ιωάννα, και της ανεκοίνωσε ότι ο άντρας της έπαθε καρδιακή προσβολή όταν τους είδε και ότι το πτώμα του βρίσκεται στο νεκροτομείο. Η χήρα ζήτησε τότε να πάρει τον νεκρό στο σπίτι της και να τον κηδέψει. Η χωροφυλακή αρνήθηκε. Και δεν επέτρεψε ούτε ν’ανοιχτεί το φέρετρο.
Από τις 11 το πρωί ως τις 7 το βράδυ το φέρετρο έμενε κατάκλειστο, φρουρούμενο από τους χωροφύλακες. Σε μια στιγμή η Καίτη, κόρη του θύματος, άρπαξε τον ιατροδικαστή από το γιακά: ΄΄Αν είσαι γιατρός΄΄, του είπε, ΄΄εχεις ορκιστεί να λες την αλήθεια. Λέγε, λοιπόν, από τι πέθανε ο πατέρας μου΄΄. Ο ιατροδικαστής της Χούντας περιορίστηκε να πει: ΄΄Η Ασφάλεια θα σας εξηγήσει’’. Στις 7 οι χωροφύλακες άρπαξαν το φέρετρο και το κατέβασαν βιαστικά στον σκαμμένο τάφο. Τότε ακριβώς εκτυλίχτηκε μια σκηνή που θυμίζει αρχαία ελληνική τραγωδία. Η Καίτη όρμησε πάνω στο φέρετρο και με μια υπεράνθρωπη δύναμη έσπρωξε τους φονιάδες και τράβηξε το σκέπασμα. Όλοι αντίκρισαν το πολτοποιημένο πρόσωπο του σεμνού ήρωα. Τα χέρια του ήταν – και στον τάφο – δεμένα με χειροπέδες, τα ρούχα του λεκιασμένα από ξεραμένο αίμα.
Και οι άλλοι τέσσερις; Ο Μάστορας και ο Παπαλεξίου επί μήνες βασανίζονταν μέρα – νύχτα. Δεν ξέρω αν ζούνε. Ο Μελέτης είναι ο ένας από τους δύο (ο άλλος λέγεται Μαρκετάκης) μάρτυρες που έστειλε η Χούντα τον Δεκέμβριο 1968 στο Στρασβούργο για να καταθέσουν στο Συμβούλιο Ευρώπης ότι κανένας δεν έχει βασανιστεί. Ο Μελέτης κατόρθωσε να δραπετεύσει, ζήτησε πολιτικό άσυλο στο προξενείο της Νορβηγίας και έγινε από μάρτυρας υπερασπίσεως μάρτυρας κατηγορίας της δικτατορίας. Η μνηστή του Γεωργία Παναγοπούλου μπόρεσε στις αρχές του 1969 επίσης να δραπετεύσει. Πήγε στο Όσλο και βρήκε τον αγαπημένο της. τώρα ζούνε μαζί μακριά από τη ζούγκλα. Για τον Μαρκετάκη θα έχετε ακούσει. Έγραψε τόσα ο ξένος Τύπος. Είχε ξεφύγει κι αυτός στο Στρασβούργο από τους φρουρούς του και μαζί με τον Μελέτη ζήτησε άσυλο. Αργότερα έφυγε για τη Σουηδία. Αλλά ο αρχηγός της χουντικής αντιπροσωπείας πρόφτασε να του διαμηνύσει ότι ΄΄αυτό που έκανε θα το πλήρωναν ακριβά η γυναίκα του και τα παιδιά του’’. Ο Μαρκετάκης, άγρια βασανισμένος ο ίδιος, ήξερε τι σήμαινε η απειλή. Στη Στοκχόλμη, η ελληνική πρεσβεία του επανέλαβε σαφέστερα την υπόμνηση ότι οι δικοί του ήταν όμηροι στην Αθήνα. Δείλιασε και ξαναγύρισε στην Ελλάδα. Όταν έλθει η υποεπιτροπή του Συμβουλίου Ευρώπης ο Μαρκετάκης θα καταθέσει ότι ‘’τα περί βασανιστηρίων’’ είναι σατανική επινόηση των εχθρών της Ελλάδος…
Τώρα που έφθασα στο κεφάλαιο ΄΄Βασανιστήρια΄΄ δεν ξέρω από πού να αρχίσω και τι να πρωτοπεριγράψω. Η φρίκη σταματάει την ψύχραιμη ταξινόμηση των γεγονότων. Καθώς ξεφυλλίζω το τετράδιο με τις σημειώσεις μου, το χέρι τρέμει, το μυαλό θολώνει. Τα δάκρυα κυλάνε πάνω στο χαρτί και το μουτζουρώνουν.
Χιλιάδες οι περιπτώσεις. Και κάθε μια κρύβει κι ένα προσωπικό δράμα ή μια οικογενειακή τραγωδία/ ξεφυλλίζω τις σελίδες και διαβάζω για τον Πέτρο με το κομμένο πόδι. Οι δήμιοι φρενιασμένοι είχαν ξεπεράσει το όριο της γάγγραινας. Πιο κάτω η Αννούλα. Η κοιλιά και τα γεννητικά της όργανα είναι ακόμη πληγιασμένα από τα καψίματα των τσιγάρων… Να, εδώ, ο πατέρας της Ελένης. Τον βασάνιζαν μέρα – νύχτα στην ταράτσα. Έτσι όπως ήταν δεμένος στον πάγκο έφεραν τη γυναίκα του και την κόρη του Ελένη, 18 χρονών, και τις εβίαζαν συνέχεια ώσπου να πει, είτε αυτός είτε εκείνες, που κρύβεται ο γυιός και αδελφός… Δεν είπαν. Αλλά τα λογικά του πατέρα σάλεψαν…
Και η παρέλαση της φρίκης συνεχίζεται, συνεχίζεται χωρίς τελειωμό.
Θέλω να πω τη σκέψη μου, όσο απλοϊκή ή παράλογη κι αν είναι. Λοιπόν δεν είναι οι βασανιστές που με τρομάζουν. Πάντοτε σ’όλες τις εποχές, σ’όλες τις κοινωνίες υπήρχαν οι μισθωμένοι εγκληματίες. Είναι ανθρώπινα κτήνη, που εκτελούν το καθήκον τους σαν ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως οι δήμιοι. Ούτε καν εκείνοι που επιστημονικά σχεδιάζουν τη βασανιστική υποταγή της ανθρώπινης ψυχής με τρομάζουν. Πρόκειται, όπως έμαθα, για διεστραμμένους εγκεφάλους με ανώτερες σπουδές που καθισμένοι στα άνετα γραφεία και τα εργαστήρια των ξένων υπηρεσιών ερευνούν, μελετούν και καταστρώνουν προγράμματα μεγιστοποιήσεως του ανθρώπινου πόνου και ελαχιστοποιήσεως της καταβαλλόμενης ενέργειας. (Ο Καραπαναγιώτης, ένας σαδιστής της Μπουμπουλίνας, ενώ τυραννούσε το κορμί μου εξηγούσε, σ’ένα διάλειμμα, στους βοηθούς του: ΄΄Αλλοτε χρησιμοποιούσαμε πρωτόγονα μέσα. Και ιδρώναμε για να τους ΄σπάσουμε΄. Τώρα, μ’αυτούς τους συρματένιους βούρδουλες, τα στεφάνια και τα ηλεκτροσόκ η δουλειά γίνεται πολιτισμένα. Ας είναι καλά η αμερικανική βοήθεια…΄΄). Δεν με τρομάζουν όμως ούτε οι Καραπαναγιώτηδες, ούτε οι ΄΄πολιτισμένοι΄΄ βούρδουλες της αμερικανικής βοήθειας. Εκείνοι που πραγματικά με τρομάζουν είναι οι αμέριμνοι άνθρωποι όλου του κόσμου. Τα πολλά εκατομμύρια των Αμερικανών και Ευρωπαίων και Αυστραλών και όλου του πλανήτη μας, που απολαμβάνουν τη μικροευημερία τους – και την ψευτοελευθερία τους – βάζοντας παρωπίδες για ό,τι συμβαίνει έξω από τον στενό τους κύκλο. Πάνε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, εξομολογούνται με ειλικρίνεια, προσπαθούν να μην παραβαίνουν καμιά από τις δέκα εντολές και με καθαρή τη συνείδηση κοιμούνται και κάνουν παιδιά πάνω σε καθαρά σεντόνια. Είναι νομοταγείς πολίτες και καταβάλλουν εμπρόθεσμα τους φόρους τους. Από εδώ όμως αρχίζει η λειτουργία μιας καλά ρυθμισμένης γραφειοκρατικής διαδικασίας, που καταλήγει στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας και στα άλλα ελληνικά κολαστήρια. Ένα μέρος από τον μόχθο των νομοταγών και ευσεβών αυτών πολιτών στην Αμερική, το Κογκρέσο ψηφίζει να πάει – και πάει – στα ταμεία της Χούντας υπό μορφή ΄΄στρατιωτικής βοήθειας΄΄. Υποπτευθήκατε ποτέ, μακάριοι άνθρωποι ότι από το κομμάτι αυτό του μόχθου σας πληρώνονται οι μισθοί των βασανιστών μας και τα εργαλεία που χρησιμοποιούν στο κορμί του λαού μας; Σεις, που είσαστε τόσο ευαίσθητοι όταν αρρωστήσει ο σκύλος σας, δεν θα’πρεπε να δοκιμάσετε την ίδια τουλάχιστον συγκίνηση όταν ένα αγοράκι οκτώ χρονών, ο Γιαννάκης Δημόπουλος από το Αιγάλεω, σφάχτηκε από κτηνάνθρωπους της Στρατιωτικής Αστυνομίας, πληρωμένους από τους φόρους σας; Αν δεν την ξέρετε αυτή την ιστορία να σας την πω: Ο πατέρας του Γιαννάκη, κυνηγημένος από τη Χούντα, είχε περάσει στην παρανομία. Οι αστυνομικοί έπιασαν το παιδί και το χτυπούσαν ζητώντας να τους πει που κρύβεται ο πατέρας του. Ο Γιαννάκης λάτρευε τον πατέρα του και μισούσε τους φονιάδες. Αρνήθηκε να μιλήσει. Τότε ένας έβγαλε ένα μυτερό μαχαίρι και άρχισε να το μπήζει λίγο λίγο στο μέρος της παιδικής καρδούλας. Ο Γιαννάκης – σημειώστε αυτό το όνομα, είναι ο μικρότερος ήρωας των αιώνων και κάποτε σεις, σαν τουρίστες, θα φωτογραφίζετε το άγαλμα με τα χρυσά γράμματα που θα του στήσουμε – υπόμενε καρτερικά το μαρτύριο. Αυτό φρένιασε τον φονιά και έσπρωξε το μαχαίρι. Το αγοράκι ξεψύχησε. Το έθαψαν σ’ένα χωματένιο λάκκο στο Αιγάλεω. Χωρίς ένα σταυρό…
Να γιατί, καλοί μου άνθρωποι, εμείς εδώ στην Ελλάδα πιστεύουμε ότι τον Γιαννάκη Δημόπουλο και τους πολλούς άλλους Γιαννάκηδες τους σκότωσε και τους βασάνισε όχι το κτήνος του Αιγάλεω, αλλά η δική σας αμεριμνησία. Αν καθένας από σας χρησιμοποιούσε τα δημοκρατικά δικαιώματα που έχετε κατακτήσει στις πατρίδες σας και έστελνε ένα λιγόλογο γράμμα στον γερουσιαστή του, στον βουλευτή του, ακόμη και στον ίδιο τον Πρόεδρο και τους έλεγε ότι δεν συμφωνεί να χρησιμοποιείται ο φόρος σας για να σκοτώνουν μικρά παιδιά στην Ελλάδα και να βασανίζουν κορίτσια να’στε σίγουροι ότι δεν θα είχαμε σήμερα στην πατρίδα μου τυράννους.
Έχετε πολύ μεγάλη δύναμη στα χέρια σας πολίτες όλου του κόσμου. Και ξέρετε καλύτερα από μένα ότι αν ο κύριος γερουσιαστής της πολιτείας σας έπαιρνε μερικές χιλιάδες γράμματα από τους ψηφοφόρους του, κι αν συνέβαινε το ίδιο σε όλους τους κυρίους γερουσιαστές και βουλευτές των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν θα ψηφιζόταν από το Κογκρέσο η στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα, που είναι βοήθεια όχι για τον ελληνικό λαό, αλλά εναντίον του ελληνικού λαού. Και η Χούντα των συνταγματαρχών, χωρίς το οξυγόνο της αμερικανικής βοήθειας και της διπλωματικής υποστηρίξεως, χωρίς τη συμπαράσταση του ΝΑΤΟ και μερικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, θα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος. Να γιατί είσαστε ηθικά υπεύθυνοι για τη σημερινή κόλαση της πατρίδας μου, αμέριμνοι άνθρωποι και της Αμερικής και της Ευρώπης και όλου του κόσμου. Και βέβαια αυτό ισχύει και για εσάς, πολίτες της Ρωσίας και των ανατολικών χωρών, που τόσο έντονα διακηρύσσετε την απέχθειά σας κατά του φασισμού. Όμως διατηρείτε διπλωματικές σχέσεις και πρεσβείες και εμπορικές αντιπροσωπείες και στέλνετε τεχνικούς συμβούλους – που; - στη  μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ο φασισμός βρικολάκιασε μετά τον πόλεμο. Πως δεν κοκκινίζεις από ντροπή, εσύ, κύριε πρεσβευτή της Σοβιετικής Ενώσεως, όταν πηγαίνεις στις δεξιώσεις της Χούντας και σφίγγεις το χέρι του δικτάτορα και το χέρι του Παττακού και το χέρι του Λαδά, του αρχηγού των βασανιστών; Αν θέλετε να κάνετε πολιτική και διπλωματία πατώντας πάνω στις πληγές μας κάνετέ την. Αλλά η μνήμη μας συγκρατεί και τις θετικές και τις αρνητικές πράξεις σας κατά τη μεγάλη μας δοκιμασία.