Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Στο ιστόρημα αυτό υπάρχει ο διαχωρισμός των γεγονότων από τις απόψεις του συγγραφέα. Διευκολύνεται, έτσι, ο αναγνώστης να αποδεχθεί ή όχι τις διατυπωμένες απόψεις και κρίσεις.
Ξεκινά με μια μικρή και γρήγορη εξιστόρηση της σύνθεσης της πολιτικής κατάστασης κατά την περίοδο της Κατοχής...
Στον Πρόλογο, και στη σελίδα 17, αναφέρει:

ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Στις 31 Μαΐου 1941, μετά σκληρές μάχες δέκα ημερών και σημαντικές απώλειες του αερομεταφερόμενου σώματος αλεξιπτωτιστών, η ηρωική αντίσταση των Κρητών κάμπτεται και οι Γερμανοί καταλαμβάνουν ολόκληρη την Κρήτη. Ολοκληρώνεται και η κατάκτηση της χώρας, η οποία χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής:
1.    Η γερμανική ζώνη περιλάμβανε την Αττική, την Κρήτη, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία καθώς και τα νησιά του Αιγαίου.
2.    Η ιταλική ζώνη περιλάμβανε την Πελοπόννησο, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, μέρος της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, την Εύβοια και τα Ιόνια Νησιά.
3.    Η βουλγαρική ζώνη περιλάμβανε την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.
Ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν προς την πρωτεύουσα, ο πρωθυπουργός Αλ.Κορυζής προτιμά τον θάνατο από την υποταγή. Θα αυτοκτονήσει στις 18 Απριλίου 1941. Ο βασιλιάς θα αναθέσει τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Εμ.Τσουδερό. θα ορκιστεί στις 21 Απριλίου και στις 23 Απριλίου θα αναχωρήσει για Κρήτη και στη συνέχεια στην Αίγυπτο με τη βασιλική οικογένεια.
Η Αίγυπτος ελέγχονταν από τους Άγγλους, οι οποίοι μετείχαν και στην Αντίσταση κατά των Γερμανών στην Ελλάδα με 50.000 περίπου άνδρες. Με σκοπό να συνεχίσουν τον πολιτικό έλεγχο της χώρας, μετά την ιταλογερμανική κατοχή, είχαν σχεδιάσει την εγκατάσταση στην Αίγυπτο της νόμιμης πολιτειακής και πολιτικής εξουσίας, αλλά και της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων , ώστε να επιστρέψουν «αλώβητοι» στην Ελλάδα.
Στην Αθήνα, οι Γερμανοί εγκατέστησαν την κυβέρνηση του στρατηγού Γ.Τσολάκογλου, ο οποίος είχε υπογράψει και τα πρωτόκολλα συνθηκολόγησης. Ο στρατηγός δεν είχε πολιτικά ερείσματα. Ακόμα και οι ηγέτες των αστικών κομμάτων αρνούνται να στηρίξουν την κυβέρνηση των «Κουϊσλιγκς». Πολλοί θα διαφύγουν στην Αίγυπτο, όπου σύντομα θα εμφανισθούν φαινόμενα πολιτικής αντιπαράθεσης και κινήματα στις ένοπλες δυνάμεις.
Το πολιτικό κενό στην Ελλάδα θα καλύψουν, από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, οι αντιστασιακές οργανώσεις. Στις 9 Σεπτεμβρίου ιδρύεται στην Αθήνα ο Εθνικός Δημοκρατικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ) ως πολιτική οργάνωση από βενιζελικούς αξιωματικούς με επίτιμο αρχηγό τον Νικόλαο Πλαστήρα. Ουσιαστικός αρχηγός είναι ο Ναπολέων Ζέρβας και υπαρχηγός ο Κομνηνός Πυρομάγλου.
Στις 27 Σεπτεμβρίου, το ΚΚΕ μαζί με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ), την Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) και το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ) ιδρύουν το ΕΑΜ. (Η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε την είσοδο στην Αντίσταση, αφότου ο Χίτλερ παραβίασε το Σύμφωνο Ρίμπεντροφ – Μολότοφ). Στις 16 Φεβρουαρίου ιδρύεται ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ). Την οργάνωση του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο αναλαμβάνει ο Άρης Βελουχιώτης. Την ίδια περίοδο ιδρύεται και η Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ), από τους Γ.Καρτάλη, τον συνταγματάρχη Δ.Ψαρρό και τον Α.Καψαλόπουλο.
Ταυτόχρονα το αγγλικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, που ήταν από την αρχή ενήμερο για τη δημιουργία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ άρχισε να διερευνά μέσω των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών του SOE (Special Operation Executive) και των ανθρώπων του στην Ελλάδα, τη δυνατότητα δημιουργίας Αντάρτικου από αξιωματικούς και δυναμικό που δεν θα είχε σχέσεις με το ΕΑΜ και τον αριστερό συνασπισμό και έτσι μετακατοχικά δεν θα δημιουργούνταν τυχόν συνθήκες απειλής του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου. Έτσι, υποστηρίχθηκε και προωθήθηκε η επιλογή του Ζέρβα και του ΕΔΕΣ.
Το φθινόπωρο του 1942, με την αποστολή των πρώτων βρετανικών συνδέσμων και ομάδων, που θα αναλάβουν την ενίσχυση των αντάρτικων ομάδων με στρατιωτικό υλικό, χρήματα και τεχνογνωσία, αρχίζει ουσιαστικά η δεύτερη περίοδος της ελληνικής Αντίστασης.
Έτσι, στις 30 Σεπτεμβρίου 1942, θα πέσουν στην περιοχή της Γκιώνας ο Βρετανός ταξίαρχος Έντι Μάγιερς και η ομάδα των σαμποτέρ που θα οργανώσουν την ανατίναξη στον Γοργοπόταμο. Αρχηγός της επιχείρησης ορίστηκε ο ταξίαρχος Έντι Μάγιερς και υπαρχηγός ο Κρις Γουντχάουζ. Στις 4 Σεπτεμβρίου, ο σύνδεσμος του βρετανικού στρατηγείου της Μέσης Ανατολής «Προμηθέας» έλαβε μήνυμα από το αρχηγείο του Καϊρου πως η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αθήνας θεωρούνταν αποφασιστικής σημασίας για τις εξελίξεις στο Βορειοαφρικανικό Μέτωπο.
Στις 25 Νοεμβρίου 1942 ανατινάζεται από άντρες του ΕΛΑΣ/ΕΔΕΣ/ΑΓΓΛΟΥΣ η γέφυρα του Γοργοπόταμου. Ήταν η πλέον επιτυχημένη επιχείρηση σαμποτάζ μέχρι εκείνη τη στιγμή στην Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί και αναλυτές αμφισβητούν την στρατηγική σημασία της ανατίναξης της γέφυρας σε σχέση με τις εξελίξεις στο Μέτωπο της Βορείου Αφρικής. Αντίθετα, ο Γουντχάουζ, στο βιβλίο του «Το Μήλος της Έριδος», αναφέρει πως «η καταστροφή της γέφυρας του Γοργοπόταμου διέκοψε προσωρινά τη χρήση της μοναδικής σιδηροδρομικής γραμμής που διέσχιζε την Ελλάδα, κάνοντας έτσι αδύνατο τον ανεφοδιασμό του Ρόμελ στην Αφρική και τη μεταφορά εργατών στη Γερμανία». Το ανακοινωθέν της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ ανέφερε πως «Τη νύχτα της 25ης προς 26η Νοεμβρίου, συμμορία 200 ανδρών ανατίναξε τη γέφυρα του Γοργοπόταμου νοτίως του Λιανοκλαδίου. Η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Αθηνών διεκόπη, κατά πάσα πιθανότητα, τουλάχιστον για μια εβδομάδα».
Στην Αθήνα την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου διαδέχεται η κυβέρνηση του καθηγητή Γ.Λογοθετόπουλου.
Η ελεύθερη κυβέρνηση μοιράζεται μεταξύ Λονδίνου και Καϊρου. Στο Λονδίνο θα εγκατασταθεί ο πρωθυπουργός Εμ.Τσουδερός με τους υπουργούς Κ.Βαρβαρέσο, Στ.Δημητρακάκη, Γ.Μαντζαβίνο και τον υφυπουργό Εξωτερικών Αθ.Αγνίδη. Στο Κάιρο θα παραμείνουν ο αντιπρόεδρος και υπουργός Άμυνας Π.Κανελλόπουλος και οι υπουργοί Ναυτικών Επ.Καββαδίας, Αεροπορίας Π.Νικολαϊδης και Πρόνοιας Επ.Τσέλος.
Οι δυνάμεις του πυροβολικού και πεζικού που είχαν διαφύγει στην Αίγυπτο ανασυντίθεται και συγκροτούν την Ταξιαρχία της Ερήμου, με διοικητή τον ταξίαρχο Παυσανία Κατσώτα. Την πρώτη μάχη θα την δώσει εναντίον των Γερμανών στο Ελ Αλαμέιν, όπου θα πέσουν και οι πρώτοι Έλληνες νεκροί .
Στην Ελλάδα ο στρατηγός Στ.Σαράφης επιχειρεί να συγκροτήσει αντάρτικο σώμα, αλλά παγιδεύεται και συλλαμβάνεται από τον κομμουνιστή Κ.Γυφτοδήμο και θα αναγκαστεί να προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ. Την ίδια εποχή ιδρύεται και η ΕΠΟΝ, η νεολαία του ΕΑΜ. Και το πρώτο θύμα του εμφυλίου μεταξύ των αντάρτικων ομάδων, ο συνταγματάρχης Ψαρρός, αρχηγός της ΕΚΚΑ, από αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Στις 7 απριλίου1943 μια ακόμη κατοχική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Ράλλη, στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος.
Τον Οκτώβριο 1943 ο Γ.Σιάντος, ουσιαστικός ηγέτης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, εγκαθίσταται στα βουνά. Αρχίζει τον πόλεμο κατά του ΕΔΕΣ. Τα πρώτα σπέρματα του διαχωρισμού των Ελλήνων σε κομμουνιστές και εθνικόφρονες… Τότε, θα ιδρυθούν και τα περίφημα Τάγματα Ασφαλείας, φόβος και τρόμος όχι μόνο των κομμουνιστών αλλά και των προοδευτικών πολιτών που είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ, με μόνο σκοπό την αντίσταση κατά των Γερμανών.
Οι Άγγλοι παρεμβαίνουν για να αποτρέψουν την κλιμάκωση της εμφύλιας αντιπαράθεσης ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ. Είχαν, πλέον, και την έγκριση του Στάλιν και του Ρούζβελτ, οι οποίοι, στη Διάσκεψη της Τεχεράνης (28 Νοεμβρίου 1943) είχαν συμφωνήσει με τον Τσόρτσιλ να υπαχθεί η Ελλάδα στη ζώνη επιρροής της Αγγλίας. Για τη συμφιλίωση παρενέβη και η Μόσχα. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1944, υπογράφηκε η ανακωχή μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, παρουσία των Άγγλων Γουντχάουζ και Γουάινς.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 4ο)
23 Ιανουαρίου 1968: Είμαι πάλι στο δικό μου σπίτι της οδού Χάρητος. Με άφησαν ελεύθερη την άλλη μέρα των Χριστουγέννων. Τη φοβερή εκείνη νύχτα της 12ης Δεκεμβρίου με κουβάλησαν με μια κουβέρτα από την ταράτσα όχι στο κελί μου, αλλά σ'ένα από τα απομονωτήρια του υπογείου. Εκεί που καταλήγει η τρύπα του θανάτου από το πλυ­σταριό. Εδώ ο αέρας είναι λίγος, η ατμόσφαιρα πνιγερή. Το πάτωμα δεν έχει τσιμέντο.
Όταν με άδειασαν από την κουβέρτα στο κελί το γυ­μνό πληγιασμένο κορμί μου ανακατεύθηκε με τη γλίτσα και τα πεταμένα ρούχα μου. Ήταν λάσπη που μύριζε αί­μα και ακαθαρσίες. Το μάκρος του κελιού μόλις έπαιρνε το σώμα μου, αν είχα διπλωμένα τα πόδια. Ήμουνα όμως χωρίς χειροπέδες κι έτσι μπόρεσα να ντυθώ, να κρατάω τη μύτη μου και ν' αναπνέω με το στόμα. Στα πρώτα δέκα λεπτά, παρά τους πόνους, την αιμορραγία και την εξά­ντληση, στεκόμουνα ορθή. Αυτή η βρόμικη λάσπη μού έφερ­νε εμετό. Και ο εμετός γινότανε το επίστρωμα της λάσπης. Δεν άντεξα για πολύ. Έπεσα κάτω και παραδόθηκα άνευ όρων στη λάσπη και στους εμετούς. Έζησα εκεί ως τις 26 Δεκεμβρίου.
Αλλά δεν με βασάνισαν άλλο. Και δεν ξαναείδα ούτε τον Καραπαναγιώτη, ούτε τους άλλους, ούτε τον βιαστή μου.
Στις 26 το μεσημέρι ένας αστυφύλακας με στολή με πή­γε στο γραφείο του Λάμπρου. Μέσα στο γραφείο αντίκρι­σα τον πατέρα μου. Κράτησα τους λυγμούς μου. Δεν ήθε­λα να δώσω ικανοποίηση στον κύριο διοικητή που στεκότανε όρθιος. Ο πατέρας μπροστά στο φάντασμα που έβλεπε εί­χε καταρρεύσει.
"Είσαι ελεύθερη", είπε ψυχρά ο Λάμπρου.
Και να 'μαι πάλι από τη φρίκη της Μπουμπουλίνας στη θαλπωρή και στις ανέσεις του πατρικού σπιτιού.
Η μητέρα ήταν ακόμη στην κλινική. Είχε πάθει καρ­διακή προσβολή την ημέρα που έμαθε ότι μ' έπιασαν. Ο πατέρας είπε ότι ήταν θαύμα που σώθηκε. Σε τρεις μέρες γύρισε σπίτι. Εμένα με εξέτασε συμβούλιο γιατρών και με υπέβαλε σε πολύπλευρη συστηματική θεραπεία. Το κά­ψιμο του μηρού έχει αφήσει μια βαθιά ουλή. Πιο απο­κρουστική είναι η πληγή του στήθους. Είχε αρχίσει μόλυν­ση και χρειάστηκε να εγχειριστώ. Μου κόψανε το μισό στήθος. Ο αριστερός ώμος είχε υποστεί εξάρθρωση από το κρέμασμα. Ένα σπασμένο πλευρό μπήκε σε νάρθηκα. Έχω συνεχείς ιλίγγους και μου κάνουν ηλεκτροθεραπεία.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο φοβερό και αγιάτρευτο. Σήμερα το πρωί βεβαιώθηκα οριστικά ότι είμαι έγκυος. Έχω μέσα στα σπλάχνα μου το σπόρο της απαί­σιας εκείνης νύχτας.
Δεν έχω πει σε κανένα αυτή την ιστορία. Η μητέρα και ο πατέρας θα πέθαιναν από ντροπή. Τι έπρεπε όμως να κάνω με τον Μανώλη;
Ο πατέρας τού είχε γράψει για τη σύλληψή μου. Και μ' ένα τηλεγράφημά μου "Είμαστε όλοι καλά. Ηλέκτρα" τού έδωσα να καταλάβει ότι είμαι ελεύθερη ζωντανή. Πήρα γράμματά του που εξέφραζαν αγωνία για την υγεία μου και μου έδιναν κουράγιο. Εξακολουθούσε να με αγαπάει βαθιά και αληθινά. Αλλά εγώ τι να του γράψω; Πώς να τον πληγώσω λέγοντας ότι είμαι έγκυος και πρόκειται να φέρω στον κόσμο μια ζωή που δεν είναι δική του; Νύχτες και νύχτες τυραννήθηκα μ' αυτή τη σκέψη. Κι ακόμη τυραννιέμαι....
Οι μέρες κυλάνε άδειες. Από την πρώτη μέρα που μ'άφησαν, με την εμπειρία της παρανομίας ερευνούσα από το άνοιγμα της κουρτίνας τον δρόμο. Τις πρώτες μέρες δεν έβλεπα καμιά απολύτως ύποπτη κίνηση. Ένα σούρουπο θέλοντας να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου ξεκίνησα με τα πόδια για την οδό Χάρητος. Σε τι κατάσταση να βρισκό­ταν άραγε το σπίτι μου; Στρίβοντας στη γωνιά σταμάτη­σα σ' ένα περίπτερο ν'αγοράσω κάτι. Ενώ πλήρωνα κοι­τάζοντας προς τη γωνιά του δρόμου είδα να ξεπροβάλει ένα "μούτρο". Τον θυμήθηκα αμέσως. Τον είχα δει τη νύ­χτα που με πρωτοπήγαν στην Μπουμπουλίνας να κατεβαίνει, μαζί με άλλους, τη σκάλα, κρατώντας βιβλία στο χέρι. Προχώρησα κι έπειτα από τρία τετράγωνα σταμά­τησα σε μια βιτρίνα. Ο "τύπος" ερχότανε, δήθεν αμέριμνος, από πίσω μου. Τώρα δεν είχα καμιά αμφιβολία.
Φτάνοντας στην πολυκατοικία της Χάρητος η θυρωρός καθώς με αντίκρισε μόνο που δεν λιποθύμησε. Άνοιξα το διαμέρισμά μου και είδα την εικόνα της καταστροφής. Τη νύχτα που είχαν έρθει και τους ξέφυγα από την πόρτα υπηρεσίας, τα έκαναν από τη λύσσα τους γης Μαδιάμ. Έπιπλα, καθρέφτες, κρεβάτια σπασμένα. Τα χαλιά σκι­σμένα με ξυραφάκια. Τα βιβλία φύλλο φύλλο. Τα ρούχα μου έλειπαν.
Όταν γύρισα στο πατρικό σπίτι, εξήγησα στους δικούς μου την καταστροφή. Ο πατέρας με παρηγόρησε λέγοντας ότι σε λίγες μέρες όλα θα ήσαν όπως πριν. Θυμάμαι ότι ακούγοντας τη φράση "όπως πριν", έβαλα τα κλάματα. Κλείστηκα στην κάμαρά μου και για πρώτη φορά άφησα τον συγκρατημένο εαυτό μου να ξεσπάσει. Έκλαιγα βου­βά ώρες ολόκληρες. Όχι, ποτέ πια για μένα δεν θα ξανα­γίνει η ζωή όπως ήταν "πριν". Η ταράτσα ίσως με τα χρό­νια ξεχαστεί. Αλλά το έμβρυο που έχω στα σπλάχνα μου, τα χρυσά δόντια με το κομμένο χείλος που δάγκωναν το πληγωμένο στήθος, όχι αυτά δεν θα σβήσουν ποτέ. Θα ήταν οι παντοτινοί αχώριστοι εφιάλτες μου.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου μετακόμισα στο σπίτι μου. Ο καημένος ο πατέρας το είχε κάνει πιο όμορ­φο από "πριν". Πρώτη μου δουλειά ήταν να κατέβω τη νύ­χτα στον κήπο και να κοιτάξω για το θαμμένο σιδερένιο κουτί. Ήταν στη θέση του. Φίλησα το χώμα που ήταν κολ­λημένο απάνω του. Το χάιδεψα σαν ένα πιστό και ανεκτί­μητο σύντροφο. Να ο προορισμός της ζωής μου. Θα το πλουτίσω με υλικό, θα το πλουτίζω κάθε μέρα. Και κά­ποια μέρα. μέσα από το πολύτιμο κουτί, θα ζωντανέψει το χρονικό της θεομηνίας.
Όχι. δεν είμαι φιλόδοξη. Είμαι μια απλή πονεμένη γυ­ναίκα που θέλει να κάνει το χρέος της προς τους άλλους ανθρώπους σ'όποια φυλή ή θρησκεία κι αν ανήκουν. Χω­ρίς να έχω ιδέα από φιλοσοφία και κοσμοθεωρίες, το έν­στικτο μου λέει ότι η πυρκαγιά που φούντωσε στην πατρί­δα μου είναι το προγεφύρωμα ενός καινούργιου φασισμού, που αν δεν σβήσει οι φλόγες της θ'απλωθούν σ' όλη την Ευρώπη. Και όχι μόνο στην Ευρώπη. Οι Ιταλοί και οι Σκαν­διναβοί και οι Ολλανδοί δείχνουν ότι έχουν συνείδηση του κινδύνου που τους απειλεί. Οι άλλοι όμως Ευρωπαίοι - και οι Αμερικανοί - όχι ακόμη. Μα αυτού του είδους η φωτιά δεν λογαριάζει σύνορα και ωκεανούς. Στον σημερινό κόσμο κανένας δεν είναι απρόσβλητος. Μόνο το ξύπνημα των ανθρώπων θα σταματήσει την αυτοκαταστροφή τους. Πρέ­πει να ξυπνήσουν τώρα, για να μην ξυπνήσουν μια μέρα τρομαγμένοι και από τα ζεστά τους κρεβάτια βρεθούν στα σφραγισμένα βαγόνια που πήγαιναν τους Εβραίους στα κρεματόρια. Τα Πεντάγωνα σ’όλες τις χώρες εκτρέφουν θηρία. Συνταγματάρχες. Καραπαναγιώτηδες. Φώτηδες. Και τα θηρία καραδοκούν την ευκαιρία να χιμήξουν στους λαούς, όπως χιμούσαν πάνω μου στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Και το αναμμένο τσιγάρο πάνω στο στήθος μιας γυναίκας σαλεύει το λογικό το ίδιο στην Ελληνίδα, και στη Βιετναμέζα και στην Τσεχοσλοβάκα, μα και στην Αμε­ρικάνα. Ο πόνος είναι κι αυτός αδιαίρετος..
...Στο υπογειάκι που ζούσα όταν πιάστηκα υπάρχει θαμμένο ένα μικρότερο κουτί με υλικό. Το νοίκι είναι πλη­ρωμένο και μπορώ να πάω. Αλλά το "μούτρο" που με πα­ρακολουθεί; Ευτυχώς βρήκα τη λύση του προβλήματος. Εκτός από τους γονείς μου, η πρώτη επίσκεψη που είχα ήταν της Νέλλης. Πέσαμε η μία στην αγκαλιά της άλλης και κλάψαμε πολύ.
Απέφευγα να της πω ότι θα μπορούσε να ξύσει την πά­ντα ανοιχτή πληγή της. Μόνη της μου είπε τη συνέχεια της ιστορίας της. Τα δύο παλικάρια που είχε δώσει τα ονόμα­τα τους πιάστηκαν και βασανίστηκαν. Ο ένας δεν μίλησε. Πέρασε από στρατοδικείο κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Ο άλλος μίλησε και είπε το μοναδικό όνομα που ήξερε. Αλλά το "όνομα" αυτό πρόλαβε κι έφυγε στο εξωτερικό. Έτσι, η αλυσίδα είχε κοπεί. Η Νέλλη υπέφερε ακόμη. Οι αναμνήσεις την τυραννούσαν. Αλλά δεν ήταν η νεκρή ψυ­χή που είχα αντικρίσει εδώ και μερικούς μήνες.
Της ζήτησα να πάει στο υπογειάκι και να ξεθάψει το κουτί με το υλικό. Της εξήγησα ότι η αποστολή αυτή εί­χε τους κινδύνους της. Η Νέλλη τα κατάφερε θαυμάσια. Το μικρό κουτί ήρθε στα χέρια μου και θάφτηκε δίπλα στο μεγάλο.
Οι μέρες και οι μήνες της σκλαβιάς κυλάνε. Και τα δύο σιδερένια κουτιά γεμίζουν. Και το γέμισμα των κουτιών σημαίνει ότι τα κολαστήρια δουλεύουν, αλλά και η αντί­σταση δυναμώνει. Ξέρεις, κύριε Λάμπρου, πόσες συνει­δήσεις ξύπνησαν τα εγκλήματά σου, πόσα αντρειωμένα παλικάρια έχεις προσφέρει στον αγώνα;
21 Απριλίου 1968: Σήμερα είναι η πρώτη επέτειος της σκλα­βιάς. Από τη βεράντα του σπιτιού μου αντικρίζω την ει­κόνα του πανηγυρισμού. Συνεργεία αστυφυλάκων περι­τρέχουν την πόλη και σημειώνουν τα σπίτια που δεν έχουν αναρτήσει σημαία. Αύριο θα κληθούν στην Μπουμπουλίνας να μάθουν να σέβονται τη γιορτή της Χούντας. Το ρα­διόφωνο μεταδίδει θούρια και δοξολογίες. Χαμηλώνω την ένταση και γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Το Μπι-Μπι-Σι περιγράφει διαδηλώσεις που έγιναν στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής εναντίον της δικτατορίας στην Ελλάδα. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου. Ο εκ­φωνητής ενός άλλου σταθμού μεταδίδει ότι φοιτητές και φοιτήτριες σε 80 ευρωπαϊκά και 41 αμερικανικά πανεπι­στήμια διέκοψαν τα μαθήματά τους για να εκδηλώσουν αλ­ληλεγγύη προς τον ελληνικό λαό. Αθάνατη σπουδαστική νεολαία, λουλούδι της κοινωνίας και ελπίδα της ανθρωπό­τητας. Συνέχισε τις ωραίες παραδόσεις σου, ξύπνησε και τον υπόλοιπο κόσμο. Γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Με­ταδίδει μια περίληψη από μήνυμα του Ανδρέα Παπαν­δρέου. Προσπαθώ να θυμηθώ τη μορφή του όπως την είχα δει σε φωτογραφίες των εφημερίδων. Ναι, ένας πολύ γοη­τευτικός άντρας, με το στοχαστικό βλέμμα του σοφού. Ας μη τον συμπαθεί ο πατέρας, ο Ανδρέας είναι ένας σπου­δαίος άνθρωπος. Ο λαός τον ελάτρευε. (Γιατί όμως λέω ότι τον ελάτρευε; Δεν τον λατρεύει τώρα;) Θυμάμαι που μόλις είχα λυτρωθεί από την Μπουμπουλίνας, όταν άκου­σα ή διάβασα ότι ο Ανδρέας είναι ελεύθερος και έφυγε στο εξωτερικό. Η φυλάκιση και η απειλή εκτελέσεώς του εί­χαν προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση. Στο Νιουσγουηκ έχω διαβάσει όλη την ιστορία της απελευθερώσεως του Ανδρέα Παπανδρέου, τις δραστηριότητες του Γκαλμπραίηθ και τέλος την προσωπική παρέμβαση του Τζόνσον. Όλα αυτά ήταν ωραία και τα κατάλαβα. Εκείνο που το φτωχό μου μυαλό δεν κατάλαβε ποτέ ήταν γιατί ο Ανδρέας έφυ­γε και ζει στο εξωτερικό. Η θέση του ήταν στην Ελλάδα, εδώ κοντά στον μαρτυρικό λαό που τον είχε αποθεώσει. Ένας λαός που ανεβαίνει στην ταράτσα δεν του αρέσει να ξέρει ότι ο αρχηγός του κοιμάται στα μαλακά κρεβάτια της Στοκχόλμης ή του Παρισιού. Ίσως η αναχώρηση του Ανδρέα από την Ελλάδα να αποδειχτεί κάποτε σπουδαία πολιτι­κή πράξη. Δεν θ'αποδειχτεί όμως ποτέ σωστή ενέργεια αρχηγού. Και μπορεί το μέλλον να του επιφυλάσσει ένα σημαντικό πολιτικό ρόλο. Όχι όμως το φωτοστέφανο του αρχηγού του λαού.
ΗΛΕΚΤΡΑ ΠΑΠΑ
Υ.Γ. Τώρα που ξαναδιάβασα το γράμμα μου πρόσεξα ότι αφήνει ειδικά στον Αμερικανό αναγνώστη μια πικρόχολη γεύση. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση μου. Όλοι οι Έλληνες τρέ­φουν αγάπη και θαυμασμό για τον αμερικανικό λαό. Οι μεγαλύτεροι από μένα θυμούνται με ευγνωμοσύνη τους θρύλους των αμερικανικών στρατευμάτων, που στον Β' Πα­γκόσμιο Πόλεμο, ίδιες στρατιές αγγέλων με ρομφαίες, ξε­κίνησαν από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και βοήθησαν στο λύτρωμα της σκλαβωμένης Ευρώπης από την κατάρα του ναζισμού. Η αλλαγή στα αισθήματα μας άρχισε με τη Χιροσίμα. Έπειτα ήρθε το Δόγμα Τρούμαν. που μας αγό­ρασε από την Αγγλία. Και από τότε η μοίρα της πατρίδας μου χαράσσεται από τους ψυχρούς εγκέφαλους του NATO, του Σταίητ Ντιπάρτμεντ. του Πενταγώνου και της CIA, που εμάς, τον ελληνικό λαό, μας βλέπουν όχι σαν μια κοι­νωνία ανθρώπων, αλλά σαν ένα πιόνι της παγκόσμιας στρα­τηγικής τους. Μα σε τι διαφέρει αυτό από το δουλεμπόριο των περασμένων αιώνων; Και πάλι δεν τα'χουμε μαζί σας. Ξέρουμε ότι ο αμερικανικός λαός έχει μια ηθική αγνότητα, μια θαυμαστή ειλικρίνεια, αλλά και μια - μη σας κακοφανεί - παιδική πολιτική ανωριμότητα. Οι ηγέτες σας, παρασυρμένοι από τον δαίμονα της δυνάμεως, κατρακυλάνε κάθε μέρα και περισσότερο προς τα είδωλα των μεγάλων αυτοκατεστραμμένων αυτοκρατοριών. Κοιτάξτε στη δια­δρομή της Ιστορίας την τύχη που είχαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η Περσία του Δαρείου, η Μακεδονία του Αλε­ξάνδρου, η Ρώμη των Καισάρων, η Βενετία των Δόγηδων και τελευταία η Γερμανία του Χίτλερ. Όλες έγιναν το φό­βητρο της οικουμένης. Αλλά και όλες κατέρρευσαν από την αλαζονεία και την απληστία τους. Σεις όμως, ο αμερι­κανικός λαός, διαθέτετε ακόμη (προσέξτε αυτό το «ακό­μη») το μεγάλο όπλο της δημοκρατίας, που δεν το είχαν οι λαοί των ρημαγμένων αυτοκρατοριών. Συγκρατείστε τους ηγέτες σας από τον κατήφορο. Στο κρίσιμο σταυροδρόμι της σήμερα ξαναγίνετε οι άγγελοι του καλού. Ξαναδώστε στην Ελλάδα μας την ελευθερία που της αφαιρέσατε...

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 3ο)

Ξεφυλλίζω το τετράδιο. Τι να ξεχωρίσω, που κάθε σελίδα, κά­θε ιστορία είναι μαζί μια κατάρα και ένας ύμνος για τον άν­θρωπο; Να η περίπτωση του Σωτήρη Αναστασιάδη, ενός νέου σκηνοθέτη, γιου της γνωστής ποιήτριας Γεωργίας Δεληγιάννη - Αναστασιάδη. Η Χούντα επικήρυξε τον Σωτήρη και τον φίλο του Δημήτρη Δαρειώτη σαν ληστές για 100.000 δραχμές το κε­φάλι του καθενός. Σε μια συγκλονιστική έκκληση προς την πα­γκόσμια κοινή γνώμη, η μάνα του Σωτήρη έλεγε ότι το μόνο έγκλημα του παιδιού της και του φίλου του ήταν ότι "νέοι και οι δύο ονειρεύτηκαν έναν κόσμο καλύτερο, βασισμένο στην ελευθε­ρία και την κοινωνική δικαιοσύνη".
Τους πιάσανε, τους βασάνισαν. Στο δικαστήριο έδειξαν τις ουλές από τα εγκαύματα, τα σπασμένα δάκτυλα των χεριών, τα ξεριζωμένα με τανάλιες νύχια... Ο βασιλικός επίτροπος στην αγό­ρευση του είπε ότι "τα δήθεν βασανιστήρια αποτελούν σατανική επινόηση των εχθρών του έθνους". Οι στρατοδίκες τούς δίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή.
Να η τραγωδία του Λεωνίδα Τσιαδή. Κατέρριψε το ρεκόρ της ταράτσας. Τον ανέβασαν 37 φορές. Οι δήμιοι είχαν απελπιστεί. Την 37η φορά όμως του είχαν ετοιμάσει μια έκπληξη που δεν την περίμενε. Ενώ ήταν δεμένος στον πάγκο φέρανε μπροστά την κο­ρούλα του έντεκα χρονών. Ο Μπάμπαλης του είπε: "Θα την πε­ράσει μπροστά σου η μισή Ασφάλεια. Τι λες;" Ο Τσιαδής κατέρ­ρευσε. Και παρέδωσε την ψυχή του. Είχαν βρει την ευαίσθητη χορδή του πατέρα.
Κλείνω το κεφάλαιο με την περίπτωση της Ελένης Κ. Την πή­γαν στον Διόνυσο και την έριξαν σ' ένα κελί. που είχε μέσα μισό πόδι νερό. Δύο μήνες την βασάνιζε και την "γλεντούσε" ο ταγματάρχης Θεοφιλογιανάκος. Ετοίμαζαν τα χαρτιά της για το στρα­τοδικείο όταν ανακάλυψαν ότι είχε γίνει λάθος. Συνωνυμία με κάποιαν άλλη που καταζητούσαν. Η Ελένη διηγείται ότι μια από τις μέρες του μαρτυρίου της σκαρφάλωσε στο μικρό άνοιγμα της πόρ­τας για ν'αναπνεύσει. Και αντίκρισε το πρόσωπο του ένοπλου φρουρού της. Ήταν ένα νέο παιδί, κληρωτός στρατιώτης. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του.
Μια αναλαμπή ανθρωπιάς στην κόλαση του Διονύσου.
Στο δεύτερο τετράδιο σταματάω στην πρώτη σελίδα. Μαζί στα­ματάει και η καρδιά μου. Είναι η προσωπική μου τραγωδία σε μορφή ημερολογίου. Οι περισσότερες σελίδες είναι γραμμένες από μνήμης. Αντιγράφω:
2 Νοέμβρη 1967. Δεν μένω πια σπίτι μου, στο όμορφο διαμέρισμα της οδού Χάρητος. Μια νύχτα, τον περασμένο μή­να, χτύπησε δυνατά η πόρτα μου. Κατάλαβα... Από και­ρό είχα καταστρώσει το σχέδιο διαφυγής. Έτσι. ενώ αγωνίζονταν να σπάσουν την πόρτα, εγώ κατέβηκα από την είσοδο της υπηρεσίας στο ισόγειο και πηδώντας ένα τοίχο δυόμισι μέτρα ύψος, βρέθηκα στη νυχτερινή ερημιά του πίσω δρόμου. Είχα μια διεύθυνση για καταφύγιο σε ώρα μεγάλης ανάγκης. Βαδίζοντας με μεγάλη προφύλαξη από τους πιο σκοτεινούς δρόμους μπόρεσα να φτάσω...
Τώρα είμαι παράνομη. Μένω στο υπόγειο μιας φτωχής γειτονιάς. Με κομμένα και αλλαγμένα στο χρώμα μαλλιά, φορώντας γυαλιά, έχω αλλάξει μορφή και δουλεύω στον μυστικό, τον αλογόκριτο Τύπο. Εκτελώ καθήκοντα "συν­δέσμου" για την εφημερίδα του Πατριωτικού Μετώπου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πηγαίνω, με ακρίβεια δευτε­ρολέπτου. σε πολλά σημεία της Αθήνας και να μαζεύω χει­ρόγραφα. Χρησιμοποιώ ένα ποδήλατο που στο τιμόνι έχει ένα καλαθάκι. Στο σημείο της συναντήσεως αφήνω το πο­δήλατο στο πεζοδρόμιο και κοιτάζω κάποια βιτρίνα. Ο άν­θρωπος με τα χειρόγραφα περνάει ξυστά από το πεζοδρό­μιο, αφήνει τον φάκελο στο καλαθάκι του ποδήλατου και φεύγει. Όταν τελειώσω τη συγκέντρωση των χειρογράφων συναντώ σε κάποιο σημείο ενός δρόμου, που κάθε φορά αλ­λάζει. τον βοηθό του αρχισυντάκτη και με αστραπιαία τα­χύτητα παραδίνω το πολύτιμο υλικό. Ο κίνδυνος παραμο­νεύει κάθε στιγμή. Αλλά όταν καμαρώνεις την τυπωμένη παράνομη εφημερίδα και ξέρεις ότι θα πάει σε δέκα χιλιά­δες σπίτια και θα διαβαστεί από πολύ περισσότερο κόσμο η ικανοποίηση που αισθάνεσαι δεν διώχνει, βέβαια, τον κίν­δυνο. αλλά διώχνει τον φόβο του κινδύνου. Ας είναι...
Εδώ και λίγες μέρες ένας που δούλευε στα "μαγνητόφωνα" πιάστηκε. Και με ειδοποίησαν να τον αντικαταστήσω. Κα πώς γινόταν η δουλειά με τα μαγνητόφωνα:
Νοικιάζαμε ένα τρίκυκλο για μεταφορές και το σταθμεύα­με σ' ένα πολυσύχναστο μέρος. Μέσα στο τρίκυκλο υπήρ­χε ένα κιβώτιο με το μαγνητόφωνο και το μεγάφωνο. 'Όταν ο οδηγός απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας, το ρυθ­μισμένο μαγνητόφωνο αρχίζει να λειτουργεί. Ώσπου να ει­δοποιηθεί και να καταφθάσει η αστυνομία τα συνθήματα της αντιστάσεως τα έχουν ακούσει χιλιάδες άνθρωποι.
Αισθάνθηκα υπερήφανη που το ντεμπούτο μου στην καινούργια δουλειά σημείωσε επιτυχία. Ήταν γύρω στις οκτώ το βράδυ στην πλατεία Συντάγματος. Πήχτρα ο κό­σμος. Ξαφνικά άρχισε να ξεχύνεται η απαγορευμένη θεία μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Το τραγούδι της Φαρα­ντούρη έλεγε:
"Σώπα, όπου να "ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Αυτό το χώμα κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει".
Ο κόσμος ανατριχιάζει. Εγώ κλαίω. Η μουσική και το τρα­γούδι σταματάνε. Και μια ζεστή φωνή, παλλόμενη από συ­γκίνηση, ακούγεται: "Σας μιλάει το Πατριωτικό Μέτωπο. Ο φασισμός θα συντριβεί. Η δημοκρατία θ' αναστηθεί...". Η φωνή είναι γνωστή. Είναι του Μίκη, γραμμένη σε μα­γνητοταινία. Ο Θεοδωράκης βρίσκεται στα νύχια της Χού­ντας, αλλά η φωνή του είναι ελεύθερη.
Από τον κρυψώνα μου είδα τα λεφούσια της αστυνο­μίας να 'ρχονται. Καιρός να φύγω...
20 Νοεμβρίου 1967: Οσμίζομαι ότι πλησιάζει και η δική μου ώρα. Δεν μπορώ να διατηρηθώ περισσότερο στην παρανο­μία. Ένα ρίγος στη σπονδυλική στήλη με παραλύει. Το πρωί, ενώ από το παραθυράκι του υπόγειου έκανα την καθημε­ρινή κατόπτευση του δρόμου, είδα στο απέναντι πεζοδρό­μιο μια φάτσα που το ένστικτο μου λέει ότι είναι ύποπτη. Κοιτούσε δήθεν χαζά τη βιτρίνα στο αντικρινό μαγαζάκι. Από καιρό σε καιρό βημάτιζε στο πεζοδρόμιο και περιερ­γαζότανε τα διάφορα σπιτάκια της γειτονιάς. Έπειτα από μια ώρα εξακολουθούσε να είναι στο ίδιο μέρος. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία. Έχουν, φαίνεται, επισημάνει την ακτίνα του σπιτιού, αλλά όχι το ίδιο το σπίτι. Δεν πήγα στη "δουλειά" μου εκείνη την ημέρα. Μπόρεσα όμως να ειδο­ποιήσω την οργάνωση. Στις δύο το μεσημέρι διεπίστωσα από το παρατηρητήριο μου αλλαγή φρουράς. Μια καινούργια φάτσα κατέφθασε, αντάλλαξε ένα νεύμα με τον πρωινό και πήρε τη θέση του. Αυτός κοιτάζει επίμονα το σπίτι μου. Ο κλοιός σφίγγεται. Ξέρω ότι η ώρα μου πλησιάζει και όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τώρα οι πολιορκητές είναι τρεις και καλύπτουν εκ περιτροπής ολόκληρο το εικοσιτετράω­ρο. Είμαι σαν το ανήμπορο ζώο που το έχουν ζώσει τα άγρια σκυλιά...
Οι προμήθειές μου σε τρόφιμα έχουν τελειώσει...
22 Νοεμβρίου: Σήμερα ξύπνησα πεινασμένη. Από την κλειδαρότρυπα βλέπω ότι έξω από την πόρτα μου είναι δύο μπουκάλια γάλα. Δεν ανοίγω όμως να τα πάρω. Η τακτι­κή μου είναι να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι λείπω από το σπίτι. Η πείνα είναι προτιμότερη από... Στη σκέψη αυ­τή αισθάνομαι να κουλουριάζεται πάνω μου ένα φίδι και να με σφίγγει, να με σφίγγει... Τη νύχτα, στις ελάχιστες ώρες που κοιμήθηκα ονειρεύτηκα τον Μανώλη. Είμαστε μαζί, αγαπημένοι, σε κάποιο άγνωστο κάτασπρο νησί. Τον φιλούσα, με χάιδευε. Ξύπνησα τη στιγμή που ένα γλυκό σύννεφο τύλιγε την ψυχή μου. Ήταν το τελευταίο χαρού­μενο όνειρο της ζωής μου. Από δω και πέρα θα ζω συ­ντροφευμένη με τους αχώριστους εφιάλτες μου.
23 Νοεμβρίου: Αποφάσισα να φύγω και ότι θέλει ας γί­νει. Τα προβλήματα ήσαν δύο: πώς θα διαφύγω και πού θα πάω. Να βγω από την κεντρική πόρτα αποκλείεται. Θα 'πεφτα στο στόμα του λύκου. Θα επιχειρήσω να βρω διέξοδο από πίσω. Όπως στην οδό Χάρητος. Ως προς το πού να πάω, αν ξέφευγα, η οργάνωση μου είχε πει από καιρό ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη στέγη. Δεν έμενε παρά το πατρικό μου σπίτι. Αλλά δεν θα με αναζητούσαν πρώ­τα και απ' όλα εκεί; Δεν είχα όμως άλλη εκλογή. Ετοι­μάσθηκα, έθαψα τις σημειώσεις μου στον κρυψώνα και στις τέσσερις το πρωί ξεκίνησα. Το σκοτάδι έξω ήταν πη­χτό. Πέρασα από το πλυσταριό και ανέβηκα στον διά­δρομο του ισόγειου, που συνδέεται με τον πίσω δρόμο μ'ένα παραθυράκι. Το άνοιξα και πέρασα τα πόδια μου. Γλιστρώντας πέρασε και το κεφάλι μου. Όταν τα πόδια ακούμπησαν στο πεζοδρόμιο κι έκανα να σηκωθώ το αρι­στερό μου αυτί αισθάνθηκε την κρύα επαφή με την κάννη ενός περιστρόφου. Τέσσερα χέρια με άρπαξαν. Κάποιος μου έχωσε στο στόμα ένα μαντίλι. Ο άλλος πειθάρχησε τα χέρια μου σε σιδερένια βραχιόλια. Ακού­στηκε το κλικ της χειροπέδας. Σηκωτή με κουβάλησαν στο τζιπ που ήταν κρυμμένο στη γωνιά του δρόμου. Ξε­κίνησε. Ήμουνα στα νύχια των θηρίων. Η σκέψη μου, με μια πυρετική υπερένταση, δούλευε στο ίδιο μοτίβο: "Ήρθε η ώρα σου. Πρέπει ν' αντέξεις. Ξέχασε τα ονόματα που ξέρεις. Το πολύ να πεθάνεις. Πρέπει, πρέπει, πρέπει..!'.
Να την η Μπουμπουλίνας. Φτάσαμε. Το καφετί κτί­ριο. Άλλοτε Υπουργείο Εργασίας. Σήμερα η έδρα της Γε­νικής Ασφαλείας Αθηνών. Το τζιπ σταματάει μπροστά στην κεντρική είσοδο. Με σπρώχνουν μέσα. Η ώρα κο­ντεύει τέσσερις και μισή, αλλά η κίνηση μέσα στο κτίριο δείχνει σαν να'ναι μέρα. Η Μπουμπουλίνας δουλεύει ασταμάτητα ολόκληρο το 24ωρο. Ένα σωρό κόσμος ανε­βαίνει και κατεβαίνει τις σκάλες... Όλοι νέοι, οι περισσό­τεροι αρτίστικα ντυμένοι, κρατάνε στα χέρια βιβλία. Ο αέρας που έχουνε, η άνεση που κινούνται, δείχνουν ότι βρίσκονται στο σπίτι τους. Δεν είναι κρατούμενοι. Είναι χαφιέδες της Ασφάλειας, που προσπαθούνε να μοιάζου­νε με φοιτητές. Το καθεστώς των συνταγματαρχών τούς προσέλαβε κατά χιλιάδες. Είναι έκτακτοι υπάλληλοι και πληρώνονται όχι με μισθό, αλλά με το "κεφάλι". Κάθε επι­τυχής κατάδοση που θα οδηγήσει στη σύλληψη ενός "εχθρού" πληρώνεται με 500 δραχμές. Για τα ελληνικά μέ­τρα είναι ένα γερό μεροκάματο. Καθώς με ανέβαζαν στο τέταρτο η κίνηση δυναμώνει. Πόρτες ανοίγουν και κλεί­νουν βιαστικά, ένα σωρό γραφιάδες, ανακριτές, δήμιοι. Τα τηλέφωνα κουδουνίζουν, οι γραφομηχανές δουλεύουν, τα ραδιόφωνα στη διαπασών, μοτοσικλέτες με τις μηχα­νές αναμμένες. Ένα πανδαιμόνιο. Ο μηχανισμός του εγκλήματος δουλεύει σκληρά.
Στον τέταρτο, δύο μεγάλα χωλ και συνέχεια τα κελιά. Τα ξεχωρίζεις από μια τρύπα που έχει το καθένα στο ύψος κανονικού άντρα, του φρουρού. Με πέταξαν μέσα σ' ένα απ'αυτά. Έπειτα από τα εκτυφλωτικά φώτα των δια­δρόμων το πηχτό σκοτάδι του κελιού ηρέμησε τα τεντω­μένα νεύρα μου. Οι χειροπέδες με τα χέρια στριμμένα στην πλάτη με πονούσαν. Το μαντίλι στο στόμα μ' έπνιγε. Κουλουριάστηκα στο τσιμεντένιο πάτωμα κι έκλεισα τα μά­τια. Από το χωλ έφταναν στο κελί μου παράξενοι θόρυ­βοι. Ανασηκώθηκα και πλησίασα στην τρύπα του φρουρού. Είχε γυρισμένες τις πλάτες του. Μπόρεσα και είδα την πρώτη φρικτή εικόνα της Μπουμπουλίνας. Δύο δύο οι βα­σανιστές κουβαλούσαν μέσα σε κουβέρτες σακατεμένα παλικάρια. Από την εσωτερική σκάλα τούς ανέβαζαν στην ταράτσα. Ένας πήγαινε μόνος του. Περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα. Οι συνοδοί τον κλοτσούσαν για να βιαστεί. Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπο προς τη μεριά του. Θεέ μου, αυτός είναι ο Γληνός, τον ξέρω. Είχε πιαστεί πριν από ένα μήνα. Κι ακόμη τον βασανίζουν.
Αυτοί που ανέβαιναν το Γολγοθά της ταράτσας διασταυρώθηκαν στη σκάλα μ' έναν άλλον που τον κατέβα­ζαν. Το κεφάλι του εξέχει από την κουβέρτα κι είναι πε­σμένο, δείχνει άψυχο. Προλαβαίνω να τον δω. Είναι ο Παπαζής, ένας λεβέντης ως εκεί πάνω. Μοιάζει με πλη­γωμένο περήφανο αετό που τα γεράκια έχουν πέσει πά­νω του και τον κατασπαράζουν. Όχι, δεν μπορώ ν' αντέ­ξω εγώ η φτωχιά, αδύναμη γυναίκα. Και όμως πρέπει... Ξαναγύρισα στη γωνιά μου. Έτρεμα ολόκληρη. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Ήταν μέρα. όταν ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρισα μπροστά μου το ψυχρό κι αγέλαστο πρόσωπο του Καραπαναγιώτη. Στεκότανε ορθός, ακίνη­τος. με γυάλινα πράσινα μάτια, και με κοιτούσε: "Εγώ εί­μαι ο Καραπαναγιώτης", είπε με ήρεμη φωνή, ζυγιάζοντας κάθε λέξη. "Μ'έχεις ακουστά;". Κράτησα την αναπνοή μου για να μην φαίνεται η ταραχή μου κι έδειξα ότι το μα­ντήλι στο στόμα μ' εμπόδιζε ν' απαντήσω. Άπλωσε το χέ­ρι του και το τράβηξε. "Ναι", είπα.
-                      Τι άλλο έχεις ακούσει για μένα;
-                      Ότι είσαι βασανιστής.
-                      Ποιος στο είπε αυτό;
                -        Το ξέρει όλη η Αθήνα.
-                      Ποιος συγκεκριμένος άνθρωπος στο είπε;
Πολύ γρήγορα είχαμε φθάσει στο κρίσιμο σημείο. Ονόμα­τα λοιπόν ήθελε. Και άρχιζε το παιχνίδι με ανοιχτά χαρ­τιά. Αν ήθελα να πολεμήσω έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο. Συγκέντρωσα όση αυτοκυριαρχία μπορούσα να δείξω ότι έχω, στύλωσα τα μάτια μου περιφρονητικά απάνω του και είπα: "Άκουσε, Καραπαναγιώτη, είμαι έτοιμη για όλα. Δεν σε φοβάμαι".
Στα ψυχρά πράσινα μάτια άστραψε μια κόκκινη φλο­γίτσα.
Το θηρίο ήταν έτοιμο να χιμήξει. Είδα το χέρι του να χουφτώνει το περίστροφο που κρεμότανε από τη ζώνη του. Τον άκουσα να λέει: "Αυτό που είπες τώρα δεν θα το λες αύριο".
Από το στόμα μου βγήκε η κοφτή απάντηση: "Οι άντρες που απειλούν δεμένες γυναίκες δεν είναι άντρες". Τον προ­καλούσα με την κρυφή ελπίδα να χάσει την αυτοκυριαρ­χία του και να με πυροβολήσει. Ήταν το μικρότερο κακό που μπορούσε να μου συμβεί.
Έχασε την αυτοκυριαρχία του, αλλά δεν πυροβόλησε. "Θα τα ξαναπούμε", μου σφύριξε φεύγοντας. Και πρό­σθεσε: "Και πολύ σύντομα".
Έτρεμα ολόκληρη. Ήξερα όμως ότι τον πρώτο γύρο της πρώτης μέρας μου στην Μπουμπουλίνας δεν τον είχε κερδίσει ο Καραπαναγιώτης.
25 Νοεμβρίου: Χθες βράδυ στις οκτώ με ανέβασαν στην ταράτσα. Ήρθαν δύο στο κελί μου και μου είπαν να τους ακολουθήσω. Περάσαμε στον διάδρομο, το χωλ, και μπρο­στά ο ένας, στη μέση εγώ και από πίσω ο άλλος, ανεβή­καμε την εσωτερική σκάλα. Ο ένας έφυγε. Ρούφηξα με ηδονή τον καθαρό αέρα και αγωνιζόμουνα να συγκρατή­σω την καρδιά μου που πήγαινε να σπάσει. Ο φρουρός μου αμίλητος. Περιεργάστηκα την ταράτσα. Μια συνηθισμένη μεγάλη ταράτσα. Στο βάθος το συνηθισμένο επίσης πλυ­σταριό. Στη μέση του πλυσταριού ένας πάγκος με σκοινιά λυμένα στις δύο άκρες του. Στη γωνιά πεταμένα δυο-τρία ρόπαλα σπασμένα. Ένα ντουλάπι, ανοιχτό και μέσα κρε­μασμένοι βούρδουλες από σύρμα. Δύο σιδερένιοι σωλήνες λυγισμένοι. Πιο κει ένα βαρέλι άδειο. Τότε δεν ήξερα ακό­μη τον προορισμό του. Τώρα τον ξέρω. Καθώς το χτυπάει κάποιος αλλοιώνεται και πολλαπλασιάζεται και η πιο σπα­ρακτική κραυγή. Η μοτοσικλέτα είναι για να σκεπάζει τις φωνές. Το βαρέλι για να δυναμώνει τον τρόμο. Στη σειρά 3-4 ντους για τους λιποθυμισμένους. Στη συνέχεια του πλυ­σταριού υπάρχει ένα πολύ μικρό δωμάτιο. Στον τοίχο το άνοιγμα μιας τρύπας. Ίσα ίσα για να χωράει ένα ανθρώ­πινο σώμα. Αυτή η τρύπα φτάνει ως το υπόγειο. Δεν την χρησιμοποιούν συχνά αυτήν την τρύπα. Είναι ένα είδος χαριστικής βολής. Πότε πότε. όταν το θύμα δεν δίνει τα ονόματα που του ζητάνε και έχουν εξαντλήσει όλα τα μαρτύρια, τότε το τοποθετούν μέσα στην τρύπα, με το κεφάλι προς τα μέσα. Δεν το σπρώχνουν όμως. Γιατί, όπως είπαν και σε μένα, "εμείς δεν είμαστε φονιάδες σαν και σας". Αλλά τι συμβαίνει; Το παλικάρι ή το κορίτσι που βάζουν στην τρύπα χάνει τις αισθήσεις του και το βά­ρος του σώματος κάνει μόνο του τη βουτιά του θανάτου. Καμιά φορά μένει σφηνωμένο ως την άλλη μέρα. Αλλά είναι άψυχο. Τότε κάποιος το σπρώχνει και πέφτει σαν βολίδα στο υπόγειο. Μεταφέρεται στο νεκροτομείο με την ένδειξη: "Αυτόχειρ αγνώστων στοιχείων". Η τρύπα είναι πάλι ελεύθερη...
Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Μπροστά μου πάλι τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη.
Έδιωξε τον φρουρό, με άρπαξε από τον λαιμό και αμίλητος μ' εξεσφενδόνισε στον τοίχο. Το κεφάλι μου χτύπη­σε, κλονίστηκα και έπεσα μπρούμυτα με τα χέρια δεμένα πίσω. Αγωνιζόμουνα να κρατήσω τις αισθήσεις μου. Με­ρικές σταγόνες αίμα κύλησαν από το μέτωπο στα μάτια. Έβλεπα θαμπά κόκκινα τα πόδια του Καραπαναγιώτη, το τσιμεντένιο πάτωμα πιτσιλισμένο από το αίμα του κεφα­λιού μου, τα σπασμένα μπαμπού. Στο βάθος η ανταύγεια από τα φώτα της νυχτερινής Αθήνας... Ήθελα να σηκωθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και με σήκωσε τραβώντας με από τα δεμένα χέρια. Τότε ένιω­σα τον πρώτο δυνατό πόνο. Δάγκωσα τα χείλια μου για να μη φωνάξω. Έτσι κρεμασμένη με πήγε κάτω από ένα ντους και άνοιξε τη βρύση. Το νερό ξέπλυνε το αίμα και ξεκα­θάρισε τα μάτια μου. Με κάθισε στον πάγκο. Εκείνη την ώρα μπήκαν στο πλυσταριό άλλοι τρεις. Από περιγραφές γνώρισα τον Μπάμπαλη και τον Σπανό. Ο τρίτος ήταν και­νούργιος. Με έριξαν ανάσκελα και μ' έδεσαν στον πάγκο. Τα χέρια με τις χειροπέδες στην πλάτη πονούσαν. Τα μά­τια ξανακοκκίνισαν από το αίμα του κεφαλιού. Χτυπού­σαν με λύσσα και οι τρεις. Από τον λαιμό και κάτω οι βουρδουλιές έπεφταν με ρυθμό. Όταν ο ένας βούρδουλας υψωνότανε ο άλλος έπεφτε. Ανάπνεα δύσκολα. Αυτό κρά­τησε σχεδόν μισή ώρα. Κάθε δέκα λεπτά περίπου ο καθέ­νας σταματούσε εκ περιτροπής για να ξεκουραστεί. Τώρα όλα χόρευαν μπροστά μου. Οι βούρδουλες που ανεβοκατέβαιναν, τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη, πιο κει αυτός που ανανέωνε τις δυνάμεις του παίρνοντας βαθιές εισπνοές για να ξαναρχίσει, στο βάθος η φωτισμένη Αθήνα, όλα τώρα μπερδεύονταν σ' ένα πυρρίχιο χορό του μυαλού. Ας έχανα τουλάχιστον για λίγο τις αισθήσεις μου. Ακόμη και ο Χριστός είπε: "παρελθέτω..!'. Θεέ μου παντοδύναμε, βοήθησε με ν'αντέξω. Βοήθησε με να πεθάνω.
Τώρα ξεκουραζόταν ο Καραπαναγιώτης. Άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε δυο-τρεις ρουφηξιές και πλησίασε. Με το τσιγάρο στο στόμα σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του. Οι άλλοι σταμάτησαν. Ο Καραπαναγιώτης έλυσε τα σκοινιά των ποδιών. Έπειτα με αργές κινήσεις σήκωσε τη φούστα μου ψηλά. Τράβηξε ακόμη μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο του, τίναξε τη στάχτη του και το έσβησε στον μηρό μου, πάνω από την κάλτσα. Έβγαλα ένα ουρ­λιαχτό πόνου και ένιωσα να βυθίζομαι στο χάος. Τότε χτύ­πησε κάποιος το βαρέλι και ο ήχος της κολάσεως με ξα­ναγύρισε στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Καραπαναγιώτης πίεζε ακόμη το τσιγάρο πάνω στην καμένη σάρκα για να σβήσει και την τελευταία μικρή καύτρα. Όταν τελείωσε εί­πε: "Δεν προτιμάς να πάμε στο γραφείο;". Η φωνή μου δεν έβγαινε. Με πολλή προσπάθεια ψιθύρισα: "Κτήνος".
Με ξανάδεσαν και άρχισαν να με χτυπάνε πάλι. Κάθε φορά που έβλεπα τον βούρδουλα υψωμένο παρακαλούσα τον Θεό να μην πέσει στο καμένο σημείο του ποδιού. Οι παρακλήσεις μου δεν εισακούονταν όλες τις φορές. Ο πό­νος με βύθιζε ξανά στο χάος. Ίσως να πέθαινα και να λυ­τρωνόμουνα από τα χέρια τους. Ναι, σίγουρα πέθαινα... Μανώλη, μάννα, πατέρα, συγχωρείστε με. Σας αγαπάω όλους. Αγαπάω τον κόσμο όλο...
26 Νοεμβρίου: Δεν είμαι σίγουρη αν είναι 26 ή 27 ή και 25 Νοεμβρίου. Είμαι σίγουρη ότι είναι νύχτα. Το καταλαβαί­νω από το πηχτό σκοτάδι του κελιού. Αναπνέω δύσκολα. Και σε κάθε εισπνοή πονάω σαν να με σουβλίζουνε και να με καίνε μαζί. Είμαι όμως ζωντανή. Ακούω στους διαδρό­μους και στη σκάλα το πήγαινε-έλα. Η ταράτσα δεν στα­ματάει ποτέ.
Το κλειδί στριφογύρισε στην κλειδαριά. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η σωματώδης σκιά. Ο Καραπαναγιώτης. "Έχεις να πεις τίποτα;" ρώτησε. "Ναι", είπα. "Ότι εί­σαι ένας φονιάς". Χίμηξε. Το πληγιασμένο κορμί δεν αι­σθανότανε τα χτυπήματα, τις κλοτσιές. Ευχαριστώ, Παναγιά μου, θ' αντέξω... Μανιασμένος με τράβηξε από τις χειροπέδες. Δύο με τύλιξαν σε κουβέρτα και μ'ανέβασαν. Κατευθείαν μ'έδεσαν στον πάγκο. Ο Καραπαναγιώτης είπε: "Φωνάξτε τον γιατρό της υπηρεσίας". Σε λίγα λεπτά ο γιατρός ανέβηκε. Ένα ήρεμο πρόσωπο εξοικειωμένο με την ταράτσα. "Για κοίταξε, κύριε Κιούπη, αντέχει ακόμη; Μας κάνει πολύ τη δύσκολη". Ο γιατρός κύριος Νικόλαος Κιούπης έβγαλε το στηθοσκόπιο και με εξέτασε. Ευσυ­νείδητα γνωμάτευσε: "Αντέχει ακόμη. Αλλά όχι για πολύ". 0 Καραπαναγιώτης είπε: "Καλά, γιατρέ. Αλλά μη φεύγεις, σε παρακαλώ".
Με έλυσαν από τον πάγκο. Μήπως φοβήθηκαν ότι θα πεθάνω; Δεν ήταν αυτό. Ο Καραπαναγιώτης με σήκωσε από τις χειροπέδες και πλησιάζοντας τον τοίχο με κρέ­μασε από έναν γάντζο. Ο πόνος τρύπησε το μυαλό. Έγει­ρα το κεφάλι και με το κάψιμο της πρώτης βουρδουλιάς ο κόσμος μέσα μου έσβησε. Συνήλθα εισπνέοντας ένα μπαμπάκι με κάτι σαν αιθέρα, που είχε βάλει στη μύτη μου ο γιατρός. "Ένα όνομα και πας σπίτι σου", είπε ο Καραπαναγιώτης. Το ψιθύρισμα μου είχε τον τόνο της άγριας ικεσίας: "Σκοτώστε με".
"Για αφήστε μένα", είπε μια φωνή. Το μόνο που πρό­σεξα καθώς πλησίαζε ήταν ότι είχε βλογιοκομμένο πρό­σωπο. Έκανε μια κίνηση και μου 'σκίσε το μπούστο. Έπια­σε τον αριστερό μαστό και τον έστυψε με όλη του τη δύναμη. Η σιχασιά ήταν δυνατότερη από τον πόνο.
Άφησε το μαστό και άναψε ένα σπίρτο. Η φλογίτσα έδειξε μερικές σταγόνες ιδρώτα γύρω στα σημάδια της βλογιάς. Αλλά η φλογίτσα πλησίαζε. Το κτήνος είχε καρ­φώσει τα μάτια του στα δικά μου, ηδονισμένο προκατα­βολικά με τις αντιδράσεις μου. Η φλογίτσα άγγιξε τη ρό­γα. Τσίριξε η καμένη σάρκα. Το σπίρτο πήγαινε γύρω γύρω στη ρόγα ώσπου έσβησε.
Βογκητά σφαγμένου ζώου έβγαιναν από μέσα μου. Ο θάνατος δεν έρχεται όταν τον αποζητάς. Ευτυχώς που έρ­χεται πότε πότε το λιποθύμισμα και μαζί και η φευγαλέα λησμονιά της φρίκης.
Γρήγορα με ξαναζωντάνεψαν. Τώρα ο πόνος, ένας άγνωστος πόνος, έρχεται από τα νύχια. Θεέ μου, θα πω ονόματα, δεν έχω άλλη δύναμη μέσα μου. Ο τρίτος βασα­νιστής, ενώ είχα χάσει τις αισθήσεις μου, θέλοντας να με ξυπνήσει είχε πάρει μια καρφίτσα, κατέβασε τις κάλτσες μου και έμπηξε την καρφίτσα στη σάρκα κάτω από τα νύ­χια. Η καρφίτσα έμπαινε όλο και πιο βαθιά. Τα μάτια μου θάμπωναν ξανά. Κύριε γιατρέ, κύριε Κιούπη, δεν θα πεις το "όχι άλλο". Αλλά ο κύριος Κιούπης είχε φύγει. Ο Καραπαναγιώτης πιο έμπειρος και από γιατρός, σταμάτησε τον άνθρωπο με την καρφίτσα. "Φτάνει", του είπε. "Έχει έγκαυμα δευτέρου βαθμού. Δεν της κάνω το χατίρι να πε­θάνει. Η δουλειά πρέπει να γίνεται όμορφα και πολιτι­σμένα, χωρίς ζοριλίκια"...
8 Δεκεμβρίου: Είμαι στο κελί μου δύο μέρες τώρα χωρίς να μ'αγγίξει κανείς, χωρίς να με πάνε στην ταράτσα. Πο­νάω παντού και καίω από τον πυρετό. Αλλά το κελί είναι η όαση της Μπουμπουλίνας. Συντροφευμένη από τον πό­νο και τον πυρετό - θα πιστέψετε; - αισθάνομαι όμορφα. Άντεξα ως τώρα. Έχω κι άλλη συντροφιά. Τον φρουρό μου από το έξω μέρος της πόρτας. Αλλάζει κάθε τέσσερις ώρες. Έχω δει μόνο αυτόν που έχει βάρδια 10-2 την ημέρα. Χτες μου έδωσε από την τρύπα ένα κομμάτι ψωμί και ένα πλα­στικό δοχείο με νερό. Συμπαθητική ουδέτερη φυσιογνω­μία. Την ώρα που μου'δινε ψωμί και νερό ξεθάρρεψα και τον ρώτησα: "Ανεβαίνεις και συ στην ταράτσα;". "Όχι", εί­πε. "Δεν έχω υπηρεσία στις ανακρίσεις". Και αφού κοίταξε δεξιά-αριστερά πρόσθεσε σιγά μ'έναν αταίριαστο στην Μπουμπουλίνας ανθρώπινο τόνο: "Όλοι μιλάνε για σας. Έχετε ψυχή". Μου γύρισε την πλάτη και ξαναπήρε το απρό­σωπο ύφος.

9 Δεκεμβρίου: Ούτε τη νύχτα που πέρασε με θυμήθηκαν. Είναι άραγε καλό σημάδι; Ή προετοιμάζουν κάτι; Και τι;
10                Δεκεμβρίου: Στις 9 το πρωί σήμερα με πήγαν χωρίς χειροπέδες, κρατώντας με από τις μασχάλες, στο γραφείο του κυρίου Λάμπρου. Είναι διευθυντής, αρχηγός των "ανα­κριτικών" ομάδων της Μπουμπουλίνας. Αργότερα έμαθα ότι έχει σπουδάσει στην Αμερική σε σχολή ψυχολογικού πολέμου. Μου φέρθηκε ευγενικά. Μου πρόσφερε καρέ­κλα. Έπειτα μου μίλησε για τον πατέρα μου, έναν αξιο­σέβαστο, όπως τον χαρακτήρισε, παράγοντα της οικονο­μικής ζωής της χώρας. Πώς έμπλεξα με τους εχθρούς της πατρίδος; Αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και προσφέρεται, ο ίδιος, για να προστατέψει την εθνική υπόληψη της οικογένειάς μου, να με βοηθήσει, παραβιάζοντας ακόμη και το καθήκον του, ώστε να επαναφερθώ στους κόλπους της υγιούς κοινωνίας. Βέβαια, μερικοί υπάλληλοι της Γενικής Ασφαλείας, από υπερβάλλοντα ζήλο, συμπεριφέρονται καμιά φορά με ανάρμοστον τρόπον προς τους κρατουμέ­νους, αλλά το κάνουν για να τους επαναφέρουν εις την εθνικήν οδόν, δηλαδή για το καλό τους! "Εγώ όμως δεν τα εγκρίνω αυτά".
Τα λόγια του μου προκαλούσαν ναυτία.
"Εγώ δεν θα σας ζητήσω ονόματα", συνέχισε. "Μόνο μια απλή δήλωση. Έτσι για να υπάρχει στον φάκελο σας και να μην σας ξαναενοχλήσει ποτέ κανένας".
Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε ένα τυπωμένο χαρτί και μου το έδωσε.
"Διάβασέ το με την ησυχία σου", είπε. "Και μόλις το υπο­γράψεις είσαι ελεύθερη".
Το χαρτί έγραφε:
"Βαθύτατα συγκεκινημένη από την στοργικήν μεταχείρισιν της οποίας έτυχον κατά την κράτησίν μου και από το πατρικόν ενδιαφέρον των Αρχών Ασφαλείας προς εμέ την παραπλανηθείσαν, εκφράζω την βαθυτάτην μου ευγνωμοσύνην και δηλώ ότι εφεξής θέλω προσφέρει και την τελευταίαν ρανίδα του αίματος μου υπέρ της εθνικής στρα­τιωτικής κυβερνήσεως, η οποία αγωνίζεται διά την πραγματικήν δημοκρατίαν".
12 Δεκεμβρίου: Από χθες τη νύχτα είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Θυμάμαι αυτή τη φράση της Νέλλης και τώρα τη νιώθω να τυλίγει εμένα την ίδια. Όχι, δεν υπέγραψα τη δή­λωση του Λάμπρου. Ούτε έδωσα ονόματα. Αλλά ωστόσο είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Άμα σας διηγηθώ τι μου συ­νέβη θα με καταλάβετε. Πιο καλά θα με νιώσουν όσες γυ­ναίκες διαβάσουν το γράμμα μου.
Από το απόγευμα διαισθανόμουνα ότι η νύχτα αυτή θα ήταν κρίσιμη για όλη μου τη ζωή. Χωρίς να έχω καμιά έν­δειξη, ήξερα από μια νευρική υπερευαισθησία ότι στις οκτώ θα ξανάβλεπα την ταράτσα. Στις οκτώ παρά τέταρτο η αγωνία μου είχε φτάσει στο ζενίθ. Ακόμη κι ο μόνιμος πό­νος του κορμιού είχε παραμεριστεί από το τέντωμα των νεύρων. Μυριζόμουνα έναν απροσδιόριστο κίνδυνο που μπροστά του ο φυσικός πόνος έσβηνε. Στις 8 παρά ένα λε­πτό μου'ρθε να βάλω τις φωνές ή να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Μετά τις οκτώ κατέρρευσα. Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα αισθάνεται ο κατάδικος που οδηγεί­ται στην ηλεκτρική καρέκλα και τη στιγμή που ο δήμιος πάει να πατήσει το κουμπί ειδοποιείται ότι η εκτέλεση αναβάλλεται. Γιατί κι εγώ ήξερα ότι για αναβολή επρόκειτο. Το αργότερο ως αύριο.
Στις εννέα άνοιξε η πόρτα. Ο Καραπαναγιώτης. "Τι έκανες με το χαρτί που σου'δωσε ο κύριος διοικητής;" ρώ­τησε. Από τη σιωπή μου κατάλαβε. Ανεβήκαμε. Με υπο­βάσταζε ο Κραβαρίτης. Άλλοι δύο, φρεσκοξυρισμένοι, προ­χωρούσαν μπροστά. Ο Καραπαναγιώτης από πίσω. Ένας από τους αγνώστους βλαστημούσε, γιατί είχε εισιτήριο για το θέατρο και δεν προλάβαινε. Η ταράτσα η ίδια, όπως την είχα αφήσει πριν έξι μέρες. Ωραία η θέα του Λυκαβηττού. Και η Ακρόπολη φωτισμένη. Όλη η Αθήνα είναι όμορφη και φαντάζει ακόμη πιο όμορφη όταν την ατενίζεις ψηλά από το κολαστήριο της ταράτσας. Σπίτια φωτισμένα και μέσα ζούνε άνθρωποι. Άντρες που γυρίζουν από τις δου­λειές τους, γυναίκες που μαγειρεύουν, ζευγάρια που καβγαδίζουν γι'ασήμαντες εγωιστικές αφορμές. Παιδιά που διαβάζουν για το αυριανό σχολείο.
Κάποια κοπελίτσα παίζει πιάνο. Την φαντάζομαι να τεντώνει τα χεράκια της να πιάσει τις οκτάβες. Κοντά στο κολαστήριο μια μαιευτική κλινική. Κάποια ξεγεννάει δύ­σκολα. Ακούγονται οι δυνατές φωνές της. Καινούργιες ζωές έρχονται στον κόσμο. Και δεν ξέρουν ότι γεννιού­νται πλάι στη ζούγκλα, ότι ο κόσμος όλο και πάει να ξα­ναγίνει μια απέραντη ζούγκλα... Ήσυχοι, καλοί άνθρω­ποι, που σας λένε η σπονδυλική στήλη της κοινωνίας, δεν είμαι παρά μια ανήμπορη γυναίκα και τα θεριά γύρω ακο­νίζουν τα δόντια τους έτοιμα να χιμήξουν. Αν δεν ξυπνήσετε θα χιμήξουν και στις δικές σας γυναίκες και στα δικά σας παιδιά...
Χίμηξαν και οι τέσσερις μαζί. Αυτός που ήταν πίσω μου, έτσι όπως είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω μου, μου'δωσε μια δυνατή κλοτσιά στο κάτω μέρος της πλάτης. Έχα­σα την ισορροπία μου και κλονίστηκα. Προτού πέσω ο μπροστινός με κλότσησε στο πρόσωπο. Καθώς ταλαντευό­μουνα, ο πλαϊνός με χτύπησε με γροθιά στο στομάχι και ενώ έβγαινε από μέσα μου ακατάσχετος εμετός εξακο­λουθούσε το κυκλικό παιγνίδι της μπάλας. Κάποιος αστό­χησε και κυλίστηκα χάμω. Τότε το παιγνίδι άλλαξε. Ο Κα­ραπαναγιώτης πήδησε στην κοιλιά μου. Ο Κραβαρίτης έκανε το ίδιο πάνω στο καμένο στήθος. Ένας τρίτος έβα­λε το πόδι του στον λαιμό μου και τον πίεζε. Η αναπνοή μου σταμάτησε. Να, ο θάνατος επιτέλους έρχεται να με λυτρώσει. Όχι. Το πόδι τραβήχτηκε από τον λαιμό. Τέσ­σερα χέρια με σήκωσαν και με πέταξαν στον πάγκο. Μου έβγαλαν όλα τα ρούχα. Θεόγυμνη, μ' έδεσαν σφιχτά. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και έφερε τα σκοινιά στα σημεία που να πιέζουν τις πληγές της καμένης ρόγας του αριστε­ρού στήθους και του δεξιού μηρού. "Θα πάθεις κι άλλα χει­ρότερα", είπε. "Στο χέρι σου είναι να γλιτώσεις". Δεν είχα δύναμη να μιλήσω. Η φωνή δεν έβγαινε. Με υπεράνθρω­πη προσπάθεια έδωσα στο στόμα το σχήμα που παίρνει όταν θέλει να φτύσει. Αλλά δεν βγήκε παρά ένα μικρό κομ­ματάκι ματωμένο σάλιο που κόλλησε στο δεξί του μάγου­λο. Ένα γερό χαστούκι με επανέφερε στην τάξη.
"Ρε σεις", είπε ο Καραπαναγιώτης στρεφόμενος στους άλλους, "θέλει κανείς να την γλεντήσει; Παίρνω γω την ευθύνη".
Το βλέμμα μου πήγε διαδοχικά και στους τέσσερις. Περιεργάζονταν το γυμνό μου κορμί, όχι όμως σαν πραγμα­τικοί αρσενικοί. Ο Καραπαναγιώτης απομακρύνθηκε προς το κεφαλόσκαλο κι έμπηξε μια φωνή: "Ρε Φώτη, τσακίσου κι έλα απάνω". Πέρασαν ένα-δυο λεπτά νεκρικής σιγής. Ακούγονταν οι φωνές της γυναίκας που γεννούσε στο δι­πλανό μαιευτήριο. Κάποιο κοντινό ραδιόφωνο μετέδιδε ότι "ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός εύρεν ικανοποιητικάς τας συνθήκας διαβιώσεως των κρατουμένων εν Ελλάδι". Ο Κραβαρίτης γελούσε δυνατά...
Από το κεφαλόσκαλο πρόβαλε η ζωώδης μορφή του Φώτη. Κοντός και πλατύς σαν παλαιστής με γαμψή μύτη. Το μισό χείλος ήταν κομμένο και άφηνε να φαίνονται δύο χρυσά δόντια. Η έκφραση του δεν είχε τίποτα το ανθρώ­πινο. Το βλέμμα του έπεσε λαίμαργο πάνω στο γυμνό γυ­ναικείο κορμί.
"Κοίτα, ρε Φώτη, τι μεζέ έχω για σένα. Φύτεψέ της ένα, Φωτάκη, να θυμάται την ταράτσα σ'όλη της τη ζωή".
Ένας μορφασμός που πρέπει να σήμαινε γέλιο και χα­ρά διέστειλε την απαίσια μορφή. Χωρίς να πει τίποτε πέ­ταξε το σακάκι του και ξεκουμπώθηκε μπροστά. Μισο­πεθαμένη από φόβο και πόνο μπόρεσα να φωνάξω: "κτηνάνθρωποι, δεν φοβάστε τον Θεό;". Ο Φώτης ξαναγέλασε. Ο Κραβαρίτης πήρε ένα κομμάτι σφουγγαρόπανο και μου το'χωσε στο στόμα. Τώρα οι τέσσερις θεατές ήταν πολύ κοντά. Ο Φώτης έπεσε πάνω μου. Είδε όμως ότι τα πόδια μου ήταν δεμένα και δεν μπορούσε να τ'ανοίξει. Μουγκρίζοντας για το εμπόδιο ανασηκώθηκε και μισόγυμνος έλυσε τα σχοινιά. Έκλεισα τα μάτια μου τη στιγμή που μου σήκωσε τα πόδια, αλλά τα ξανάνοιξα από τον οξύ πόνο καθώς με ξέσκιζε εισορμώντας μέσα μου. Ένας δεύ­τερος οξύτερος πόνος ήρθε όταν τα χρυσά δόντια του μπή­χτηκαν βαθιά στο πληγωμένο αριστερό στήθος. Με παίδε­ψε πολλή ώρα. Κάθε φορά που τελείωνε, το μουγκρητό ικανοποιήσεως του γουρουνιού σκέπαζε τις κραυγές από το μαιευτήριο. Ο χορός των βασανιστών σκυμμένος πάνω μου φώναζε: "Μπράβο, Φώτη... Κι άλλο..!'.
Όταν αποκαμωμένος τραβήχτηκε, τα ελεύθερα πόδια μου σε μια υπέρτατη προσπάθεια εκτινάξεως του έδωσαν μια τρομερή κλοτσιά στο πρόσωπο. Κλονίστηκε για μια στιγμή, το μάτι του θόλωσε και είδα στα τεράστια χέρια του, καθώς τα άπλωνε προς τον λαιμό μου. την έκφραση του στραγγαλιστή. Οι άλλοι πάλεψαν σκληρά για να τον συγκρατήσουν. Σηκωτό τον πέταξαν από τη σκάλα...


Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 2ο)

Είπα την απλοϊκή μου σκέψη και συνεχίζω φυλλομετρώντας το τετράδιο με τα βασανιστήρια. Πρώτα απ' όλα ας δούμε τα άντρα των λεγομένων "ανακρίσεων" και τα στρατόπεδα των κρατου­μένων. 0 ναζισμός είχε στην Αθήνα την οδό Μέρλιν και την οδό Ελπίδος και το Χαϊδάρι και πολλά άλλα. Και διεθνώς είναι γνωστότερα το Μπέλσεν, το Μαουτχάουζεν, το Νταχάου, το Άουσβιτς, η Τρεμπλίνκα...
Οι συνταγματάρχες μας έχουν την οδό Μπουμπουλίνας (έδρα της Γενικής Ασφαλείας), τη Βασιλίσσης Σοφίας (έδρα της Στρα­τιωτικής Αστυνομίας), τον Διόνυσο, μεταξύ Κηφισιάς και Νέας Μάκρης, που είναι η έδρα του 505 Τάγματος Πεζοναυτών, τη Βα­ρυμπόμπη, την Αγία Παρασκευή (Κέντρο του NATO), την Ασφά­λεια Πειραιώς, την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Έξω απ' αυτά, και εκτός από τα γνωστά στρατόπεδα της Λέρου και της Γυάρου. κέ­ντρα βασανισμού με λιγότερη «κίνηση» υπάρχουν, σε κάθε επαρ­χιακή πόλη και σε κάθε αστυνομικό τμήμα των μεγάλων πόλεων. Δηλαδή το σύνολο ξεπερνάει τα διακόσια πενήντα. Αυτός ο αριθ­μός σάς δίνει ίσως μια εικόνα της τρομακτικής εκτάσεως που έχει πάρει ο θεσμός των βασανιστηρίων. Παρέλειψα ν' αναφέρω το παροπλισμένο καταδρομικό "Έλλη", που δεν σεβάστηκαν την έν­δοξη ιστορία του και το μετέτρεψαν σε άντρο μαρτυρίου υψηλής στάθμης για σημαίνοντα πρόσωπα. Εκεί βασανιζόταν επί τέσσε­ρις συνεχείς εβδομάδες, μαζί με πολλούς άλλους ο κοινωνιολόγος Γεράσιμος Νοταράς, γόνος αρχοντικής οικογενείας και βοηθός του Ελβετού καθηγητή Ζαν Μεϋνώ.
Στο στρατοδικείο ο Νοταράς δείχνοντας τις πληγές του ανέ­φερε μεταξύ των βασανιστηρίων που τον υπέβαλαν, τη φάλαγ­γα, τα ηλεκτροσόκ, τους ραβδισμούς καθώς και τη στέρηση τρο­φής, νερού και ύπνου.
Πόσοι είναι συνολικά οι συλληφθέντες κατά τα χρόνια της δι­κτατορίας; Ο συνταγματάρχης Λαδάς - ο πιο αρμόδιος - χαρι­τολογώντας έδωσε σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους την εξής απάντηση: "Ξέρετε, κύριοι ότι ο αριθμός των συλληφθέντων μό­λις υπερβαίνει το ένα εκατοστό του πληθυσμού της χώρας;". Ο πληθυσμός μας σήμερα είναι 8,5 έως 9 εκατομμύρια. Άρα οι συλ­ληφθέντες είναι 85.000-90.000. Και ασφαλώς ο Λαδάς δεν υπερ­βάλλει. Όλοι αυτοί, λίγο-πολύ, έχουν υποστεί κάποιο είδος - ή και πολλά είδη -  βασανισμού.
Και το επόμενο ερώτημα είναι: Από ποιούς; Εκάμαμε συ­στηματική καταγραφή των βασανιστών και μέσα στο σιδερένιο κουτί υπάρχει ένας κατάλογος από πεντακόσιους περίπου. Απ' αυτούς οι πιο θηριώδεις είναι:
Οδός Μπουμπουλίνας. (Έδρα της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών): Ο αστυνόμος Βασίλειος Λάμπρου, οι υπαστυνόμοι Πέτρος Μπάμπαλης, Κωνσταντίνος Καραπαναγιώτης και Καλύβας, ο αστυνόμος Ευάγγελος Μάλλιος, οι Οδυσσέας Σπανός, Βασίλειος Κραβαρίτης, Γραμμόπουλος, Καραθανάσης. Χρηστάκης, Παπαγγελής, Μαρτίνος, Λογοθέτης. Γιαννομήτρος, Χρηστάρας, Γεωργιάδης, Λουκόπουλος και Σπάσος.
Γενική Ασφάλεια Πειραιώς: Ο υποδιοικητής αστυνόμος Σω­τήριος Κουβάς, ο αστυνόμος Γιαννακόπουλος, ο υπαστυνόμος Λάμπρος Γιαννούτσος και οι Σωτήριος Αγγελόπουλος, Φωτεινός, Ηλιόπουλος, Τασσόπουλος και Κανάτας. Για τους εξαιρετικά σκληροτράχηλους κρατούμενους χρησιμοποιείται και ένας «Αντρίκος», αγνώστου επωνύμου.
Ασφάλεια Θεσσαλονίκης: Ιδιαίτερα γνωστός είναι ο ανθυπα­σπιστής Βασίλειος Καραμήτσος, επικεφαλής του αποσπάσματος που σκότωσε τον βουλευτή Γ. Τσαρουχά. Άλλοι βασανιστές εί­ναι ο υπομοίραρχος Βασίλειος Μήτσου, γιος του στρατηγού Μή­τσου, οργανωτή της δολοφονίας του βουλευτή Λαμπράκη, ο ταγ­ματάρχης Ν. Κουρκουλάκος, ο υπομοίραρχος Τετραδάκης και ο αγνώστου βαθμού Βασίλειος Βαρελάς.
Σε άλλες περιοχές ξακουστοί βασανιστές είναι οι αντισυ­νταγματάρχες Καραφάτζος και Φάβατος και ο υπολοχαγός Μαυρογιάννης. Στο 561 Τάγμα Πεζικού Σέδες τους βασανισμούς κρατουμένων εκτελεί, εκτός άλλων, ο ταγματάρχης Αναστάσιος Παπακωνσταντίνου.
Ασφάλεια Πατρών: Επικεφαλής συνεργείου βασανιστών ο υπαστυνόμος Αδαμόπουλος.
Στρατόπεδο Διόνυσου: Ο ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος επικεφαλής εννέα τετραμελών συνεργείων. Επίσης, οι ταγματάρχες Β. Ιωαννίδης, Μαυροειδής και Κωνσταντίνος Μπούφας, με βοηθούς τους ανθυπολοχαγούς Μαυρομάτη, ανθυπασπιστή Σεϊτανίδη και Σπυρόπουλο, αγνώστου βαθμού). Βασανίζει, τέλος, και ο ίδιος ο διοικητής του 505 Τάγματος Ιωάννης Μανουσαξάκης, καθώς και ο ταγματάρχης Χατζηζήσης.
Ο πίνακας δεν είναι πλήρης. Αυτοί που αναφέρθηκαν ονομα­στικά αποτελούν την αφρόκρεμα των βασανιστών. Γύρω απ' αυ­τούς κινούνται περί τις δύο εκατοντάδες "βοηθοί", οι οποίοι είναι απλοί χωροφύλακες, είτε αστυφύλακες ή μόνιμοι υπαξιωματικοί του στρατού. Η "ανακριτική απασχόληση" θεωρείται πρόσθετη εργασία και πληρώνεται από το κράτος μ'ένα δεύτερο μισθό, που διπλασιάζει τον κανονικό. Εκτός από τους δύο μισθούς ο βα­σανιστής εισπράττει 450 δραχμές για κάθε "όνομα" που θ'αποσπάσει από τον βασανιζόμενο. Η έκτακτη αυτή αμοιβή δίνει κά­ποια εξήγηση του ζήλου και της εφευρετικότητας των «ανακριτών» στην αναζήτηση μεθόδων κάμψεως του θύματος. Ο ηθοποιός Πε­ρικλής Κοροβέσης, περιγράφοντας στο Look τις αλλεπάλληλες σκη­νές βασανισμού του στην Μπουμπουλίνας, αφηγήθηκε ότι ο Καραπαναγιώτης του είπε: "Ξέρουμε ότι δεν είσαι κομμουνιστής. Η οικογένειά σου είναι βασιλική. Θέλουμε να μας βοηθήσεις. Δώσε μας τα ονόματα δύο φίλων σου που δεν συμπαθείς". Το ίδιο έλε­γαν και σε άλλους κρατουμένους. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο των πολλών εκατοντάδων πολιτών που πιάστηκαν, βασανίσθη­καν και τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι, όταν στην πορεία των "ανα­κρίσεων" διαπιστωνότανε το "λάθος" και η Χούντα ήθελε να δια­φημίσει στο εξωτερικό απολύσεις κρατουμένων... Οι βασανιστές όμως εισέπρατταν το "κατά κεφαλήν" επίδομα των 450 δραχμών. Για τους Καραπαναγιώτη, Κραβαρίτη και Μάλλιο υπολόγισαν ότι το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του καθενός (μισθοί, επιδό­ματα κ.λπ.) κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.200 δολαρίων (περί­που μισθός πρωθυπουργού). Αρκετά προσοδοφόρο. Τα νήματα που κατευθύνουν τον μηχανισμό του εγκλήματος, επιφανειακά τουλάχιστον, ξεκινάνε από την κορυφή της δικτα­τορίας και διακλαδούμενα μέσω των Υπουργείων Δημοσίας Τά­ξεως και Εθνικής Αμύνης στα αρχηγεία χωροφυλακής, αστυνο­μίας, ΚΥΠ και στις στρατιωτικές μονάδες φθάνουν υπό μορφήν αναλυτικών εγκυκλίων διαταγών στα "ανακριτικά κέντρα". Μια τέτοια εγκύκλιος (αντίγραφο της οποίας υπάρχει στο σιδερένιο κουτί) λέει: "Η ολιγωρία θα παταχθή. Ο ζήλος, και δη ο υπέρμε­τρος, θα αμειφθή υπό της πατρίδος ηθικώς και υλικώς".
Όταν η εγκύκλιος αυτή έφθανε στην οδό Μπουμπουλίνας, ο Λάμπρου και οι συνεργάτες του δεν είχαν απλώς την άδεια, αλ­λά και τη διαταγή να υποβάλουν τους κρατουμένους σε βασανι­στήρια. Έτσι, σε μια μελλοντική "δίκη Νυρεμβέργης" δύσκολα ο κύριος Παπαδόπουλος θα μπορέσει να ισχυρισθεί ότι οι "υπερβασίες" ήταν έργο των κατωτέρων οργάνων...
Είναι όμως ο Παπαδόπουλος και οι άλλοι συνταγματάρχες η κορυφή της πυραμίδας; Εκατοντάδες από τους Έλληνες που βα­σανίστηκαν είναι πρόθυμοι να βεβαιώσουν ενόρκως: α) ότι οι δή­μιοι τους έλεγαν με υπερηφάνεια: Δεν φοβόμαστε κανέναν. Ού­τε τον ΟΗΕ, ούτε τον Πάπα, ούτε το Συμβούλιο της Ευρώπης. Πίσω μας είναι οι Αμερικανοί και το NATO, β) Οι μοτοσικλέτες, τα τζιπ, οι κλούβες, τα σιδερένια στεφάνια, που σφίγγουν το κε­φάλι, τα ειδικά μηχανήματα για τα ηλεκτροσόκ, οι συρματένιοι βούρδουλες, οι "οροί αληθείας", τα παραισθησιογόνα, ακόμη και οι κουβέρτες, με τις οποίες μεταφέρουν τα σακατεμένα κορμιά, φέρουν την ένδειξη ή "MADE IN USA" ή "USA".
Ένας ταγματάρχης του χουντικού στρατού έλεγε σ' έναν Αμερικανό δικηγόρο που του εξέφραζε την αποστροφή του για τα βασανιστήρια: "Για μας η ανακριτική σκληρότης είναι θέμα επιβιώσεως της Επαναστάσεως. Αλλά σεις γιατί διαμαρτύρεσθε; Δεν συμβαίνουν τα ίδια στο Βιετνάμ; Δεν ξέρετε ότι αυτά που αποκαλεί ο Τύπος σας 'κέντρα βασανισμού' είναι 'πειρα­ματικά κέντρα' του Πενταγώνου εντεταγμένα σε στρατηγικά προγράμματα;".
Για τη μεθοδολογία του βασανισμού θα μπορούσαν να γρα­φούν πολλά. Από την προσωπική μου εμπειρία και από εκατο­ντάδες άλλες περιπτώσεις καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εφαρ­μόζεται μια ρυθμισμένη κλίμακα εναλλασσόμενων σωματικών και ψυχολογικών βασάνων, που αναζητεί το ευαίσθητο σημείο του κάθε θύματος. Η φάλαγγα αποτελεί την κλασική αρχή, εφαρμόζεται όμως σε πολλές ποικιλίες. Με αμερικανικό βούρ­δουλα, με σιδηροσωλήνες ή με απλά ξύλινα ρόπαλα. Πού και πού, όταν η αντίσταση είναι μεγάλη, τότε χρησιμοποιούνται ει­δικά ξύλα, στο κάτω μέρος των οποίων εξέχουν καρφιά. Και όταν δεν θέλουν ν' αφήσουν σημάδια η φάλαγγα γίνεται με κάλ­τσες γεμισμένες άμμο.
Στον "Διόνυσο" εφαρμόζεται και το σιδερένιο στεφάνι, μια υπερμοντέρνα έκδοση του "ακάνθινου στεφάνου" του Χριστού. Είναι ένα μηχάνημα που εφαρμόζει στο κεφάλι και περισφίγγεται ολοένα και περισσότερο με σφίξιμο στις δύο βίδες του. Πολ­λοί απ' αυτούς που υπέστησαν το στεφάνι τρελάθηκαν και νοση­λεύονται στο Δημόσιο Ψυχιατρείο ή σε ιδιωτικές κλινικές.
Έχω μάθει ότι το στεφάνι έχει προκαλέσει αντιδικία μεταξύ αστυνομικών και στρατιωτικών Αρχών. Τα ειδικά εργαλεία βα­σανισμού έρχονται στο πλαίσιο της στρατιωτικής βοήθειας και παραλαμβάνονται απευθείας από το Επιτελείο Στρατού, που τα κατανέμει στα διάφορα στρατιωτικά κέντρα "ανακρίσεων". Οι αστυνομικές Αρχές ζήτησαν να πάρουν και αυτές μια μικρή πο­σότητα, αλλά το Επιτελείο αντιτάσσει άρνηση. Τελευταία, το στε­φάνι χρησιμοποιείται και στην Ασφάλεια Πειραιώς. Φαίνεται ότι το Επιτελείο ενέδωσε.
Τρίτος βαθμός ανακρίσεως είναι το "κρέμασμα". Ο βασανιζόμενος, αφού έχει υποστεί και τη φάλαγγα και το στεφάνι, κρε­μιέται με τα χέρια δεμένα πίσω με χειροπέδες από ένα σιδερέ­νιο γάντζο. Σ' αυτή τη στάση οι κρεμασμένοι Χριστοί, συνήθως γυμνοί, υφίστανται τα πιο φρικαλέα μαρτύρια. Με μια συντονι­σμένη συγχορδία ο ένας μαστιγώνει τον κορμό, ο άλλος συνθλί­βει τα γεννητικά όργανα, ο τρίτος σβήνει αναμμένα τσιγάρα πά­νω στην πληγιασμένη σάρκα, ο τέταρτος κάνει ηλεκτροσόκ στον τράχηλο και ένας πέμπτος ασχολείται με το ξερίζωμα των νυ­χιών. Κάθε τόσο ο κρεμασμένος λιποθυμάει. Κι αυτές είναι οι μόνες στιγμές που σταματάει ο πόνος. Αλλά οι κέρβεροι το ξέ­ρουν και ρίχνουν βιαστικά άφθονο νερό για να συνέλθει ο βασα­νισμένος και να συνεχίσουν.
Αυτά όλα αν τα φαντασθείτε σε μια απίθανη αφθονία ποικι­λιών, και με την παρεμβολή ατομικών αυτοσχεδιασμών, έχετε κάποια εικόνα της εφιαλτικής πραγματικότητας, για την οποία ο κύριος Κόλλιας, πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας, είπε τον Οκτώβριο του 1967 σε ομάδα Αμερικανών δημοσιογράφων: "Οι κρατούμενοι απολαμβάνουν περίφημων συνθηκών".
Συγχωρείστε με, καλοί μου άνθρωποι, που μιλάω με πίκρα. Αλλά η ψυχή μου έχει μαυρίσει. Και καθώς γυρίζω τις σελίδες και στα­ματάω στα πύρινα ονόματα Μπουμπουλίνας, Διόνυσος, Ασφά­λεια Πειραιώς, το μυαλό μου θολώνει. Καταλάβετε το ότι εκεί καίνε ανθρώπινες σάρκες, σπάζουν ανθρώπινα κόκκαλα. Αγω­νίζονται να σπάσουνε και ψυχές. Δεν τα καταφέρνουν πάντοτε. Λέει ο Κουβάς του Πειραιώς στη Σελήνη Σαβινίδου την ώρα που την βασάνιζε:
-                       Σαβινίδου, ή υπογράφεις ή πρώτα θα πεθάνω εγώ και μετά θα βγεις εσύ από δω μέσα.
Και η Σελήνη ήρεμα απαντάει:
-                       Όχι, Κουβά. Δεν θα υπογράψω. Εγώ θα ζήσω και μετά τον θάνατο σου για να δω λεύτερη την πατρίδα μου.
Νίκος Κιάος είναι ένας νέος επιστήμονας. Μεγάλωσε χωρίς τους γονείς του, γιατί ο πατέρας και η μάνα του πέρασαν πολ­λά χρόνια στις φυλακές και στις εξορίες. Ο Νίκος ήταν γενικός γραμματέας του συνδέσμου Ειρήνης "Μπέρτραντ Ράσελ". Επί ένα μήνα τον βασάνιζαν συνέχεια. Και στην Μπουμπουλίνας και στο Διόνυσο. Άντεξε όμως. Ένα παγερό χάραμα τον ξύπνησαν με βουρδουλιές. "Ετοιμάσου", του είπαν. "Κάνε και την προ­σευχή σου". Του διάβασαν και την καταδίκη του: "Εν ονόματι του βασιλέως...". Σε λίγο ήρθε κι ένας παπάς για να τον μετα­λάβει. Ξεκίνησαν για τον τόπο εκτελέσεων. Τότε ο Νίκος όρθω­σε το σακατεμένο κορμί του και βαδίζοντας προς τον θάνατο τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη του Θεοδωράκη σε στίχους του Γιάν­νη Ρίτσου:
"Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται σε λιγότερο ουρανό, Αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται πάρα μόνο στο δίκιο...".
Η εκτέλεση δεν έγινε. Ήταν εικονική.
Μία από τις μορφές του ψυχολογικού πολέμου. Αλλά κατα­λάβατε ποια είναι τα παλικάρια μας;