Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Παρασκήνιο

Και οι μεν Αμερικανοί είχαν ήδη πειστεί ότι στο πρόσωπο του Πλαστήρα βρήκαν μια νέα περίπτωση Σοφούλη της περιόδου 1947-1949. Ο στρατηγός θα έδινε μεγαλύτερη ακόμα ευρύτητα στην αντικομμουνιστική και φιλοδυτική πολιτική, που την έκανε δια­βλητή όταν την εφάρμοζε, η Δεξιά. Το Στέητ Ντηπάρτμεντ ήταν σύμφωνο να δοθεί η εντολή στον Πλαστήρα. Υπέρ της λύσεως Πλαστήρα ήταν, για άλλους λόγους, και ο αρχιστράτηγος Παπά­γος και ο Σπ.Μαρκεζίνης (ο οποίος είχε την ατυχία να μην εκλε­γεί στη Βουλή εκείνη - το κόμμα του συγκέντρωσε 43.000 περί­που ψήφους, αλλά έβγαλε μόνο ένα βουλευτή).
    Τουλάχιστον ως την έκρηξη του πολέμου στην Κορέα, η επί­σημη αμερικανική πολιτική ευνοούσε «φιλελεύθερες» κυβερνή­σεις στην Ελλάδα, με τον όρο να είναι έντονα φιλοδυτικές και αντικομμουνιστικές. Στις οδηγίες του προς τον αρχηγό της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα Γκρίσγουωλντ, τον Ιούλιο του 1947, ο τό­τε υπουργός των Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, στρατη­γός Μάρσαλ, έγραψε πως «στην ιδανική περίπτωση» τα μέλη της ελληνικής κυβερνήσεως έπρεπε να επιλεγούν και από την Αρι­στερά και από το Κέντρο και από τη Δεξιά, αρκεί «να μην είναι τόσο αριστεροί που να προσφέρονται για παραχωρήσεις ή δια­πραγματεύσεις με τους κομμουνιστές, ούτε τόσο δεξιοί που να αρνούνται τη συνεργασία με μη κομμουνιστές». Και οπωσδήπο­τε να έχουν βασικό στόχο τους την «αποφασιστική αντιμετώπιση των ανατρεπτικών δυνάμεων».
    Και ο Γκρίσγουωλντ θα υποστηρίξει, μετά ένα χρόνο, σε γράμ­μα του στον Χέντερσον:

«.. .δεν μπορείτε να εδραιώσετε την ειρήνη και την ησυχία στην Ελλάδα, στηρίζοντας μια κυβέρνηση στα δεξιά κόμ­ματα. Οι ομάδες αυτές έχουν μια ισχυρή τάση να εξοντώ­σουν όλους τους Έλληνες που δεν συμφωνούν πολιτικά μα­ζί τους... Κατά τη γνώμη μου, έχει μεγάλη σημασία να προσπαθήσουν οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ στην Ελλάδα να αναδείξουν μια ηγεσία μετριοπαθών και διορατικών φιλε­λευθέρων...».
    (Και τα δύο αποσπάσματα αναφέρονται από τον κα­θηγητή Τζον Ιατρίδη, στο άρθρο του: «Το δόγμα Τρούμαν», που δημοσιεύεται στο βιβλίο Η αμερικανική πολιτι­κή στην Ελλάδα και Κύπρο, επιμέλεια Couloumbis-Hicks, 35-6, Εκδόσεις Παπαζήση, 1976.)

    Αφού τα τρία κόμματα έχουν την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, φυσικό είναι να περιμένουν ότι ο βασιλιάς θα καλέσει αμέ­σως τον Νικόλαο Πλαστήρα να του αναθέσει την εντολή. Αλλά, όπως ήδη είπαμε, ο Παύλος θεωρούσε ακατανόητο να έχει πρω­θυπουργό «του» τον Πλαστήρα, στον οποίο είχε ορκιστεί κάπο­τε - καθώς αφηγείται ο Σουλτσμπέργκερ - ότι δεν θα δώσει ποτέ το χέρι του. Κινήθηκε λοιπόν αμέσως το ανακτορικό παρασκήνιο για να διασπαστεί η συνεργασία των τεσσάρων αρχηγών. Η αχίλ­λειος πτέρνα του συνασπισμού είναι εκείνη τη στιγμή ο Βενιζέ­λος, ο οποίος είχε και τη φιλοδοξία να κυβερνήσει τη χώρα και τρέφει μνησικακία προς τον Πλαστήρα. Ο Βενιζέλος διατηρεί επα­φή με τον Τσαλδάρη και τον Κανελλόπουλο, οι οποίοι τον διαβε­βαιώνουν ότι είναι πρόθυμοι να στηρίξουν μια κυβέρνηση υπό την προεδρία του, χωρίς τη συμμετοχή της ΕΠΕΚ.
    Ο βασιλιάς, γνωρίζοντας και θέλοντας να βοηθήσει τις παρα­σκηνιακές αυτές κινήσεις, αγνόησε τη συμφωνία των τριών κομ­μάτων και τη «δεδηλωμένη» τους πλειοψηφία. Το απόγευμα της 13ης Μαρτίου, ο διευθυντής του πολιτικού του γραφείου Αρ.Με­ταξάς έστειλε προς καθέναν από τους τέσσερις αρχηγούς χωριστά, επιστολή στην οποία τους διαβεβαίωνε ότι ο βασιλιάς «ευχαρίστως έλαβε γνώσιν» της συμφωνίας τους και συνέχιζε:

«Έχων τούτο υπ'όψιν, η A.M. ο βασιλεύς θέλει επωφεληθή τού μέχρι της συγκεντρώσεως των οριστικών αποτελεσμάτων χρονικού διαστήματος, ίνα κατά τα κρατούντα ακούση τας απόψεις όλων των κ.κ. πολιτικών αρχηγών επί τω σκοπώ του σχηματισμού κυβερνήσεως».

    Ο βασιλιάς απαντούσε δηλαδή στους τέσσερις αρχηγούς ότι έμαθε «ευχαρίστως» τη συμφωνία τους, αλλά θα την αγνοήσει, θα διατηρήσει στην εξουσία την υπηρεσιακή Θεοτόκη, θα περι­μένει τα οριστικά αποτελέσματα των εκλογών και θα ακούσει στο μεταξύ τις απόψεις όλων των κομμάτων. Την άλλη μέρα, Το Βή­μα σε κύριο άρθρο του έγραφε:

«Υπονομευταί της λαϊκής θελήσεως, οι τρέμοντες την απο­κάλυψη των σκανδάλων της Τετραετίας κινούνται εν συγ­χορδία από χθες προς... Οικουμενικήν, με πρωθυπουργόν τον κ.Θεοτόκην ή, εάν αποτύχουν, με τον κ.Διομήδην, διά να εξαπατήσουν ευχερέστερα τους Φιλελευθέρους. Παί­ζουν με τη φωτιά».

    Την ίδια μέρα ο Τσαλδάρης αποκάλυπτε ότι, αμέσως μετά τις εκλογές, διαμήνυσε στον Βενιζέλο ότι είναι πρόθυμος να υπο­στηρίξει κυβέρνηση υπό την προεδρία του. Όπως έγινε γνωστό, τότε, μεσολαβητής ανάμεσα στους Τσαλδάρη και Βενιζέλο ήταν ο φιλελεύθερος βουλευτής Γρηγόριος Κασιμάτης.
    Ο Αμερικανός πρεσβευτής Γκραίηντυ ζητούσε από τον βασι­λιά να αναθέσει την εντολή στον Πλαστήρα. Εκπρόσωπος του Στέητ Ντιπάρτμεντ δήλωνε, στις 16 Μαρτίου, ότι η επιθυμία των ΗΠΑ είναι να σχηματιστεί το ταχύτερο η νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα, «κυβέρνησις αντιπροσωπεύουσα την θέλησιν του ελλη­νικού λαού, όπως εξεφράσθη αύτη ελευθέρως εις τας εκλογάς της 5ης Μαρτίου». Ο Παύλος όμως, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο, πραγματοποιούσε με αργό ρυθμό τις ακροάσεις των πο­λιτικών αρχηγών. Τα προβλήματα πίεζαν, ο τόπος είχε ανάγκη από κυβέρνηση, αλλά τα Ανάκτορα περίμεναν να ευοδωθούν οι προσπάθειες του παρασκηνίου. Στις 21 Μαρτίου, ο βασιλιάς συ­νέχιζε ακόμα τις ακροάσεις, που τις είχε αρχίσει από τις 15. Και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, βγαίνοντας από τα Ανάκτορα, δήλωνε ότι θα πρέπει να σχηματιστεί κυβέρνηση Βενιζέλου-Παπανδρέου, στηριζομένη στην ανοχή της Δεξιάς.
«Την συμμετοχήν του στρατηγού Πλαστήρα - συνέχισε ο αρχηγός του Ενωτικού Κόμματος - και μάλιστα ως πρω­θυπουργού, θεωρώ αφ' ενός μεν ως εθνικώς απαράδεκτον, διότι το υπ'αυτόν κόμμα ουδεμίαν εγγύησιν παρέχει ακραιφνούς και πείσμονος εθνικής νοοτροπίας, αφ'ετέρου δε ηθικώς αποκρουστέαν, διότι η τακτική τού να εξαγοράζεται διά της πρωθυπουργίας η σιωπή ή η εθνική δια­γωγή των βλαπτόντων και διαβαλλόντων το έθνος οδηγεί προς πλήρη ηθικήν εξάρθρωσιν του τόπου». (Εφημερίδες, 21 Μαρτίου 1950.)

    Για τη δήλωση αυτή, με την οποία χαρακτήριζε την ΕΠΕΚ και έμμεσα τον ίδιο τον Πλαστήρα «εθνικώς απαράδεκτον», θα χρεια­στεί να δώσει εξηγήσεις πολλές φορές στα επόμενα χρόνια ο Πα­ναγιώτης Κανελλόπουλος.
    Πρόσφατα, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε για εκείνο το επεισόδιο:
«Οι ψυχώσεις, που αφήκε πίσω του ο Εμφύλιος Πόλεμος, μπορούν να δικαιολογήσουν κάπως την ανησυχία που γεν­νήθηκε μετά τις εκλογές του 1950, σε πολλούς αξιωματι­κούς, και σε άλλους Έλληνες, ακόμα και σε μένα. Δεν είπα ποτέ ότι ο Νικόλαος Πλαστήρας ήταν "εθνικώς απαράδε­κτος". Διαστράφηκε, τότε, σκόπιμα (ή αθέλητα) μια φρά­ση μου. Είχα, όμως, πράγματι πει (και έτσι δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες η δήλωσή μου) ότι εισηγήθηκα στον βασι­λέα, μετά τις εκλογές του 1950, να μη δοθεί η εντολή σχη­ματισμού κυβερνήσεως στον Ν.Πλαστήρα, επειδή η σύν­θεση του κόμματος του έκανε, την επαύριο του Εμφυλίου Πολέμου, μια τέτοια κυβέρνηση «εθνικώς απαράδεκτη». Εσφαλμένη - προϊόν των ψυχώσεων, που δεν με είχαν αφή­σει τότε άθικτο - ήταν και η γνώμη μου εκείνη, 0 Πλαστή­ρας και το κόμμα του εδημιούργησαν πολύ ωφέλιμες, από εθνική ακριβώς άποψη, διεξόδους. Αλλά το διαπίστωσα αργότερα». (Π. Κανελλόπουλου, Ιστορικά Δοκίμια, Αθή­ναι 1975, σ. 27.)

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Τα αποτελέσματα

Η 5η Μαρτίου 1950, γράφει ο Σούλτσμπεργκερ, «ήταν μια εξαι­ρετικά κρύα και βροχερή μέρα, κι ο άνεμος φυσομανούσε... Αφρι­σμένα κύματα τρέχανε πάνω στο μολυβί Αιγαίο πέλαγος... Εξο­ρισμένοι από τ'αγαπημένα τους καφενεία οι άντρες της Ελλάδος, σκυφτοί μέσα στο δυνατό άνεμο, πήγαιναν βιαστικοί στις κάλπες και ξαναγύριζαν στα σπίτια τους. Στην Αθήνα έριχνε ραγδαία βρο­χή από το πρωί ως τις 5 μ.μ.». Οι εκλογές έγιναν παντού με τάξη και ησυχία. Τα πρώτα αποτελέσματα, και ιδίως των μεγάλων πό­λεων, έδειχναν μεγάλη επιτυχία της ΕΠΕΚ. κατακόρυφη σχεδόν πτώση του Λαϊκού Κόμματος, κάμψη των Φιλελευθέρων, ελαφρά ενίσχυση του Παπανδρέου και σημαντική συγκέντρωση ψήφων από τη Δημοκρατική Παράταξη, που είχε συνδυασμούς σε 14 εκλογι­κές περιφέρειες. Το Λαϊκό Κόμμα διατηρούσε την πρώτη θέση, αλλά με πολύ μειωμένες δυνάμεις, η ΕΠΕΚ ερχόταν δεύτερη. Όπως θα γράψει αργότερα και ο Γάλλος ακαδημαϊκός Ζενεβουά:
«Οι εκλογές αυτές, όπως προβλεπόταν, ερμήνευσαν τη γε­νική ανάγκη και την προσδοκία νέων πολιτικών δυνάμεων και σχηματισμών. Τα παραδοσιακά κόμματα έλαβαν μό­νο τριάντα έξι στα εκατό των ψήφων... Υπεύθυνοι της πολιτικής κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν φανερό πως αυτοί θα υφίσταντο την οργή των δυσαρεστημένων». (Μωρίς Ζε­νεβουά, Η Ελλάς του Καραμανλή, Αθήνα 1973, σ. 164.)

    Ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωνε, αμέσως μετά τις εκλογές:
«Τα αποτελέσματα των εκλογών ηλλοίωσαν την φυσιογνωμίαν της πολιτικής μας ζωής. Ο μύθος των δύο μεγά­λων κομμάτων διελύθη... Εδημιουργήθη νέα πολιτική κατάστασις η οποία πρέπει να αντιμετωπισθή με νέα κριτήρια».

    Και ο Παπάγος, ο οποίος κατά τις εκλογές είχε υποστηρίξει όχι το κόμμα του φίλου του, Σπύρου Μαρκεζίνη, αλλά το ΠΑΠ των τεταρτοαυγουστιανών, δήλωνε, στον Νταίηλυ Τέλεγκραφ:

«Τα αποτελέσματα των εκλογών δεικνύουν τον αναμφισβήτητον πόθον του ελληνικού λαού διά κάτι το νέον».

    Ο στρατάρχης είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος για την καθίζηση του Λαϊκού Κόμματος. Αλλά και ο Βενιζέλος, που στους προεκλογικούς του λόγους είχε αποκλείσει κάθε μετεκλογική συ­νεργασία με τον Πλαστήρα, τώρα έσπευδε να πάρει στο τηλέφω­νο τον στρατηγό και να τον συγχαρεί για τη «μεγάλη του νίκη». Και άρχισε αμέσως διαπραγματεύσεις μαζί του και με τον Πα­πανδρέου για να σχηματίσουν κυβέρνηση των τριών κομμάτων του Κέντρου.
    Οι Αμερικανοί έκριναν - κατά τις εφημερίδες της 9ης Μαρ­τίου - τα αποτελέσματα ως «σοβαρή στροφή προς τα αριστερά», έδειχναν δυσαρέσκεια για τον «μεγάλο αριθμό ψήφων που εδό­θησαν εις το κόμμα των κ.κ.Σοφιανοπούλου και Σβώλου», αλ­λά, επίσημα, με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Ντην Άτσεσον, εκφράζανε ικανοποίηση γιατί οι εκλογές έγιναν με «πειθαρχία, αξιοπρέπεια και τάξη, και δείχνουν τι μπορεί να κάμη εις ελεύθερος λαός διά να σταθεροποίηση το δημοκρατικόν του καθεστώς».
    Εξαιτίας του πολύπλοκου συστήματος ψηφοφορίας των στρα­τιωτικών, τα τελικά αποτελέσματα άργησαν πολύ να εκδοθούν. Οι στρατιωτικοί ψήφοι, με τη συνηθισμένη απόκλιση τους προς τα δεξιά, αλλοίωσαν ελαφρά το αποτέλεσμα, εις βάρος της ΕΠΕΚ και της Δ.Π. Επί 135.215 ψήφων των στρατιωτικών τμημάτων, που είχαν ανακοινωθεί ως τις 26 Μαρτίου, οι Λαϊκοί έπαιρναν 32.019, οι Φιλελεύθεροι 26.810, το τεταρτοαυγουστιανό ΠΑΠ 16.997, ο Πα­πανδρέου 14.339, η ΕΠΕΚ 12.105, το ΜΕΑ 8.895, ο Ζέρβας 6.082, η Δ.Π. 5.708 κ.λ.π. Παρουσίαζαν δηλαδή πολύ διαφορετική εικόνα των δυνάμεων των κομμάτων από εκείνη που έδιναν τα πολιτικά τμήματα.

Τα τελικά αποτελέσματα ήταν τα εξής: επί 1.688.923 εγκύρων ψηφοδελτίων πήραν: Λαϊκό Κόμμα 317.512, δηλαδή τα 18,8% των ψήφων και έδρες 62. Κόμμα Φιλελευθέρων 291.083.17,24%, έδρες 56, ΕΠΕΚ 277.739, 16,44%, έδρες 45, Κόμμα Γ.Παπανδρέου 180.185,10,67%, έδρες 35, Δημοκρατική Παράταξις 163.824,9,70%, έδρες 18, ΠΑΠ (Κοτζιάς, Μανιαδάκης, Τουρκοβασίλης) 137.618, 8,15%, έδρες 16, ΜΕΑ (Κανελλόπουλος, Παπαδόπουλος, Σακελλαρίου) 88.979. 5,27%, έδρες 7, Εθνικόν Κόμμα (Ζέρβας) 61.573 3.65%, έδρες 7, ΠΑΕ (Μπαλτατζής, Μυλωνάς) 44.308 3,62%, έδρες 3, Νέον Κόμμα (Σπ.Μαρκεζίνης) 42.157 2,5%. έδρες 1. Η ΕΠΕΛ των Μαυρομιχάλη, Βαμβέτσου κ.λ.π., που πήρε 26.925 ψήφους, το Εθνικόν Αγροτικόν Κόμμα της Χ του Γρίβα, που συγκέντρω­σε 14.256 ψήφους και άλλα κομματίδια δεν κατόρθωσαν να βγά­λουν βουλευτή.

Η Δεξιά δηλαδή είχε υποστεί σοβαρότατη ήττα. Το Λαϊκό Κόμ­μα συγκέντρωσε τις μισές ψήφους σε σχέση με το 1946 και έχασε αναλογικά το ένα τρίτο των εδρών και από αυτές που του είχαν απομείνει μετά την αποχώρηση των μαρκεζινικών κ.λ.π. Οι απώ­λειες αυτές δεν αντισταθμίστηκαν από τα κέρδη του νέου συνα­σπισμού των τεταρτοαυγουστιανών, ενώ κάμψη παρουσίασε και το κόμμα του Ζέρβα.
    Το μεσημέρι της 12ης Μαρτίου, ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ν. Πλαστήρα, I.Μοάτσος επέδωσε στον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του βασιλιά Αρ.Μεταξά την επιστολή των τεσσάρων αρχηγών που είχε ως εξής:

«Μεγαλειότατε,
Λαμβάνομεν την τιμήν να ανακοινώσωμεν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι οι υπογραφόμενοι αρχηγοί κομμά­των, διαθέτοντες την πλειοψηφίαν της Βουλής, κατέληξαμεν εις συμφωνίαν περί σχηματισμού κυβερνήσεως, η πολιτική της οποίας συνοψίζεται εις το εσώκλειστον σημείωμα.
    Μετά βαθυτάτου σεβασμού Ν.Πλαστήρας, Σ.Βενιζέ­λος, Γ.Παπανδρέου, Εμμ.Τσουδερός».
    Το πρακτικό που είχαν υπογράψει οι τέσσερις αρχηγοί και αντίγραφο του οποίου έστειλαν στον βασιλιά, συνόψιζε την πολι­τική τους στους διάφορους τομείς ως εξής:

«1) Πολίτευμα. Ανεπιφύλακτος αναγνώρισις και έξαρσις του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. 2) Εξω­τερική πολιτική. α) Η θέσις της Ελλάδος ευρίσκεται παρά το πλευρόν των δυτικών Δημοκρατιών, προς τας οποίας αι­σθάνεται βαθυτάτην ευγνωμοσύνην διά την βοήθειάν των, εις την οποίαν οφείλει την διατήρησιν της εθνικής της ανε­ξαρτησίας και την οικονομικήν ανάρρωσιν του λαού της. β) Η Ελλάς αποβλέπει εις την ειρήνην και επιθυμεί ειλικρινώς αγαθάς σχέσεις με όλους και ιδίως με τους γείτονας, είναι δε πρόθυμος να ανταποκριθή εις πάσαν έμπρακτον εκδήλωσιν φιλικών διαθέσεων. γ) Η Ελλάς θα εξακολουθήσει συνεργαζομένη εντός του πλαισίου του ΟΗΕ καθώς και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, προς υπεράσπισιν της συλλογικής ασφαλείας και της ελευθερίας και θα τηρήσει πιστώς τας ανειλημμένας διεθνείς υποχρεώσεις της. 3) Στρατός. Αναγνώρισις του έργου του στρατού και της ηγεσίας του εις τον εθνικόν αγώνα. Επί των ενόπλων μας δυνάμεων στη­ρίζει το έθνος την ασφάλειάν του και εις το μέλλον. 4) 0 εθνικός αγών κατά του συμμοριτισμού. Ο πρόσφατος αγών εναντίον του συμμοριτισμού υπήρξεν εθνικός. Αποβλέπομεν εις την ειρήνευσιν της χώρας με απόλυτον επιβολήν ισοπολιτείας και δημιουργίαν Κράτους Δικαίου. Πάντες οι Έλληνες θα είναι ίσοι απέναντι του Νόμου».

    Το πέμπτο και τελευταίο σημείο του Πρακτικού πρόβλεπε αξιοποίηση της αμερικανικής βοηθείας, «αποκλειστικώς και μό­νον διά την θεμελίωσιν της παραγωγικής μας ικανότητος», οικο­νομίες, ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, κυρώσεις κατά των κα­ταχραστών, κοινωνική δικαιοσύνη κ.λ.π. (Εφημερίδες, 13 και 14 Μαρτίου 1950.) Στα καίρια σημεία, το περιεχόμενο του πρακτι­κού (που έχει τη σφραγίδα του ύφους και της γραμμής του Γεωρ­γίου Παπανδρέου) αποτελεί ιδεολογική ευθυγράμμιση του Πλα­στήρα με τους άλλους αρχηγούς. Έτσι, παρέχονται πλήρεις διαβεβαιώσεις στα Ανάκτορα, στον στρατό και στους Αμερικα­νούς, και σε όσους τυχόν υποπτεύονταν τον αρχηγό της ΕΠΕΚ για συνοδοιπορία με την Αριστερά, ότι θα συνεχιστεί η ίδια φιλοσυμμαχική και έντονα αντικομμουνιστική πολιτική.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εκλογές

Ο προεκλογικός αγώνας έγινε με αρκετό πάθος αλλά χωρίς σο­βαρά επεισόδια, τουλάχιστον σε μεγάλη έκταση. Ύστερα από μια τετραετία αίματος, μίσους και καταστροφών, και, σε σύγκριση με τις εκλογές και το αιματηρό δημοψήφισμα του 1946, η εκλογική αναμέτρηση του 1950 φάνηκε ειδυλλιακή. Για τους λόγους που αναφέραμε, όλοι ήθελαν να μην υπάρξει αμφισβήτηση του απο­τελέσματος. Και ο Παπάγος ως αρχιστράτηγος κατέβαλε προσπάθειες να μην υπάρξουν ανοιχτές παρεμβάσεις του στρατού. Έπρεπε να υπάρξει μια υποδειγματική δημοκρατική διαδικασία για να σταματήσουν οι κατηγορίες για «μοναρχοφασιστικό κα­θεστώς». Αυτή ήταν και η επιθυμία των Άγγλων και των Αμερι­κανών. Εξάλλου, ο Παπάγος γνώριζε ότι η τρομοκρατία και η ψυ­χολογική βία θα ωφελούσαν τους Λαϊκούς και δεν είχε κανένα λόγο να ενισχύσει το κόμμα του Τσαλδάρη.
     Φυσικά, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι εκλογές ήταν ανεπίληπτες και ότι υπήρχαν συνθήκες ίσης αναμετρήσεως για όλους. Η Δημοκρατική Παράταξη είχε συνδυασμούς μόνο στις μεγάλες πόλεις και σε ορισμένες άλλες εκλογικές περιφέρειες. Το κλίμα δεν ευνοούσε την κάθοδο της στις περισσότερες επαρ­χίες. Το ΣΚΕΛΔ κατάγγειλε επιθέσεις κατά του Τσιριμώκου στην Καλλιθέα και κατά του Σβώλου στο Ηράκλειο Κρήτης, κα­θώς και συλλήψεις και εκτοπίσεις στελεχών του. Και οι υποψή­φιοι της ΕΠΕΚ κατάγγειλαν επιθέσεις εναντίον τους από ενόπλους ΜΕΑ στην Κοζάνη και στα Τρίκαλα. Ο υφυπουργός Δημοσίας Τά­ξεως, στρατηγός Μανιδάκης, ύστερα από μια επίσκεψή του στην Πελοπόννησο, είχε δηλώσει ότι υπάρχει τάξη και ότι «οι κάτοικοι ευχαρίστως θα έβλεπαν την διάλυσιν των οργάνων ΜΕΑ, αι οποίαι δεν έχουν πλέον λόγον υπάρξεως». Αλλά το ΓΕΣ αντέδρασε αμέ­σως με την παρακάτω ανακοίνωση του:

«Εξ αφορμής αναγραφεισών απόψεων εις τον Τύπον πε­ρί αφοπλισμού των μονάδων ΜΕΑ, ανακοινούνται ότι αι μονάδες αύται αποτελούν κρατικήν ένοπλον οργάνωσιν, διοικούνται υπό αξιωματικών του στρατού και είναι υπό τον αυστηρόν έλεγχον των στρατιωτικών Αρχών με αποστολήν να συμπληρώσουν το έργον ασφαλείας των στρα­τιωτικών Αρχών και των σωμάτων ασφαλείας. Ουδεμία σκέψις δύναται να γίνη περί αφοπλισμού) των ή καταργήσεώς των, διότι οι κίνδυνοι του κομμουνισμού δεν έπαυ­σαν να απειλούν την ασφάλειαν της χώρας...» (Εφημερί­δες, 28 Ιανουαρίου 1950).

Ο στρατός, όπως είχε αποφασιστεί από την κυβέρνηση, ασκούσε το εκλογικό του δικαίωμα. Αξιωματικοί και στρατιώτες ψήφιζαν, όπου βρίσκονταν, αλλά τους υποψηφίους της περιφερείας από την οποία κατάγονταν. (Εκτός αν είχαν εκλογικό βιβλιάριο, οπότε ψή­φιζαν τους υποψηφίους της περιφερείας στην οποία ήταν γραμ­μένοι). Με τον ίδιο τρόπο ψήφισαν και οι χιλιάδες κρατούμενοι και στρατιώτες της Μακρονήσου, όπου την ημέρα των εκλογών εγκαταστάθηκαν εκλογικά τμήματα και έφτασαν οι εφορευτικές επι­τροπές και οι αντιπρόσωποι όλων των κομμάτων. Το αποτέλεσμα μάλιστα ήταν απογοητευτικό για τους «αναμορφωτάς»: οι περισσότεροι «ανανήψαντες» εψήφισαν ΕΠΕΚ και Δ.Π.
     Σ'όλο το διάστημα της προεκλογικής περιόδου συνεχίζονταν σποραδικές ή και συστηματικότερες επιχειρήσεις κατά υπο­λειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού και αναγγελλόταν κάθε τόσο η «εξόντωσις συμμοριών» σε Μακεδονία, Κρήτη, Εύβοια κ.λ.π. Ο στρατιωτικός νόμος είχε αρχίσει να αίρεται κλιμακωτά από τον Δεκέμβρη του 1949, αλλά παρέμενε σε αρκετές περιο­χές, όπως ήταν φυσικό. Η συντηρητική επιθεώρηση του Λονδί­νου Εκόνομιστ, σε ανταπόκριση της από την Αθήνα έγραφε, στις 2 Μαρτίου:

«Αι εκλογαί διεξάγονται υπό το φάσμα του φόβου και με τον Εμφύλιον τόσον πρόσφατον, ώστε να μην επιτρέπη δι­αυγή κρίσιν. Αι φυλακαί είναι γεμάται και εις την Μακρόνησον και Τρίκερι υπάρχουν πάρα πολλοί ύποπτοι χωρίς τίποτε εναντίον τους, εκτός ίσως συγγενούς συμπολεμήσαντος με τους αντάρτες, είτε κατηγοριών τρίτων προσώ­πων. Ακόμη και εάν αι πρακτικαί δυσχέρειαι των εκλογών δύνανται να υπερνικηθούν - η πλήρης αναθεώρησις των εκλογικών καταλόγων και η ματαίωσις του επηρεασμού διά της βίας των όπλων -, η ατμόσφαιρα της εντάσεως και της οξύτητος παραμένει». (Το Βήμα. 28 Ιανουαρίου 1950.)

     Μια απεργία των εργατών Τύπου, που κράτησε περίπου ένα μήνα (από τις 29 Ιανουαρίου ως τις 25 Φεβρουαρίου), δυσκόλεψε την προσπάθεια των νέων κομματικών σχηματισμών να εκλαϊ­κεύσουν τα προγράμματά τους. Παρ'όλα αυτά, οι εκλογές γίνονταν με πολύ καλύτερες συνθήκες απ'ό,τι μπορούσε να περιμέ­νει η αντιπολίτευση και ιδίως η Αριστερά, ύστερα από τόσο αίμα που είχε χυθεί. Εξάλλου ήταν φανερό ότι το κήρυγμα της «Αλλαγής» του Νικολάου Πλαστήρα έβρισκε πολύ μεγάλη απήχηση. Η προεκλογική συγκέντρωση της ΕΠΕΚ στην πλατεία Κλαυθμώνος, στις 27 Φεβρουαρίου, ήταν πολύ μεγάλη και παλλομένη από εν­θουσιασμό. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που κατάλαβε το μεγάλο ρεύ­μα υπέρ του Πλαστήρα, για να συγκρατήσει τους Φιλελευθέρους έριξε επίσης συνθήματα «κατά της απλήστου ολιγαρχίας», υπέρ της ισοπολιτείας και της «λήθης του παρελθόντος».

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Δημοκρατική Παράταξη
   Οι ζυμώσεις για το «μικρό μέτωπο» της Αριστεράς κατέληξαν τε­λικά σε συμφωνία των τριών κομμάτων, Ενώσεως Δημοκρατικών Αριστερών του Σοφιανόπουλου, ΣΚΕΛΔ και Αριστερών Φιλελευ­θέρων για τη σύμπραξη στις εκλογές με κοινούς συνδυασμούς υπό τον τίτλο «Δημοκρατική Παράταξη». Τα κόμματα που απο­τελούσαν μέλη του Πολιτικού Συνασπισμού του ΕΑΜ αποφασί­στηκε να αποκλειστούν από τη Δημοκρατική Παράταξη. Στον Πασαλίδη έγινε πρόταση να πάρει μέρος στους συνδυασμούς ως ξεχωριστή προσωπικότητα, αλλά εκείνος - όπως αφηγείται ο Σταύ­ρος Ηλιόπουλος - αρνήθηκε. Στην κοινή δήλωση τους, με την οποία ανάγγειλαν τη σύμπραξή τους, τα τρία κόμματα της Αριστεράς τόνιζαν ότι θα εξακολουθήσουν τις προσπάθειές τους «διά μίαν ευρυτάτην δημοκρατικήν συνεργασίαν», ότι πολιτεύονται «εντός των πλαισίων του πολιτεύματος», ότι διατηρούν την αυτοτέλεια τους και καθορίζουν τα εξής κοινά προγραμματικά σημεία:

«1) Διεθνής κατοχύρωσις της ακεραιότητος, ασφαλείας και ανεξαρτησίας της χώρας. 2) Ειρήνευσις του τόπου διά της παροχής αμνηστίας, της καταργήσεως όλων των εκτάκτων μέτρων και ανελεύθερων θεσμών, όπως είναι αι εκτοπίσεις και το Αναμορφωτικόν Σχολείον Μακρονήσου, και είσοδος εις την ομαλήν πολιτικήν ζωήν διά της αποκαταστάσεως ισοπολιτείας και ελευθέρου πολιτικού βίου με βάσιν την λαϊκήν κυριαρχίαν, την άρνησιν κάθε βίας και τον σεβασμόν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 3) Αποκατάστασις των συνδικαλιστικών ελευθεριών. 4) Επαναφορά των απομακρυθέντων της δημοσίας και ιδιωτικής υπηρεσίας διά πολιτικούς λόγους. 5) Προστασία των εφέδρων και θυμά­των πολέμου. 6) Σοβαρά μέριμνα υπέρ των επαναπατρι­ζόμενων. 7) Εξυγίανση του πολιτικού βίου της χώρας και πάταξη κάθε καταχρήσεως. 8) Εναντίον της οικονομικής ολιγαρχίας υπεράσπισις των διεκδικήσεων των λαϊκών τά­ξεων. Ειδικώτερον σοβαρά μέριμνα προς αποκατάστασιν της κατεστραμμένης αγροτικής οικονομίας και ανύψωσις του βιοτικού επιπέδου των αγροτών και 9) Αξιοποίησις της οικονομικής βοηθείας του Σχεδίου Μάρσαλ, αύξησις της παραγωγής και ανασυγκρότησις της χώρας προς όφελος του λαού και όχι των εκμεταλλευτών του». (Μάχη, 5 Φε­βρουαρίου 1950.)

Αφού διαμορφώθηκαν τα σχήματα στον χώρο του Κέντρου και της Αριστεράς, το ΚΚΕ υποχρεώθηκε να συστήσει στους οπα­δούς του να ψηφίσουν τη Δημοκρατική Παράταξη και, όπου η Δ.Π. δεν είχε συνδυασμούς, την ΕΠΕΚ. Ταυτόχρονα όμως δυνάμωσε την προπαγανδιστική επίθεση κατά των ηγετών και των δύο παρατάξεων, με σκοπό να τους αφαιρέσει όσο το δυνατόν περισσότερους σταυρούς προτιμήσεως κομμουνιστών και άλ­λων αριστερών. Ιδιαίτερα το ΚΚΕ σύστηνε στους οπαδούς του να μην ψηφίσουν τους Σβώλο, Τσιριμώκο, Στρατή, Πελτέκη, Τσιάρα, Τανούλα κ.λ.π., που τους περισσότερους μάλιστα χαρακτή­ριζε «πράκτορες» της Ιντέλιτζενς Σέρβις. Καλούσε, αντίθετα, τους αριστερούς να ψηφίσουν εκείνους τους υποψηφίους που τους θεωρούσε «συνεπείς δημοκράτες» ή και να γράψουν στα ψηφοδέλτια τα ονόματα πολιτικών κρατουμένων και εξόριστων, που δεν ήταν υποψήφιοι.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    ΚΚΕ: «Τα όπλα παρά πόδα»
    Αλλά και η ευρισκόμενη πια στο εξωτερικό ηγεσία του ΚΚΕ, πα­ρά τις διακηρύξεις της για παγκόσμια ειρήνη και ειρήνευση της χώρας, ενεργούσε με παρόμοια προοπτική. Και πίστευε ότι θα ήταν δυνατή μια επανάληψη του Ανταρτοπολέμου στην Ελλάδα, που είχε τέτοιο τραγικό για την Αριστερά τέλος. Στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, της 9ης Οκτωβρίου 1949, δηλαδή περισσότερο από ένα μήνα μετά την ήτ­τα στο Βίτσι και την αποχώρηση πέρα από τα ελληνικά σύνορα των κύριων δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού ανάμεσα σε διάφορες διακηρύξεις για ειρήνευση της χώρας και πανδημοκρατικό μέτωπο, διαβάζουμε ότι πρέπει να παραμείνουν «μικρά παρτιζάνικα τμήματα, σα μέσο πίεσης για όσο το δυνατόν περισσό­τερο εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής του τόπου».
Επέλεγε δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ την πιο κατάλληλη μέθο­δο για να δυσκολέψει τις προσπάθειες για ειρήνευση στη χώρα, αποκατάσταση ομαλού πολιτικού βίου και συμμέτοχη της Αρι­στεράς στην κοινοβουλευτική ζωή. Και με περισσότερη σαφήνεια παρακάτω πρόβλεπε ότι «ο ΔΣΕ, που έγινε βραχνάς για τους εχθρούς του λαού και της Ελλάδας, θα ανταποκριθεί στην ιστο­ρική του αποστολή σαν νεκροθάφτης του μοναρχοφασισμού». (Βλέπε, Σαράντα Χρόνια του ΚΚΕ, 1918-1958. Πολιτικές και Λο­γοτεχνικές εκδόσεις, σ. 580-83.) Χαρακτηριστικό ήταν ότι, και με­τά την επίσημη αναγγελία από τον εγκατεστημένο σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα», ότι στα­μάτησαν οι εχθροπραξίες, ο Ζαχαριάδης λάνσαρε το σύνθημα «Τα όπλα παρά πόδα» και διακήρυσσε ότι ο «Δ.Σ.» δεν διαλύεται.
Το ΚΚΕ. παρόλο που ήταν αποδιοργανωμένο και στις πόλεις, προσπαθούσε με τις οργανώσεις που του απέμεναν και με τις εκ­πομπές του ραδιοσταθμού του να επηρεάσει τις πολιτικές ζυμώ­σεις στην Ελλάδα. Στην Αθήνα τότε είχαν απομείνει, μετά τις συλ­λήψεις, παραπομπές σε στρατοδικεία, εκτελέσεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις, δύο βασικά κέντρα του εκτός νόμου Κομμουνιστικού Κόμματος. Το ένα υπό το παλαιό μέλος της ΚΕ Νίκο Πλουμπίδη και το άλλο μ' επικεφαλής ανώτατο στέλεχος της ΕΠΟΝ, τον Σταύ­ρο Κασιμάτη. Τα δύο κέντρα είχαν, για λόγους συνωμοτικούς, το καθένα ξεχωριστή επαφή με την ηγεσία στο εξωτερικό και το δι­κό του μηχανισμό. Σιγά σιγά άρχισαν να αλληλοϋποβλέπονται και να τρέφουν αμοιβαία καχυποψία. Ένα μέρος των «στοιχείων» εις βάρος του Πλουμπίδη, που, όπως θα δούμε, αργότερα ο Ζα­χαριάδης τον κατηγόρησε για «χαφιέ», προέρχονταν από το άλ­λο κομμουνιστικό κέντρο.
Προς το παρόν, ο Πλουμπίδης ήταν ο κύριος ηγέτης του πα­ρανόμου μηχανισμού του ΚΚΕ στην Ελλάδα και σ'αυτόν είχαν ανατεθεί οι επαφές με πολιτικά πρόσωπα. Κύρια επιδίωξη του ΚΚΕ ήταν να δημιουργηθεί το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, στο οποίο όμως οι κομμουνιστές να έχουν την πραγματική ηγεσία και τον καθοδηγητικό ρόλο. Την περίοδο αυτή, που ήταν εξαιτίας της ήτ­τας του αποδιοργανωμένο, το ΚΚΕ κατεχόταν από την αγωνία μήπως χάσει τον έλεγχο της Αριστεράς. Γι'αυτό, με τις εκπομπές του ραδιοσταθμού της, με προκηρύξεις και με τov «ψίθυρο», η ηγεσία του ΚΚΕ εξαπέλυε επιθέσεις εναντίον των κεντρώων και αριστερών ηγετών που θεωρούσε επικίνδυνους, δηλαδή ικανούς να παρασύρουν τον κόσμο της Αριστεράς έξω από τον έλεγχο της. Έτσι, κατηγορούσε τον Πλαστήρα, ιδιαίτερα μετά την άρνηση του στρατηγού να δεχτεί το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, καθώς και τον Τσουδερό, για «ψευτοδημοκράτες» που θέλουν «να νεκραναστησουν το Κέντρο του Σοφούλη», και τους ηγέτες των κομμά­των της Δημοκρατικής Αριστεράς ότι «κερδοσκοπούν πάνω στα αιτήματα του ελληνικού λαού με την ελπίδα να κληρονομήσουν τους ψηφοφόρους του ΚΚΕ».

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Η Αριστερά
Εκτός από τον Πλαστήρα, εμπνευστής στην κίνηση για συμβιβα­στική λύση στο ελληνικό πρόβλημα ήταν και ο Ιωάννης Σόφιανόπουλος. Πιστεύοντας ότι «η Ελλάδα μπορεί να γίνει το "σημείον ζεύξεως" του ανατολικού και του δυτικού κόσμου» και αξιοποιώντας τις γνωριμίες του και τις ευρύτατες γνώσεις του, ο Σοφιανόπουλος επεδίωκε στο εξωτερικό ξένη μεσολάβηση για να σταματήσει την ένοπλη σύγκρουση στην Ελλάδα. Προς αυτή την κατεύθυνση είχε ζητήσει τη συνδρομή του υπουργού της Τσε­χοσλοβακίας Μάζαρυκ (πριν από την πτώση του), καθώς και του Έβατ, με τον οποίο τον συνέδεε προσωπική φιλία και διατη­ρούσε αλληλογραφία. Στο Παρίσι, όπου είχε συνέλθει τότε η Γε­νική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Σοφιανόπουλος και ο Κομνηνός Πυρομάγλου επέδωσαν στον Έβατ υπόμνημα στο οποίο υποστήριζαν συμβιβαστική λύση του Ελληνικού και την ουδετε­ρότητα της Ελλάδας με εγγύηση των μεγάλων. Ο Έβατ, που, όπως είδαμε, είχε αναλάβει σχετική πρωτοβουλία, συμφώνησε - όπως αφηγείται ο Πυρομάγλου - μαζί τους. «Αυτή - τους είπε - είναι η λύση για την Ελλάδα».
Ο ίδιος ο Σοφιανόπουλος ανέπτυσσε τις απόψεις του, σε μια (ανέκδοτη ως τώρα) επιστολή του προς τον φίλο του δικηγόρο Γ.Κοκορέλλη, τον Μάη του 1948:
«...είμαι νυχθημερόν απησχολημένος – έγραφε - με το ζή­τημα της πιο συγκεκριμένης επαφής των μεγάλων, άνευ της οποίας δεν θα ημπορέσει να εξευρεθή λύσις ικανοποι­ητική διά το ελληνικόν πρόβλημα, μια φορά και οι Έλλη­νες τυφλωμένοι από το πάθος των δεν ημπορούν να αρ­θούν εις το ύψος του στοιχειωδεστέρου πατριωτισμού. Όπως θα αντιλαμβάνεσαι και από τα προς τας εφημερί­δας τηλεγραφήματα, η διάθεσις προς συνεννόησιν εξεδηλώθη, παρ'όλας δε τας επιφυλάξεις, που έχουν ως βάσιν το ψευτοφιλότιμο του καθενός και όλα τα ζικ ζακ, τελικώς θα καθήσουν στο σκαμνί για να συνεννοηθούν, γιατί η παγκόσμιος κοινή γνώμη ζητεί την συνεννόησιν και ο Μπλουμ στο σημερινό άρθρο του στην Populaire τούς υποδεικνύει την ανάγκην της ταχυτέρας δυνατής και συγκεκριμένης επαφής των. Θέλω να πιστεύω ότι και εγώ εν τω μέτρω των μικρών μου δυνάμεων συνετέλεσα εις το άνοιγμα κά­πως του ορίζοντος και, αν κρίνω από τας ενθαρρυντικάς απαντήσεις που έλαβα και από εδώ και από την Αμερικήν και την Αγγλίαν, φέρομαι εις το να παραδεχθώ ότι οι κό­ποι δεν θα πάνε στράφι (...) φυσικά θα εξακολουθήσω ιδία τώρα εργαζόμενος διά την σωτηρίαν της πατρίδος μας...». (Από το προσωπικό αρχείο του Γιάννη Κοκορέλλη.)

    Μετά τον τερματισμό του Ανταρτοπολέμου - που δεν τέλειω­σε όπως επεδίωκαν -, άλλοι από τους θιασώτες της «τρίτης λύ­σεως» εντάχθηκαν στην ΕΠΕΚ και άλλοι στην Ένωσιν Δημοκρα­τικών Αριστερών του Σοφιανόπουλου και σε άλλες ομάδες της μη κομμουνιστικής Αριστεράς.
Στον χώρο αυτό κινούνταν το ΣΚΕΛΔ (Σοσιαλιστικό Κόμμα - Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας) των Σβώλου - Τσιριμώκου και οι Αρι­στεροί Φιλελεύθεροι (Ν.Γρηγοριάδης, Στ.Χατζήμπεης κ.λ.π.), ομάδα συνεργαζόμενη πριν από το 1947 με το ΕΑΜ. Έγιναν διά­φορες κρούσεις προς τον Πλαστήρα για να συγκροτηθεί υπό την ηγεσία του ένα Δημοκρατικό Μέτωπο, στο οποίο θα περιλαμβά­νονταν όλες αυτές οι πολιτικές ομάδες και τα μικρά κόμματα της Αριστεράς. Σε έκκληση για τη συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μάχη, όργανο του ΣΚΕΛΔ, κα­θορίζονταν τα παρακάτω προγραμματικά σημεία:
«Διαχωρισμένο με σαφήνεια από το ΚΚΕ, αλλά διαχωρι­σμένο καθαρά και από τη Δεξιά, τους υπόπτους "οικονο­μικούς κύκλους" και κάθε υπηρέτη της ολιγαρχίας, το "Δ.Μ." θα έχει τρεις βασικούς σκοπούς: 1) Ν'αγωνισθή για την αποκατάσταση της ομαλότητας και τη διενέργεια ελευθέ­ρων εκλογών. 2) Ν'αγωνισθή για την εκλογική νίκη. 3) Ν'αγωνισθή για να εκκαθαρίση την ηθική κόπρο του Αυγείου της σημερινής πολιτικής ζωής της χώρας, ν'απόσπαση την εθνική οικονομία από τα νύχια της κερδοσκοπίας και να οδηγήση τον τόπο στον δρόμο της ανασυγκροτήσεως, της δημιουργικής δουλειάς και της προόδου».

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η ΕΠΕΚ και η καταγωγή της
Νέοι κομματικοί σχηματισμοί, που διεκδικούσαν ο πρώτος την εξουσία, ο δεύτερος σημαντικό αριθμό ψήφων, ήταν η ΕΠΕΚ και η Δημοκρατική Παράταξις.
Η ίδρυση της ΕΠΕΚ επηρέασε για μερικά χρόνια την πολιτική ζωή στην Ελλάδα.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Εμμανουήλ Τσουδερός. που ονό­μαζε το κόμμα του Δημοκρατικόν Προοδευτικόν, ανακοίνωσαν στις 14 Ιανουαρίου 1950 την απόφαση τους να συμπράξουν σε ενι­αίο κόμμα με την επωνυμία «Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέ­ντρου» (ΕΠΕΚ). Ο Τσουδερός είχε αρχίσει από τον Σεπτέμβρη τις περιοδείες του στην Κρήτη, όπου κήρυσσε την ανάγκη δημιουρ­γίας μιας «τρίτης δυνάμεως» από «νέα πρόσωπα και νέα κόμ­ματα, προοδευτικά και μεταρρυθμιστικά».
Ο Τσουδερός, πλάι στον Πλαστήρα, ήταν μια εγγύηση για τους Αγγλοαμερικανούς ότι η ΕΠΕΚ θα τηρούσε φιλοσυμμαχική πολι­τική. Εγγύηση για τους Αμερικανούς ήταν και η παρουσία στο στενό περιβάλλον του Πλαστήρα του I.Μοάτσου, ο οποίος είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στις Ηνωμένες Πο­λιτείες. Ο Πλαστήρας ένιωθε υποχρεωμένος απέναντι στον Μοάτσο (είχε βοηθήσει τον στρατηγό σε δύσκολες στιγμές της ζωής του, όταν ήταν εξόριστος στη Γαλλία), έτρεφε φιλικά αισθήματα απέναντι του και τον είχε έναν από τους κυριότερους πολιτικούς συμβούλους του.
Εκείνο που έκανε «ύποπτο» τον Ν. Πλαστήρα σε ορισμένους συμμαχικούς κύκλους και που εκμεταλλευόταν κυρίως η Δεξιά σε βάρος του ήταν το ότι στη διάρκεια του Ανταρτοπολέμου είχε πάρει μέρος σε μια κίνηση για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να εγγυηθούν την ουδετερότητα της Ελλάδας οι μεγάλες δυ­νάμεις. Η κίνηση αυτή εκδηλώθηκε τον Νοέμβριο του 1948, δηλα­δή μέσα στη μεγαλύτερη ένταση του Ανταρτοπολέμου, με ένα τηλεγράφημα εννιά πρώην υπουργών προς τον τότε πρόεδρο της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ Αυστραλό υπουργό Εξωτερικών Έβατ, που είχε αναλάβει πρωτοβουλία για την ειρήνευση στην Ελλάδα με συμβιβασμό και συνεννόηση ανάμεσα στις βαλκανι­κές δυνάμεις. Το τηλεγράφημα, που το υπέγραφαν οι πρώην υπουργοί Περικλής Αργυρόπουλος, Νικόλαος Ασκούτσης, Γεώρ­γιος Καρτάλης, Ν.Κολυβάς, Κ.Μανέττας, Στρατηγόπουλος, Βοραζάνης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μπένσης και ο από­στρατος στρατηγός Λ.Σακελλαρόπουλος, είχε ως εξής:
«Η αναληφθείσα υπό της Αυστραλιανής Αντιπροσωπείας πρωτοβουλία εγένετο δέκτη μετά πλήρους ικανοποιήσεως παρά της μεγάλης πλειονότητος του ελληνικού λαού, φρονούσης ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος δεν πρέπει να λήξη ειμή διά συμβιβαστικών μέτρων. Εξάλλου αι προσπάθεια, Υμών, όπως φέρητε τα βαλκανικά έθνη εις άμεσον συνεννόησιν, είναι αι μόναι ικαναί να επαναφέρουν την ειρήνην εις τα Βαλκάνια και να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησίαν των λαών και την ακεραιότητα των εδαφών των. Χάρις εις το γόητρον της Αυστραλιανής Αντιπροσωπείας είμεθα βέβαιοι ότι η υμετέρα παρέμβασις θα στεφθεί υπό επιτυχίας και ο ελληνικός λαός θα σας εγγράψει εις την Ιστορίαν του ως ειρηνοποιόν».         

   Το τηλεγράφημα προκάλεσε εκρήξεις οργής της Δεξιάς, αλλά και ορισμένων βενιζελικών στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Σοφοκλής Βε­νιζέλος δήλωσε στη Βουλή ότι ο Βοραζάνης, ο μόνος βουλευτής που είχε υπογράψει το τηλεγράφημα, διαγράφηκε από το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Γεώργιος Βοραζάνης ήταν ένα από τα πιο μορφωμένα μέλη του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Γεννήθηκε στην Ήπειρο το 1898. Σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες σε ξένα πανεπιστήμια. Είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και διε­τέλεσε υπουργός Οικονομικών το 1945. Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1965. Ενώ οι Κανελλόπουλος και Βενιζέλος αποδοκίμαζαν την πρά­ξη του, ο Βοραζάνης δεχόταν επίθεση από συναδέλφους του, που με κραυγές «προδότη», με κλοτσιές και γροθιές τον έδιωχναν από την αίθουσα των συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου. Ο Βοραζάνης - όπως γράφει η Ακρόπολις της 9ης Νοεμβρίου 1948 - «συρόμενος και δερόμενος εκβάλλεται (...) προς τους διαδρόμους», όπου συ­νεχίζεται το άγριο ξυλοκόπημα από συναδέλφους του.
Και οι εννιά που υπέγραψαν το τηλεγράφημα ήταν το 1949 - και το 1950 - στελέχη της κινήσεως του Πλαστήρα. Ήταν φυσικό λοιπόν να έχει δημιουργηθεί χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τη Δε­ξιά αλλά και σε ένα μέρος των Βενιζελικών.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Ο Παπάγος ανακαλεί
Στις πρώτες ανακοινώσεις του, ο πρωθυπουργός διευκρίνισε ότι ο χαρακτήρας της κυβερνήσεώς του ήταν υπηρεσιακός και ότι το μόνο «πολιτικόν πρόσωπον εν ενεργεία» που μετείχε, ο Στεφανόπουλος, «παρεκλήθη τηλεγραφικώς να παραμείνη προσωρινώς εις την κυβέρνησιν ως υπουργός Συντονισμού, διότι διαχειρίζεται εις το Παρίσι σπουδαία ζητήματα της χώρας». Πραγματικά, όταν γύρισε από το Παρίσι (αρχές Φεβρουαρίου) ο Στ.Στεφανόπουλος, παραιτήθηκε, γιατί θα έπαιρνε μέρος στις εκλογές, και αντικαταστάθηκε από τον υπουργό Οικονομικών Γ.Μαντζαβίνο.
Αλλά, στις πρώτες εκείνες ανακοινώσεις του, ο πρωθυπουργός είπε και κάτι ακόμα, που προκάλεσε μεγαλύτερη ίσως έκπληξη και από τη «βόμβα Παπάγου» της προηγούμενης μέρας: Ανεκοίνωσε ότι ο αρχιστράτηγος «κληθείς χθες την μεσημβρίαν εις τα Ανάκτορα, απεδέχθη σύστασιν του βασιλέως, όπως εις μιαν τόσον κρίσιμον στιγμήν μη επιμείνη εις την παραίτησίν του». Και συνέχισε:
«Τον κ.Παπάγον παρεκάλεσα και εγώ προσωπικώς, όπως αποσύρη την παραίτησίν του, και ο αρχιστράτηγος απεδέχθη».
    Για όσους περίμεναν την κάθοδο του Παπάγου στην πολιτική ως την έλευση του αναμενόμενου Μεσσία, η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Ώστε η παραίτηση δεν ήταν το μεγάλο βήμα για τη συμμετοχή του στρατάρχη στις εκλογές επικεφαλής ενός νέου κόμματος της Δεξιάς: Ήταν απλώς μια εκδήλωση ευθιξίας του Παπάγου ή ένα μέσο για την ανατροπή της κυβερνήσεως Διομήδη; Τι είχε συμβεί μέσα σ’ένα εικοσιτετράωρο ώστε ν’αλλάξουν τόσο τα πράγματα;
    Έχουν γραφτεί πολλά γύρω από το επεισόδιο αυτό της πολιτικής μας ζωής, αλλά ίσως να μην έχει αποκαλυφθεί ακόμα όλο το σχετικό παρασκήνιο. Ορισμένες εφημερίδες έγραψαν τότε πως τον Παπάγο τον πίεσαν ν’ανακαλέσει την παραίτησή του οι Άγγλοι και, προσωπικά, ο εξάδελφος του βασιλιά, λόρδος Μαουντμπάτεν, που βρισκόταν τότε στην Αθήνα. Οι πληροφορίες για αγγλικές πιέ­σεις ήταν τόσο επίμονες που η αγγλική πρεσβεία υποχρεώθηκε να εκδώσει σχετική ανακοίνωση και να τις διαψεύσει... Στην πραγ­ματικότητα, φαίνεται πως μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε ο πρωθυπουργός Τζον Θεοτόκης (γνωστός για τους φιλικούς δεσμούς του με τα Ανά­κτορα και τους Άγγλους). Και ακόμα μεγαλύτερο το γεγονός ότι οι κινούμενοι για δημιουργία νέου κόμματος με επικεφαλής τον Παπάγο δεν είχαν ακόμα εξασφαλίσει την υποστήριξη του Στέητ Ντιπάρτμεντ. 0 Αμερικανός πρεσβευτής Γκραίηντυ υποπτευόταν πάντα τον στρατάρχη για δικτατορικές τάσεις. Και μια δικτατορία εκείνη τη στιγμή στην Ελλάδα θα ήταν ολέθρια για την αμερικανι­κή πολιτική. Όπως ήδη έχουμε πει, ο πρόεδρος Τρούμαν και η κυ­βέρνηση του προσπαθούσαν να πείσουν όλο τον κόσμο ότι στη χώ­ρα μας δεν διέθεταν τα δολάριά τους για να υποστηρίζουν ένα «μοναρχοφασιστικό» αλλά ένα δημοκρατικό καθεστώς.
Για όλους αυτούς τους λόγους και ίσως ακόμα γιατί δεν ήταν εξασφαλισμένο το πλειοψηφικό σύστημα και δεν υπήρχε αρκε­τός χρόνος για να οργανωθεί το νέο κόμμα (αφού απέτυχε η προ­σπάθεια για μεταβατική κυβέρνηση και οι εκλογές θα γίνονταν αμέσως), και ο κυριότερος σύμβουλος του Παπάγου, ο Μαρκεζί­νης, σύστησε στον στρατάρχη ν'ανακαλέσει την παραίτηση του. Του είπε πως δεν είχε έλθει ακόμα η ώρα του. Η ανατροπή της κυβερνήσεως Διομήδη, που παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα της παραιτήσεως του αρχιστρατήγου, ήταν ένα σημαντικό κέρδος για τη νέα κίνηση. Έδειξε τη δύναμη του μελλοντικού αρχηγού της. Τώρα θα έπρεπε να περιμένουν, αλλά και να μην αφήσουν μέρος του κόσμου της Δεξιάς που είχε ήδη προσχωρήσει στην ιδέα της πρωθυπουργίας Παπάγου ν'απογοητευτεί. Ο Μαρκεζίνης λοι­πόν έγραψε μια ανακοίνωση, που διέψευσε ότι η ανάκληση της παραιτήσεως του αρχιστρατήγου σήμαινε και «οριστικήν του απόφασιν όπως μη πολιτευθή».
Και η ανακοίνωση, που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες της 8ης Ιανουαρίου ανώνυμα, ως προερχόμενη «εκ του περιβάλλοντος του αρχιστρατήγου», συνέχιζε:
«Όπως ακριβώς η παραίτησις του κ. Παπάγου δεν εσήμαινε ότι ούτος απεφάσισε να πολιτευθή, ούτω και η ανάκλησις της παραιτήσεώς του ουδόλως σημαίνει ότι απεφάσισε να μην πολιτευθή. Ο αρχιστράτηγος, διατηρών σήμερον την υπεύθυνον θέσιν του. θα εμμένει απαρεγκλίτως εις την παλαιάν του τακτικήν όπως μείνη αφοσιωμένος μόνον εις τα στρατιωτικά του καθήκοντα και αποφυγή πάσαν πολιτικήν δήλωσιν. Εις την αρμοδιότητα του ιδίου και μόνον απόκει­ται να κρίνη εάν και πότε θα συμμορφωθή προς την διαρ­κώς και εντονώτερον εκδηλουμένην λαικήν επιθυμίαν όπως αναλάβη και την γενικωτέραν εθνικήν προσπάθειαν».
Ίσως εκείνοι που το 1951 πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις του Παπάγου ότι δεν θα πολιτευτεί και με βάση αυτές ρύθμισαν τις πολιτικές τους προοπτικές να είχαν ξεχάσει αυτή την τόσο εύ­γλωττη ανακοίνωση «εκ του περιβάλλοντος του αρχιστρατήγου»...

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η κυβέρνηση διαλύεται
Ήταν το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1950. Ο αρχιστράτηγος κάλεσε τον τυπικά προϊστάμενο του υπουργό των Στρατιωτικών Πανα­γιώτη Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την απόφασή του να παραιτηθεί. «Θα σας ακολουθήσω και εγώ», του απάντησε ο υπουργός. Και έφυγε για να ειδοποιήσει τον πρωθυπουργό και τον β' αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως Σοφοκλή Βενιζέλο.
Το σκάφος βυθιζόταν και κανένας δεν ήθελε να εισπράξει ως το τέλος τα «επίχειρα της κακίας» του Λαϊκού Κόμματος. Ο Σο­φοκλής Βενιζέλος από μέρες είχε απειλήσει ότι θα αποχωρούσε από την κυβέρνηση, αν δεν ξεκαθαριζόταν το θέμα των σκανδά­λων. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων δεν είχε κανένα λόγο να φορ­τωθεί τις ευθύνες για τις ατασθαλίες των φίλων του Τσαλδάρη και μάλιστα στις παραμονές εκλογών. Αλλά ο Βενιζέλος είχε και έναν ακόμα σοβαρό λόγο να θέλει να επισπεύσει τις εκλογές. Δεν έπρεπε ν'αφήσει να οργανωθεί το κόμμα του στρατηγού Πλα­στήρα. Αν για τον Τσαλδάρη ήταν θανάσιμος κίνδυνος ο Παπά­γος, το Κόμμα των Φιλελευθέρων το απειλούσε ο Πλαστήρας. Ο Βενιζέλος λοιπόν, έχοντας, όπως φαίνεται, πληροφορίες και για τις προθέσεις του Παπάγου, αποφάσισε να επισπεύσει την κρίση. Το πρωί της 5ης Ιανουαρίου κάλεσε τους φιλελευθέρους υπουρ­γούς και αργότερα όλους τους βουλευτές του κόμματος του. και τους ανακοίνωσε την απόφασή του. Όλοι έμειναν σύμφωνοι. Έτσι, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο Βενιζέλος επισκέφτηκε τον πρω­θυπουργό Διομήδη, του ανακοίνωσε την αποχώρηση τη δική του και των φιλελευθέρων υπουργών από την κυβέρνηση και του επέ­δωσε σχετική επιστολή. Ο Βενιζέλος κατηγορούσε τον Τσαλδάρη ότι αθέτησε τη συμφωνία που είχαν κάμει «όπως το σημερινόν κυβερνητικόν σχήμα διατηρηθή κατά το εναπομένον χρονικόν διά­στημα μέχρι της διαλύσεως της παρούσης Βουλής».
«...η δε συνέχισις των περιοδειών του κ. Τσαλδάρη - συ­νέχιζε ο Βενιζέλος - εξαπέλυσεν ήδη τον εκλογικόν σάλον. τέσσαρας όλους μήνας προ των εκλογών, εις βάρος της κυβερνητικής συνοχής και των σοβαρών υποθέσεων της χώρας, όπως είναι ιδίως η ανασυγκρότησις. Υπό τοιαύτας συνθήκας το συμφέρον της χώρας επιβάλλει αναμφιβόλως μιαν σύντμησιν των προθεσμιών, αι οποίαι είχον αρχικώς προβλεφθεί. Εντεύθεν ήχθημεν μετά των εν τη κυβερνή­σει Φιλελευθέρων συναδέλφου εις την απόφασιν, όπως παρακαλέσωμεν υμάς και αποδεχθήτε την παραίτησιν την οποίαν υποβάλλομεν διά της παρούσης, εισηγηθήτε εις τον Ανώτατον Άρχοντα (...) την επίσπευσιν των εκλογών...».
Σχεδόν ταυτόχρονα έφτασε στο πρωθυπουργικό γραφείο και ο υπουργός Στρατιωτικών Παναγιώτης Κανελλόπουλος, για τον οποίο είχαν δημοσιευτεί ήδη στον Τύπο πληροφορίες ότι είχε προ­σχωρήσει στην κίνηση Παπάγου. Ανακοίνωσε την παραίτηση του αρχιστρατήγου και υπέβαλε και τη δική του. Λίγο αργότερα πα­ραιτήθηκε και ο αρχηγός του ΓΕΣ, αντιστράτηγος Γ. Κοσμάς, που ήταν πάντα αφοσιωμένος στον Παπάγο.
Μετά τις παραιτήσεις του β' αντιπροέδρου, του υπουργού Στρατιωτικών και του αρχιστρατήγου, η κυβέρνηση είχε ουσια­στικά διαλυθεί. Ο πρωθυπουργός Διομήδης ανέβηκε αμέσως στα Ανάκτορα, με τις τρεις επιστολές στα χέρια, και υπέβαλε και την παραίτηση τη δική του και ολόκληρης της κυβερνήσεως.
Ο πρωθυπουργός πρότεινε στον βασιλιά «να σχηματισθή κυβέρνησις πολιτικής ευθύνης, διά να ενεργήση εκλογάς αδιαβλήτους», απέκλεισε όμως συμμετοχή στρατιωτικών, «διότι μέτρα λαμβανόμενα τυχόν από στρατιωτικούς θα εκινδύνευαν να δια- βληθούν εις το εξωτερικόν».

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Πρώτη παραίτηση του αρχιστρατήγου
Το ενδεχόμενο της καθόδου του στρατάρχη Παπάγου στον εκλο­γικό αγώνα ήταν φυσικό να προκαλεί αληθινό πανικό στον Κων­σταντίνο Τσαλδάρη, που έβλεπε διαγραφόμενη τη βέβαιη διάλυ­ση του παρακμασμένου ήδη κόμματος του και το τέλος του δικού του ηγετικού ρόλου. Αλλά ακριβώς αυτός ο πανικός οδηγούσε τον Τσαλδάρη και το άμεσο περιβάλλον του σε τέτοιες αντιδρά­σεις, που ήταν δυνατόν να επισπεύσουν την παραίτηση του αρχι­στρατήγου και την κάθοδο του στην πολιτική.
Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου, οι σχέσεις του αρχιστρατήγου με τον πρώτο αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως βρίσκονταν ήδη σε πο­λύ άσχημο σημείο. Ο Παπάγος ήταν οργισμένος, γιατί στην εφη­μερίδα που εξέδιδε ο γιος του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος, Αθανάσιος Τσαλδάρης, Καιροί, γίνονταν υπαινιγμοί εναντίον του. Σε μια συνεδρίαση του Συντονιστικού Συμβουλίου, ο αρχιστρά­τηγος, δείχνοντας τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, είπε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Διομήδη:
- Κύριε πρόεδρε, παρακαλώ να πήτε στον κύριο αυτό να παύ­ση να εκτοξεύη συκοφαντίας εναντίον μου διά του δημοσιογρα­φικού του οργάνου.
Ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος διαμαρτυρήθηκε, ισχυριζό­μενος πως είναι ξένος προς τα δημοσιεύματα.
- Δεν επιτρέπω να με διαψεύδουν, απάντησε θυμωμένος ο στρατάρχης.
Το επεισόδιο το αποκάλυψε μια ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης και το αναδημοσίευσε ο αθηναϊκός Τύπος. Οι Τσαλ­δάρης, Διομήδης και Παναγιώτης Κανελλόπουλος το διέψευσαν. Αλλά Το Βήμα της 23ης Δεκεμβρίου 1949 έγραφε:
«Παρά τας ανωτέρω κυβερνητικάς διαψεύσεις, από άλλας, καλώς πληροφορημένας πηγάς παρείχετο η πληρο­φορία ότι το επεισόδιο πράγματι συνέβη, αλλ'ότι οι με­τάσχοντες της συνεδριάσεως εκείνης του Συντονιστικού Συμβουλίου ανέλαβον την υποχρέωσιν να αποφύγουν την κοινολόγησίν του».
Τα Χριστούγεννα, εφημερίδα θεωρούμενη φιλοανακτορική δη­μοσίευε ρεπορτάζ κατά το οποίο επιθυμία του βασιλιά ήταν να σχηματιστεί «άχρους κυβέρνησις», να αναβληθούν για ένα χρόνο οι εκλογές και να διενεργηθούν τότε με πλειοψηφικό σύστημα. Οι θιασώτες της μεταβατικής κατέβαλλαν τις τελευταίες προσπά­θειες να επιβάλουν τις απόψεις τους. Ο πρωθυπουργός Διομήδης έσπευσε να δηλώσει ότι οι εκλογές θα γίνουν οπωσδήποτε τον Απρίλιο, ίσως και νωρίτερα, με το αναλογικό σύστημα. Και το πο­λιτικό γραφείο του βασιλιά με ανακοίνωση του διέψευδε ότι το δημοσίευμα εξέφραζε βασιλικές απόψεις. Οι δημοσιογράφοι έβλε­παν πίσω από το ρεπορτάζ της φιλοανακτορικής εφημερίδας τον Παναγιώτη Πιπινέλη.
Στο μεταξύ, ο Τσαλδάρης άρχισε προεκλογική περιοδεία. Τα Χριστούγεννα πήγε στη Βόρειο Ελλάδα και μετά την Πρω­τοχρονιά στην Πελοπόννησο. Προσπαθούσε να τονώσει το κόμ­μα του, που παρουσίαζε κάμψη μετά την αποκάλυψη των σκαν­δάλων, καθώς και την προσωπική του θέση στην παράταξη της Δεξιάς, που κινδύνευε από την κίνηση υπέρ του Παπάγου. Αλλά ορισμένοι οπαδοί του. κατά την περιοδεία του, τον υποδέχο­νταν με το σύνθημα «Θέλουμε τον Παπάγο». Στην Τρίπολη, παραδοσιακό κέντρο της Δεξιάς, οι εκδηλώσεις υπέρ του Πα­πάγου ήταν ζωηρότερες. Και ο Τσαλδάρης αποφάσισε ν' αντε­πιτεθεί:
«Θα σας ομιλήσω και περί αυτού – είπε - σύμφωνα με το ρεπορτάζ των εφημερίδων. Υπάρχουν ανώτεροι αξιωμα­τικοί τους οποίους ουχί άπαξ, ουχί δις. αλλά πολλάκις παρεκάλεσα να αναλάβουν να πολεμήσουν τον συμμοριτισμόν και μου ηρνήθησαν, δικαιολογούμενοι ότι δεν θεωρούν τας δυνάμεις και τα μέσα επαρκή. Και όταν η πολιτική ηγε­σία παρεσκεύασε στρατόν με άφθονα εφόδια, τότε κατε­βλήθη ο συμμοριτισμός. Υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αναμ­φισβητήτως προσέφεραν υπηρεσίαν τινά εις τον αγώνα. Αλλά, εάν προχωρήσουν και αλλαχού, θα προξενήσουν ζημίαν εις τον τόπον».
Ήταν φανερό ότι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος είχε πε­ράσει τον Ρουβίκωνα. Δεν περιορίστηκε να υπερασπιστεί τη δική του θέση. αλλά είχε θίξει τα άγια των αγίων της παράταξής του: Τον θρύλο του «Νικητού αρχιστρατήγου». Το ποτήρι είχε ξεχει­λίσει. Ο Παπάγος πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες, αλλά και από φίλους του, που ήταν στην Τρίπολη, την επίθεση του Τσαλ­δάρη. Του είπαν μάλιστα ότι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος χαρακτήρισε «αγυιόπαιδας» τους πολίτες που φώναζαν «Θέ­λουμε τον Παπάγο. Ζήτω ο Παπάγος». Έξαλλος ο στρατάρχης αποφάσισε ν' ανοίξει την κρίση.