Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Υπονομεύεται η κυβέρνηση (2ο μέρος)
Αλλά το κανόνι που θα έριχνε την κυβέρνηση Πλαστήρα έβαλλε μέσα από τους ίδιους τους κόλπους της. Δυο ζητήματα δημιουρ­γούνται εκείνες τις μέρες και απειλούν με ανατροπή την κυβέρνη­ση. Το ένα έχει αφορμή την πρόθεση του Πλαστήρα να διορίσει διοι­κητή της Αγροτικής Τραπέζης τον πολιτευτή της ΕΠΕΚ Στέλιο Πιστολάκη. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων, που είχε και προηγού­μενα μαζί του, από την εποχή του κινήματος του 1935, και που, οπωσ­δήποτε, δεν θέλει να πάρει την καίρια αυτή θέση ένα στέλεχος της ΕΠΕΚ, αντιδρά έντονα. Πρόσχημα: Ο Πιστολάκης έχει αναπτύξει κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου «αντεθνικήν δράσιν» (στην πραγματικότητα έχει πάρει την ίδια θέση με τους Πλαστήρα και Σοφιανόπουλο, δηλαδή έχει ταχθεί υπέρ συμβιβασμού). Το άλλο ζή­τημα έχει σχέση με τις επαγγελίες για την ειρήνευση. Με προσωπική διαταγή του πρωθυπουργού προς τον νέο διοικητή της Μακρονήσου, ταξίαρχο Παπαγιαννόπουλο, έχουν απολυθεί μερικές δεκάδες σοβαρά άρρωστοι πολιτικοί κρατούμενοι, ανάμεσα στους οποίους και ο αρχηγός του συνεργαζομένου με το ΚΚΕ Αγροτικού Κόμματος. Κώστας Γαβριηλίδης (ο οποίος και πέθανε στην εξορία μετά δύο χρόνια). Ο Παπανδρέου, όταν πληροφορείται τις απολύ­σεις, διαμαρτύρεται, γιατί έγιναν χωρίς τη γνωμάτευση των αρμοδίων υπηρεσιών ασφαλείας. Δημιουργεί κυβερνητικό ζήτημα. Η αντι­πολίτευση εκμεταλλεύεται αμέσως το θέμα:
«Η ταυτόχρονος απόλυσις του Γαβριηλίδη από την Μακρόνησον και ο διορισμός του κ.Πιστολάκη - δηλώνει ο αρ­χηγός του Λαϊκού Κόμματος Τσαλδάρης - δεν αποτελούν απλήν πρόκλησιν αλλά ράπισμα κατά του αισθήματος του ελληνικού λαού».
Και τα δυο ζητήματα καταλήγουν σε υποχώρηση του Πλα­στήρα και μείωση του κύρους του ως πρωθυπουργού. O Πιστολάκης υποχρεώνεται να υποβάλει την παραίτηση του. Έτσι σώ­ζεται η κυβέρνηση από σχεδόν βέβαιη πτώση, γιατί η αντιπολίτευση έχει καταθέσει στη Βουλή πρόταση μομφής και πολλοί φιλελεύ­θεροι βουλευτές θα καταψήφιζαν. Εξάλλου, για να σταματήσει κάθε πρωτοβουλία του Πλαστήρα στα θέματα των εξόριστων, ο Παπανδρέου αναλαμβάνει προσωπικά το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και ο φίλος του Πέτρος Γαρουφαλιάς το Υπουργείο Εσω­τερικών. Από τότε ως τον Νοέμβρη του 1951, κανένας εξόριστος δεν απολύεται, αν δεν κάνει δήλωση μετανοίας.
Οι περιστάσεις έχουν αρχίσει πραγματικά να μεταβάλλονται, η κυβέρνηση του Κέντρου να χάνει ορισμένους υποστηρικτές και στα παρασκήνια ετοιμάζονται άλλες λύσεις. Στον Τύπο δημοσιεύονται πληροφορίες ότι και οι Αμερικανοί είναι τώρα εναντίον της. Στο μεταξύ, κατά τη συζήτηση στη Βουλή, ο ίδιος ο Παπανδρέου αναπτύσσει ποιο ήταν το σπουδαίο θέμα των «απολύσεων» για το οποίο έγινε τόσος θόρυβος από τον Τύπο της Δεξιάς. Όλοι όλοι, είπε, είναι 95 άρρωστοι, που δεν απολύθηκαν, αλλά «έλαβον κατ'οίκον νοσηλείαν με γνωμοδότησιν των επιτροπών Μακρονήσου διά βαρείας παθήσεις». Και συνεχίζει:
«Δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθή η εντύπωσις ότι κιν­δυνεύει η ασφάλεια του έθνους από 95 ασθενείς που παρακολουθούνται και οι οποίοι ενδεχομένως θα επιστρέ­ψουν όταν διαπιστωθή ότι η κατάστασις της υγείας των επιβάλλει την επιστροφήν».
Και ο πρώην υπουργός Δημοσίας Τάξεως, «αδιάβλητος» αντικομμουνιστής Ρέντης είπε ότι είναι δυνατόν να διατυπωθεί αντί­θετη μομφή στην κυβέρνηση «διότι εις ουδέν μέτρον επιεικείας προέβη παρά τας επαγγελίας της». Και συνεχίζει:
«Η απόλυσις εκτοπισμένων πολιτών προληπτικώς συλλη­φθέντων είναι άσκησις εθνικής πολιτικής διότι οι προλη­πτικώς συλληφθέντες πολίται δεν είναι κατάδικοι...».
Επειδή όμως συνεχίζεται ο θόρυβος για τους 95 εξορίστους, και μάλιστα ορισμένες εφημερίδες της Δεξιάς γράφουν ότι έχουν εξαφανιστεί και κρύβονται, ο Παπανδρέου δηλώνει ότι, από τον έλεγχο που έκανε η Ασφάλεια, προέκυψε ότι όλοι βρίσκονται στα σπίτια τους, εκτός δύο: Του Γαβριηλίδη, που έχει σταλεί στη Μα­κρόνησο αμέσως, και ενός στο Μεσολόγγι, που έχει, στο μεταξύ, πεθάνει από την πάθησή του. Και δίνει κατάλογο των ονομάτων και των παθήσεων τους (ψυχογενείς παραπληγίες και ημιπληγίες, κατάγματα πλευρών κ.λπ., φυματιώσεις κ.λπ.). Σε λίγες μέρες, ο Παπανδρέου διέταξε να μεταφερθούν οι περισσότεροι στον Άγιο Ευστράτιο.
Ο τότε υφυπουργός Στρατιωτικών, στρατηγός Λ.Σπαής, ανα­φερόμενος στα Απομνημονεύματά του στα γεγονότα εκείνης της περιόδου, γράφει:
«Μετά τον πόλεμον της Κορέας (...) η συνοχή της κυβερ­νήσεως διεταράχθη, καθόσον οι φίλοι μας Αμερικανοί, οι οποίοι μέχρι τότε επεδοκίμαζαν και υπεστήριζαν την κυβέρνησιν Πλαστήρα, άρχισαν να δυσπιστούν προς το κόμ­μα της ΕΠΕΚ (...) διότι τούτο, κατά τις πληροφορίες τους, επηρεαζόταν από αριστερά στοιχεία. Την δυσπιστίαν αυ­τήν των αμερικανικών κύκλων, καταλλήλους και όλως τε­χνηέντως, εκτός των άλλων, εκαλλιεργούσε και ο Παπαν­δρέου, καίτοι ήταν αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως (...). Οι επίσημοι Αμερικανοί επηρεάσθησαν ίσως και από το γεγονός κατά το οποίον ο Πλαστήρας (...) δεν ηθέλησε να μετάσχη η Ελλάς, έστω και διά μικρών στρατιωτικών τμη­μάτων, εις τον πόλεμον της Κορέας (...). Ο Παπανδρέου, μεταξύ των άλλων, εξεμεταλλεύθη το γεγονός, κατά το οποίον ο παρά τω πρωθυπουργώ υπουργός Λ.Σακελλαρόπουλος, τον Ιούνιον του 1950, απέλυσε από την Μακρόνησον 96 κρατουμένους αριστερούς. Η ενέργεια αυτή του υπουργού Σακελλαροπούλου ωφείλετο αποκλειστι­κώς και μόνον εις λόγους ανθρωπιστικούς, καθόσον οι απο­λυθέντες, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις των στρατιωτι­κών ιατρών, ήταν όχι απλώς ασθενείς αλλά κυριολεκτικώς ανθρώπινα ράκη. Εξ αυτών οι περισσότεροι ήταν φυματι­κοί με ανοιχτή φυματίωση, οι δε υπόλοιποι ήταν εις το έπα­κρον εξαντλημένοι, λόγω των ταλαιπωριών και κακουχιών, πράγμα το οποίον άριστα εγνώριζε ο κ.Παπανδρέου, ο οποίος, όντας αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως, έλεγε εις επήκοον ιδικών μας και ξένων, υπό τύπον χαριεντισμού: "Δεν προλαμβάνω να συλλαμβάνω κομμουνιστάς, τους οποίους ο Πλαστήρας απολύει από τας φυλακάς". Η δια­γωγή αυτή του Παπανδρέου με εστενοχώρησε και με εξέπληξε τόσον πολύ ώστε παρουσία Άγγλων και Αμερικα­νών ηναγκάσθην να διαμαρτυρηθώ και να κατακρίνω αυτήν ως αήθη πολιτικήν συμπεριφοράν και πολιτικήν ενέργειαν. Την διαμαρτυρίαν μου αυτήν ουδέποτε μου συνεχώρησε ο Παπανδρέου...». (Λεωνίδα Σπαή. στρατηγού, πρ.υπουργού, Πενήντα Χρόνια Στρατιώτης, Αθή­ναι, 1970, σ. 291-3.)
Οι υποχωρήσεις του πρωθυπουργού έχουν προκαλέσει ανα­ταραχή στους κόλπους της ΕΠΕΚ (που, στο μεταξύ, έγινε ενιαίο κόμμα με αρχηγό τον Πλαστήρα και πρόεδρο της κοινοβουλευτι­κής ομάδας τον Τσουδερό). Πολλοί συμπολιτευόμενοι βουλευτές ζητούν να επεκταθούν τα μέτρα επιεικείας, ενώ από την ηγεσία των Φιλελευθέρων και τον Παπανδρέου ασκείται πίεση να περιοριστούν. Και οι Αμερικανοί πιέζουν για την περιστολή τους. Ο Πλαστήρας, σε τελετή στο Υπουργείο Εφοδιασμού, στις 20 Ιουλί­ου, δηλώνει ότι σκοπός της ζωής του είναι να ειρηνεύσει τη χώρα. Αν δεν το πετύχει- προσθέτει - δεν θα διστάσει να αποσυρθεί στον ιδιωτικό βίο.
Αλλά την ίδια μέρα, επιστρέφει από το εξωτερικό ο Βενιζέ­λος. Η ώρα της κρίσεως φτάνει. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων συ­ναντάται αμέσως με τους Κανελλόπουλο, Ζέρβα, Αρ.Μεταξά. Δημοσιεύονται πληροφορίες ότι ετοιμάζεται διάδοχο σχήμα υπό τον Πιπινέλη. Στην πραγματικότητα, ο Βενιζέλος ευνοούσε τα σχέ­δια των Ανακτόρων για μεταβατική υπό τον Παπάγο. Στην ιδέα αυτή είχαν προσχωρήσει τώρα και οι Αμερικανοί.
     Στις 17 Ιουλίου, ο επιτετραμμένος Μάινορ (ο Γκραίηντυ είχε φύγει και ο νέος πρεσβευτής Τζον Πιουριφόυ δεν είχε φτάσει ακό­μα στην Ελλάδα) είπε στον βασιλιά ότι η αμερικανική κυβέρνη­ση θα δεχόταν ευχαρίστως μια κυβέρνηση υπό τον Παπάγο, στη­ριζόμενη σε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία (Δαφνή. στο ίδιο, σ. 470). Την ίδια μέρα ο αρχηγός της Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής Βαν Φλητ, που έφυγε από την Ελλάδα, απεκάλυψε στο αεροδρόμιο στον μέγα αυλάρχη Δημήτριο Λεβίδη ότι είχε στεί­λει στον προϊστάμενο του Αμερικανό υπουργό των Στρατιωτικών έκθεση, στην οποία τόνιζε ότι, σε περίπτωση γενικού πολέμου εξαιτίας της συγκρούσεως στην Κορέα, η κυβέρνηση Πλαστήρα θα αποτελούσε Πέμπτη Φάλαγγα του εχθρού. Και πρότεινε κυ­βέρνηση υπό τον Παπάγο (Ακρόπολις. 4 Ιουλίου 1972).
Τα Ανάκτορα - παρά τα όσα μυθιστορηματικά ως τώρα έχουν γραφεί - ήθελαν τη λύση Παπάγου. Θεωρούσαν ακόμα τότε τον αρχιστράτηγο άνθρωπο δικό τους, που θα έπαιζε θαυμάσια το παιγνίδι τους. Υπήρχε βέβαια μια δυσαρέσκεια της Φρειδερίκης απέναντι στον αρχιστράτηγο, γιατί είχε απομακρύνει από την ηγε­σία της Αεροπορίας τον πτέραρχο Χαράλαμπο Ποταμιάνο. («Με έπαιρνε τρεις φορές την ημέρα στο τηλέφωνο η βασίλισσα για να ανακαλέσω την απόφαση μου», είπε αργότερα σε παλαιό πολι­τικό ο ίδιος ο Παπάγος.) Αλλά οι σχέσεις του αρχιστρατήγου με τον Παύλο παρέμεναν -φαινομενικά τουλάχιστον - άριστες.
Η λύση, όμως, Παπάγου δεν μπορούσε να προωθηθεί γιατί ο ίδιος δίσταζε να αναλάβει. Τη λύση Πιπινέλη δεν την δέχονταν ορισμένοι πολιτικοί και έτσι είχε λίγες ελπίδες να συγκεντρώσει πλειοψηφία στη Βουλή. Ο Βενιζέλος κατέβαλε προσπάθειες να πείσει τον στρατάρχη να δεχτεί την πρωθυπουργία, αλλά ο Πα­πάγος επέμενε στην άρνηση του. Έτσι, μια που δεν ήταν ακόμα έτοιμο το διάδοχο σχήμα, ο Βενιζέλος δήλωσε ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει την κυβέρνηση Πλαστήρα. Αλλά έθεσε τους όρους του. Και ο Πλαστήρας υποχρεωνόταν να δηλώσει, στις 24 Ιουλίου, στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος του:
«Η κυβέρνησις, λαμβάνουσα υπ' όψιν την δημιουργηθείσαν διεθνή ατμόσφαιραν εκ της συγκρούσεως της Κορέας, θα ευθυγραμμίσει την πολιτική της με την πολιτική των Συμμάχων. Εάν βραδύτερον ήθελον μεταβληθή αι συνθήκαι, θα εδημιουργούντο ίσως γενικώτεραι προϋποθέσεις αι οποίαι θα επέτρεπον εις την κυβέρνησιν να συμπληρώση τα μέτρα επιεικείας».

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Υπονομεύεται η κυβέρνηση
Αν το Κέντρο είχε ιδεολογική και πολιτική ομοιογένεια, αν δεν το κατέτρωγαν και οι προσωπικές αντιζηλίες και αντιθέσεις, θα μπορούσε ίσως να αντισταθεί στις πιέσεις. Αλλά, όπως είδαμε, από την πρώτη στιγμή, η ιδέα του συνασπισμού του Κέντρου είχε πλη­γεί και η κυβέρνηση Πλαστήρα έπλεε σε άγνωστα νερά, όπου τα­ξίδευε ένα γνωστό υποβρύχιο, έτοιμο να εξαπολύσει κάποια ώρα τις τορπίλες του.
     Στις αρχές Μαΐου, ο πρεσβευτής Γκραίηντυ φεύγει, με άδεια, για την Αμερική, ενώ ο επιτετραμμένος Μάινορ πραγματοποιεί συναντήσεις και συνομιλίες με τον βασιλιά, τον Βενιζέλο και τον Τσαλδάρη. Φτάνει στην Ελλάδα ο Ελληνοαμερικανός Τομ Καραμεσίνης, που έχει διατελέσει σταθμάρχης της C1A στη χώρα μας στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, για ν'αναλάβει και πάλι τα ίδια καθήκοντα. Στα μέσα Μαΐου δημοσιεύεται στον ελ­ληνόφωνο Εθνικό Κήρυκα της Νέας Υόρκης ενυπόγραφο άρθρο του Σοφοκλή Βενιζέλου, στο οποίο ο αρχηγός των Φιλελευθέ­ρων κατακρίνει τα άλλα κόμματα για την πολεμική που άσκη­σαν κατά της κυβερνήσεώς του, και τον Γκραίηντυ για την επι­στολή «την οποίαν απηύθυνε κατά εντελώς παράδοξον και αχαρακτήριστον τρόπον», και συνέχιζε:
«Η πίεσις ήτις μου ησκήθη διά να παραιτηθώ προς διευκόλυνσιν σχηματισμού "κυβερνήσεως αυτοδυνάμου πλειο­ψηφίας" δεν νομίζω να ήτο ούτε λυσιτελής ούτε να ωδήγησεν εις την ενδεδειγμένην κατάστασιν».
Αφού υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι δυ­σκίνητες, ενώ οι ομοιογενείς αποτελεσματικότερες, καταλήγει:
«Ήδη η νέα κυβέρνησις, εις την οποίαν συμμετέχει ανα­γκαστικούς και το Κόμμα των Φιλελευθέρων, άνευ της προ­σωπικής μου συμμετοχής, από μηνός κυβερνά την χώραν και έτυχε της πλειοψηφίας της Βουλής. Ολοψύχως εύχομαι να αποδώση τους αναμενομένους καρπούς. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων θα καταβάλει προσπαθείας για την επιτυχίαν της».
Οι Αμερικανοί, που δεν βλέπουν ακόμα τη δυνατότητα άλ­λου σχήματος, προσπαθούν να πείσουν τον Βενιζέλο να πάρει μέρος στην κυβέρνηση. Αλλά εκείνος έχει ήδη προσχωρήσει στα σχέδια για μεταβατική υπό τον στρατάρχη Παπάγο, που προω­θούν πάλι τα Ανάκτορα και οι σύμβουλοι τους (Πιπινέλης, Αρ.Μεταξάς κ.λπ.). Έτσι, δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα ούτε οι εκκλήσεις, που του κάνει ο επιτετραμμένος Μάινορ, ούτε η επι­στολή που του στέλνει ο υφυπουργός Μακ Γκη. Αφού εξαπο­λύει, μέσω Νέας Υόρκης (Εθνικού Κήρυκος), την τορπίλη του κατά της κυβερνήσεως Πλαστήρα, ο Βενιζέλος φεύγει για τη Μασσαλία με το ατμόπλοιο «Ιωνία». Λίγο προτού να φύγει, έχει μακρά συνομιλία με τον αρχιστράτηγο Παπάγο (εφημερίδες, 21 Μαΐου 1950).
Και ο Παπανδρέου, που καταλαβαίνει ότι, με την τακτική του Βενιζέλου, η κυβέρνηση δεν θα έχει πολλών μηνών ζωή, αρχίζει να προετοιμάζει το έδαφος για την αποχώρηση του. Έτσι, στα τέλη Μαΐου, αρχίζουν να διοχετεύονται πληροφορίες στον Τύπο ότι ο αντιπρόεδρος και ο φίλος του υπουργός Γεωργίας Χατζηγιάννης θα παραιτηθούν, αν δεν καθοριστούν ικανοποιητικές τιμές για τη συγκέντρωση του σταριού.
Ο Πλαστήρας, επιθυμώντας να ξεκαθαρίσει την κατάσταση - στον Τύπο και στους πολιτικούς κύκλους γίνεται λόγος για νέες εκλογές - φεύγει και αυτός για το Παρίσι, με την ελπίδα ότι θα κατορθώσει να συνεννοηθεί με τον Βενιζέλο. Αλλά, μόλις φτάνει στο Παρίσι ο πρωθυπουργός (και ο υπουργός Συντονισμού Τσουδερός, που έχει πάει εκεί για να προωθήσει τις εξαγωγές ελληνικών καπνών), ο Βενιζέλος φεύγει για το Λονδίνο. Τελικά η συνάντηση γίνεται, στις 5 Ιουνίου, στο Παρίσι, αλλά καταλήγει στο πολύ φτω­χό αποτέλεσμα, να υποσχεθεί ο Βενιζέλος ότι θα συστήσει στο κόμ­μα του ειλικρινή συνεργασία με την ΕΠΕΚ στην κυβέρνηση. Για συμμέτοχη δική του στην κυβέρνηση δεν δέχεται συζήτηση.
Στο μεταξύ, στην Αθήνα, ενώ κυκλοφορούν φήμες συνεργα­σίας, ο Τσαλδάρης εξαπολύει εντονότερη επίθεση κατά των «μέ­τρων επιεικείας»:
«Με τον κ. Βενιζέλον - δηλώνει ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμ­ματος - είμεθα σύμφωνοι ότι επ'ουδενί λόγω πρέπει να διευκολυνθή - διά των μέτρων επιεικείας και του καθαρ­μού - η αναβίωσις του κομμουνισμού και των μεθόδων προς επικράτησιν αυτού, διότι εις την εφαρμογήν των μέτρων αυτών θα αντιδράσει ο εθνικόφρων ελληνικός λαός». (Εφη­μερίδα Νέοι Καιροί, 1η Ιουνίου 1950.)
     Στις 8 Ιουνίου, ο Παπανδρέου με δηλώσεις του ζητά να ξε­καθαριστεί το θέμα της σταθερότητας και της διάρκειας της κυ­βερνήσεως και κάνει γνωστό ότι συμφώνησε με τους Πλαστή­ρα και Τσουδερό να συζητηθεί μετά τις διακοπές της Βουλής. Τη στιγμή αυτή, που και ο αντιπρόεδρος της θέτει «υπό αίρεσιν» την κυβέρνηση, σημειώνεται πάλι έντονη παρέμβαση των Αμερικανών. Ο επιτετραμμένος Μάινορ και ο αρχηγός της Οικονομικής Αποστολής, Πόρτερ, συναντιούνται το πρωί της 13ης Ιουνίου με τα μέλη του κυβερνητικού συμβουλίου Πλαστήρα, Παπανδρέου, Τσουδερό και Κωστόπουλο και τους προειδο­ποιούν ότι ανατροπή της κυβερνήσεως θα έχει ως αποτέλεσμα διακοπή της αμερικανικής βοήθειας. Έχει μεσολαβήσει ειδική σύσκεψη στο Στέητ Ντηπάρτμεντ με συμμετοχή του πρεσβευ­τή Γκραίηντυ. που είχε προηγουμένως συζητήσει το Ελληνικό με τον πρόεδρο Τρούμαν, του διευθυντή των ελληνικών υποθέ­σεων Γκρόμυ και του επιτετραμμένου της Ελλάδας Οικονόμου-Γκούρα, στην οποία αποφασίστηκε να ειδοποιηθεί σχετικά με την απόφαση της αμερικανικής κυβερνήσεως να στηρίξει το σχή­μα Πλαστήρα και ο Βενιζέλος, από τον Αμερικανό πρεσβευτή στο Λονδίνο και στο Παρίσι και το Χάριμαν.
Μετά τη συνάντηση των Μάινορ και Πόρτερ με το κυβερνη­τικό συμβούλιο, δημοσιεύεται επίσημη ανακοίνωση. που αναφέ­ρει ότι οι δύο εκπρόσωποι των ΗΠΑ είπαν στους 'Ελληνες ηγέτες τα εξής:
«Οι Αμερικανοί πιστεύουν ότι είναι ουσιώδες να υπάρχει κυβερνητική σταθερότης και συνέχεια κατά την κρίσιμον περίοδον της ανασυγκροτήσεως. Έχουν τον δισταγμόν ότι μια κυβερνητική κρίσις ή νέαι εκλογαί θα δημιουργήσουν συνθήκας ασταθείας, αι οποίαι θα εμποδίσουν ή θα καθυ­στερήσουν σοβαρώς την αμερικανικήν βοήθειαν προς την Ελλάδα. Η παρούσα κυβέρνησις (...) είναι εις θέσιν να φέρη εις πέρας την ανασυγκρότησιν και προφανώς εξακο­λουθεί να τυγχάνη ευρείας υποστηρίξεως από μέρους του ελληνικού λαού και της Βουλής. Διά τον λόγον ακριβώς αυ­τόν έχει την εμπιστοσυνην και την υποστηριξιν και των Αμε­ρικανών...»
Μετά την αμερικανική επέμβαση και ο Παπανδρέου και ο Βε­νιζέλος δηλώνουν ότι δεν υπάρχει ζήτημα και ότι η κυβέρνηση εί­ναι σταθερή. Ο Γκραίηντυ, που ήλθε, για λίγες μέρες στην Ελλά­δα, προτού να φύγει για τη νέα του θέση, εκθέτει τις απόψεις του Προέδρου Τρούμαν υπέρ της κυβερνήσεως Πλαστήρα, σε αποκλειστική του συνέντευξη στο Βήμα της 22ας Ιουνίου. Αλλά, σε λίγες μέρες, ξεσπά ο πόλεμος στην Κορέα. Και οι Αμερικανοί αρχίζουν να αναπροσαρμόζουν την πολιτική τους και στην Ελλά­δα, ενώ νέες κρίσεις συγκλονίζουν την κυβέρνηση Πλαστήρα.
Στις 3 Ιουλίου, φιλική προς το Λαϊκό Κόμμα εφημερίδα γράφει:
«Ήλθε η στιγμή να τους διώξωμεν. Να φύγουν το ταχύτερον. Το κανόνι που κροτεί εις την άλλην άκραν του 38ου παραλλήλου πρέπει να μας ξυπνήση, εφόσον είναι καιρός. Δεν πρέπει να τους αφήσουμε να μας παραδώ­σουν χειροπόδαρα εις το ΚΚΕ και το ΕΑΜ».

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Σύρραξη στη Βουλή
Σε συζητήσεις που γίνονται στη Βουλή, στις 8 και 19 Ιουνίου, σχε­τικά με τα θέματα των φυλακών και των κρατουμένων, εγκατα­λείπεται, για πρώτη φορά, το πνεύμα της ευπρέπειας και της αμοιβαίας ανοχής, που χαρακτηρίζει την Εθνική Αντιπροσωπεία μετά τις εκλογές της 5ης Μαρτίου, και εκδηλώνονται βίαια οι οξύτατες αντιθέσεις ενός Σώματος, όπου αντιπροσωπεύονται τόσο διαμετρικά αντίθετες ιδεολογίες. Αφορμή για τα επεισόδια, που συνε­χίζονται και σε επόμενες συνεδριάσεις, είναι μια επερώτηση του βουλευτή της Αριστεράς Χριστάκου για την κατάσταση στα Γιούρα. Τα επεισόδια εξελίσσονται σε σύρραξη στη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου. Ενώ ο Χριστάκος αναπτύσσει την επερώτηση του και υποστηρίζει ότι τα Γιούρα είναι ακατάλληλο νησί για διαβίωση ανθρώπων, γιατί είναι άδενδρο και άνυδρο, και ότι το 65% των κρατουμένων έγιναν φυματικοί εξαιτίας και της κακής διατρο­φής και των βασανιστηρίων, βουλευτές της Δεξιάς τον διακό­πτουν με κραυγές «σφαγείς», «μίσθαρνα όργανα του σλαβισμού» κ.λπ. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται ακόμα περισσότερο, όταν ο βουλευτής της ΕΠΕΚ Γ.Μπουρδάρας παρεμβαίνοντας λέει ότι ορισμένα στρατοδικεία κατεδίκασαν σε θάνατο πολίτες που εκτελέστηκαν γιατί δεν είχαν ψηφίσει στις εκλογές του 1946. Ο ίδιος βουλευτής χαρακτηρίζει «αίσχος» τη Μακρόνησο. Τότε, ο βουλευτής Μπουραντάς (του ΠΑΠ, διοικητής της Γενικής Ασφα­λείας κατά την Κατοχή) του εκσφενδονίζει το αναλόγιο του κα­θίσματος του, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο βουλευτής της ΕΠΕΚ Αρβανιτάκης. Ο πρόεδρος διακόπτει τη συνεδρίαση, αλ­λά η σύρραξη συνεχίζεται στους διαδρόμους της Βουλής, όπου ο βουλευτής Κρανιάς του ΠΑΠ χτυπά τον συνάδελφο του της Δ.Π., δικηγόρο Ανδρέα Μπικάκη.
Στην επόμενη συνεδρίαση οι αρχηγοί των κομμάτων και οι πε­ρισσότεροι βουλευτές καταδικάζουν τη στάση των Μπουραντά και Κρανιά. Αλλά, σε λίγες μέρες, το θέμα των κρατουμένων και εξόριστων θα γίνει η αφορμή να απειληθούν η ίδια η ενότητα και η ύπαρξη της κυβερνήσεως Πλαστήρα.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Τα μέτρα επιεικείας
Στις 6 Ιουνίου, η κυβέρνηση καταθέτει στη Βουλή πέντε νομοσχέ­δια για τα «μέτρα επιεικείας». Το πρώτο αφορά την «παροχήν ευεργετημάτων εις τους αυθορμήτως προσερχομένους και παραδιδομένους συμμορίτας», το δεύτερο την προσωρινή απόλυση με όρους, καταδίκων που είχαν εκτίσει το 1/3 της ποινής τους κ.λπ. Ο Πλαστήρας λείπει στο Παρίσι. Ο αντιπρόεδρος Παπανδρέου κάνει τη θεωρητική και ιδεολογική τοποθέτηση του ζητήματος στη Βουλή. Αφού αναφέρεται στις απώλειες κατά τον Ανταρτοπόλεμο, διαβάζει πρόσφατα κείμενα του ΚΚΕ και συνεχίζει:
«Όλα αυτά τα κείμενα αποδεικνύουν ότι διατηρείται ακα­τάλυτος ο σκοπός της υποταγής της Ελλάδος, της εντάξεώς της εις το σύστημα των Σοβιετικών Δημοκρατιών. Όπως πάντοτε ο κομμουνισμός εναλλάσσει την τακτικήν του με­ταξύ επαναστατικής και πολιτικής τοιαύτης...».
Τονίζει ότι το κράτος πρέπει να διατηρήσει ισχυρό στρατό και εξοπλισμένους ΜΕΑ στο χωριό, αλλά να αντιμετωπίσει τον κομ­μουνισμό και με πολιτικά μέσα, που «ονομάζονται ισοπολιτεία και δικαιοσύνη», και απορρίπτει το αίτημα της Γενικής Αμνηστίας και τη λήθη:
«... μόνον υπό μίαν θεωρητική προϋπόθεσιν – τόνισε - θα ήτο ωφέλιμος και ενδεδειγμένη γενική αμνηστία: εάν υπήρχε παγκόσμιος κατευνασμός, εάν η Κομινφόρμ εγκατέλειπε την επίθεσιν, εάν το Κομμουνιστικόν Κόμμα έπαυε να είναι Πέμπτη Φάλαγξ και τμήμα του Διεθνούς Επαναστατικού Στρατού. Αλλά αυτή η προϋπόθεσις, εάν αποτελεί ευχήν όλων των ανθρώπων, δεν αποτελεί δυστυχώς και πραγμα­τικότητα».
Αναφέρεται κατόπιν στους αριθμούς των κρατουμένων και εξόριστων, στο νομοσχέδιο που δίνει στους καταδίκους το δικαίω­μα της αναθεωρήσεως των αποφάσεων των εκτάκτων στρατοδι­κείων, στην απόφαση της κυβερνήσεως να καταργήσει τη Μα­κρόνησο ως στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων, «διότι τα στρατόπεδα είναι ασυμβίβαστα με την έννοιαν της δημοκρατίας» και στην επανεξέταση των περιπτώσεων των χιλιάδων απολυθέ­ντων υπαλλήλων, και καταλήγει:
«Πιστεύομεν ότι τα νομοσχέδια, τα οποία θέτομεν υπό την κρίσιν της Εθνικής Αντιπροσωπείας, υπηρετούν ταυτο­χρόνως και την ασφάλειαν και την ισοπολιτείαν και την δικαιοσύνην, και τους σκοπούς του ανθρωπισμού».
Τα μέτρα έχουν συμφωνηθεί, με αμοιβαίους συμβιβασμούς, ανάμεσα στα κόμματα που αποτελούν την κυβέρνηση. Αλλά το πνεύμα των διακηρύξεων του Πλαστήρα από τη μια και του Πα­πανδρέου από την άλλη είναι πολύ διαφορετικό. Και η διαφορά αυτή θα φανεί πολύ γρήγορα στην πράξη και θα έχει καταλυτι­κές επιπτώσεις στην ενότητα της κυβερνήσεως και στο μέλλον του Κέντρου. Ακόμα περισσότερο γιατί, σε λίγο, θα ξεσπάσει ο πό­λεμος της Κορέας, που θα επηρεάσει άμεσα την κατάσταση και τις εξελίξεις στην Ελλάδα.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ανασυγκροτείται ο ΙΔΕΑ
     Ανασυγκροτείται ο ΙΔΕΑ, που ασκεί πίεση για πιο αντικομμουνιστική και πιο αδιάλλακτη δεξιά πολιτική και συνω­μοτεί στον στρατό. Σε συσκέψεις της ηγεσίας του, τον Γενάρη και το καλοκαίρι του 1950, ο σύνδεσμος αποφασίζει να ασκήσει πίε­ση προς την κατεύθυνση του αρχιστρατήγου για να πειστεί ο Πα­πάγος να πολιτευτεί.
     Χαρακτηριστικά για τις αντιλήψεις των ΙΔΕΑτών αξιωματικών είναι όσα γράφει ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του ΙΔΕΑ υπέρ της 4ης Αυγούστου, των κατοχικών κυβερνήσεων και των Ταγμάτων Ασφαλείας («βασικήν δύναμιν πέριξ της οποίας συσπειρούνται οι εθνικόφρονες Έλληνες». Γ. Καραγιάννης). Με τέτοιες αντιλήψεις και με μόνιμο σκοπό, όπως προκύπτει από το ιδρυτικό του, την επιβολή δικτατορίας, ο συνωμοτικός σύνδε­σμος παίζει ολέθριο ρόλο στα παρασκήνια της πολιτικής ζωής, πιέζοντας για διαιώνιση των αντιδημοκρατικών μέτρων και συμβάλλοντας στην όξυνση των πολιτικών παθών.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Και πάλι η Μακρόνησος
Τα μίση όμως κοχλάζουν ακόμα. Και εκείνοι που κρατούν τους πραγματικούς μοχλούς της εξουσίας θα υπονομεύουν την πολι­τική της γαληνεύσεως. Στις 5 Ιουνίου, αρχίζει στο Τριμελές Πλημμελειδδικείο Αθηνών η δίκη των υπευθύνων της εφημερίδας του ΣΚΕΛΔ Μάχης για όσα έγραψε κατά της Μακρονήσου. Ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας, ένας στρατιώτης, που είχε υπηρετήσει στο γραφείο «ηθικής αγωγής» της φρουράς των φυλακών Μα­κρονήσου. μεταβάλλεται σε μάρτυρα υπερασπίσεως των κατη­γορουμένων δημοσιογράφων (ο Ηλίας Τσιριμώκος δεν δικάζε­ται, γιατί έχει εκλεγεί βουλευτής). Καταγγέλλει φρικτά βασανιστήρια και εξευτελισμούς των κρατουμένων στις φυλα­κές της Μακρονήσου. Οι εφημερίδες της Αριστεράς μιλούν για «δίκη της Μακρονήσου» και για «αίσχος της Μακρονήσου». (Μάχη, 6 Ιουνίου 1950.)
Ο Πλαστήρας εκείνες τις μέρες βρίσκεται στο Παρίσι. Στο σπί­τι της κ.Εμπειρίκου τον επισκέπτεται φίλος του και τον ρωτά τι είναι όλα αυτά που γράφονται για τη Μακρόνησο. Ο στρατηγός τινάζεται όρθιος και ξαναπέφτει στην πολυθρόνα του.
- Ναι, δυστυχώς είναι αλήθεια, λέει και ιδρώτας τρέχει στο πρόσωπο του. Έστειλα τον Βρασίδα (πρόκειται για τον τα­ξίαρχο Β. Παπαγιαννόπουλο) και μου έκανε έκθεση. Μην πεις σε κανέναν τίποτε. Είναι ντροπή για την Ελλάδα. Θα την καταργήσω τη Μακρόνησο. (Αφήγηση Κομνηνού Πυρομάγλου.)
Τις ίδιες μέρες στο Παρίσι, σε συζήτηση του με τον φίλο του δημοσιογράφο Ελευθέριο Κοτσαρίδα εκφράζει την ικανοποίησή του για τον αντίκτυπο της πολιτικής του της ειρηνεύσεως. «Οι κομμουνισταί, του λέει, αποκόπτουν τους δεσμούς τους με το κόμ­μα τους. Και 30% απ'αυτούς να κερδίσουμε, θα είναι μέγιστον διά το εθνικόν μέλλον». (Το Βήμα, 2 Ιουνίου 1950.)
Αλλά. όπως είπαμε, άλλοι πιστεύουν ότι αυτή η πολιτική «απο­θρασύνει τον κομμουνισμόν». Μετά την αντικατάσταση των διοι­κητών των ταγμάτων της Μακρονήσου, η κυβέρνηση αντικαθιστά και τον αρχηγό χωροφυλακής Κατσαμπή με τον στρατηγό Σα­μουήλ. Ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Π.Γαρουφαλιάς (παπανδρεϊκός) εκδίδει επανειλημμένες διαταγές ότι θα τιμωρούνται τα όργανα της τάξεως που κακοποιούν πολίτες και θα θεωρούνται υπεύθυνοι και οι διοικητές τους. Ζητά επίσης να παταχθούν οι περιφερόμενοι ένοπλοι της Δεξιάς. Αυτές οι διαταγές φτάνουν για να δείξουν την κατάσταση που επικρατεί.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εμπόδια για την ειρήνευση
Για  τον Νικόλαο Πλαστήρα το ιδεολογικό και πολιτικό κοστού­μι, που του έχει κατασκευάσει ο Παπανδρέου και που αναγκά­στηκε να φορέσει, είναι πολύ στενό. Ο Πλαστήρας επιθυμεί να πραγματοποιήσει την ειρήνευση και τον εκδημοκρατισμό της χώ­ρας, με κατάργηση της Μακρονήσου, όσο το δυνατόν ευρύτερη αμνηστία, κατάπαυση των διώξεων για πολιτικούς λόγους και των διοικητικών εκτοπίσεων. Αλλά οι αντιδράσεις είναι ισχυρές. Η Δεξιά, με τη μεγάλη δύναμη που διατηρεί στον κρατικό μηχα­νισμό και μετά την εκλογική ήττα της, προσπαθεί να ματαιώσει κάθε μέτρο «επιεικείας», που το χαρακτηρίζει παραχώρηση προς τον κομμουνισμό. Αυτή την πολιτική του αμείλικτου διωγμού κά­θε αριστερού ή κάθε υπόπτου για αριστερισμό, ακόμα και οπα­δών και στελεχών της ΕΠΕΚ, άλλοι την ενστερνίζονται, γιατί ει­λικρινά πιστεύουν ότι κινδυνεύουν το καθεστώς και η ασφάλεια της χώρας και μετά τη στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ, και άλλοι από πολιτικό υπολογισμό, από την πεποίθηση δηλαδή ότι η οξύτητα ευνοεί τη Δεξιά.
Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία του ΚΚΕ, διατηρώντας ακό­μα μικρές ομάδες ενόπλων σε ορισμένες περιοχές, ασυρμάτους μέσα στην Αθήνα και παράνομα τυπογραφεία, ενώ δεν προσπορίζεται κανένα πολιτικό όφελος, δίνει προσχήματα για τη διατή­ρηση του καθεστώτος των εκτάκτων μέτρων. Δεν θέλει να δεχτεί ότι, με το διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων, το πρόβλημα της εξου­σίας είχε κριθεί για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα και ότι, στην περίοδο αυτή, όπως συνήθιζε αργότερα να λέει ο Ηλίας Ηλιού, η πιο επαναστατική πολιτική για την Αριστερά είναι η επιδίωξη της νομιμότητας.
Επειδή και από μέσα από την ΕΠΕΚ πολλοί διαμαρτύρονται ότι η εφαρμογή της πολιτικής της ειρηνεύσεως φαλκιδεύεται, ο Πλαστήρας απευθύνεται στις 6 Μαΐου από το ραδιόφωνο προς τον λαό για να διακηρύξει:
«...η κυβέρνηση του Κέντρου της οποίας προΐσταμαι θα εκπληρώσει όλας της τα υποσχέσεις με σταθερότητα, αλ­λά και με γοργό ρυθμόν. Και, μεταξύ αυτών, πρώτην θέσιν κατέχει εις την εκτίμησιν και εμού και των συνεργα­τών μου η ειρήνευσις των Ελλήνων. Γεγονότα πασίγνωστα και οδυνηρά διετάραξαν την ψυχικήν ενότητα μεταξύ των Ελλήνων, εφυγάδευσαν την γαλήνην από πολλάς καρδίας και εκινδύνευσαν να προκαλέσουν ρήγματα εις το εθνικόν οικοδόμημα. Αυτά τα ρήγματα σας καλώ να τα φράξωμεν όλοι μαζί και αυτήν την φυγαδευθείσαν γαλήνην σάς καλώ επίσης να επαναφέρωμεν εις τον ρημαγμένον μας τόπο (...). Οι πολίται όλων των αποχρώσεων καλούνται να εμπιστευθούν εις το κράτος την ασφάλειάν των και την αποκατάστασιν του δικαίου όπου χρειάζεται (...). Εν τη εφαρμογή της πολιτικής της λήθης, η κυβέρνησις απεφάσισεν ήδη να καταργήση την Μακρόνησον ως στρατόπεδον πολιτικών κρατουμένων. Όσοι εξ αυτών δεν απολυ­θούν από τας κατά Νόμον αρμοδίας επιτροπάς διότι θα κριθούν επικίνδυνοι εις την δημοσίαν ασφάλειαν, αυτοί θα μεταφερθούν εις άλλην νήσον, όπου θα τελούν υπό καθεστώς απλού και προσωρινού περιορισμού και υπό συνθήκας συμφώνους προς τας αρχάς του ανθρωπισμού (...). Καλώ ολόκληρον τον ελληνικόν λαόν εις συναγερμόν ημερώσεως, εργασίας και χαράς. Τα μίση και η βία δεν έπληξαν ένα μόνον μέρος του. Υπήρξαν ολέθριοι φορείς δυστυχίας και πένθους δι'ολόκληρον το έθνος (...). Πο­λεμούμε ήδη επί δέκα συνεχή έτη. Ας δοκιμάσωμεν τώρα και την ειρήνην...».
Και η ομιλία αυτή επιβεβαιώνει υποχωρήσεις από τις αρχικές θέσεις του Πλαστήρα (π.χ. για την κατάργηση των εκτοπίσεων). Αλλά είναι μία άλλη γλώσσα από τις προγραμματικές δηλώσεις, που έχει διατυπώσει ο Γεώργιος Παπανδρέου. Μια γλώσσα, που ταιριάζει περισσότερο στη νοοτροπία και στην τοποθέτηση του Πλαστήρα και που ρίχνει βάλσαμο στις ψυχές χιλιάδων μαυροφορεμένων και κατατρεγμένων.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Περιπλοκές με τη Γιουγκοσλαβία
Αλλά και οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, που, με την άνοδο του Πλαστήρα στην αρχή φαίνονταν να έχουν μπει στον καλό δρό­μο, παρουσίασαν, εκείνη την περίοδο, αναπάντεχες, αν και προσωρινές, περιπλοκές. Η αγγλική διπλωματία πρωτοστατούσε στην προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Αλλά, στις 8 Μαΐου, δημοσιευόταν στον Γκάρντιαν μια ανταπόκριση του Αλεξάντερ Ουέρθ: «Η εξομάλυνση των σχέ­σεων – έγραφε - προσκρούει σε διάφορα προβλήματα, το μεγα­λύτερο από τα οποία είναι το θέμα των παιδιών, που έχουν μεταφερθεί από τους αντάρτες στη Γιουγκοσλαβία». Ο Ουέρθ παρέθετε τις επίσημες απόψεις των δύο κυβερνήσεων: Της ελ­ληνικής, που υποστήριζε ότι τα παιδιά μεταφέρθηκαν για να γί­νουν γενίτσαροι, και της γιουγκοσλαβικής, που έλεγε ότι οι αντάρτες τα απομάκρυναν από την Ελλάδα για να τα σώσουν από τις φρικαλεότητες του πολέμου και ότι οι γονείς των πε­ρισσοτέρων καταδιωκόμενοι κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και πολλοί απ'αυτούς είναι "Μακεδόνες" και μιλούν "σλαβομακεδονικά"».
Απαντώντας σε έκκληση του ΟΗΕ ν'αποδώσει τα παιδιά στους γονείς τους, η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση βεβαίωσε ότι θ'αντα­ποκριθεί. Και πρόσθεσε ότι είχε στείλει ήδη στη Γαλλία και στην Αυστραλία τα παιδιά που ζούσαν οι γονείς τους εκεί. Υποστήρι­ζε όμως ότι από τα 9.506 παιδιά που μεταφέρθηκαν στη Γιου­γκοσλαβία, τα 7.812 ζούσαν εκεί με τους γονείς τους.
Ενώ όμως το θέμα των παιδιών πηγαίνει να ρυθμιστεί - πα­ρέμεναν διαφορές μόνο για τον αριθμό -, οι Γιουγκοσλάβοι προ­βάλλουν ζήτημα προστασίας μειονοτικών δικαιωμάτων στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας. Πρώτος φαίνεται πως έθεσε το ζήτημα ο επιτετραμμένος στην Αθήνα, Σέχοβιτς, που θα επέδιδε, σε λίγες μέρες, τα διαπιστευτηριά του ως πρεσβευτής. Σχε­δόν ταυτόχρονα ο Καρντέλι, σε λόγο του, αναφέρει ότι «εάν εχορηγούντο βασικά μειονοτικά δικαιώματα εις τους Μακεδόνας εν Ελλάδι, η πλήρης εξομάλυνσις των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων θα διηυκολύνετο». Και ο ραδιοσταθμός των Σκοπίων δυ­ναμώνει την εκστρατεία του για «διωγμούς των αδελφών μας της Μακεδονίας του Αιγαίου». Στις 26 Μαΐου ο πρωθυπουργός Πλαστήρας, απαντώντας σε βουλευτές που αναφέρθηκαν στη Βουλή στις δηλώσεις Καρντέλι για μακεδονική μειονότητα, τονί­ζει ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα για την Ελλάδα.
Ύστερα από την ανακίνηση «Μακεδονικού» από τους Γιου­γκοσλάβους, η ανταλλαγή πρεσβευτών ματαιώνεται και οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις παρουσιάζουν επιδείνωση. Αλλά τι ήταν αυτό που έκανε τους Γιουγκοσλάβους να ανακινήσουν «Μακεδονικό», τη στιγμή εκείνη που η φιλία της Ελλάδας τους ήταν τόσο αναγκαία για να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις από τους ανα­τολικούς πρώην συμμάχους τους; Επειδή λείπουν ακόμα περισ­σότερα στοιχεία, μπορούμε να αποδώσουμε τη γιουγκοσλαβική αυτή στροφή σ' αυτές ακριβώς τις πιέσεις. Συγκεκριμένα, οι Σο­βιετικοί και οι άλλοι Ανατολικοί, συνεπικουρούμενοι και από το ΚΚΕ, κατηγορούσαν τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας ότι υπηρε­τούν τον δυτικό ιμπεριαλισμό, ότι προσχωρούν σε επιθετικό συ­νασπισμό με την Ελλάδα κ.λπ. Ήδη για την απόδοση των παι­διών έχει εξαπολυθεί εναντίον τους επίθεση από τους Ανατολικούς και από τον Ζαχαριάδη, που τους αποκαλεί «γκάγκστερς του Βε­λιγραδίου» κ.λπ. Σε συνδυασμό με τις φιλοδοξίες των ηγετών της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», που έχουν ιδρύσει με έδρα τα Σκόπια, οι πιέσεις αυτές, και ιδίως η μόνιμη διαφορά με τους Βουλγάρους για τη «Μακεδονία του Πιρίν», έπαιξαν τον ρόλο τους. Φυσικά, πρέπει να έχουμε στον νου μας από δω και πέρα, ότι και η αγγλική διπλωματία, αν και πρωτοστατεί στην αποκα­τάσταση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων, δεν παραλείπει να χρησιμοποιεί ως φόβητρο για την Ελλάδα -αντίβαρο για το Κυπριακό - την ανακίνηση «Μακεδονικού».
Για μερικούς μήνες έχουν διακοπεί οι διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Στα μέσα Αυγούστου επισκέπτεται την Αθήνα και το Βελιγράδι, ο Φίλιπ Νόελ Μπαίκερ και έπειτα ο κοινοβουλευτικός υφυπουργός Εξωτερι­κών της Μεγάλης Βρετανίας, Νταίβις, ο οποίος πραγματοποιεί επίσημες συνομιλίες - έχει μακρές συναντήσεις με τον βασιλιά, με τον Πλαστήρα, τον υφυπουργό Εξωτερικών Πολίτη και, στο Βελιγράδι, με τον Τίτο και άλλους Γιουγκοσλάβους ηγέτες. Αλλά, παρόλο ότι και οι Αμερικανοί πιέζουν τις δύο πρωτεύουσες, η αποκατάσταση των σχέσεων καθυστερεί.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Με δύο πνεύμονας...»

Η κυπριακή αντιπροσωπεία αρχίζει επισκέψεις στους πολιτικούς αρχηγούς. Γίνεται δεκτή και από τον Πλαστήρα, ο οποίος τους δηλώνει ότι ο πόθος του κυπριακού λαού είναι και πόθος όλων των Ελλήνων, αλλά η κυβέρνηση επιφυλάσσεται να χειριστεί το Κυπριακό «εντός του πλαισίου των σχέσεων μετά της φίλης και συμμάχου δυνάμεως, άμα ως θεώρηση ότι επέστη η στιγμή της ευτυχούς αυτού διευθετήσεως».
    Τα ίδια περίπου δηλώνει ο πρωθυπουργός σε λίγες μέρες στο Παρίσι, στην αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ (Παπαϊωάννου και δήμαρχος Αμμοχώστου, Αδάμαντος), που ξεκίνησαν για παράλ­ληλη περιοδεία στις πρωτεύουσες, αλλά δεν τους δόθηκε θεώρη­ση των διαβατηρίων από το ελληνικό προξενείο για να έλθουν στην Ελλάδα. Ο Πλαστήρας τους σύστησε να αποφύγουν κάθε ανακίνηση του θέματος στον ΟΗΕ, γιατί θα φέρουν σε δύσκολη θέση την Ελλάδα. Και, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, είπε καθαρά στην κυπριακή πρεσβεία ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κρίνει την στιγμή κατάλληλη για να αναλάβει πρωτοβουλία προς λύση του Κυπριακού.
Στην Αθήνα έχει φτάσει για να ενισχύσει τις ενέργειες της κυ­πριακής πρεσβείας και ο δήμαρχος της Λευκωσίας και αρχηγός του Εθνικού Κόμματος Θ.Δέρβης. Μαζί με τους Κυπρίους και πολλοί βουλευτές όλων των παρατάξεων πιέζουν την κυβέρνηση να δεχτεί επίσημα την κυπριακή πρεσβεία και να της επιτρέψει να παραδώσει, σε τελετή στη Βουλή, τους τόμους του δημοψηφίσματος. Ζητούν επίσης να επαναλάβει η ελληνική Εθνική Αντι­προσωπεία το ψήφισμα του 1947 υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση αρνείται. Ο αντιπρόεδρος Παπαν­δρέου λέει πιο απροκάλυπτα στον δήμαρχο Δέρβη:

«Η Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν, και δι'αυτό δεν ημπορεί λόγω του Κυπριακού να διακινδυνεύση να πάθη ασφυξίαν». Τη στιχομυθία αποκάλυψε ο Καραμανλής το 1956 στη Βουλή. Ο Παπανδρέου δεν δέχτηκε τη διατύπωση, παραδέχτηκε όμως ότι η ουσία των όσων είπε ήταν αυτή. Και πρόσθεσε: «...ήτο ολίγους μήνας έπειτα από τον τερματισμόν του συμμοριακού αγώνος και υπό τας συνθήκας εκείνας το ελληνικόν κράτος ήτο εντελώς απαράσκευον να εισέλθη εις μίαν περιπέτειαν. Έπρεπε να παρέλθη χρόνος ο οποίος να επιτρέψη περισυλλογήν εις το κράτος προς ανάπτυξιν περαιτέρω αγώνων». (Πρακτικά Βουλής, 25 Απρι­λίου 1956.)

    Στο μεταξύ, η κατάσταση στην Κύπρο οξύνεται. Ο δήμαρχος της Λεμεσού, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου και τέσσε­ρις δημοτικοί σύμβουλοι συλλαμβάνονται, στις 5 Ιουνίου, γιατί αρνούνται να αναρτήσουν στους δρόμους πινακίδες με το όνομα του τέως Άγγλου διοικητή Πάλμε και άλλων. Παύονται εφτά Κύπριοι, δάσκαλοι, γιατί έστειλαν υπόμνημα στο Υπουργείο Παι­δείας υπέρ της Ενώσεως και γιατί χρησιμοποιούσαν στο σχολείο χάρτες της Ελλάδας, όπου περιλάβαινε και την Κύπρο. Ξεσπούν απεργίες μαθητών και διαδηλώσεις στις κυπριακές πόλεις υπέρ της Ενώσεως. Η κυπριακή Αριστερά προσπαθεί να πάρει στα χέ­ρια της τη σημαία της Ενώσεως. Η ελεγχόμενη από το ΑΚΕΛ Παγκύπρια Ομοσπονδία Εργασίας (ΠΕΟ) κηρύσσει 24ωρη γενική απεργία. Το Κ.Κ. Αγγλίας κηρύσσεται υπέρ της Ενώσεως. Αλλά η αγγλική Εργατική κυβέρνηση είναι άκαμπτη. Ο Βρετανός υπουρ­γός των Αποικιακών Υποθέσεων, Ντακντέιλ, δηλώνει, στις 21 Ιου­νίου, στη Βουλή των Κοινοτήτων, ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν δέχεται να συζητήσει καμιά μεταβολή στην κυριαρχία της Κύ­πρου. Και ο υπουργός των Εξωτερικών της Τουρκίας δήλωσε προς την κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος:

«Δεν αναγνωρίζομεν την ύπαρξιν ζητήματος Κύπρου. Πρό­κειται περί προκλήσεως των κομμουνιστών, προς τους οποίους η ελληνική κυβέρνησις αντιτίθεται».

    Η κυπριακή πρεσβεία παραμένει στην Ελλάδα περισσότερο από δύο μήνες και, ενισχυόμενη και από Έλληνες βουλευτές και άλλους παράγοντες, αγωνίζεται να πείσει την ελληνική κυβέρνη­ση να παραλάβει τους τόμους του δημοψηφίσματος και να ανα­λάβει πρωτοβουλία στο Κυπριακό. Τελικά, σε συνεννόηση και με την αντιπολίτευση, η κυβέρνηση βρίσκει μια μέση λύση: Τους τό­μους τούς παραλαβαίνει, σε επίσημη τελετή, ο πρόεδρος της Βου­λής Δ.Γόντικας, ο οποίος, απαντώντας στον μητροπολίτη Κυρή­νειας, εκφράζει την πεποίθηση ότι:

«...θα επιστεί η στιγμή καθ'ην η Μ. Βρετανία, η οποία δις επολέμησεν ηρωικώς διά τας αρχάς της ελευθερίας και της αυτοδιαθέσεως των λαών με την Ελλάδα παρά το πλευρόν της, ως πιστή φίλη και σύμμαχο, θα αποφασίση να εκπληρώση το όνειρον των Ελλήνων».

    Την άλλη μέρα, διαβάζονται στη Βουλή η προσφώνηση του Κυ­πριανού και η απάντηση του Δ.Γόντικα, και εγκρίνεται πρόταση να χειριστεί το θέμα «της γνωστοποιήσεως των πόθων του ελληνικού λαού» ο πρόεδρος του Σώματος. Μιλούν οι εκπρόσωποι των κομμάτων. Ο Τσαλδάρης ζητά να αναλάβουν και άλλες πρω­τοβουλίες οι βουλευτές. Ο Σβώλος καλεί την κυβέρνηση να ανα­λάβει θαρραλέα διαχείριση του Κυπριακού, «με την πεποίθησιν ότι υπερασπίζεται μίαν από τα δικαιοτέρας υποθέσεις του ελλη­νικού έθνους». Ο Πλαστήρας απαντά ότι «η κυβέρνησις χειρίζε­ται η ιδία την εξωτερικήν πολιτικήν και δεν είναι δυνατόν να γί­νεται συζήτησις δημοσία». Η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει να γίνει συλλαλητήριο, που ζητούσαν οι οργανώσεις, σε ανοιχτό χώρο. Τε­λικά, επέτρεψε να πραγματοποιηθεί στο Στάδιο. Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου, μέσα στη λάβα της καρδιάς του καλοκαιριού, το Στάδιο κατακλύζεται από χιλιάδες Αθηναίους και Πειραιώτες που υποδέχονται με θερμές εκδηλώσεις την κυπριακή πρεσβεία. Μι­λά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων και εγκρίνεται ψήφισμα για την απελευθέρωση της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου. Στη συγκέντρωση επισημάνθηκε και η παρουσία οργανωμένων ομάδων της Αριστεράς, που έριχναν αντιαγγλικά συνθήματα και ζη­τούσαν ενότητα Εθναρχίας και ΑΚΕΛ. Η αστυνομία έκανε μερι­κές συλλήψεις.
    Συγκεντρώσεις για την απελευθέρωση της Κύπρου έγιναν και σε Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα και σε άλλες πόλεις. Η κυπριακή πρε­σβεία έφυγε από την Ελλάδα, αφού έγινε δεχτή και από τον βα­σιλιά Παύλο, ικανοποιημένη για την ομόθυμη λαϊκή συμπαρά­σταση, αλλά απογοητευμένη από την κυβερνητική στάση.
    Στο μεταξύ, στη Λευκωσία, στις 28 Ιουνίου πέθανε ο Αρχιε­πίσκοπος Μακάριος Β', σε ηλικία 81 χρόνων. Μετά τα γεγονότα του 1931, είχε εξοριστεί από την αγγλική διοίκηση και ήλθε στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε ως το 1946, που του επέτρεψαν να επι­στρέψει στην Κύπρο. Αρχιεπίσκοπος είχε εκλεγεί το 1947. Στην κηδεία του (ήταν μεγαλοπρεπής και την παρακολούθησε και ο Άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου) τον επικήδειο εξεφώνησε ο Μη­τροπολίτης Κιτίου, που όλοι τον θεωρούσαν τον πιθανότερο διά­δοχο του. Ο Κιτίου Μακάριος δεν παρέλειψε να κλείσει τον επι­κήδειο με την υπόσχεση ότι «οι διάδοχοι του Αρχιεπισκόπου θα συνεχίσουν τον αγώνα του υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα».






Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Οι «ενοχλητικοί» τόμοι

Αλλά και στα εξωτερικά θέματα αντιμετωπίζει δυσκολίες η κυ­βέρνηση Πλαστήρα. Και πρώτα απ'όλα στο Κυπριακό, καθώς ανεβαίνει ο αγώνας των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση και αρ­χίζει να γίνεται σοβαρός πονοκέφαλος όχι μόνο για το Λονδίνο αλλά και για την Αθήνα. Πριν ακόμα να φτάσει η κυπριακή αντι­προσωπεία, που φέρνει τους τόμους με τις υπογραφές του δημοψηφίσματος για την Ένωση, η κυβέρνηση βρίσκεται «μεταξύ δύο πυρών»: από τη μία πλευρά, οι Άγγλοι πιέζουν τον Πλαστή­ρα να μην ενθαρρύνει τους Κυπρίους στον αγώνα τους. (Ο πρε­σβευτής Νόρτον έκανε σχετικό διάβημα στον πρωθυπουργό, στις 12 Μαΐου, όπως αποκάλυψε η κυπριακή εφημερίδα Ελευθερία.) Από την άλλη, οι Κύπριοι και οι οργανώσεις στην Ελλάδα αξιώ­νουν να υπάρξει πλήρης συμπαράσταση της κυβερνήσεως. Συ­γκροτείται ειδική επιτροπή για να οργανώσει την υποδοχή της κυ­πριακής πρεσβείας. Η επιτροπή καλεί όλους τους κατοίκους της περιοχής πρωτευούσης να υποδεχτούν τους εκπροσώπους του κυπριακού λαού.
    Στις 20 Μαΐου, η Αθήνα και ο Πειραιάς έχουν σημαιοστολιστεί. Χιλιάδες λαού ξεσπούν στην κραυγή «Ένωση», καθώς το πλοίο «Ιωνία», που φέρνει την κυπριακή αντιπροσωπεία, φτάνει στο λι­μάνι του Πειραιά: είναι ο μητροπολίτης Κυρήνειας Κυπριανού, ο παλαίμαχος Κύπριος αγωνιστής Νικόλαος Λανίτης, ο Ζήνων Ρωσσίδης. Σ' αυτούς θα προστεθεί και ο δικηγόρος Σάββας Λοϊζίδης. Τους υποδέχονται στην αποβάθρα και τους χαιρετούν ο Πα­ναγιώτης Κανελλόπουλος, ο μητροπολίτης Αργυροκάστρου, ο πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς: Κανένας κυβερνητικός εκ­πρόσωπος. Σχηματίζεται πομπή που κατευθύνεται προς την Αθή­να, από την οδό Πειραιώς. Άλλα πλήθη λαού τους υποδέχονται στην Ομόνοια. Μαζί και οι διοικήσεις των εργατικών και επαγ­γελματικών οργανώσεων με τα λάβαρα τους. Εκφωνούνται και εκεί σύντομοι λόγοι και η πρεσβεία κατευθύνεται προς τον Μη­τροπολιτικό Ναό. Όλοι οι κεντρικοί δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο που τους ζητωκραυγάζει. Στη Μητρόπολη τους υποδέχε­ται ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων, που χοροστατεί σε δέ­ηση υπέρ της Ενώσεως. Νέα πλήθη κόσμου επευφημούν την πρε­σβεία, όταν καταθέτει στέφανο στον Άγνωστο. Το Κυπριακό έχει πια ηλεκτρίσει τις ψυχές των Ελλήνων και είναι δύσκολο για οποι­αδήποτε κυβέρνηση να το αγνοήσει.
    Προς το παρόν πάντως, η κυβέρνηση Πλαστήρα προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία ανάμεσα στα εθνικά αισθήματα και στην αγ­γλοελληνική φιλία και συμμαχία. Στις 22 Μαΐου, οι Τάιμς του Λον­δίνου γράφουν:

«Η ελληνική κυβέρνησις ετήρησε άψογον στάσιν επί του Κυπριακού (...). Εις την προκειμένην περίπτωσιν, ο πρω­θυπουργός κ. Πλαστήρας δεν έχει άλλη εκλογήν παρά να δεχθή την πρεσβείαν, εάν αυτή τον επισκεφθή, διότι άλλως θα κατηγορείτο ο ίδιος υπό των κομμουνιστών δι' έλλειψιν πατριωτισμού. Η ζωηρά όμως επιθυμία του είναι να μη θίξη τους Άγγλους».