Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διάσπαση στην Αριστερά
Ένα μήνα περίπου πριν από τις δημοτικές εκλογές, αρχίζουν δια­πραγματεύσεις ανάμεσα στους διάφορους παράγοντες της Αρι­στεράς για την υπόδειξη κοινού υποψηφίου δημάρχου. Οι συ­σκέψεις που κρατούν δεκαπέντε περίπου μέρες, γίνονται στο γραφείο του I.Σοφιανόπουλου, στις αρχές της οδού Χαρ.Τρι­κούπη. Στις διαπραγματεύσεις παίρνουν μέρος και εκπρόσωποι του ΣΚΕΛΔ.
Οι εκπρόσωποι όλων των κομμάτων και ομάδων της Αριστε­ρά δέχονται ως κοινό υποψήφιο τον Δημήτρη Γονατά που προ­τείνει ο Σοφιανόπουλος. Πρώην αρεοπαγίτης, αντιπρόεδρος των Δημοκρατικών Συλλόγων πριν από το δημοψήφισμα του 1946, ο Δημ.Γονατάς, αδελφός του Στυλιανού Γονατά, έχει το 1950 συ­νεργαστεί με την ΕΠΕΚ. Γνωστός και σεβαστός στην αθηναϊκή κοινωνία, ο Δημήτρης Γονατάς, ψηλός, με αριστοκρατική εμφάνι­ση, άψογα πάντα ντυμένος με σκούρα κοστούμια και σκληρά κο­λάρα, επιβλητικός και ευγενής, είναι μια μορφή του 19ου αιώνα. Ο ίδιος δέχεται την υποψηφιότητά του, αλλά οι διαπραγματεύ­σεις σκοντάφτουν στο πρόγραμμα που θα παρουσιάσει και στις θέσεις δημοτικών συμβούλων που θα πάρουν κάθε κόμμα και ομάδα της Αριστεράς. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός, βέβαιος πως έχει την υποστήριξη του ΚΚΕ, με τον μηχανισμό του και τους ρα­διοσταθμούς στο εξωτερικό, πιέζει για προωθημένο πρόγραμμα και για να πάρει πολλές θέσεις στον συνδυασμό. Έχει την υποστήριξη και του Μιχάλη Κύρκου. Οι άλλοι - Ένωσις Δημοκρατι­κών Αριστερών του Σοφιανόπουλου και ΣΚΕΛΔ των Σβώλου και Τσιριμώκου - επιμένουν να έχουν τον κύριο λόγο, στηριζόμενοι στην κοινοβουλευτική τους δύναμη και στο κύρος των ηγετών τους, που έχουν πάρει τους περισσότερους σταυρούς στις εκλογές του 1950. Τα γεγονότα, πολύ γρήγορα, θα δικαιώσουν τους εκπροσώπους του Δημοκρατικού Συναγερμού, γιατί θ'αποδείξουν ότι οι ψήφοι της Δημοκρατικής Παρατάξεως προέρχονταν οι περισ­σότερες από πολίτες που ακολουθούσαν ακόμα τη γραμμή και την ηγεσία του ΚΚΕ. Οι πλατύτερες δυνάμεις του ΕΑΜ - διαφω­νούντες με την ηγεσία του ΚΚΕ και με την τακτική της και άλλοι - είχαν στην πλειοψηφία τους προσχωρήσει στην ΕΠΕΚ, που, εξάλ­λου, στις περιφέρειες, στις οποίες δεν είχε συνδυασμούς η Δημο­κρατική Παράταξη, ψηφίστηκε από όλους τους αριστερούς.
Οι προθεσμίες για την υποβολή των υποψηφιοτήτων κο­ντεύουν να λήξουν και οι εκπρόσωποι των διαφόρων κομμάτων και ομάδων της Αριστεράς συνεχίζουν τις διαβουλεύσεις και τις διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα και τη σύνθεση του συν­δυασμού Γονατά. Στην τελευταία συνάντηση στο γραφείο του Σοφιανόπουλου, ο Μιχάλης Κύρκος από μέρους και του Δημο­κρατικού Συναγερμού, διαβάζει το κείμενο της προγραμματικής διακήρυξης που θα έπρεπε, κατά την άποψή τους, να κάνει ο υπο­ψήφιος δήμαρχος της Αριστεράς. Οι Γιάννης Σοφιανόπουλος και Ηλ.Τσιριμώκος διαφωνούν και εξαπολύουν έντονη επίθεση ενα­ντίον της Άκρας Αριστεράς. Η συνεδρίαση διακόπτεται στη 1.30 το απόγευμα για τις 4. Αλλά οι εκπρόσωποι του Δημοκρατικού Συναγερμού είναι αποφασισμένοι να επιβάλουν, με κάθε τρόπο, τη δική τους διακήρυξη, ή αλλιώς, να σπάσουν τις διαπραγμα­τεύσεις και να προχωρήσουν σε υποβολή δικών τους υποψηφιο­τήτων. Έχουν ήδη κάνει κρούση στον Αντρέα Ζάκκα. αλλά αυτός δεν δέχεται να είναι υποψήφιος και κλίνουν προς την υποψηφιό­τητα του υφηγητή Γιώργου Σπηλιόπολου.
Λίγη ώρα πριν από την καθορισμένη για την τελική συνάντη­ση, οι παράγοντες του Δημοκρατικού Συναγερμού πηγαίνουν στο γραφείο του υποψηφίου δημάρχου στην οδό Απελλού, όπου βρί­σκεται ο Γονατάς. και του ζητούν να συνεννοηθούν ιδιαίτερα για τη διακήρυξη. Μπαίνουν όλοι μαζί σ'ένα αυτοκίνητο, αλλά, αντί για του Σοφιανόπουλου, όπου είναι το ραντεβού με τους άλλους, σταματούν στο γραφείο του δικηγόρου και βουλευτή Αντρέα Μπικάκη. Εκεί, ζητούν από τον Γονατά να υπογράψει τη διακήρυξη, που έχει έτοιμη ο Μιχάλης Κύρκος. Ο πρώην αρεοπαγίτης τούς παρακαλεί να του δώσουν πίστωση χρόνου. Τα πράγματα όμως βιάζουν. Οι προθεσμίες λήγουν. Οι εκπρόσωποι του Δημοκρατικού Συναγερμού ζητούν από τον υποψήφιο δήμαρχο να τους απα­ντήσει εκείνη τη στιγμή με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Ο Γονατάς αρ­νείται. Ο συνασπισμός των αριστερών κομμάτων και ομάδων για τις δημοτικές εκλογές έχει ουσιαστικά σπάσει. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός και ο Μιχάλης Κύρκος θα υποστηρίξουν για δήμαρ­χο τον γιατρό Γ.Σπηλιόπουλο. Την υποψηφιότητα του Γ.Σπηλιόπουλου αρχίζει αμέσως να την προβάλλει ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα», που εξαπολύει ταυτόχρονα επίθεση εναντίον της ΕΠΕΚ, της Δημοκρατικής Παράταξης, των Πλαστή­ρα, Σοφιανόπουλου, Σβώλου, Τσιριμώκου κ.λπ.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Δημοκρατικός Συναγερμός
Παράπονα, όπως είδαμε στην αρχή, με τον Στεφανόπουλο και το ΣΚΕΛΔ έχει και η ομάδα Παρτσαλίδη (Σοσιαλιστικό Κόμμα), που δεν την δέχτηκαν στους συνδυασμούς της Δημοκρατικής Παρά­ταξης στις εκλογές του 1950. Παρ'όλ'αυτά, ο Γιάννης Πασαλίδης δεν θέλει με κανέναν τρόπο να διασπαστεί η Δημοκρατική Παράταξη. Σχετικά γράφει, στις 14 Νοεμβρίου 1950, από τη Θεσ­σαλονίκη στον δικηγόρο - και αργότερα βουλευτή - Σταύρο Ηλιό­πουλο για όλους τους φίλους του στην Αθήνα:
«.. .1) Πρέπει να καταλάβουν τα κόμματα της Δ.Π. πως ξε­χωριστά δεν μπορούν να παρουσιάσουν καμίαν αξιόλογον δύναμιν, ούτε και μπορούν να γίνουν μαζικά κόμματα, για τούτο, αγαπητέ Σταύρο, πρέπει να φροντίσης να δης τον αγαπητό Μιχάλη (σημ.: εννοεί τον Μιχ.Κύρκο) και τον ΣοσιαλΜωράίτη (σημ.: έτσι αποκαλεί τον Σοφιανόπουλο), και να αρθούν οι διαφορές ώστε να μη διασπασθή η Δ.Π.
2) Στη Βουλή η κοινοβουλευτική παράταξη να εμφανισθή ενιαία, και να μην παρατηρήται το φαινόμενο της πολυαρχηγίας μέσα στους 10 βουλευτές (δεν ομιλώ για το ΣΚΕΛΔ, γιατί εκείνοι ξεχωρίσθηκαν).
3) Μέσα στις σημερινές πολιτικές συνθήκες από τα πράγματα ανεδείχθη αρχηγός εκείνος τον οποίον εφόρτωσαν τους περισσότερους σταυρούς (σημ.: ο Σοφιανόπουλος έχει έλθει πρώτος σε σταυρούς προτιμήσεως στην Αθήνα) και κατά την γνώμην μου ο ΣοσιαλΜωράίτης δεν πρέπει να καταπολεμηθή. Βέβαια και εκείνος ως αρχη­γός στα σοβαρά ζητήματα πρέπει να συμβουλεύηται και τους άλλους...». (Από το προσωπικό αρχείο του Σταύ­ρου Ηλιόπουλου.)
Ο Νίκος Πλουμπίδης, έχοντας ακόμα την εξουσιοδότηση του Ζαχαριάδη να κατευθύνει τις πολιτικές συνεννοήσεις, έρχεται από την παρανομία, άμεσα ή έμμεσα, σε επαφή με διάφορους παρά­γοντες. Σε λίγο συγκροτείται το κόμμα του Δημοκρατικού Συνα­γερμού από τους βουλευτές Διονύση Χριστάκο και Ανδρέα Μπικάκη, τον υφηγητή της Παιδιατρικής Γιώργο Σπηλιόπουλο, τους δικηγόρους Μιχάλη Βουρνά και Γιώργο Δαμασκηνό, τους παλιούς συνδικαλιστές Κώστα Μπασιάκο και Δημήτρη Μαριόλη, τον ηθο­ποιό Σπύρο Πατρίκιο κ.λ.π... Μόνιμη επαφή με τον Πλουμπίδη εί­χε ο Κώστας Μπασιάκος, που τον έκρυβε στο σπίτι του (Ισμήνης 61, λόφος Σκουζέ). Με τον Δημοκρατικό Συναγερμό συνεργάζο­νται και οι Αριστεροί Φιλελεύθεροι βουλευτές Σταμάτης και Φί­λιππος Χατζήμπεης και ο Μιχάλης Κύρκος, πρώην υπουργός και από τους ηγέτες μετά την απελευθέρωση του Πολιτικού Συνα­σπισμού του ΕAM.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εκκαθαρίσεις στο ΚΚΕ
Στην περίοδο αυτή, που και στο Κέντρο και στη Δεξιά και στην Αριστερά γίνονται έντονες ζυμώσεις για νέα σχήματα και η χώ­ρα προσπαθεί ν’αναπροσαρμοστεί από την πολεμική στην ειρη­νική περίοδο, η σύγχυση είναι γενική σε όλες τις παρατάξεις και στα κόμματα. Οι διαμάχες είναι ιδιαίτερα ζωηρές στην Αριστε­ρά, που βρίσκεται πάντα σε σκληρή καταδίωξη. Το ΚΚΕ, αγω­νιζόμενο ν'ανασυγκροτηθεί, στρέφει τα πυρά του εναντίον των άλλων, μικρών κομμάτων και ομάδων της Αριστεράς. Επιδιώκει ή να τα θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχο του ή να τα διαλύσει, για να μην κινδυνεύει να του πάρουν τους οπαδούς του, εκμεταλλευό­μενα τα σοβαρά λάθη της ηγεσίας του, την ήττα του και τον απο­κλεισμό του από τη νόμιμη πολιτική ζωή. Αυτή η διαπάλη έχει ιδιαί­τερο ενδιαφέρον, γιατί θα επηρεάσει τις εξελίξεις της δεκαετίας.
Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού ήταν αναπόφευκτο να δια­λύσει τον μύθο του αλάθητου της ηγεσίας και ιδιαίτερα του γενι­κού γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, που έχει καταφύγει στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αρχίζουν να διατυπώνονται επικρίσεις για την πολιτική που ακολουθήθηκε από το Κόμμα, ενώ ο Ζαχαριάδης και ο στενός κύκλος των πιστών του εξαπολύουν ανελέητη εκστρατεία για την κατασυκοφάντηση και την πο­λιτική και φυσική ακόμα εξόντωση των «αμφισβητιών». Πρώτος τους στόχος, στη διάρκεια ακόμα του Εμφυλίου Πολέμου, είναι ο Μάρκος Βαφειάδης, που αμφισβητεί ότι ήταν ορθή η απόφαση να μετατραπεί ο αντάρτικος σε «τακτικό» στρατό. Ο Βαφειάδης, σε σημείωμα για τις απόψεις του που κατέθεσε ο ίδιος στο πολιτικό γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, στις 15 Νοεμβρίου 1948, γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«Απ'το Κόμμα μας λείπει, σχεδόν από παράδοση, η εσω­κομματική δημοκρατία και οι εκάστοτε καθοδηγήσεις δεν έκαναν ποτέ σοβαρή αυτοκριτική των λαθών τους. Κάθε αντίθετη απόπειρα που γίνεται, πνίγεται με τρόπο αντικομματικό. Οι καθοδηγήσεις του Κόμματος, αντί να σου ανοίγουν τον δρόμο για θαρρετή σκέψη, σου σκοτώνουν τη σκέψη. Έτσι, τα στελέχη μας δεν εκφράζουν καθαρά τη γνώμη τους. Δεν τολμούν να μιλήσουν για βασικά ζητήμα­τα, αντίθετα απ'ό,τι βάζει η καθοδήγηση. Αυτό το καθε­στώς δημιουργεί ένα είδος εκφυλισμού των στελεχών και της κομματικής νοοτροπίας (...). Δημιουργείται το καθε­στώς της κολακείας, ποιος περισσότερο θα λιβανίζει αυτό που λέει η καθοδήγηση, και το Κόμμα οδηγιέται σε σοβα­ρά λάθη (...).
»Η λαθεμένη τοποθέτηση των λαθών της ηγεσίας του Κόμ­ματος μας στη γερμανοφασιστική κατοχή και τον Δεκέμβρη, ότι δηλαδή πάθαμε στρατιωτική ήττα, όχι και πολιτική, οδή­γησε το Κόμμα μας σε περιττούς παλληκαρισμούς και σε μια άσκοπη κατανάλωση της μεγάλης επιρροής του Κόμματος που είχε κερδίσει στην Κατοχή. Η 2η Ολομέλεια του Κόμ­ματος μας συνήλθε προ των εκλογών. Σ'αυτή σχεδόν δεν συ­ζητήθηκε το ζήτημα των εκλογών. Έμεινε ανοιχτό αν θα πά­ρουμε μέρος ή όχι. Αντίθετα, στη στρατιωτική σύσκεψη που'γινε στο τέλος της Ολομέλειας φάνηκε ότι η καθοδήγηση του Κόμματος προσανατολίζεται μάλλον για ένοπλη εξέγερση, για ανατροπή της αντίδρασης. Σαν συνέπεια είχε να οδηγη­θεί το Κόμμα στην επίσης λαθεμένη θέση άρνησης, στην από­φαση αποχής απ'τις εκλογές της 31ης του Μάρτη».
»Το Κόμμα δεν ξεκίνησε με πίστη και απόφαση να επι­κρατήσει το ένοπλο λαϊκό κίνημα. Θέλησε να το χρησιμο­ποιήσει σαν μέσο εκβιασμού για την αντιμετώπιση της κα­τάστασης που προέκυψε από τη Βάρκιζα και μετεκλογικά (...). Καμιά απ'τις οργανώσεις του Κόμματος δεν είχε ξε­καθαρισμένη θέση για το πού τραβάμε. (...). Μέχρι τον Οκτώβρη και σε συνέχεια ελάχιστα κομματικά στελέχη στάλθηκαν στο Αντάρτικο και 150 - 200 μαχητές απ'τις πό­λεις, τη στιγμή που κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν τα στε­λέχη και τα μέλη του Κόμματος για το εκτελεστικό από­σπασμα, τις φυλακές και τις εξορίες».
»Όταν στην κομματική σύσκεψη (...) είπα ότι ένας απ'τους λόγους που δεν πήραμε την Κόνιτσα είναι ότι είμα­στε ακόμα από άποψη οργάνωσης, μέσων και δυνατοτή­των περισσότερο αντάρτες παρά ταχτικός στρατός και δεν είμαστε ακόμα σε θέση να ενεργήσουμε σοβαρές επιθέσεις σε κέντρα, ο σ.Ζαχαριάδης σηκώθηκε όρθιος θυμωμένος και με συνεχείς έντονες διακοπές αναγκάστηκα να μην προ­χωρήσω. (...) Η διατήρηση των σχηματισμών του ταχτικού στρατού που δημιουργήσαμε (...) θα μας κρατήσουν, είτε θέλουμε είτε όχι, στο πνεύμα της άμυνας και κόλλημα σε ορισμένες εχθρικές θέσεις που θα εμποδίσουν την έντονη παρτιζάνικη δράση, με όλες τις συνέπειες. Από την άπο­ψη αυτή ήταν βιαστική η ονομασία των αρχηγείων σε με­ραρχίες». (Η Διάσπαση του ΚΚΕ, τόμος Α', σ. 19-28.)
Αργότερα ο Ζαχαριάδης κατηγορεί για «οπορτουνισμό», «συμ­βιβαστικές τάσεις» κ.λ.π. τους Δημήτρη Παρτσαλίδη και Χρύσα Χατζηβασιλείου, τα μόνα μέλη του πολιτικού γραφείου που το 1946 αντιτάχθηκαν στην απόφαση ν'αρχίσει ένοπλος αγώνας.
Σε σημείωμα του της 14ης Φεβρουαρίου 1950, ο Μήτσος Παρτσαλίδης ασκεί κριτική για την πολιτική του ΚΚΕ από το 1935. Αναφερόμενος στο «λάθος της αποχής από τις εκλογές του 1946», γράφει:
«Επέμεινα πολύ στην ανάγκη της συμμετοχής στις εκλο­γές και για πρώτη φορά "τσακωθήκαμε" με τον σ.Ζαχα­ριάδη που έφτασε να μου πει: "Ξέρεις, τώρα δεν υπάρχει Κομιντέρνα και πρέπει να πείσεις το Κόμμα". Ανοιχτά η ΚΕ πρέπει να αναγνωρίσει το λάθος από τις εκλογές του 1946 και ιδιαίτερα ο σ.Ζαχαριάδης, που στο άρθρο του για τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας διατυπώνει την άποψη πως ο Τίτο στα 1946 μας έσπρωχνε στον ένοπλο αγώνα επι­διώκοντας τη συντριβή μας (...) η επιμονή μας στον ταχτι­κό πόλεμο μας στοίχισε πολύ. Κι αυτό σήμερα θα πρέπει να το παραδεχτούμε. Η επιμονή μας αυτή έχει σχέση με την υποτίμηση των δυνάμεων του εχθρού. Τέτοια υποτί­μηση δείχνει ακόμα ο ισχυρισμός του σ.Ζαχαριάδη πως και μετά την ήττα μας στο Βίτσι - Γράμμο "στην Ελλάδα η κατάσταση παραμένει επαναστατική" (...). Λάθος ήταν και η αλλαγή της 5ης Ολομέλειας στο Μακεδονικό. Το πέ­ρασμα από το σύνθημα της ισοτιμίας στο σύνθημα της πλέ­ριας εθνικής αποκαταστάσεως των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας...».
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Παρτσαλίδης, πιστός τότε απόλυτα στη Σοβιετική Ένωση, προσπαθεί ν' αποδείξει πως ο Ζαχα­ριάδης είναι εθνικιστής, όπως ο Τίτο και τα διάφορα ηγετικά στε­λέχη που καταδικάζονται και εκτελούνται εκείνη την περίοδο στις Λαϊκές Δημοκρατίες για «εθνικιστικές παρεκκλίσεις». Έτσι, στο ίδιο σημείωμα, γράφει:
«Αυτή η "τόλμη", η απόκρουση υποδείξεων - σαν την υπό­δειξη της συμμετοχής στις εκλογές του 1946 - στο όνομα της αυτοτέλειας του Κόμματος, η επιμονή στις λαθεμένες από­ψεις κι ύστερα από τη διόρθωση τους κ.λ.π. κ.λ.π., δεν εί­ναι κάτι σαν φανερώματα της αρρώστιας της εθνικιστικής παρέκκλισης, που παρουσιάστηκε και στ'άλλα κόμματα;



Νομίζω πως κάτι τέτοιο είναι. Η τέτοια αρρώστια πάντα, και στις σημερινές συνθήκες της όξυνσης της διεθνούς κα­τάστασης ιδιαίτερα, αποτελεί σοβαρότατο κίνδυνο (...). Με το φως της κριτικής που έγινε και στ'άλλα κόμματα δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε πως η λαθεμένη γραμμή της χιτλεροφασιστικής κατοχής, η απόφαση του ΠΓ του Ιούνη 1945 σχετικά με την περίπτωση εισβολής του ελ­ληνικού στρατού στην Αλβανία, η θεωρία για τον ελληνικό άξονα με τους δύο πόλους, η παρασιώπηση του ζητήματος της διχτατορίας του προλεταριάτου κ.λ.π., είναι φανερώ­ματα της εθνικιστικής εκδήλωσης και στο Κόμμα μας». (Στο ίδιο, σ. 28-33.)

Με άλλα λόγια, ο Παρτσαλίδης έκανε στον Ζαχαριάδη κριτι­κή ότι δεν συμμορφωνόταν στις υποδείξεις των Σοβιετικών. Αυ­τό όμως δεν τον έσωσε τον Παρτσαλίδη από τη διαγραφή και τους διωγμούς, όταν ο Ζαχαριάδης αποφάσισε να ξεκαθαρίσει και μα­ζί του τους λογαριασμούς.
Σε λίγο θα «αφορίσει» και τον Κώστα Καραγιώργη, γιατί προ­σχωρεί στις απόψεις των επικριτών της τακτικής του Ζαχαριάδη. Σε σημείωμά του προς το πολιτικό γραφείο, στις 6 Ιουνίου 1950, ο Καραγιώργης γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«Αυτή η "παμψηφεί" ομοφωνία μας, αντί να δείχνει μπολσεβίκικη μονολιθικότητα, δείχνει ίσως περισσότερο μια πο­λύ έκδηλη ιδεολογική αποτελμάτωση. Ιδίως, αν σκεφτεί κανένας ότι επί χρόνια τώρα (από το 1941 και δω) σχεδόν τα ίδια πρόσωπα (με ελάχιστες αλλαγές) συζητούν στα κομματικά σώματα χωρίς να μπαίνουν στην ουσία και δέ­χονται κατά κανόνα όσα λέει κάθε φορά η εισήγηση. Έτσι, π.χ, στην άλλη Κατοχή και αμέσως ύστερα απ'αυτήν κα­ταδικάστηκαν "παμψηφεί" οι απόψεις του Γιάννη Ζεύγου και οι δικές μου, που ήσαν αντίθετες από την οπορτουνιστική γραμμή της καθοδήγησης, αλλά οι ίδιες απόψεις (στο βασικό τους πυρήνα) πάλι "παμψηφεί" εγκρίθηκαν αργό­τερα, όταν αυτή τη φορά τις παρουσίασε στην 5η Ολομέ­λεια ο σ.Ζαχαριάδης κάνοντας με τετράχρονη καθυστέ­ρηση την κριτική της κομματικής γραμμής στην άλλη κατοχή. "Παμψηφεί" καταδικάστηκαν οι γνώμες του Μάρκου Βαφειάδη. "Παμψηφεί" καταδικάζεται τώρα ο Παρτσαλίδης. Αλλά "παμψηφεί" είχε γίνει δεκτό και εκείνο το εθνικιστικό σοβινιστικό "τερατούργημα" (όπως τώρα αυτοκριτικά το λέει ο Ζαχαριάδης ο ίδιος) της απόφασης του Π.Γ. στα 1945, που έλεγε ότι, εάν αποφασίσουν τα αστικά δημοκρατικά κόμματα στρατιωτική εισβολή από μέρους της Ελλάδας (της μοναρχοφασιστικής φυσικά Ελλάδας του καλοκαιριού του 1945) εναντίον της (Λαϊκοδημοκρατικής) Αλβανίας, το ΚΚΕ παρά τις επιφυλά­ξεις του θα το δεχτεί (...). "Παμψηφεί" ακόμα έγινε δε­χτή και η αντισοβιετική κατά βάση και αναμφισβήτητα οπορτουνιστική αντίληψη του σ.Ζαχαριάδη στη 12η Ολο­μέλεια και στο 7ο Συνέδριο για τον ρόλο της Αγγλίας στην Ελλάδα σαν αντιστάθμισμα για πίεση από Βορρά (Λαϊ­κές Δημοκρατίες και Σ.Ένωση). Και φυσικά πάλι "παμ­ψηφεί" τώρα η ΚΕ δέχτηκε την αυτοκριτική του σ.Ζαχα­ριάδη (απόλυτα ανεπαρκή και μασημένη για το ζήτημα της Αγγλίας), τώρα, έπειτα από 5 ολόκληρα χρόνια, όχι βέβαια από πρωτοβουλία του (...). Η τελευταία μας Ολο­μέλεια. αντί να αισθανθεί βαθιά τη σημασία του θέματος, γλίστρησε και σε αντισοβιετικό κατήφορο καθοδηγούμε­νη από το Π.Γ. Αν έτσι τους ξεφεύγει και μιλάνε οι σ.Ζα­χαριάδης και Ιωαννίδης για τους Μπολσεβίκους, σε μια τέτοια Ολομέλεια έπειτα από την ήττα μας, όταν έχουμε τέτοιο θέμα, πώς θα μιλούσαν (και κυρίως πώς θα σκέ­φτονταν), αν είμαστε ακόμα με τα όπλα στα βουνά της Ελλάδας...». (Στο ίδιο, σ. 33-39.)

Ο Κώστας Καραγιώργης (Γυφτοδήμος), γιατρός και δημο­σιογράφος, διευθυντής του Ριζοσπάστη κατά την περίοδο 1944 - 47, κατηγορείται από τον Ζαχαριάδη για προδοσία, καθαιρείται από την Κεντρική Επιτροπή τον Ιούνιο του 1950 και διαγράφεται από το ΚΚΕ. Αργότερα, πιστά στον Ζαχαριάδη στελέχη, με εντο­λή του αρχηγού, στήνουν στον Καραγιώργη ενέδρα σε δρόμο του Βουκουρεστίου, κατηγορώντας τον ότι σκόπευε να μπει στη γιου­γκοσλαβική πρεσβεία (το κτίριο της βρισκόταν κοντά στο σπίτι όπου έμενε ο Καραγιώργης). Με τέτοιες «κατηγορίες» κλείνουν τον Καραγιώργη σε ρουμανική φυλακή, όπου και θα πεθάνει το 1956, σε αξεκαθάριστες ακόμα συνθήκες. (Βλέπε λεπτομέρειες στο: Κώστα Καραγιώργη, Από τη Βάρκιζα ως τον Εμφύλιο Πόλε­μο, Εκδόσεις Διάλογος.)
Παρά την έντονη νομιμοφροσύνη προς το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα που δείχνουν οι διαφωνούντες με τον Ζαχαριάδη, δεν πρόκειται, όσο ζει ο Στάλιν, να πετύχουν τίποτε, εκτός από τη δική τους καταδίκη και καταδίωξη. Ο Ζαχαριάδης έχει την υπο­στήριξη της σοβιετικής ηγεσίας, που, γενικά, δεν συμπαθεί τα στελέχη με ανεξαρτησία γνώμης απέναντι στους διορισμένους από την ίδια τοπικούς αρχηγούς. Ο Ζαχαριάδης πραγματοποιεί με­γάλη εκκαθάριση όλων των στελεχών που του ασκούν κριτική. Για αντιπερισπασμό στις επικρίσεις για τις ολέθριες συνέπειες της δικής του τακτικής, «αναθεωρεί» τη γραμμή και την πολιτική του ΚΚΕ κατά την περίοδο της γερμανοιταλικής κατοχής. Όπως την αποτυχία του «Δεύτερου Αντάρτικου» την απέδωσε, για ν'απαλλαγεί ο ίδιος από τις ευθύνες, στην «προδοσία» του Τίτο, την ήττα του 1944 τη φορτώνει στον Σιάντο, που έχει πεθάνει το 1947. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ «ανακαλύπτει» τώρα, με τη βοήθεια των Βλαντά, Γούσια, Μπαρτζώτα, Κολιγιάννη κ.λ.π., ότι ο Σιάντος ήταν «πράκτορας της Ιντέλιντζενς Σέρβις» από πα­λιά και, γι'αυτό, συνειδητά «υπέταξε τον ΕΛΑΣ στα αγγλικά συμφέροντα και στην αγγλική ιμπεριαλιστική πολιτική». Με απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ του Φεβρουαρίου του 1951, ο γενικός γραμματέας του Κόμματος κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο «γέ­ρος του αγώνα», χαρακτηρίζεται, τέσσερα περίπου χρόνια ύστε­ρα από τον θάνατο του, «ξεσκολισμένος προβοκάτορας της Αγγλίας».
Τα χιλιάδες στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που έχουν απομείνει στην Ελλάδα - τα περισσότερα στις φυλακές ή στα στρατόπεδα εξορίας - παρακολουθούν με απορία και κατάπληξη όλες αυτές τις «αποκαλύψεις». Διατηρώντας όμως την πίστη τους στο αλά­θητο του Στάλιν και του Ζαχαριάδη, πείθονται εύκολα ότι όλες αυτές οι κατηγορίες είναι ορθές και ότι η πραγματοποιούμενη εκκαθάριση στις γραμμές του Κόμματος αποβλέπει στην ανανέωσή του. Έτσι, συμβιβάζουν την πειθαρχία στο Κόμμα με την αγανάκτηση τους για τους υπεύθυνους της ήττας και μπορούν πιο εύκολα ν'αντιμετωπίσουν το συνεχιζόμενο δράμα το δικό τους και των οικογενειών τους.
Για να μην υπάρξουν ταλαντεύσεις και στο εσωτερικό και να εφαρμοστεί πιστά η γραμμή της, η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει, με πλαστά διαβατήρια, στην Ελλάδα τα μέλη της Κεντρικής Επι­τροπής Νίκο Μπελογιάννη και Νίκο Ακριτίδη, παλιό μαθητή της Σχολής Ευελπίδων και ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ κατά την Κα­τοχή. Έχει υποστηριχτεί πως ο Ζαχαριάδης, που «ήταν δαιμόνιος και αδίστακτος», έστειλε τον Μπελογιάννη, που «ήταν ιδεολόγος κομμουνιστής διανοούμενος» και «άνθρωπος με ευρύτερους προ­βληματισμούς» στην Ελλάδα για «να τον απομακρύνει από τον χώρο, όπου άρχισαν να αναπτύσσονται οι διαφωνίες και οι αντι­θέσεις» και γι'αυτό τον σύνδεσε με τις «διαβρωμένες» από την Ασφάλεια οργανώσεις στην Αθήνα. (Πότη Παρασκευοπούλου, Ποιος σκότωσε τον Μπελογιάννη, σ. 14-15.) Αν και ορισμένοι από τους ισχυρισμούς αυτούς είναι επιβεβαιωμένοι από το ιστορικό υλικό (όπως π.χ., ότι ο Ζαχαριάδης ήταν αδίστακτος στην εσω­κομματική διαπάλη), δεν νομίζω ότι προσφέρονται στοιχεία που να πείθουν ότι ο τότε γενικός γραμματέας του ΚΚΕ ήθελε να εξου­δετερώσει τον Μπελογιάννη ή ότι ο Μπελογιάννης, όταν ξεκίνη­σε για την Ελλάδα, είχε οποιαδήποτε διαφωνία με τη γραμμή του Ζαχαριάδη και με τις εκκαθαρίσεις στο Κόμμα από τα «οπορτουνιστικά» στοιχεία. Φοβάμαι, τουλάχιστον ώσπου να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία, ότι πρόκειται για μια αγιογράφηση του Μπελογιάννη, επηρεασμένη από την αληθινά ηρωική στάση του στο στρατοδικείο και στο εκτελεστικό απόσπασμα και προσαρ­μοσμένη στις σημερινές ανάγκες της διαπάλης στους κόλπους της Αριστεράς, που δεν βλέπει το ιστορούμενο πρόσωπο με τις πραγ­ματικές διαστάσεις και αντιφάσεις του στη συγκεκριμένη ιστορι­κή στιγμή.
Όπως είδαμε, ο Μπελογιάννης πέφτει στα δίχτυα της Ασφά­λειας, ενώ ο Ακριτίδης κατορθώνει να ξεφύγει στο εξωτερικό. Κύ­ρια κατεύθυνση του ΚΚΕ στο εσωτερικό είναι η ανάπτυξη αγώ­νων των εργαζομένων, ο έλεγχος των νόμιμων πολιτικών κομμάτων της Αριστεράς και των συνδικάτων, η ανασυγκρότηση των δικών του οργανώσεων, που έχουν δεχτεί αποφασιστικά πλήγματα από τις υπηρεσίες ασφαλείας, αλλά και η προετοιμασία για νέα ένο­πλη αναμέτρηση, που ο Ζαχαριάδης την θεωρεί αναπόφευκτη και γιαυτό προβάλλει και το σύνθημα «τα όπλα παρά πόδα». Εξάλ­λου, το ΚΚΕ αυτή την περίοδο κάνει αδιάκοπη πολεμική εναντίον τωv άλλων σχηματισμών της Αριστεράς.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ενδοκυβερνητικές διαμάχες
Στο μεταξύ, έχουν ξεσπάσει σοβαρές ενδοκυβερνητικές διαμά­χες, που εκδηλώνονται κυρίως γύρω από τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας και τους λιγνίτες της Πτολεμαΐδας.
Για την Εθνική Τράπεζα έχουν συμφωνήσει τα δύο κυβερνη­τικά κόμματα να υποστηρίξουν για διοικητή τον φιλελεύθερο υπουργό των Οικονομικών Σταύρο Κωστόπουλο και για υποδιοι­κητή τον παπανδρεϊκό Ν.Πορφυρογέννη. Αλλά, ενώ ο Κωστόπουλος εκλέγεται πραγματικά διοικητής, η συνέλευση των μετό­χων ψηφίζει για υποδιοικητή, αντί για τον Πορφυρογέννη, τον Φ.Μαντέα. Ο Παπανδρέου θεωρεί το γεγονός ως απιστία από μέ­ρους των Φιλελευθέρων και οι σχέσεις του με τον Βενιζέλο ψυχραίνονται.
Σοβαρότερη όμως είναι η υπόθεση της Πτολεμαΐδας, στην οποία ανακατεύονται και οι Αμερικανοί. Ο Παπανδρέου, ως υπουργός Συντονισμού, έχει διαπραγματευτεί με την εταιρεία Φίλη να της παραχωρηθούν οι λιγνίτες της Πτολεμαΐδας για να τους αξιοποι­ήσει. Η σύμβαση όμως και το σχετικό νομοσχέδιο έχουν προκα­λέσει πολλές αντιδράσεις μέσα στην ίδια την κυβέρνηση και στους Αμερικανούς.
Η σύμβαση με τον Οίκο Φίλη έχει την προϊστορία της: Το 1939, ο Γερμανός ειδικός Χαίγκελ, που έκανε έρευνες στην περιοχή, δια­πίστωσε ότι στην Πτολεμαΐδα υπήρχαν δυνατά αποθέματα λιγνιτών 6 δισεκατομμυρίων τόνων. Το 1940, η κυβέρνηση Μεταξά υπο­γράφει με τον Ελληνοαμερικανό δικηγόρο στο Μπούφαλο, Γ.Φίλη, σύμβαση, με την οποία του παραχωρεί το δικαίωμα να εκμεταλ­λεύεται τους λιγνίτες της Πτολεμαΐδας. Επειδή όμως ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τους όρους της σύμβασης, κηρύσσεται έκπτωτος. Το 1946, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, ανακαλείται η έκπτωση και παρέχεται στον ανάδοχο νέα προθεσμία, ως τις 31 Δεκεμβρίου 1950, για να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Μια μέρα πριν να εκπνεύσει η προθεσμία, επιχειρηματίας της Αθήνας καταβάλλει το ποσό, που προβλέπει η σύμβαση (400.000 δολάρια) για την εγκατάσταση κ.λ.π.
Από την ελληνική πλευρά η σύμβαση επικρίνεται ως το ίδιο ή και περισσότερο «επαχθής» και επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα με εκείνη που είχε υπογράψει η δικτατορία Μεταξά το 1940, με τον ίδιο επιχειρηματία. Το Βήμα, που πρωτοστατεί στην κριτική για τη σύμβαση και επιμένει να μην ψηφιστεί το σχετικό νομοσχέδιο, γράφει ότι παρέχονται πολλά προνόμια στην εταιρεία και «μένει ανεκμετάλλευτη μια τεράστια πλουτοφόρος έκτασις», γιατί απαγορεύεται η ίδρυση άλλου, παρόμοιου εργοστασίου στην περιοχή.
Το Βήμα τονίζει επίσης ότι η σύμβαση εξασφαλίζει στον Οίκο Φίλη πλήρη συναλλαγματική, φορολογική και δασμολογική ασυδοσία και «δικαιώματα πρωτοφανή και ωχριώντα προ του προνομίων της «ΠΑΟΥΕΡ». Και καλεί τη Βουλή «να μην επιτρέψη την εγκαθίδρυσιν εις την χώραν μας μιας νέας εταιρείας, η οποία θα λυμαίνεται όχι πλέον μίαν περιοχήν της Ελλάδος, αλλά ολόκληρον την χώραν». (Το Βήμα, 17 Μαρτίου 1951).
Εκτός από το Το Βήμα, που εκείνη την περίοδο επικρίνει τον Γ.Παπανδρέου γενικότερα για την πολιτική του στο Υπουργείο Συντονισμού (Το Βήμα κατηγορεί τον Γ.Παπανδρέου για «κομματικόν φατριασμόν» στο Υπουργείο Συντονισμού και για «ναρκισσισμόν». Τον κατηγορεί επίσης ως υπεύθυνο για την παραίτηση είκοσι ανωτάτων υπαλλήλων του υπουργείου και των υφυπουργών Κ.Δοξιάδη και Κ.Τσάτσου, Το Βήμα 4, 7 Μαρτίου κ.λ.π.), έντονη κριτική για τη σύμβαση ασκεί και η κομμουνιστική Αριστερά. (Η σύμβαση προβλέπει παραχώρηση στον Οίκο Φίλη της εκμεταλλεύσεως του λιγνίτη για 35 χρόνια, ίδρυση από τον ανάδοχο εργοστασίου παραγωγής ενεργείας άλλου, μπρικετοποιημένου λιγνίτη, μεταλλουργικών και άλλων βιομηχανιών, προνομιακή διάθεση των προϊόντων τους στους ελληνικούς σιδηροδρόμους κ.λ.π.) Το περιοδικό της κομμουνιστικής Αριστεράς Ανταίος γράφει ότι «η σύμβαση Φίλη αποτελεί υπόδειγμα μονοπωλιακής παράδοσης του πολυτιμότερου ενεργειακού πλούτου της χώρας μας σε χέρια ιδιώτη». (Τεύχος 3, 1951)
Εξάλλου, για δικούς τους λόγους, αντιδρούν στη σύμβαση και οι Αμερικανοί. Ο αρχηγός της Οικονομικής Αποστολής στέλνει στη κυβέρνηση έγγραφο για ν’αποσυρθεί το σχετικό νομοσχέδιο, κατηγορώντας τον Παπανδρέου ότι αγνοεί τις υποδείξεις των αρμοδίων Αμερικανών και ότι είναι υπεύθυνος για τον σάλο στο Υπουργείο Συντονισμού. Ο Γ.Παπανδρέου απειλεί να παραιτηθεί. Προκαλείται νέα κυβερνητική κρίση. Τελικά, ύστερα από επανειλημμένες συνεννοήσεις και συσκέψεις με τους Αμερικανούς, το θέμα ρυθμίζεται και η Βουλή, στις 30 Μαρτίου, ψηφίζει το νομοσχέδιο. Ο Παπανδρέου δίνει ιδιαίτερη σημασία στην κατασκευή του θερμοηλεκτρικού εργοστασίου της Πτολεμαΐδας, στο πλαίσιο της προσπάθειας για τον εξηλεκτρισμό της χώρας. (Το νομοσχέδιο για την ίδρυση της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού – ΔΕΗ έχει ψηφιστεί από τη Βουλή τον Ιούλιο του 1950). Ο Παπανδρέου πιστεύει πως οι Αμερικανοί αντιδρούν, γιατί θέλουν να μείνουν αχρησιμοποίητα τα 12 εκατομμύρια δολάρια, που έχουν παραχωρηθεί ως ειδική βοήθεια για την αξιοποίηση της Πτολεμαΐδας, και να τα πάρουν πίσω, και γιατί οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίων είναι αντίθετες σε κάθε έργο παραγωγής καύσιμης ύλης στην Ελλάδα. Γι’αυτό ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως χαρακτηρίζει «μειοδότες» όσους από ελληνικής πλευράς αντιδρούν στη σύμβαση Φίλη. (Γ.Παπανδρέου, Η ζωή μου, τόμος Β’, σ.351-2).

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Επίθεση κατά των Ανακτόρων
Εκτός από το ΛΕΚ τον Μαρκεζίνη, τους Αμερικανούς, τον Δημή­τρη Λαμπράκη, υπάρχουν αρκετοί ακόμα που εργάζονται στο προ­σκήνιο ή στα παρασκήνια για να ετοιμάσουν την πολιτική κίνηση Παπάγου: ο Γεώργιος Βλάχος, οι αδελφοί Κύρου, ο Μποδοσάκης. Αλλά, ξαφνικά, εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας κατ' εξοχήν άνθρωπος του παρασκηνίου, που πριν από μερικούς μήνες έχει επι­στρέψει στην Ελλάδα ύστερα από πολύχρονη απουσία: Ο γνωστός μυστικοσύμβουλος του I.Μεταξά, δημοσιογράφος Γιάννης Διά­κος, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας, φέρνοντας, το 1936, τον μελλο­ντικό, δικτάτορα σε επαφή με τις αγγλικές υπηρεσίες.
Ο Διάκος, λοιπόν, ο γνωστός «φίλος» των Άγγλων, εξαπολύει τώρα ανοιχτή επίθεση κατά των Ανακτόρων, άμεσα, βέβαια, κα­τά των αυλικών, αλλά έμμεσα και εναντίον του Παύλου και της Φρειδερίκης, που αντιδρούν στην ανάμειξη του Παπάγου στην πολιτική. Τι να συμβαίνει και η επίσημη αγγλική πολιτική είναι τώρα υπέρ του Παπάγου; Ή μήπως ο Διάκος άλλαξε «φίλους» και πήγε με τους Αμερικανούς ή, καθόλου απίθανο, υπάρχει μια μερίδα αγγλικών υπηρεσιών και παραγόντων, που είναι απόλυ­τα ευθυγραμμισμένοι με τους Αμερικανούς σχετικά με το πολι­τικό πρόβλημα της Ελλάδας;
Οπωσδήποτε, στις '25 Φεβρουαρίου, δημοσιεύεται στην εφη­μερίδα της Άκρας Δεξιάς Εθνικός Κήρυξ μακρά επιστολή του I.Διάκου, με τον εντυπωσιακό τίτλο «Η υποκλοπή της βασιλικής υπογραφής διά την σωτηρίαν ενός κομμουνιστού». Ο Διάκος γρά­φει ότι, πριν από πέντε μήνες, άκουσε γνωστούς του στρατιωτι­κούς να σχολιάζουν με αγανάκτηση το γεγονός ότι το πολιτικό γραφείο του βασιλιά χρησιμοποιούσε, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος ο Παύλος, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, την υπογραφή του για χαριστικές πράξεις υπέρ καταδίκων δοσιλόγων και κομμουνι­στών, παρά τις αντίθετες γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου Χαρί­των. Κατά τον Διάκο, οι γνωστοί του στρατιωτικοί τονίζουν ότι οι χαριστικές αυτές πράξεις απειλούν να κλονίσουν το ηθικό του στρατεύματος και να διαλύσουν τη Στρατιωτική Δικαιοσύνη.
Συγκεκριμένα, ο Διάκος αναφέρει την περίπτωση του μεγα­λέμπορου του Πειραιά, Κατραμάτου, που, τον Αύγουστο του 1949, έχει καταδικαστεί από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο ως οικονομικός ενισχυτής του ΚΚΕ. Κατά τους ισχυρισμούς του πρώην μυστικοσυμβούλου του δικτάτορα Μεταξά - που τώρα έβαλλε απευθείας εναντίον ενός άλλου Μεταξά, του διευθυντού του πο­λιτικού γραφείου του βασιλιά, Αριστείδη ή Μπούλη -, άνθρωποι του Κατραμάτου αποπειράθηκαν να δωροδοκήσουν ορισμένους αξιωματικούς, μέλη του στρατοδικείου, και γι'αυτό ο αρχιστρά­τηγος άλλαξε δύο φορές τη σύνθεση του δικαστηρίου. Τελικά - πά­ντα κατά τον Διάκο -, ο Κατραμάτος πήρε χάρη και σώθηκε από το εκτελεστικό απόσπασμα, όχι χάρη στην επέμβαση του ΟΗΕ, όπως είχε πιστευτεί τότε, αλλά με επιμονή του Αριστείδη Μετα­ξά, που, ως διευθυντής του πολιτικού γραφείου του βασιλιά, έστει­λε, «καθυψηλήν βασιλικήν επιταγήν», όπως ανέφερε, έγγραφο στους τότε υπουργούς Στρατιωτικών Π.Κανελλόπουλο και Δικαιοσύνης Γ.Μελά, στον αρχιστράτηγο και στον διοικητή της ΑΣΔΑΝ, με το οποίο ζητούσε να ανασταλούν οι εκτελέσεις. Τελι­κά, δόθηκε χάρη στον Κατραμάτο και μειώθηκε η ποινή του σε πέντε χρόνια φυλακή. Στην ίδια επιστολή του ο Διάκος κατηγο­ρεί τον Πιπινέλη για μηχανορραφίες και ζητά να φύγει από τα Ανάκτορα ο Αριστείδης Μεταξάς, «ο οποίος εγνώριζε πολύ κα­λά τα περί Κατραμάτου, αφού ετέλει ο Κατραμάτος ενοικιαστής των εν Πειραιεί ψυγείων της συζύγου του».
Η επιστολή του Διάκου - που, σύμφωνα με καταγγελία του Πιπινέλη, ο πρώην μυστικοσύμβουλος της τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας την περιέφερε σε διάφορους επίσημους και ανε­πίσημους για πολύ καιρό, απειλώντας ότι θα την δημοσίευε, αν δεν απομακρυνόταν από τα Ανάκτορα ο Μπούλης Μεταξάς - προκαλεί, όπως ήταν φυσικό, σάλο. Ο Παύλος και η Φρειδερί­κη, που γνώριζαν πολύ καλά το θέμα - ο Μεταξάς δεν είχε κά­μει καμιά υποκλοπή υπογραφής -, ζητούν από την κυβέρνηση να επέμβει και να προστατεύσει τον Θρόνο. Ο Βενιζέλος και ο Πα­πανδρέου καλούνται στα Ανάκτορα, όπου έχουν μακρότατη συ­ζήτηση με τον Παύλο και τη Φρειδερίκη. Μόλις κατεβαίνουν από τα Ανάκτορα δίνουν στη δημοσιότητα την ακόλουθη κυβερνητι­κή ανακοίνωση:

«Εις τον ημερήσιον Τύπον εδημοσιεύθη επιστολή του πα­λαιού μυστικοσυμβούλου της Δικτατορίας, η οποία θίγει το ανεύθυνον του βασιλέως και αναμειγνύει ατύπως το κύρος του αρχιστρατήγου. Η κυβέρνησις αποδοκιμάζει το ανευλαβές δημοσίευμα και δηλοί ότι η απονομή της προ­νομίας της χάριτος εκ μέρους της A.M. του βασιλέως καλύπτεται πάντοτε από την ευθύνην της κυβερνήσεως»
Το ίδιο απόγευμα, ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι «τα περί υπο­κλοπής της υπογραφής του βασιλέως είναι ανυπόστατα». Ο Πιπινέλης δηλώνει:
«Δύναμαι αφόβως να αγνοήσω τον συγγραφέα του μυ­θιστορήματος και εκείνους οι οποίοι συνεργάζονται μετ'αυτού».
Και ο Μανιαδάκης, με δηλώσεις του, επικρίνει τον παλιό συ­νεργάτη του στη δικτατορία I.Διάκο και αποκηρύσσει και την ως τότε φιλική του εφημερίδα, που δημοσίευσε την επιστολή.
Είναι φανερό πως βρισκόμαστε μπροστά σε άγρια διαμάχη φατριών της Δεξιάς με διασυνδέσεις και με ξένες υπηρεσίες.
Οι διαψεύσεις και οι επικρίσεις δεν είναι ικανές να κάμουν τον Διάκο να σταματήσει. Η υπόθεση Κατραμάτου είναι απλό πρό­σχημα. Στην ουσία, πρόκειται για οργανωμένη εκστρατεία εναντίον του βασιλιά και της βασίλισσας, με... αρχιερείς τους παράγοντες της «κινήσεως Παπάγου». Χαρακτηριστικό είναι ότι, μέσα σ' όλο το σάλο, σιωπά ο - κατά τα άλλα ομιλητικότατος την περίοδο εκεί­νη - αρχιστράτηγος, ενώ τα όνομά του αναφέρεται πολλές φορές στην επιστολή Διάκου. Αλλά, αν δεν μιλά ο αρχιστράτηγος, μπαί­νει στον χορό ένας ιεραρχικά υφιστάμενος του, ο διοικητής της ΑΣΔΑΝ, αντιστράτηγος Τ.Παπαγεωργίου. Την άλλη μέρα ο αντιστράτηγος ανακοινώνει ότι πραγματικά έγιναν ορισμένες αλλαγές στη σύνθεση του στρατοδικείου που δίκασε τον Κατραμάτο, αλλά τις έκανε για υπηρεσιακούς λόγους αυτός, «ως ενασκών την ποινικήν αγωγήν, και όχι ο κ.αρχιστράτηγος». Και προσθέτει:
«Ανακοινούμεν επίσης ότι διά την εν λόγω δίκην και ανεμένοντο και εσημειώθησαν έμμεσοι απόπειραι τινές δω­ροδοκίας ενίων εκ των απαρτιζόντων το στρατοδικείον. Ουχ ήττον η ΑΣΔΑΝ ήτο βεβαία ότι τοιαύται ανήθικοι επεμ­βάσεις θα προσέκρουαν εις την αρετήν των Ελλήνων αξιω­ματικών».

Η ανακοίνωση του στρατηγού Παπαγεωργίου είναι διπλός αιφνιδιασμός για την κυβέρνηση και προσωπικά για τον πρωθυ­πουργό, που την ίδια μέρα έχει δηλώσει στον Τύπο ότι δεν υπάρ­χει κανένα θέμα ούτε για τον Αριστείδη Μεταξά ούτε για τον υπουργό Δικαιοσύνης. Διπλός αιφνιδιασμός γιατί ποτέ δεν έχει αναφέρει ο διοικητής της ΑΣΔΑΝ αυτή την τόσο σοβαρή καταγ­γελία στην κυβέρνηση και γιατί εκδίδει ξαφνικά μια τέτοια ανακοίνωση με την κάλυψη, όπως είναι φανερό, του αρχιστράτηγου. Ο Βενιζέλος καλεί αμέσως στο γραφείο του τον αντιστράτηγο Παπαγεωργίου, τον αρχηγό του ΓΕΣ και προσωπικό φίλο του Παπάγου, στρατηγό Κοσμά, και τον υφυπουργό Αμύνης Παπαμιχαλόπουλο για να εξετάσει την υπόθεση. Αλλά τώρα ο στρα­τιωτικός διοικητής απαντά με αοριστίες. Ο Βενιζέλος, που έχει γίνει «έξω φρενών», αναθέτει στον ταξίαρχο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Κούκη να εξετάσει την υπόθεση. Αλλά κι εκείνος βγάζει σε 24 ώρες το πόρισμά του, αφού εξέτασε μόνο τον Πα­παγεωργίου: Ο διοικητής της ΑΣΔΑΝ είπε πως δεν θυμόταν τίπο­τε το συγκεκριμένο για απόπειρες δωροδοκίας, γιατί πέρασε και­ρός από τότε και δεν είχε υποβληθεί καμιά γραπτή καταγγελία. (Και όμως, είχε παρέμβει αυτός, ολόκληρος στρατηγός, με μια βαρύγδουπη ανακοίνωση, σε μια υπόθεση που είχε πάρει σοβα­ρές πολιτικές διαστάσεις!) Ύστερα από αυτό και ο ταξίαρχος της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης αποφαίνεται ότι «παρέλκει πάσα πε­ραιτέρω εξέτασις της υποθέσεως».
Στις 2 Μαρτίου, το θέμα συζητείται στη Βουλή. Ο Κανελλόπου­λος, που ήταν υπουργός των Στρατιωτικών όταν καταδικάστηκε ο Κατραμάτος, επιβεβαιώνει ότι η εντολή για να δοθεί χάρη στον με­γαλέμπορο του Πειραιά δόθηκε από τα Ανάκτορα, αλλά ο ίδιος αναλαβαίνει τις ευθύνες. Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, που ήταν υπουργός Δικαιοσύνης, αναλαβαίνει «την πλήρη πολιτικήν και ποινικήν ευθύνην». Και εξηγεί ότι δέχτηκε να δοθεί χάρη στον Κατραμάτο, γιατί ο «υιός του εμπόρου υπηρετούσε εις το Βίτσι και την τηλεγραφικήν έκκλησιν προς τον βασιλέα περί μη εκτελέσεως του πατρός του εί­χε αποστείλει από την πρώτην γραμμήν του πυρός».
Ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι είναι ανυπόστατα όσα γράφει στην επιστολή του ο Διάκος, ότι ο βασιλιάς, κατά το Σύνταγμα, εί­ναι ανεύθυνος και ότι «ήλεγξε τον αντιστράτηγο Παπαγεωργίου», γιατί η ανακοίνωση του είχε πολιτικό περιεχόμενο. Ο Σοφιανόπουλος και ο Σβώλος, που αναπτύσσει και τη συνταγματική πλευρά του θέματος, καταδικάζουν επίσης το δημοσίευμα, ως επιβουλή κατά των δημοκρατικών θεσμών. Ο Γ.Παπανδρέου το­νίζει ότι το δημοσίευμα είναι τέχνασμα και ότι «ο παλαιός μυστικοσύμβουλος της δικτατορίας, ο οποίος εμφανίζεται σήμερον ως διευθύνων σύμβουλος νέας δικτατορικής επιχειρήσεως», υπη­ρετεί άλλους σκοπούς.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάταξη των δυνάμεων στη Βουλή, σχετικά με την υπόθεση Κατραμάτου, στην ουσία στην εκ­στρατεία κατά των Ανακτόρων. Όχι μόνο το Κέντρο, αλλά και η μετριοπαθής Αριστερά βρίσκονται, στη συγκεκριμένη περίπτω­ση, στο πλευρό του βασιλιά, ενώ βάλλει, άμεσα ή έμμεσα, ενα­ντίον του ένα σημαντικό μέρος της Δεξιάς. Είναι φανερό πως γί­νεται κάποιος μεγάλος εκβιασμός, όχι μόνο από ελληνικούς παράγοντες, για να υποταγούν απόλυτα τα Ανάκτορα στα σχέδιά τους και να διαιωνιστεί το κλίμα του εμφυλίου σπαραγμού, που εξυπηρετεί ορισμένα συμφέροντα. Αυτό το καταλαβαίνουν, ή το διαισθάνονται μόνο, οι φιλελεύθεροι και δημοκρατικοί ηγέ­τες. Εξάλλου, τον Παπάγο και τους εμπνευστές της «κινήσεώς» του τους εξυπηρετεί να εμφανίζονται εχθροί των «κατεστημένων συμφερόντων» και της «ολιγαρχίας του πλούτου». Αυτός ο λαϊ­κισμός, ιδιαίτερα σε θέματα... ισότητας στο εκτελεστικό από­σπασμα, ήταν ένα καλό όπλο προπαγάνδας απευθυνόμενης κυ­ρίως στους κατώτερους αξιωματικούς και στους «μικρούς εθνικόφρονες», που είχαν υποστεί, από τη μεριά τους, τα βάρη και τις θυσίες του Εμφυλίου Πολέμου.
Αλλά ο Παύλος και η Φρειδερίκη δεν μένουν ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι ο πολιτικός κόσμος στην πλειοψηφία του απο­δοκίμασε την εναντίον τους επίθεση. Ο βασιλιάς εμφανίζεται ο ίδιος στο προσκήνιο, με συνέντευξή του σε πρωινή εφημερίδα, για να υποστηρίξει τους αυλικούς του.

«Δεδομένου ότι το δημοσίευμα - λέει στη συνέντευξή του ο Παύλος - αναφέρεται κατά το πλείστον εις γεγονότα των οποίων είναι φυσικόν να έχω εγώ μόνον άμεσον αντίληψιν, ευχαρίστως δύναμαι να σας απαντήσω ότι πρόκειται περί ανακριβειών και ατυχών συλλογισμών. Πιστεύω ότι διά τα πρόσωπα τα οποία αποτελούν τους αμέσους συνεργάτας μου, εν τω οίκω μου, εγώ μόνον είμαι αρμόδιος να κρίνω, ουδέ εννοώ ανάμειξιν ή υπόδειξιν τρίτων». (Ελευθερία, 25 Μαρτίου 1951.)

Και αυτά τα τόσο αυταρχικά και κατηγορηματικά λόγια του, ο βασιλιάς θα υποχρεωθεί γρήγορα να τα πάρει πίσω, όταν θα ανα­γκαστεί, όπως θα δούμε, να αντικαταστήσει τους αυλικούς του.
Στις 3 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός επισκέπτεται τον αρχι­στράτηγο και έχει μαζί του συνομιλία - όπως ανακοινώθηκε - για το θέμα ακριβώς που προκάλεσε σάλο. Αλλά και πάλι ο τόσο πρό­θυμος σε συνεντεύξεις στρατάρχης δεν θα ανακοινώσει τίποτε. Το 1972, ύστερα, δηλαδή, από είκοσι ένα χρόνια, ο στρατηγός Γωγούσης, τότε «εξ απορρήτων» του αρχιστράτηγου (ήταν υπασπιστής του και τον είχε χρησιμοποιήσει ο Παπάγος στην οργά­νωση των «αναμορφωτηρίων» της Μακρονήσου), σε επιστολή του προς πρωινή εφημερίδα, γράφει:
«Η αλήθεια επί της υποθέσεως ταύτης είναι ότι πράγματι εγένετο έμμεσος απόπειρα δωροδοκίας και προς τους στρατοδίκας και προς τον υποφαινόμενον διά την μετατροπήν της ποινής του. Τούτο ανέφερα αμέσως εις τον στρατάρχην, όστις ανέφερε το γεγονός τούτο εις τον βασι­λέα και ηξίωσεν όπως από την τότε κυβέρνησιν διενεργηθή ανάκρισις μη πραγματοποιηθείσα. Η μετέπειτα "υψη­λή επιταγή" ανασταλείσα θανατική εκτέλεσις του εμπόρου του Πειραιώς εψύχρανεν και πάλιν τας σχέσεις βασιλέως Παύλου και στρατάρχου Παπάγου, διότι η ενέργεια αύτη εθεωρήθη ότι ήτο αντίθετος προς τον διεξαγόμενον τότε αιματηρόν αγώνα υπό του στρατού, ο οποίος εδέχετο τας δολοφονικάς επιθέσεις των συμμοριτών». (Ακρόπολις, Αύ­γουστος 1972.)
Σε λίγες μέρες, δημιουργείται νέο θέμα ανάμεσα στον βασι­λιά και στον αρχιστράτηγο: Στις 8 Μαρτίου, αποστρατεύονται οι αντιστράτηγοι Κ.Βεντηρης, γενικός επιθεωρητής του στρα­τού, Γ.Κοσμάς, αρχηγός του ΓΕΣ, Παπαγεωργίου, Καλογερό­πουλος και πέντε υποστράτηγοι. Γενικός επιθεωρητής γίνεται ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος και αρχηγός του ΓΕΣ ο Π.Γρηγορόπουλος. Ο βασιλιάς εκδηλώνει την πρόθεση να προσλάβει τον Κ.Βεντήρη, αδελφό του συμβούλου του, ιστορικού Γ.Βεντήρη, ως αρχηγό του Στρατιωτικού του Οίκου. Ο Παπάγος όμως, που αντιπαθεί τον Κ.Βεντήρη και τον θεωρεί εχθρό του, αντιτάσσε­ται, με το πρόσχημα ότι στη θέση αυτή πρέπει να τοποθετηθεί «εν ενεργεία» αντιστράτηγος. Η διαμάχη Ανακτόρων - αρχιστρατήγου οξύνεται...

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διακηρύξεις δημοκρατικότητας του Παπάγου
Ο Παπάγος είναι ενοχλημένος από το γεγονός ότι το όνομα του έχει συνδεθεί με ανώμαλες και εξωκοινοβουλευτικές λύσεις. Αφού ο ίδιος και οι σύμβουλοί του έχουν αποφασίσει να προβληθεί σαν λαϊκός και δημοκρατικός ηγέτης, θα πρέπει να διαλυθεί κάθε υπο­ψία για δικτατορικές του τάσεις. Έτσι, στην πρώτη ευκαιρία που του δίνεται, διακηρύσσει πάλι την πίστη του στους δημοκρατι­κούς θεσμούς. Με αφορμή διάβημα που του έκαναν βουλευτές της ΕΠΕΚ για να διαμαρτυρηθούν για τις συλλήψεις στελεχών και μελών του κόμματος τους από τις στρατιωτικές Αρχές στα Γιάννενα και στην Καρδίτσα, ο αρχιστράτηγος δηλώνει:
«Τα διακηρυσσόμενα περί εξωκοινοβουλευτικών και ανω­μάλων λύσεων, και μάλιστα υπό τας σημερινός συνθήκας, τα θεωρώ ότι πραγματοποιούμενα θα απετέλουν τον τάφον της Ελλάδος».

Η ΕΠΕΚ, με ανακοίνωση της, δίνει, στη δημοσιότητα τη δή­λωση αυτή του Παπάγου. Στις 22 Φεβρουαρίου, Το Βήμα, σε πρωτοσέλιδο κορυφαίο σχόλιο του, σε πλαίσιο και με τον τίτλο «Με τον ευθύν δρόμον και την λαϊκήν θέλησιν», γράφει:

«Ακόμη μίαν φορά ο στρατάρχης Παπάγος διαψεύδει κα­τά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον τας αποδιδομένας εις αυτόν πολιτικάς βλέψεις, και μάλιστα βλέψεις συνδεομένας με το ενδεχόμενον παρεκκλίσεως από το Συνταγ­ματικό Πολίτευμα».
Το Βήμα χαρακτηρίζει τις δηλώσεις του Παπάγου «ένα είδος ηχηρού ραπίσματος εναντίον των εχθρών του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος» και συνεχίζει:
«Με τας δηλώσεις του αυτάς ο στρατάρχης Παπάγος ανήλθεν ακόμη υψηλότερα εις την εθνικήν συνείδησιν, ως άν­θρωπος εννοών να υπηρέτηση την χώραν του εντίμως και σοβαρώς και ως άνθρωπος άτρωτος από κάθε παράκαιρην φιλοδοξίαν ή και από προβαλλόμενον προς αυτόν πειρασμόν. Είναι στρατιώτης και προσφέρει εις την Πατρίδα υπηρεσίας στρατιωτικάς (...). Δεν αποκλείεται ίσως να κληθή κάποτε να υπηρετήση την χώραν και εις την πολιτικήν, εάν μία απόλυτη και επείγουσα ανάγκη τον καλέση. Αλλά και δι'αυτό τίθενται από τον ίδιον δύο τίμιαι προϋποθέσεις: ότι δεν θα εισέλθει εις την πολιτικήν πριν παύση να είναι στρατιωτικός, πριν δηλαδή εξέλθη από την ενεργόν υπηρεσίαν του στρατεύματος, και ότι εάν εισέλθη εις την πολιτικήν, θα το πράξει από τον ευθύν και τίμιον ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΔΡΟΜΟΝ και ΜΕ ΤΗΝ ΛΑΪΚΗΝ ΘΕΛΗΣΙΝ».

Φυσικά, ούτε ο Κανελλόπουλος ούτε ο Στεφανόπουλος, μιλώ­ντας στη Θεσσαλονίκη, είχαν σκοπό ν'ανοίξουν τον δρόμο για ανώ­μαλες λύσεις. Αντίθετα, ήταν κι οι δύο προσηλωμένοι στις κοινο­βουλευτικές διαδικασίες. Ήθελαν μόνο να εκβιάσουν κυβερνητική λύση με συμμέτοχη και του ΛΕΚ και να προετοιμάσουν το έδαφος για την άνοδο στην εξουσία του νέου, υπό κατασκευή κόμματος της Δεξιάς. Στον ίδιο σκοπό, στην προετοιμασία της καθόδου του αρχιστρατήγου στην πολιτική, απέβλεπαν και οι δηλώσεις του ίδιου στους βουλευτές της ΕΠΕΚ και το αρθρίδιο του Βήματος.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Διαβεβαιώσεις Παπάγου
Στο μεταξύ, στα παρασκήνια, ο Μαρκεζίνης και άλλοι παράγο­ντες προωθούν τις προετοιμασίες για τη συγκρότηση του νέου κόμματος της Δεξιάς. Ο Παπάγος ταλαντεύεται ακόμα, αλλά η πίεση των διαφόρων συμβούλων και φίλων του τον κάνει να τεί­νει περισσότερο προς την απόφαση να πολιτευτεί. Την απόφαοη αυτή την ενισχύει το πείσμα του για την εχθρότητα που δείχνουν απέναντι του, από τον Αύγουστο του 1950, οι αυλικοί και η ίδια η Φρειδερίκη. Ο βασιλιάς, που φοβάται ότι μπορεί ο στρατάρχης, ύστερα από μια εκλογική του νίκη, να γίνει παντοδύναμος και να στραφεί και εναντίον του Θρόνου, προσπαθεί να τον πείσει να μην πολιτευτεί, με το πρόσχημα ότι είναι απαραίτητος στις ένοπλες δυνάμεις.
Στις 7 Φεβρουαρίου, η Βραδυνή, εφημερίδα προσκείμενη ακόμα τότε στο Λαϊκό Κόμμα, δημοσιεύει την πληροφορία ότι:
«Ο αρχιστράτηγος εύρε την ευκαιρίαν, κατά πρόσφατον ακρόασίν του παρά τω βασιλεί, να δηλώση κατηγορηματι­κώς προς τον άνακτα ότι επ'ουδενί λόγω είναι διατεθει­μένος να αναμειχθή στην πολιτικήν και να αναλάβη, ως ανεγράφη προσφάτως, προσφερθησομένην προεδρίαν της κυβερνήσεως. Αι προθέσεις του αρχιστρατήγου συνίστα­νται εις την πλήρην αφοσίωσίν του εις τα στρατιωτικά του καθήκοντα και το έργον της ασφαλείας της χώρας».
Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Παπάγος από τη μία διαβεβαίωνε τον βασιλιά, ότι δεν είχε σκοπό να πολιτευτεί, από την άλλη όμως ολοένα και περισσότερο συμφωνούσε με τους πολιτικούς, οικο­νομικούς και δημοσιογραφικούς παράγοντες που του ζητούσαν με επιμονή να γίνει αρχηγός του νέου κομματικού οργανισμού της Δεξιάς. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή είναι πως, το ίδιο βράδυ, έσπευσε να διαψεύσει το δημοσίευμα της βραδυνής.
Η ανακοίνωση που δόθηκε στον Τύπο από το «γραφείον του αρχιστρατήγου» ήταν πολύ χαρακτηριστική στην αοριστία της για την πρόθεση του Παπάγου να κατέβει στην πολιτική:
«Είμεθα εξουσιοδοτημένοι να ανακοινώσωμεν - έγραφε αφού αναφερόταν στο δημοσίευμα της Βραδυνής - ότι τα δημοσιευθέντα τυγχάνουν τελείως ανακριβή».

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Καταδίκη πρώην υπουργού
Στο μεταξύ, το Λαϊκό Κόμμα δέχεται νέα πλήγματα. Στις 11 Ια­νουαρίου, αρχίζει στο «Ειδικό Δικαστήριο περί ευθύνης υπουρ­γών» η δίκη του Πάνου Χατζηπάνου και των τεσσάρων άλλων κα­τηγορουμένων για την υπόθεση των καυσίμων. Η κατηγορία κατά του πρώην υπουργού Μεταφορών είναι ότι έβλαψε το Δημόσιο «εκ προθέσεως» για να ωφελήσει τρίτους, αναθέτοντας τη μετα­φορά των υγρών καυσίμων όχι «εις τους αναδειχθέντας από τους επανειλημμένους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, αλλά εις τον Β. Σκ... και την όπισθεν αυτού κρυπτομένην Όλγα Κυρ...», με τιμή πολύ ανώτερη από τις προσφορές των τελευταίων μειοδοτών. Πρόεδρος του δικαστικού είναι ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πά­γου Χρήστος Σταυρόπουλος και μέλη ο αρεοπαγίτης Τζαννετάκης. ο πρόεδρος Εφετών Παπανδρέου κ.λπ.
Η δίκη κρατά 35 μέρες και, όπως είναι φυσικό, προκαλεί με­γάλο ενδιαφέρον. Τις πρώτες μέρες μάλιστα δημιουργείται σο­βαρό θέμα από μια φράση του προέδρου του δικαστηρίου, που προκαλεί πολιτικό θέμα και κυβερνητική παρέμβαση. Συγκε­κριμένα, κατά τη συνήθεια της εποχής, συνήγορος υπερασπίσεως των κατηγορουμένων αφήνει υπαινιγμούς, ότι ορισμένοι από τους μειοδότες είναι κομμουνιστές και ζητά από τον πρόε­δρο του δικαστηρίου να προσκομισθούν από την Ασφάλεια τα πιστοποιητικά των κοινωνικών τους φρονημάτων. Ο πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου - κατά τα πρακτικά των εφημερίδων - απαντά ότι δεν ζητά πληροφορίες από την Ασφάλεια, γιατί «δεν έχει ουδεμίαν εμπιστοσύνην». Αναφέρει παραδείγματα γνωστών του «υπεράγαν εθνικιστών», που παρουσιάζονται από την Ασφάλεια σαν κομμουνιστές, και προσθέτει:
«Από την Ασφάλεια οι κομμουνισταί βγαίνουν εθνικισταί και οι εθνικισταί κομμουνισταί. Δεν ξέρω πότε θα βγω κι εγώ κομμουνιστής, διότι ο χαρακτηρισμός της Ασφαλείας στηρίζεται εις την γνώμην του οποιουδήποτε αστυφύλακος ή χωροφύλακος».
Όπως είναι φυσικό, δημιουργείται μεγάλο ζήτημα και οι υπουρ­γοί Δικαιοσύνης Λαγάκος και Δημοσίας Τάξεως Θεολογίτης ζη­τούν τα ακριβή πρακτικά του δικαστηρίου, και ο πρόεδρος διευ­κρινίζει ότι η αληθινή έννοια αυτών που είπε ήταν ότι «ενίοτε τα πιστοποιητικά των κατωτέρων οργάνων της Ασφαλείας είναι ατε­λή και δεν δυνάμεθα να έχωμεν πάντοτε εμπιστοσυνην, και δι'αυτό δεν ευθύνεται ο διευθυντής της Ασφαλείας». Το επεισόδιο ήταν, πάντως, χαρακτηριστικό για το κλίμα της εποχής.
Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου βγαίνει στις 15 Φεβρου­αρίου. Το δικαστήριο κηρύσσει ένοχο απιστίας τον πρώην υπουρ­γό και συνεργούς τους δύο συγκατηγορουμένους του, Όλγα Κυρ... και Β. Σκ... Καταδικάζει τους Χατζηπάνο και 'Ολγα Κυρ. σε δί­μηνη φυλάκιση και τον Β. Σκ. σε φυλάκιση ενός μηνός.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ο Μακάριος πιέζει
Οι γενικές διακηρύξεις όμως, όση σημασία και αν έχουν, δεν εί­ναι αρκετές για τους Κυπρίους. Το άμεσο αίτημα της κυπριακής ηγεσίας είναι να θέσει η ελληνική κυβέρνηση επίσημα το Κυπριακό στην αγγλική, και ας πάρει αρνητική απάντηση, στον ΟΗΕ. Στις 13 Μαρτίου, φτάνει ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στην Αθήνα για να πιέσει την ελληνική κυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτές τις μέρες, στη Μάλτα, γίνεται συμμαχική διάσκεψη για την ασφάλεια της Μεσογείου και ο Εθνάρχης της Κύπρου θεωρεί κατάλληλη τη στιγμή να ασκηθεί πίεση στους Άγγλους.
Η παρουσία του Μακαρίου - για πρώτη φορά ως Αρχιεπισκό­που - στην Αθήνα φλογίζει τις καρδιές ιδιαίτερα των νέων. Στις 15 Μαρτίου, γίνεται μεγάλη συγκέντρωση των φοιτητών στο προαύλιο του Πανεπιστημίου και στους γύρω χώρους. Αφού άκου­σαν τους ομιλητές, ξεχύνονται στην οδό Πανεπιστημίου με κραυγές και συνθήματα «Ένωση», φτάνουν στο ξενοδοχείο «Μ.Βρε­τάνια» και ζητούν να τους μιλήσει ο Μακάριος. Ο Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου, που εκείνη τη στιγμή φτάνει με αυτοκίνητο στο ξε­νοδοχείο, καταφέρνει με δυσκολία να περάσει ανάμεσα στους φοιτητές που τον επευφημούν:
«Η Κύπρος είναι ελληνική - τονίζει, μιλώντας από τον εξώ­στη του ξενοδοχείου -, ελληνική από της χαραυγής των αιώνων. Απόφασίς μας αμετάκλητος είναι να απαλλαγώμεν του ξενικού ζυγού διά παντός τρόπου».
Και προσθέτει ότι οι Κύπριοι θα φέρουν το θέμα στον ΟΗΕ και ότι ελπίζει να το θέσει και η ελληνική κυβέρνηση στην αγγλική.
Τη στιγμή εκείνη φτάνει με το πρωθυπουργικό αυτοκίνητο και ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Οι φοιτητές τον δέχονται με φωνές «στον ΟΗΕ» και του ζητούν να μιλήσει:
«Επιθυμώ να δώσω την διαβεβαίωσιν προς τους Έλληνας φοιτητάς - λέει ο πρωθυπουργός - ότι η κυβέρνησις παρα­κολουθεί εκ του σύνεγγυς το ζήτημα με όλο το ενδιαφέρον που γνωρίζετε. Σας διαβεβαιώ ότι θα το φέρομεν προς συ­ζήτησιν όπου πρέπει».
Οι φοιτητές, συνεχίζοντας τις εκδηλώσεις τους, κατευθύνονται προς την αγγλική πρεσβεία, αλλά τους διαλύει η αστυνομία. Με­γάλες λαϊκές εκδηλώσεις για την Ένωση γίνονται, στις 25 Μαρ­τίου, στην Αθήνα και στη Λευκωσία.
Στις 21 Μαρτίου, ο Βενιζέλος καλεί τους πολιτικούς αρχηγούς σε σύσκεψη για το Κυπριακό. Παίρνουν μέρος, εκτός από τον πρωθυπουργό, οι Παπανδρέου, Πλαστήρας, Τσουδερός, Κανελ­λόπουλος, Στεφανόπουλος, Σβώλος, Σοφιανόπουλος, Μανιαδάκης και Γ.Στράτος (εκπρόσωπος του αρχηγού του Λαϊκού Κόμ­ματος). Μετά τη σύσκεψη ανακοινώνεται ότι ο πρωθυπουργός κατατόπισε τους πολιτικούς αρχηγούς για τις εξελίξεις του Κυπριακού. Αργότερα όμως γίνεται γνωστό πως στη σύσκεψη απο­φασίστηκε να στείλει η ελληνική κυβέρνηση έγγραφο στην αγγλι­κή και να ζητά την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με αντάλλαγμα την παραχώρηση βάσεων, όπου χρειάζονται οι Άγγλοι, στο έδαφος μας, ή καθορισμό ευλόγου προθεσμίας για να εφαρ­μοστεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως από τους Κυπρίους. (Το επιβεβαιώνει επίσημα, ύστερα από μερικά χρόνια, στη συνεδρίαση της Βουλής στις 23 Μαΐου 1956, ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Παρόμοια πρόταση είχε κάνει τον Ιούλιο του 1948 ο βασιλιάς Παύλος σε συ­νέντευξη του στον Σούλτσμπεργκερ.
Στα τέλη Μαρτίου, ο Έλληνας πρεσβευτής στο Λονδίνο επι­δίδει στον υπουργό Εξωτερικών Μόρισον το έγγραφο της ελλη­νικής κυβερνήσεως με τη σχετική πρόταση. Η αντίδραση των Άγγλων είναι αρνητική. Ο Μακάριος θεωρεί σημαντικό βήμα το ότι η ελληνική κυβέρνηση έθεσε το ζήτημα επίσημα στην Αγγλία. Διαφωνεί όμως με την απόφαση που έχει πάρει η σύσκεψη των πολιτικών ηγετών, να περιοριστεί η ανακίνηση του Κυπριακού «εντός των πλαισίων της ελληνοαγγλικής φιλίας». Ο Μακάριος, όπως και οι άλλοι Κύπριοι παράγοντες, επιμένει να προετοιμαστεί ταυτόχρονα και η προσφυγή στον ΟΗΕ.
Στο διάστημα του ενός μηνός που έμεινε στην Αθήνα, ο Μα­κάριος είχε πολλές επαφές και συνομιλίες με τους αρχηγούς των κομμάτων, με τον Παπάγο και άλλους ελλαδικούς παράγοντες. Ανέπτυξε επίσης τις απόψεις των Ελληνοκυπρίων στους πρεσβευτές της Αγγλίας Νόρτον και των Ηνωμένων Πολιτειών Πιουριφόυ.
Μετά τη συνάντηση του Μακαρίου με τον Νόρτον, το γραφείο της Εθναρχίας στην Αθήνα ανακοίνωσε ότι ο Αρχιεπίσκοπος «επα­νέλαβε την αξίωσιν του κυπριακού λαού να ενωθή με την Ελλά­δα». Από τη βρετανική πρεσβεία ανακοινώθηκε ότι «ο Βρετα­νός πρεσβευτής, αφού ήκουσε τον Αρχιεπίσκοπον, του εδήλωσε ότι δεν είχε εξουσιοδότησιν να συζητήση μετ'αυτού πολιτικά ζη­τήματα».
Ο Μακάριος φεύγει από την Αθήνα για να επιστρέψει στη Λευ­κωσία, στις 13 Απριλίου 1951. Σε συνέντευξη Τύπου που δίνει, στις 6 Απριλίου, τονίζει:
«...ανεξαρτήτως των ενεργειών της ελληνικής κυβερνή­σεως, η Κύπρος θα εξακολουθήσει ακάματον και αδιάλλακτον τον αγώνα της, μη παραλείπουσα να ζητήση διά παντός τρόπου και από τον ΟΗΕ την εφαρμογήν της αρχής της αυτοδιαθέσεως επί της μεγαλονήσου».
Εκδηλώνεται ήδη μια πρώτη διάσταση στην κυπριακή και την ελλαδική ηγεσία. Την εποχή αυτή έχουν πραγματοποιηθεί στην Αθήνα και στην Κύπρο οι πρώτες επαφές και βολιδοσκοπήσεις διαφόρων παραγόντων (Αχιλλέα Κύρου, πριν από τον θάνατο του τον Οκτώβριο του 1950, Χρ.Παπαδοπούλου, Γ.Στράτου, Γεώργιου Γρίβα, αδελφών Σάββα και Σωκράτη Λοϊζίδη κ.λ.π.) για την οργάνωση ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα στην Κύ­προ. Τον Γενάρη ο Γρίβας έχει πάρει ενθαρρυντική απάντηση κι από τον αρχηγό του ΓΕΣ, στρατηγό Κοσμά, και ετοιμάζεται για ένα πρώτο ενημερωτικό ταξίδι στην Κύπρο. (Γρίβα-Διγενή, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1961, σ. 14-15.) Ο Μακάριος ασφαλώς γνωρίζει όλες αυτές τις κινήσεις και προετοιμασίες, όταν μιλά συνεχώς για διεκδίκηση «της ενώσεως διά παντός τρόπου».
Σε λίγο θα εκδηλωθούν και οι πρώτες επίσημες τουρκικές αντι­δράσεις. Πολύ χλιαρές, όπως θα δούμε. Ο αγώνας των Κυπρίων δεν έχει ακόμα πάρει ένοπλη μορφή, οι Άγγλοι δεν έχουν απο­φασίσει να ρίξουν ακόμα στο τραπέζι το τουρκικό χαρτί και η τουρκική κυβέρνηση, σε κοινό μέτωπο με την ελληνική, επιδιώκει να γίνει δεχτή και η Τουρκία στο NATO. 0 Πιουριφόυ έχει διαβε­βαιώσει τον Βενιζέλο και τον αρχιστράτηγο Παπάγο ότι η Ελλά­δα θα γίνει δεχτή στην Ατλαντική Συμμαχία. Αν όμως τελικά τα άλλα κράτη του NATO δεν θελήσουν να την δεχτούν, οι Αμερικα­νοί θα συγκροτήσουν ειδική συμμαχία στην Ανατολική Μεσόγειο, που θα την συνδέσουν με το Ατλαντικό Σύμφωνο. (Δαφνή, στο ίδιο, σ. 499.)
Η Αγγλία και άλλα, μικρότερα κράτη της Συμμαχίας αντιδρούν στην εισδοχή της Ελλάδας και της Τουρκίας στο Ατλαντικό Σύμφωνο, γιατί φοβούνται μήπως εμπλακούν σε τοπικό πόλεμο με τους Ανατολικούς εξαιτίας των δύο αυτών χωρών.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Συλλαμβάνεται ο Νίκος Μπελογιάννης
Στις 5 Ιανουαρίου, η Ασφάλεια ανακοινώνει τη σύλληψη του Νί­κου Μπελογιάννη, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που έχει έλθει στην Ελλάδα πριν από έξι μήνες με πλαστό δια­βατήριο. (Ο Μπελογιάννης έχει συλληφθεί στις 20 Δεκεμβρίου 1950, αλλά η Ασφάλεια κρατεί μυστική τη σύλληψή του για να πιάσει και άλλους.) Τις επόμενες μέρες ανακοινώνονται και άλ­λες συλλήψεις στελεχών του ΚΚΕ, που δεν είχαν φύγει από την Ελλάδα, όπως της Έλλης Ιωαννίδου, της «παλαιάς κομμουνίστριας I.Φλωριά, η οποία ηυτοκτόνησε την 3ην Ιανουαρίου, ριφθείσα εκ παραθύρου του αποχωρητηρίου εις το προαύλιον της Γενικής Ασφαλείας», δημοσιογράφων, ενός υπαλλήλου του Υφυ­πουργείου Τύπου και δεκάδων άλλων, όχι μόνο σε Αθήνα και Πειραιά, αλλά και σε Ιωάννινα, Ηράκλειο Κρήτης κ.ά. Οι συλ­λήψεις αυτές, που χαρακτηρίζονται ως μεγάλη επιτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας, θα καταλήξουν ύστερα από μερικούς μήνες σε δύο από τις συνταρακτικότερες δίκες της μεταπολε­μικής περιόδου στην Ελλάδα και σε μεγάλη ανθρώπινη και πο­λιτική τραγωδία.
Τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως διαμαρτύρονται τόσο για την επαναφορά του Γ ψηφίσματος όσο και για την έκταση των συλλήψεων. Ο πρόεδρος της ΕΠΕΚ Εμ.Τσουδερός δηλώνει πως είναι σύμφωνος με τα μέτρα κατά του κομμουνισμού και της εφημερίδας Δημοκρατικός, γιατί «ο κομμουνιστικός κίνδυνος δεν εξέλιπεν, ούτε έχει τελειώσει ουσιαστικώς η κομμουνιστική ανταρ­σία», αλλά ζητούσε να μη γενικεύονται εις βάρος και άλλων πολιτών, μη κομμουνιστών. Και κατέληγε:
«Το Γ ψήφισμα είναι υπερβολή, κοινώς παραδεδεγμένη, και ένεκα τούτου ετέθη εις αχρηστίαν από πολλού. Σήμε­ρον η εφαρμογή του, με τον φόβον μελλοντικών καταχρή­σεων, εις βάρος μη κομμουνιστών, όπως έγινε και εις το παρελθόν, κρατεί εις αγωνίαν όλους τους φιλοπροόδους εθνικόφρονας». (Εφημερίδες, 6 και 9 Ιανουαρίου 1951.)
Οξύτερος, και κατηγορηματικότερος ο Ηλίας Τσιριμώκος χα­ρακτηρίζει την αναβίωση του Γ ψηφίσματος «πραξικόπημα ενα­ντίον της ελευθερίας του Τύπου» και κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «δεν φοβείται τους δήθεν κινδύνους εκ της ανυπάρκτου σή­μερον ανταρσίας, αλλά τον έλεγχον των πράξεών της».
Ο ανταποκριτής στην Αθήνα της Μοντ γράφει ότι το ΓΕΣ από καιρό έχει ζητήσει να κλείσει ο Δημοκρατικός, αλλά οι Αμερι­κανοί που δίσταζαν σε οποιοδήποτε μέτρο εναντίον του Τύπου, πείστηκαν μόνο όταν η εφημερίδα της Άκρας Αριστεράς εξα­πέλυσε έντονη επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών για τον πόλεμο στην Κορέα. Στις 22 Ιανουαρίου, ο στρατιωτικός διοι­κητής Αθηνών, με έγγραφο του στη Βουλή, ζητά να αρθεί η βου­λευτική ασυλία των Σβώλου και Τσιριμώκου, για να διωχθούν για άρθρα τους κατά της επαναφοράς του Γ ψηφίσματος, που τα χαρακτηρίζει «ανατρεπτικού περιεχομένου και ύφους» και «εμμέσως παράβαση του Α.Ν. 509». (Εφημερίδες, 9 Φεβρουα­ρίου 1951.)
Στο μεταξύ, συνεχίζονται στα έκτακτα στρατοδικεία δίκες και καταδίκες σε θάνατο, ισόβια και άλλες βαριές ποινές δεκάδων κομμουνιστών για υποθέσεις της εποχής του Εμφυλίου Πολέμου, ενώ βουλευτές της ΕΠΕΚ διαμαρτύρονται στη Βουλή ότι αξιω­ματικοί των TEA απειλούν και εκφοβίζουν οπαδούς τους.