Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 3ο)

Ξεφυλλίζω το τετράδιο. Τι να ξεχωρίσω, που κάθε σελίδα, κά­θε ιστορία είναι μαζί μια κατάρα και ένας ύμνος για τον άν­θρωπο; Να η περίπτωση του Σωτήρη Αναστασιάδη, ενός νέου σκηνοθέτη, γιου της γνωστής ποιήτριας Γεωργίας Δεληγιάννη - Αναστασιάδη. Η Χούντα επικήρυξε τον Σωτήρη και τον φίλο του Δημήτρη Δαρειώτη σαν ληστές για 100.000 δραχμές το κε­φάλι του καθενός. Σε μια συγκλονιστική έκκληση προς την πα­γκόσμια κοινή γνώμη, η μάνα του Σωτήρη έλεγε ότι το μόνο έγκλημα του παιδιού της και του φίλου του ήταν ότι "νέοι και οι δύο ονειρεύτηκαν έναν κόσμο καλύτερο, βασισμένο στην ελευθε­ρία και την κοινωνική δικαιοσύνη".
Τους πιάσανε, τους βασάνισαν. Στο δικαστήριο έδειξαν τις ουλές από τα εγκαύματα, τα σπασμένα δάκτυλα των χεριών, τα ξεριζωμένα με τανάλιες νύχια... Ο βασιλικός επίτροπος στην αγό­ρευση του είπε ότι "τα δήθεν βασανιστήρια αποτελούν σατανική επινόηση των εχθρών του έθνους". Οι στρατοδίκες τούς δίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή.
Να η τραγωδία του Λεωνίδα Τσιαδή. Κατέρριψε το ρεκόρ της ταράτσας. Τον ανέβασαν 37 φορές. Οι δήμιοι είχαν απελπιστεί. Την 37η φορά όμως του είχαν ετοιμάσει μια έκπληξη που δεν την περίμενε. Ενώ ήταν δεμένος στον πάγκο φέρανε μπροστά την κο­ρούλα του έντεκα χρονών. Ο Μπάμπαλης του είπε: "Θα την πε­ράσει μπροστά σου η μισή Ασφάλεια. Τι λες;" Ο Τσιαδής κατέρ­ρευσε. Και παρέδωσε την ψυχή του. Είχαν βρει την ευαίσθητη χορδή του πατέρα.
Κλείνω το κεφάλαιο με την περίπτωση της Ελένης Κ. Την πή­γαν στον Διόνυσο και την έριξαν σ' ένα κελί. που είχε μέσα μισό πόδι νερό. Δύο μήνες την βασάνιζε και την "γλεντούσε" ο ταγματάρχης Θεοφιλογιανάκος. Ετοίμαζαν τα χαρτιά της για το στρα­τοδικείο όταν ανακάλυψαν ότι είχε γίνει λάθος. Συνωνυμία με κάποιαν άλλη που καταζητούσαν. Η Ελένη διηγείται ότι μια από τις μέρες του μαρτυρίου της σκαρφάλωσε στο μικρό άνοιγμα της πόρ­τας για ν'αναπνεύσει. Και αντίκρισε το πρόσωπο του ένοπλου φρουρού της. Ήταν ένα νέο παιδί, κληρωτός στρατιώτης. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του.
Μια αναλαμπή ανθρωπιάς στην κόλαση του Διονύσου.
Στο δεύτερο τετράδιο σταματάω στην πρώτη σελίδα. Μαζί στα­ματάει και η καρδιά μου. Είναι η προσωπική μου τραγωδία σε μορφή ημερολογίου. Οι περισσότερες σελίδες είναι γραμμένες από μνήμης. Αντιγράφω:
2 Νοέμβρη 1967. Δεν μένω πια σπίτι μου, στο όμορφο διαμέρισμα της οδού Χάρητος. Μια νύχτα, τον περασμένο μή­να, χτύπησε δυνατά η πόρτα μου. Κατάλαβα... Από και­ρό είχα καταστρώσει το σχέδιο διαφυγής. Έτσι. ενώ αγωνίζονταν να σπάσουν την πόρτα, εγώ κατέβηκα από την είσοδο της υπηρεσίας στο ισόγειο και πηδώντας ένα τοίχο δυόμισι μέτρα ύψος, βρέθηκα στη νυχτερινή ερημιά του πίσω δρόμου. Είχα μια διεύθυνση για καταφύγιο σε ώρα μεγάλης ανάγκης. Βαδίζοντας με μεγάλη προφύλαξη από τους πιο σκοτεινούς δρόμους μπόρεσα να φτάσω...
Τώρα είμαι παράνομη. Μένω στο υπόγειο μιας φτωχής γειτονιάς. Με κομμένα και αλλαγμένα στο χρώμα μαλλιά, φορώντας γυαλιά, έχω αλλάξει μορφή και δουλεύω στον μυστικό, τον αλογόκριτο Τύπο. Εκτελώ καθήκοντα "συν­δέσμου" για την εφημερίδα του Πατριωτικού Μετώπου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πηγαίνω, με ακρίβεια δευτε­ρολέπτου. σε πολλά σημεία της Αθήνας και να μαζεύω χει­ρόγραφα. Χρησιμοποιώ ένα ποδήλατο που στο τιμόνι έχει ένα καλαθάκι. Στο σημείο της συναντήσεως αφήνω το πο­δήλατο στο πεζοδρόμιο και κοιτάζω κάποια βιτρίνα. Ο άν­θρωπος με τα χειρόγραφα περνάει ξυστά από το πεζοδρό­μιο, αφήνει τον φάκελο στο καλαθάκι του ποδήλατου και φεύγει. Όταν τελειώσω τη συγκέντρωση των χειρογράφων συναντώ σε κάποιο σημείο ενός δρόμου, που κάθε φορά αλ­λάζει. τον βοηθό του αρχισυντάκτη και με αστραπιαία τα­χύτητα παραδίνω το πολύτιμο υλικό. Ο κίνδυνος παραμο­νεύει κάθε στιγμή. Αλλά όταν καμαρώνεις την τυπωμένη παράνομη εφημερίδα και ξέρεις ότι θα πάει σε δέκα χιλιά­δες σπίτια και θα διαβαστεί από πολύ περισσότερο κόσμο η ικανοποίηση που αισθάνεσαι δεν διώχνει, βέβαια, τον κίν­δυνο. αλλά διώχνει τον φόβο του κινδύνου. Ας είναι...
Εδώ και λίγες μέρες ένας που δούλευε στα "μαγνητόφωνα" πιάστηκε. Και με ειδοποίησαν να τον αντικαταστήσω. Κα πώς γινόταν η δουλειά με τα μαγνητόφωνα:
Νοικιάζαμε ένα τρίκυκλο για μεταφορές και το σταθμεύα­με σ' ένα πολυσύχναστο μέρος. Μέσα στο τρίκυκλο υπήρ­χε ένα κιβώτιο με το μαγνητόφωνο και το μεγάφωνο. 'Όταν ο οδηγός απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας, το ρυθ­μισμένο μαγνητόφωνο αρχίζει να λειτουργεί. Ώσπου να ει­δοποιηθεί και να καταφθάσει η αστυνομία τα συνθήματα της αντιστάσεως τα έχουν ακούσει χιλιάδες άνθρωποι.
Αισθάνθηκα υπερήφανη που το ντεμπούτο μου στην καινούργια δουλειά σημείωσε επιτυχία. Ήταν γύρω στις οκτώ το βράδυ στην πλατεία Συντάγματος. Πήχτρα ο κό­σμος. Ξαφνικά άρχισε να ξεχύνεται η απαγορευμένη θεία μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Το τραγούδι της Φαρα­ντούρη έλεγε:
"Σώπα, όπου να "ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Αυτό το χώμα κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει".
Ο κόσμος ανατριχιάζει. Εγώ κλαίω. Η μουσική και το τρα­γούδι σταματάνε. Και μια ζεστή φωνή, παλλόμενη από συ­γκίνηση, ακούγεται: "Σας μιλάει το Πατριωτικό Μέτωπο. Ο φασισμός θα συντριβεί. Η δημοκρατία θ' αναστηθεί...". Η φωνή είναι γνωστή. Είναι του Μίκη, γραμμένη σε μα­γνητοταινία. Ο Θεοδωράκης βρίσκεται στα νύχια της Χού­ντας, αλλά η φωνή του είναι ελεύθερη.
Από τον κρυψώνα μου είδα τα λεφούσια της αστυνο­μίας να 'ρχονται. Καιρός να φύγω...
20 Νοεμβρίου 1967: Οσμίζομαι ότι πλησιάζει και η δική μου ώρα. Δεν μπορώ να διατηρηθώ περισσότερο στην παρανο­μία. Ένα ρίγος στη σπονδυλική στήλη με παραλύει. Το πρωί, ενώ από το παραθυράκι του υπόγειου έκανα την καθημε­ρινή κατόπτευση του δρόμου, είδα στο απέναντι πεζοδρό­μιο μια φάτσα που το ένστικτο μου λέει ότι είναι ύποπτη. Κοιτούσε δήθεν χαζά τη βιτρίνα στο αντικρινό μαγαζάκι. Από καιρό σε καιρό βημάτιζε στο πεζοδρόμιο και περιερ­γαζότανε τα διάφορα σπιτάκια της γειτονιάς. Έπειτα από μια ώρα εξακολουθούσε να είναι στο ίδιο μέρος. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία. Έχουν, φαίνεται, επισημάνει την ακτίνα του σπιτιού, αλλά όχι το ίδιο το σπίτι. Δεν πήγα στη "δουλειά" μου εκείνη την ημέρα. Μπόρεσα όμως να ειδο­ποιήσω την οργάνωση. Στις δύο το μεσημέρι διεπίστωσα από το παρατηρητήριο μου αλλαγή φρουράς. Μια καινούργια φάτσα κατέφθασε, αντάλλαξε ένα νεύμα με τον πρωινό και πήρε τη θέση του. Αυτός κοιτάζει επίμονα το σπίτι μου. Ο κλοιός σφίγγεται. Ξέρω ότι η ώρα μου πλησιάζει και όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τώρα οι πολιορκητές είναι τρεις και καλύπτουν εκ περιτροπής ολόκληρο το εικοσιτετράω­ρο. Είμαι σαν το ανήμπορο ζώο που το έχουν ζώσει τα άγρια σκυλιά...
Οι προμήθειές μου σε τρόφιμα έχουν τελειώσει...
22 Νοεμβρίου: Σήμερα ξύπνησα πεινασμένη. Από την κλειδαρότρυπα βλέπω ότι έξω από την πόρτα μου είναι δύο μπουκάλια γάλα. Δεν ανοίγω όμως να τα πάρω. Η τακτι­κή μου είναι να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι λείπω από το σπίτι. Η πείνα είναι προτιμότερη από... Στη σκέψη αυ­τή αισθάνομαι να κουλουριάζεται πάνω μου ένα φίδι και να με σφίγγει, να με σφίγγει... Τη νύχτα, στις ελάχιστες ώρες που κοιμήθηκα ονειρεύτηκα τον Μανώλη. Είμαστε μαζί, αγαπημένοι, σε κάποιο άγνωστο κάτασπρο νησί. Τον φιλούσα, με χάιδευε. Ξύπνησα τη στιγμή που ένα γλυκό σύννεφο τύλιγε την ψυχή μου. Ήταν το τελευταίο χαρού­μενο όνειρο της ζωής μου. Από δω και πέρα θα ζω συ­ντροφευμένη με τους αχώριστους εφιάλτες μου.
23 Νοεμβρίου: Αποφάσισα να φύγω και ότι θέλει ας γί­νει. Τα προβλήματα ήσαν δύο: πώς θα διαφύγω και πού θα πάω. Να βγω από την κεντρική πόρτα αποκλείεται. Θα 'πεφτα στο στόμα του λύκου. Θα επιχειρήσω να βρω διέξοδο από πίσω. Όπως στην οδό Χάρητος. Ως προς το πού να πάω, αν ξέφευγα, η οργάνωση μου είχε πει από καιρό ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη στέγη. Δεν έμενε παρά το πατρικό μου σπίτι. Αλλά δεν θα με αναζητούσαν πρώ­τα και απ' όλα εκεί; Δεν είχα όμως άλλη εκλογή. Ετοι­μάσθηκα, έθαψα τις σημειώσεις μου στον κρυψώνα και στις τέσσερις το πρωί ξεκίνησα. Το σκοτάδι έξω ήταν πη­χτό. Πέρασα από το πλυσταριό και ανέβηκα στον διά­δρομο του ισόγειου, που συνδέεται με τον πίσω δρόμο μ'ένα παραθυράκι. Το άνοιξα και πέρασα τα πόδια μου. Γλιστρώντας πέρασε και το κεφάλι μου. Όταν τα πόδια ακούμπησαν στο πεζοδρόμιο κι έκανα να σηκωθώ το αρι­στερό μου αυτί αισθάνθηκε την κρύα επαφή με την κάννη ενός περιστρόφου. Τέσσερα χέρια με άρπαξαν. Κάποιος μου έχωσε στο στόμα ένα μαντίλι. Ο άλλος πειθάρχησε τα χέρια μου σε σιδερένια βραχιόλια. Ακού­στηκε το κλικ της χειροπέδας. Σηκωτή με κουβάλησαν στο τζιπ που ήταν κρυμμένο στη γωνιά του δρόμου. Ξε­κίνησε. Ήμουνα στα νύχια των θηρίων. Η σκέψη μου, με μια πυρετική υπερένταση, δούλευε στο ίδιο μοτίβο: "Ήρθε η ώρα σου. Πρέπει ν' αντέξεις. Ξέχασε τα ονόματα που ξέρεις. Το πολύ να πεθάνεις. Πρέπει, πρέπει, πρέπει..!'.
Να την η Μπουμπουλίνας. Φτάσαμε. Το καφετί κτί­ριο. Άλλοτε Υπουργείο Εργασίας. Σήμερα η έδρα της Γε­νικής Ασφαλείας Αθηνών. Το τζιπ σταματάει μπροστά στην κεντρική είσοδο. Με σπρώχνουν μέσα. Η ώρα κο­ντεύει τέσσερις και μισή, αλλά η κίνηση μέσα στο κτίριο δείχνει σαν να'ναι μέρα. Η Μπουμπουλίνας δουλεύει ασταμάτητα ολόκληρο το 24ωρο. Ένα σωρό κόσμος ανε­βαίνει και κατεβαίνει τις σκάλες... Όλοι νέοι, οι περισσό­τεροι αρτίστικα ντυμένοι, κρατάνε στα χέρια βιβλία. Ο αέρας που έχουνε, η άνεση που κινούνται, δείχνουν ότι βρίσκονται στο σπίτι τους. Δεν είναι κρατούμενοι. Είναι χαφιέδες της Ασφάλειας, που προσπαθούνε να μοιάζου­νε με φοιτητές. Το καθεστώς των συνταγματαρχών τούς προσέλαβε κατά χιλιάδες. Είναι έκτακτοι υπάλληλοι και πληρώνονται όχι με μισθό, αλλά με το "κεφάλι". Κάθε επι­τυχής κατάδοση που θα οδηγήσει στη σύλληψη ενός "εχθρού" πληρώνεται με 500 δραχμές. Για τα ελληνικά μέ­τρα είναι ένα γερό μεροκάματο. Καθώς με ανέβαζαν στο τέταρτο η κίνηση δυναμώνει. Πόρτες ανοίγουν και κλεί­νουν βιαστικά, ένα σωρό γραφιάδες, ανακριτές, δήμιοι. Τα τηλέφωνα κουδουνίζουν, οι γραφομηχανές δουλεύουν, τα ραδιόφωνα στη διαπασών, μοτοσικλέτες με τις μηχα­νές αναμμένες. Ένα πανδαιμόνιο. Ο μηχανισμός του εγκλήματος δουλεύει σκληρά.
Στον τέταρτο, δύο μεγάλα χωλ και συνέχεια τα κελιά. Τα ξεχωρίζεις από μια τρύπα που έχει το καθένα στο ύψος κανονικού άντρα, του φρουρού. Με πέταξαν μέσα σ' ένα απ'αυτά. Έπειτα από τα εκτυφλωτικά φώτα των δια­δρόμων το πηχτό σκοτάδι του κελιού ηρέμησε τα τεντω­μένα νεύρα μου. Οι χειροπέδες με τα χέρια στριμμένα στην πλάτη με πονούσαν. Το μαντίλι στο στόμα μ' έπνιγε. Κουλουριάστηκα στο τσιμεντένιο πάτωμα κι έκλεισα τα μά­τια. Από το χωλ έφταναν στο κελί μου παράξενοι θόρυ­βοι. Ανασηκώθηκα και πλησίασα στην τρύπα του φρουρού. Είχε γυρισμένες τις πλάτες του. Μπόρεσα και είδα την πρώτη φρικτή εικόνα της Μπουμπουλίνας. Δύο δύο οι βα­σανιστές κουβαλούσαν μέσα σε κουβέρτες σακατεμένα παλικάρια. Από την εσωτερική σκάλα τούς ανέβαζαν στην ταράτσα. Ένας πήγαινε μόνος του. Περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα. Οι συνοδοί τον κλοτσούσαν για να βιαστεί. Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπο προς τη μεριά του. Θεέ μου, αυτός είναι ο Γληνός, τον ξέρω. Είχε πιαστεί πριν από ένα μήνα. Κι ακόμη τον βασανίζουν.
Αυτοί που ανέβαιναν το Γολγοθά της ταράτσας διασταυρώθηκαν στη σκάλα μ' έναν άλλον που τον κατέβα­ζαν. Το κεφάλι του εξέχει από την κουβέρτα κι είναι πε­σμένο, δείχνει άψυχο. Προλαβαίνω να τον δω. Είναι ο Παπαζής, ένας λεβέντης ως εκεί πάνω. Μοιάζει με πλη­γωμένο περήφανο αετό που τα γεράκια έχουν πέσει πά­νω του και τον κατασπαράζουν. Όχι, δεν μπορώ ν' αντέ­ξω εγώ η φτωχιά, αδύναμη γυναίκα. Και όμως πρέπει... Ξαναγύρισα στη γωνιά μου. Έτρεμα ολόκληρη. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Ήταν μέρα. όταν ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρισα μπροστά μου το ψυχρό κι αγέλαστο πρόσωπο του Καραπαναγιώτη. Στεκότανε ορθός, ακίνη­τος. με γυάλινα πράσινα μάτια, και με κοιτούσε: "Εγώ εί­μαι ο Καραπαναγιώτης", είπε με ήρεμη φωνή, ζυγιάζοντας κάθε λέξη. "Μ'έχεις ακουστά;". Κράτησα την αναπνοή μου για να μην φαίνεται η ταραχή μου κι έδειξα ότι το μα­ντήλι στο στόμα μ' εμπόδιζε ν' απαντήσω. Άπλωσε το χέ­ρι του και το τράβηξε. "Ναι", είπα.
-                      Τι άλλο έχεις ακούσει για μένα;
-                      Ότι είσαι βασανιστής.
-                      Ποιος στο είπε αυτό;
                -        Το ξέρει όλη η Αθήνα.
-                      Ποιος συγκεκριμένος άνθρωπος στο είπε;
Πολύ γρήγορα είχαμε φθάσει στο κρίσιμο σημείο. Ονόμα­τα λοιπόν ήθελε. Και άρχιζε το παιχνίδι με ανοιχτά χαρ­τιά. Αν ήθελα να πολεμήσω έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο. Συγκέντρωσα όση αυτοκυριαρχία μπορούσα να δείξω ότι έχω, στύλωσα τα μάτια μου περιφρονητικά απάνω του και είπα: "Άκουσε, Καραπαναγιώτη, είμαι έτοιμη για όλα. Δεν σε φοβάμαι".
Στα ψυχρά πράσινα μάτια άστραψε μια κόκκινη φλο­γίτσα.
Το θηρίο ήταν έτοιμο να χιμήξει. Είδα το χέρι του να χουφτώνει το περίστροφο που κρεμότανε από τη ζώνη του. Τον άκουσα να λέει: "Αυτό που είπες τώρα δεν θα το λες αύριο".
Από το στόμα μου βγήκε η κοφτή απάντηση: "Οι άντρες που απειλούν δεμένες γυναίκες δεν είναι άντρες". Τον προ­καλούσα με την κρυφή ελπίδα να χάσει την αυτοκυριαρ­χία του και να με πυροβολήσει. Ήταν το μικρότερο κακό που μπορούσε να μου συμβεί.
Έχασε την αυτοκυριαρχία του, αλλά δεν πυροβόλησε. "Θα τα ξαναπούμε", μου σφύριξε φεύγοντας. Και πρό­σθεσε: "Και πολύ σύντομα".
Έτρεμα ολόκληρη. Ήξερα όμως ότι τον πρώτο γύρο της πρώτης μέρας μου στην Μπουμπουλίνας δεν τον είχε κερδίσει ο Καραπαναγιώτης.
25 Νοεμβρίου: Χθες βράδυ στις οκτώ με ανέβασαν στην ταράτσα. Ήρθαν δύο στο κελί μου και μου είπαν να τους ακολουθήσω. Περάσαμε στον διάδρομο, το χωλ, και μπρο­στά ο ένας, στη μέση εγώ και από πίσω ο άλλος, ανεβή­καμε την εσωτερική σκάλα. Ο ένας έφυγε. Ρούφηξα με ηδονή τον καθαρό αέρα και αγωνιζόμουνα να συγκρατή­σω την καρδιά μου που πήγαινε να σπάσει. Ο φρουρός μου αμίλητος. Περιεργάστηκα την ταράτσα. Μια συνηθισμένη μεγάλη ταράτσα. Στο βάθος το συνηθισμένο επίσης πλυ­σταριό. Στη μέση του πλυσταριού ένας πάγκος με σκοινιά λυμένα στις δύο άκρες του. Στη γωνιά πεταμένα δυο-τρία ρόπαλα σπασμένα. Ένα ντουλάπι, ανοιχτό και μέσα κρε­μασμένοι βούρδουλες από σύρμα. Δύο σιδερένιοι σωλήνες λυγισμένοι. Πιο κει ένα βαρέλι άδειο. Τότε δεν ήξερα ακό­μη τον προορισμό του. Τώρα τον ξέρω. Καθώς το χτυπάει κάποιος αλλοιώνεται και πολλαπλασιάζεται και η πιο σπα­ρακτική κραυγή. Η μοτοσικλέτα είναι για να σκεπάζει τις φωνές. Το βαρέλι για να δυναμώνει τον τρόμο. Στη σειρά 3-4 ντους για τους λιποθυμισμένους. Στη συνέχεια του πλυ­σταριού υπάρχει ένα πολύ μικρό δωμάτιο. Στον τοίχο το άνοιγμα μιας τρύπας. Ίσα ίσα για να χωράει ένα ανθρώ­πινο σώμα. Αυτή η τρύπα φτάνει ως το υπόγειο. Δεν την χρησιμοποιούν συχνά αυτήν την τρύπα. Είναι ένα είδος χαριστικής βολής. Πότε πότε. όταν το θύμα δεν δίνει τα ονόματα που του ζητάνε και έχουν εξαντλήσει όλα τα μαρτύρια, τότε το τοποθετούν μέσα στην τρύπα, με το κεφάλι προς τα μέσα. Δεν το σπρώχνουν όμως. Γιατί, όπως είπαν και σε μένα, "εμείς δεν είμαστε φονιάδες σαν και σας". Αλλά τι συμβαίνει; Το παλικάρι ή το κορίτσι που βάζουν στην τρύπα χάνει τις αισθήσεις του και το βά­ρος του σώματος κάνει μόνο του τη βουτιά του θανάτου. Καμιά φορά μένει σφηνωμένο ως την άλλη μέρα. Αλλά είναι άψυχο. Τότε κάποιος το σπρώχνει και πέφτει σαν βολίδα στο υπόγειο. Μεταφέρεται στο νεκροτομείο με την ένδειξη: "Αυτόχειρ αγνώστων στοιχείων". Η τρύπα είναι πάλι ελεύθερη...
Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Μπροστά μου πάλι τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη.
Έδιωξε τον φρουρό, με άρπαξε από τον λαιμό και αμίλητος μ' εξεσφενδόνισε στον τοίχο. Το κεφάλι μου χτύπη­σε, κλονίστηκα και έπεσα μπρούμυτα με τα χέρια δεμένα πίσω. Αγωνιζόμουνα να κρατήσω τις αισθήσεις μου. Με­ρικές σταγόνες αίμα κύλησαν από το μέτωπο στα μάτια. Έβλεπα θαμπά κόκκινα τα πόδια του Καραπαναγιώτη, το τσιμεντένιο πάτωμα πιτσιλισμένο από το αίμα του κεφα­λιού μου, τα σπασμένα μπαμπού. Στο βάθος η ανταύγεια από τα φώτα της νυχτερινής Αθήνας... Ήθελα να σηκωθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και με σήκωσε τραβώντας με από τα δεμένα χέρια. Τότε ένιω­σα τον πρώτο δυνατό πόνο. Δάγκωσα τα χείλια μου για να μη φωνάξω. Έτσι κρεμασμένη με πήγε κάτω από ένα ντους και άνοιξε τη βρύση. Το νερό ξέπλυνε το αίμα και ξεκα­θάρισε τα μάτια μου. Με κάθισε στον πάγκο. Εκείνη την ώρα μπήκαν στο πλυσταριό άλλοι τρεις. Από περιγραφές γνώρισα τον Μπάμπαλη και τον Σπανό. Ο τρίτος ήταν και­νούργιος. Με έριξαν ανάσκελα και μ' έδεσαν στον πάγκο. Τα χέρια με τις χειροπέδες στην πλάτη πονούσαν. Τα μά­τια ξανακοκκίνισαν από το αίμα του κεφαλιού. Χτυπού­σαν με λύσσα και οι τρεις. Από τον λαιμό και κάτω οι βουρδουλιές έπεφταν με ρυθμό. Όταν ο ένας βούρδουλας υψωνότανε ο άλλος έπεφτε. Ανάπνεα δύσκολα. Αυτό κρά­τησε σχεδόν μισή ώρα. Κάθε δέκα λεπτά περίπου ο καθέ­νας σταματούσε εκ περιτροπής για να ξεκουραστεί. Τώρα όλα χόρευαν μπροστά μου. Οι βούρδουλες που ανεβοκατέβαιναν, τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη, πιο κει αυτός που ανανέωνε τις δυνάμεις του παίρνοντας βαθιές εισπνοές για να ξαναρχίσει, στο βάθος η φωτισμένη Αθήνα, όλα τώρα μπερδεύονταν σ' ένα πυρρίχιο χορό του μυαλού. Ας έχανα τουλάχιστον για λίγο τις αισθήσεις μου. Ακόμη και ο Χριστός είπε: "παρελθέτω..!'. Θεέ μου παντοδύναμε, βοήθησε με ν'αντέξω. Βοήθησε με να πεθάνω.
Τώρα ξεκουραζόταν ο Καραπαναγιώτης. Άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε δυο-τρεις ρουφηξιές και πλησίασε. Με το τσιγάρο στο στόμα σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του. Οι άλλοι σταμάτησαν. Ο Καραπαναγιώτης έλυσε τα σκοινιά των ποδιών. Έπειτα με αργές κινήσεις σήκωσε τη φούστα μου ψηλά. Τράβηξε ακόμη μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο του, τίναξε τη στάχτη του και το έσβησε στον μηρό μου, πάνω από την κάλτσα. Έβγαλα ένα ουρ­λιαχτό πόνου και ένιωσα να βυθίζομαι στο χάος. Τότε χτύ­πησε κάποιος το βαρέλι και ο ήχος της κολάσεως με ξα­ναγύρισε στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Καραπαναγιώτης πίεζε ακόμη το τσιγάρο πάνω στην καμένη σάρκα για να σβήσει και την τελευταία μικρή καύτρα. Όταν τελείωσε εί­πε: "Δεν προτιμάς να πάμε στο γραφείο;". Η φωνή μου δεν έβγαινε. Με πολλή προσπάθεια ψιθύρισα: "Κτήνος".
Με ξανάδεσαν και άρχισαν να με χτυπάνε πάλι. Κάθε φορά που έβλεπα τον βούρδουλα υψωμένο παρακαλούσα τον Θεό να μην πέσει στο καμένο σημείο του ποδιού. Οι παρακλήσεις μου δεν εισακούονταν όλες τις φορές. Ο πό­νος με βύθιζε ξανά στο χάος. Ίσως να πέθαινα και να λυ­τρωνόμουνα από τα χέρια τους. Ναι, σίγουρα πέθαινα... Μανώλη, μάννα, πατέρα, συγχωρείστε με. Σας αγαπάω όλους. Αγαπάω τον κόσμο όλο...
26 Νοεμβρίου: Δεν είμαι σίγουρη αν είναι 26 ή 27 ή και 25 Νοεμβρίου. Είμαι σίγουρη ότι είναι νύχτα. Το καταλαβαί­νω από το πηχτό σκοτάδι του κελιού. Αναπνέω δύσκολα. Και σε κάθε εισπνοή πονάω σαν να με σουβλίζουνε και να με καίνε μαζί. Είμαι όμως ζωντανή. Ακούω στους διαδρό­μους και στη σκάλα το πήγαινε-έλα. Η ταράτσα δεν στα­ματάει ποτέ.
Το κλειδί στριφογύρισε στην κλειδαριά. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η σωματώδης σκιά. Ο Καραπαναγιώτης. "Έχεις να πεις τίποτα;" ρώτησε. "Ναι", είπα. "Ότι εί­σαι ένας φονιάς". Χίμηξε. Το πληγιασμένο κορμί δεν αι­σθανότανε τα χτυπήματα, τις κλοτσιές. Ευχαριστώ, Παναγιά μου, θ' αντέξω... Μανιασμένος με τράβηξε από τις χειροπέδες. Δύο με τύλιξαν σε κουβέρτα και μ'ανέβασαν. Κατευθείαν μ'έδεσαν στον πάγκο. Ο Καραπαναγιώτης είπε: "Φωνάξτε τον γιατρό της υπηρεσίας". Σε λίγα λεπτά ο γιατρός ανέβηκε. Ένα ήρεμο πρόσωπο εξοικειωμένο με την ταράτσα. "Για κοίταξε, κύριε Κιούπη, αντέχει ακόμη; Μας κάνει πολύ τη δύσκολη". Ο γιατρός κύριος Νικόλαος Κιούπης έβγαλε το στηθοσκόπιο και με εξέτασε. Ευσυ­νείδητα γνωμάτευσε: "Αντέχει ακόμη. Αλλά όχι για πολύ". 0 Καραπαναγιώτης είπε: "Καλά, γιατρέ. Αλλά μη φεύγεις, σε παρακαλώ".
Με έλυσαν από τον πάγκο. Μήπως φοβήθηκαν ότι θα πεθάνω; Δεν ήταν αυτό. Ο Καραπαναγιώτης με σήκωσε από τις χειροπέδες και πλησιάζοντας τον τοίχο με κρέ­μασε από έναν γάντζο. Ο πόνος τρύπησε το μυαλό. Έγει­ρα το κεφάλι και με το κάψιμο της πρώτης βουρδουλιάς ο κόσμος μέσα μου έσβησε. Συνήλθα εισπνέοντας ένα μπαμπάκι με κάτι σαν αιθέρα, που είχε βάλει στη μύτη μου ο γιατρός. "Ένα όνομα και πας σπίτι σου", είπε ο Καραπαναγιώτης. Το ψιθύρισμα μου είχε τον τόνο της άγριας ικεσίας: "Σκοτώστε με".
"Για αφήστε μένα", είπε μια φωνή. Το μόνο που πρό­σεξα καθώς πλησίαζε ήταν ότι είχε βλογιοκομμένο πρό­σωπο. Έκανε μια κίνηση και μου 'σκίσε το μπούστο. Έπια­σε τον αριστερό μαστό και τον έστυψε με όλη του τη δύναμη. Η σιχασιά ήταν δυνατότερη από τον πόνο.
Άφησε το μαστό και άναψε ένα σπίρτο. Η φλογίτσα έδειξε μερικές σταγόνες ιδρώτα γύρω στα σημάδια της βλογιάς. Αλλά η φλογίτσα πλησίαζε. Το κτήνος είχε καρ­φώσει τα μάτια του στα δικά μου, ηδονισμένο προκατα­βολικά με τις αντιδράσεις μου. Η φλογίτσα άγγιξε τη ρό­γα. Τσίριξε η καμένη σάρκα. Το σπίρτο πήγαινε γύρω γύρω στη ρόγα ώσπου έσβησε.
Βογκητά σφαγμένου ζώου έβγαιναν από μέσα μου. Ο θάνατος δεν έρχεται όταν τον αποζητάς. Ευτυχώς που έρ­χεται πότε πότε το λιποθύμισμα και μαζί και η φευγαλέα λησμονιά της φρίκης.
Γρήγορα με ξαναζωντάνεψαν. Τώρα ο πόνος, ένας άγνωστος πόνος, έρχεται από τα νύχια. Θεέ μου, θα πω ονόματα, δεν έχω άλλη δύναμη μέσα μου. Ο τρίτος βασα­νιστής, ενώ είχα χάσει τις αισθήσεις μου, θέλοντας να με ξυπνήσει είχε πάρει μια καρφίτσα, κατέβασε τις κάλτσες μου και έμπηξε την καρφίτσα στη σάρκα κάτω από τα νύ­χια. Η καρφίτσα έμπαινε όλο και πιο βαθιά. Τα μάτια μου θάμπωναν ξανά. Κύριε γιατρέ, κύριε Κιούπη, δεν θα πεις το "όχι άλλο". Αλλά ο κύριος Κιούπης είχε φύγει. Ο Καραπαναγιώτης πιο έμπειρος και από γιατρός, σταμάτησε τον άνθρωπο με την καρφίτσα. "Φτάνει", του είπε. "Έχει έγκαυμα δευτέρου βαθμού. Δεν της κάνω το χατίρι να πε­θάνει. Η δουλειά πρέπει να γίνεται όμορφα και πολιτι­σμένα, χωρίς ζοριλίκια"...
8 Δεκεμβρίου: Είμαι στο κελί μου δύο μέρες τώρα χωρίς να μ'αγγίξει κανείς, χωρίς να με πάνε στην ταράτσα. Πο­νάω παντού και καίω από τον πυρετό. Αλλά το κελί είναι η όαση της Μπουμπουλίνας. Συντροφευμένη από τον πό­νο και τον πυρετό - θα πιστέψετε; - αισθάνομαι όμορφα. Άντεξα ως τώρα. Έχω κι άλλη συντροφιά. Τον φρουρό μου από το έξω μέρος της πόρτας. Αλλάζει κάθε τέσσερις ώρες. Έχω δει μόνο αυτόν που έχει βάρδια 10-2 την ημέρα. Χτες μου έδωσε από την τρύπα ένα κομμάτι ψωμί και ένα πλα­στικό δοχείο με νερό. Συμπαθητική ουδέτερη φυσιογνω­μία. Την ώρα που μου'δινε ψωμί και νερό ξεθάρρεψα και τον ρώτησα: "Ανεβαίνεις και συ στην ταράτσα;". "Όχι", εί­πε. "Δεν έχω υπηρεσία στις ανακρίσεις". Και αφού κοίταξε δεξιά-αριστερά πρόσθεσε σιγά μ'έναν αταίριαστο στην Μπουμπουλίνας ανθρώπινο τόνο: "Όλοι μιλάνε για σας. Έχετε ψυχή". Μου γύρισε την πλάτη και ξαναπήρε το απρό­σωπο ύφος.

9 Δεκεμβρίου: Ούτε τη νύχτα που πέρασε με θυμήθηκαν. Είναι άραγε καλό σημάδι; Ή προετοιμάζουν κάτι; Και τι;
10                Δεκεμβρίου: Στις 9 το πρωί σήμερα με πήγαν χωρίς χειροπέδες, κρατώντας με από τις μασχάλες, στο γραφείο του κυρίου Λάμπρου. Είναι διευθυντής, αρχηγός των "ανα­κριτικών" ομάδων της Μπουμπουλίνας. Αργότερα έμαθα ότι έχει σπουδάσει στην Αμερική σε σχολή ψυχολογικού πολέμου. Μου φέρθηκε ευγενικά. Μου πρόσφερε καρέ­κλα. Έπειτα μου μίλησε για τον πατέρα μου, έναν αξιο­σέβαστο, όπως τον χαρακτήρισε, παράγοντα της οικονο­μικής ζωής της χώρας. Πώς έμπλεξα με τους εχθρούς της πατρίδος; Αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και προσφέρεται, ο ίδιος, για να προστατέψει την εθνική υπόληψη της οικογένειάς μου, να με βοηθήσει, παραβιάζοντας ακόμη και το καθήκον του, ώστε να επαναφερθώ στους κόλπους της υγιούς κοινωνίας. Βέβαια, μερικοί υπάλληλοι της Γενικής Ασφαλείας, από υπερβάλλοντα ζήλο, συμπεριφέρονται καμιά φορά με ανάρμοστον τρόπον προς τους κρατουμέ­νους, αλλά το κάνουν για να τους επαναφέρουν εις την εθνικήν οδόν, δηλαδή για το καλό τους! "Εγώ όμως δεν τα εγκρίνω αυτά".
Τα λόγια του μου προκαλούσαν ναυτία.
"Εγώ δεν θα σας ζητήσω ονόματα", συνέχισε. "Μόνο μια απλή δήλωση. Έτσι για να υπάρχει στον φάκελο σας και να μην σας ξαναενοχλήσει ποτέ κανένας".
Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε ένα τυπωμένο χαρτί και μου το έδωσε.
"Διάβασέ το με την ησυχία σου", είπε. "Και μόλις το υπο­γράψεις είσαι ελεύθερη".
Το χαρτί έγραφε:
"Βαθύτατα συγκεκινημένη από την στοργικήν μεταχείρισιν της οποίας έτυχον κατά την κράτησίν μου και από το πατρικόν ενδιαφέρον των Αρχών Ασφαλείας προς εμέ την παραπλανηθείσαν, εκφράζω την βαθυτάτην μου ευγνωμοσύνην και δηλώ ότι εφεξής θέλω προσφέρει και την τελευταίαν ρανίδα του αίματος μου υπέρ της εθνικής στρα­τιωτικής κυβερνήσεως, η οποία αγωνίζεται διά την πραγματικήν δημοκρατίαν".
12 Δεκεμβρίου: Από χθες τη νύχτα είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Θυμάμαι αυτή τη φράση της Νέλλης και τώρα τη νιώθω να τυλίγει εμένα την ίδια. Όχι, δεν υπέγραψα τη δή­λωση του Λάμπρου. Ούτε έδωσα ονόματα. Αλλά ωστόσο είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Άμα σας διηγηθώ τι μου συ­νέβη θα με καταλάβετε. Πιο καλά θα με νιώσουν όσες γυ­ναίκες διαβάσουν το γράμμα μου.
Από το απόγευμα διαισθανόμουνα ότι η νύχτα αυτή θα ήταν κρίσιμη για όλη μου τη ζωή. Χωρίς να έχω καμιά έν­δειξη, ήξερα από μια νευρική υπερευαισθησία ότι στις οκτώ θα ξανάβλεπα την ταράτσα. Στις οκτώ παρά τέταρτο η αγωνία μου είχε φτάσει στο ζενίθ. Ακόμη κι ο μόνιμος πό­νος του κορμιού είχε παραμεριστεί από το τέντωμα των νεύρων. Μυριζόμουνα έναν απροσδιόριστο κίνδυνο που μπροστά του ο φυσικός πόνος έσβηνε. Στις 8 παρά ένα λε­πτό μου'ρθε να βάλω τις φωνές ή να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Μετά τις οκτώ κατέρρευσα. Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα αισθάνεται ο κατάδικος που οδηγεί­ται στην ηλεκτρική καρέκλα και τη στιγμή που ο δήμιος πάει να πατήσει το κουμπί ειδοποιείται ότι η εκτέλεση αναβάλλεται. Γιατί κι εγώ ήξερα ότι για αναβολή επρόκειτο. Το αργότερο ως αύριο.
Στις εννέα άνοιξε η πόρτα. Ο Καραπαναγιώτης. "Τι έκανες με το χαρτί που σου'δωσε ο κύριος διοικητής;" ρώ­τησε. Από τη σιωπή μου κατάλαβε. Ανεβήκαμε. Με υπο­βάσταζε ο Κραβαρίτης. Άλλοι δύο, φρεσκοξυρισμένοι, προ­χωρούσαν μπροστά. Ο Καραπαναγιώτης από πίσω. Ένας από τους αγνώστους βλαστημούσε, γιατί είχε εισιτήριο για το θέατρο και δεν προλάβαινε. Η ταράτσα η ίδια, όπως την είχα αφήσει πριν έξι μέρες. Ωραία η θέα του Λυκαβηττού. Και η Ακρόπολη φωτισμένη. Όλη η Αθήνα είναι όμορφη και φαντάζει ακόμη πιο όμορφη όταν την ατενίζεις ψηλά από το κολαστήριο της ταράτσας. Σπίτια φωτισμένα και μέσα ζούνε άνθρωποι. Άντρες που γυρίζουν από τις δου­λειές τους, γυναίκες που μαγειρεύουν, ζευγάρια που καβγαδίζουν γι'ασήμαντες εγωιστικές αφορμές. Παιδιά που διαβάζουν για το αυριανό σχολείο.
Κάποια κοπελίτσα παίζει πιάνο. Την φαντάζομαι να τεντώνει τα χεράκια της να πιάσει τις οκτάβες. Κοντά στο κολαστήριο μια μαιευτική κλινική. Κάποια ξεγεννάει δύ­σκολα. Ακούγονται οι δυνατές φωνές της. Καινούργιες ζωές έρχονται στον κόσμο. Και δεν ξέρουν ότι γεννιού­νται πλάι στη ζούγκλα, ότι ο κόσμος όλο και πάει να ξα­ναγίνει μια απέραντη ζούγκλα... Ήσυχοι, καλοί άνθρω­ποι, που σας λένε η σπονδυλική στήλη της κοινωνίας, δεν είμαι παρά μια ανήμπορη γυναίκα και τα θεριά γύρω ακο­νίζουν τα δόντια τους έτοιμα να χιμήξουν. Αν δεν ξυπνήσετε θα χιμήξουν και στις δικές σας γυναίκες και στα δικά σας παιδιά...
Χίμηξαν και οι τέσσερις μαζί. Αυτός που ήταν πίσω μου, έτσι όπως είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω μου, μου'δωσε μια δυνατή κλοτσιά στο κάτω μέρος της πλάτης. Έχα­σα την ισορροπία μου και κλονίστηκα. Προτού πέσω ο μπροστινός με κλότσησε στο πρόσωπο. Καθώς ταλαντευό­μουνα, ο πλαϊνός με χτύπησε με γροθιά στο στομάχι και ενώ έβγαινε από μέσα μου ακατάσχετος εμετός εξακο­λουθούσε το κυκλικό παιγνίδι της μπάλας. Κάποιος αστό­χησε και κυλίστηκα χάμω. Τότε το παιγνίδι άλλαξε. Ο Κα­ραπαναγιώτης πήδησε στην κοιλιά μου. Ο Κραβαρίτης έκανε το ίδιο πάνω στο καμένο στήθος. Ένας τρίτος έβα­λε το πόδι του στον λαιμό μου και τον πίεζε. Η αναπνοή μου σταμάτησε. Να, ο θάνατος επιτέλους έρχεται να με λυτρώσει. Όχι. Το πόδι τραβήχτηκε από τον λαιμό. Τέσ­σερα χέρια με σήκωσαν και με πέταξαν στον πάγκο. Μου έβγαλαν όλα τα ρούχα. Θεόγυμνη, μ' έδεσαν σφιχτά. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και έφερε τα σκοινιά στα σημεία που να πιέζουν τις πληγές της καμένης ρόγας του αριστε­ρού στήθους και του δεξιού μηρού. "Θα πάθεις κι άλλα χει­ρότερα", είπε. "Στο χέρι σου είναι να γλιτώσεις". Δεν είχα δύναμη να μιλήσω. Η φωνή δεν έβγαινε. Με υπεράνθρω­πη προσπάθεια έδωσα στο στόμα το σχήμα που παίρνει όταν θέλει να φτύσει. Αλλά δεν βγήκε παρά ένα μικρό κομ­ματάκι ματωμένο σάλιο που κόλλησε στο δεξί του μάγου­λο. Ένα γερό χαστούκι με επανέφερε στην τάξη.
"Ρε σεις", είπε ο Καραπαναγιώτης στρεφόμενος στους άλλους, "θέλει κανείς να την γλεντήσει; Παίρνω γω την ευθύνη".
Το βλέμμα μου πήγε διαδοχικά και στους τέσσερις. Περιεργάζονταν το γυμνό μου κορμί, όχι όμως σαν πραγμα­τικοί αρσενικοί. Ο Καραπαναγιώτης απομακρύνθηκε προς το κεφαλόσκαλο κι έμπηξε μια φωνή: "Ρε Φώτη, τσακίσου κι έλα απάνω". Πέρασαν ένα-δυο λεπτά νεκρικής σιγής. Ακούγονταν οι φωνές της γυναίκας που γεννούσε στο δι­πλανό μαιευτήριο. Κάποιο κοντινό ραδιόφωνο μετέδιδε ότι "ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός εύρεν ικανοποιητικάς τας συνθήκας διαβιώσεως των κρατουμένων εν Ελλάδι". Ο Κραβαρίτης γελούσε δυνατά...
Από το κεφαλόσκαλο πρόβαλε η ζωώδης μορφή του Φώτη. Κοντός και πλατύς σαν παλαιστής με γαμψή μύτη. Το μισό χείλος ήταν κομμένο και άφηνε να φαίνονται δύο χρυσά δόντια. Η έκφραση του δεν είχε τίποτα το ανθρώ­πινο. Το βλέμμα του έπεσε λαίμαργο πάνω στο γυμνό γυ­ναικείο κορμί.
"Κοίτα, ρε Φώτη, τι μεζέ έχω για σένα. Φύτεψέ της ένα, Φωτάκη, να θυμάται την ταράτσα σ'όλη της τη ζωή".
Ένας μορφασμός που πρέπει να σήμαινε γέλιο και χα­ρά διέστειλε την απαίσια μορφή. Χωρίς να πει τίποτε πέ­ταξε το σακάκι του και ξεκουμπώθηκε μπροστά. Μισο­πεθαμένη από φόβο και πόνο μπόρεσα να φωνάξω: "κτηνάνθρωποι, δεν φοβάστε τον Θεό;". Ο Φώτης ξαναγέλασε. Ο Κραβαρίτης πήρε ένα κομμάτι σφουγγαρόπανο και μου το'χωσε στο στόμα. Τώρα οι τέσσερις θεατές ήταν πολύ κοντά. Ο Φώτης έπεσε πάνω μου. Είδε όμως ότι τα πόδια μου ήταν δεμένα και δεν μπορούσε να τ'ανοίξει. Μουγκρίζοντας για το εμπόδιο ανασηκώθηκε και μισόγυμνος έλυσε τα σχοινιά. Έκλεισα τα μάτια μου τη στιγμή που μου σήκωσε τα πόδια, αλλά τα ξανάνοιξα από τον οξύ πόνο καθώς με ξέσκιζε εισορμώντας μέσα μου. Ένας δεύ­τερος οξύτερος πόνος ήρθε όταν τα χρυσά δόντια του μπή­χτηκαν βαθιά στο πληγωμένο αριστερό στήθος. Με παίδε­ψε πολλή ώρα. Κάθε φορά που τελείωνε, το μουγκρητό ικανοποιήσεως του γουρουνιού σκέπαζε τις κραυγές από το μαιευτήριο. Ο χορός των βασανιστών σκυμμένος πάνω μου φώναζε: "Μπράβο, Φώτη... Κι άλλο..!'.
Όταν αποκαμωμένος τραβήχτηκε, τα ελεύθερα πόδια μου σε μια υπέρτατη προσπάθεια εκτινάξεως του έδωσαν μια τρομερή κλοτσιά στο πρόσωπο. Κλονίστηκε για μια στιγμή, το μάτι του θόλωσε και είδα στα τεράστια χέρια του, καθώς τα άπλωνε προς τον λαιμό μου. την έκφραση του στραγγαλιστή. Οι άλλοι πάλεψαν σκληρά για να τον συγκρατήσουν. Σηκωτό τον πέταξαν από τη σκάλα...