Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ειρήνη υμίν και... αποκαθήλωση
Στις 15 Αυγούστου, ο Πλαστήρας, απαντώντας σε προσφωνήσεις στο γεύμα που δόθηκε προς τιμήν του στην Τήνο, αναφέρεται και στα «μέτρα επιεικείας». Αφού είπε ότι σκοπός των μέτρων είναι «να επανέλθουν εις την εθνικήν οικογένειαν» οι «παραπλανηθέντες», συνεχίζει:
«...έχω παρεξηγηθεί ώστε να θεωρούμαι συνοδοιπόρος ή κομμουνιστής μόνον και μόνον διότι εμμένω εις τα μέ­τρα επιεικείας. Αυτό δεν με ταράσσει, ούτε θα με κάνη να απομακρυνθώ της αρχής, η οποία είναι κατ' αρχήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εξακολουθώ να πιστεύω εις την επιείκειαν όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, η οποία όμως υπό την παρούσαν σύνθεσιν της κυβερνήσεως δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθή καθ'ολοκληρίαν. Εγώ εμμένω εις τας ιδέας μου αυτάς και θα επιμείνω εξακολουθητικώς, διότι πιστεύω ότι αυτά είναι τα μέσα διά των οποίων θα δυνηθώμεν να εξασφαλίσωμεν την αδιατάρακτον ειρήνην, την γαλήνην και ησυχίαν εις την πατρίδα ημών, άνευ της οποίας δεν είναι δυνατόν να προχωρήσωμεν εις την ανασυγκρότησιν».

Απαντώντας ύστερα σε πρόποση του Μητροπολίτη Σύρου και Τήνου Φιλαρέτου - ο οποίος εξήρε τον πατριωτισμό του πρωθυπουργού αλλά, παίρνοντας στην ουσία πολιτική θέση αντίθετη με την κυβερνητική, είπε ότι «η Εκκλησία παρέχει συγγνώμην εις τους πράγματι και ειλικρινώς μετανοήσαντας» — ο Πλαστήρας προσθέτει:
«Είμαι κεκηρυγμένος κατά της αφαιρέσεως ανθρωπίνων ψυχών, εις οιανδήποτε περίπτωσιν. Την στιγμήν κατά την οποίαν υπάρχουν επιεικέστεραι ποιναί, όπως τα ισόβια δε­σμά, δεν δύναμαι να εννοήσω πώς είναι δυνατόν να υπάρ­χουν άνθρωποι επιθυμούντες την αφαίρεσιν της ζωής ενός συνανθρώπου. Δηλώ δε ότι, αν μου δοθή η πλειοψηφία να κυβερνήσω μόνος το έθνος, θα προβώ αμέσως εις την κατάργησιν της θανατικής ποινής, συμφώνως προς τας επικρατούσας και εις τα άλλα πεπολιτισμένα έθνη αντιλήψεις».
Μόλις γίνονται γνωστές οι δηλώσεις αυτές του Πλαστήρα, ο Τύπος της Δεξιάς εξαπολύει τη συνηθισμένη του εκστρατεία κα­τά του πρωθυπουργού και της κυβερνήσεως του Κέντρου. Και ο Βενιζέλος, που πληροφορείται τις διακηρύξεις του πρωθυπουρ­γού από τα απογευματινά φύλλα της 16ης Αυγούστου, αποφασίζει να επισπεύσει την ανατροπή της κυβερνήσεως.
«Αι δηλώσεις του πρωθυπουργού – εδήλωσε - δημιουργούν πολιτικόν ζήτημα, προς αντιμετώπισιν του οποίου συνεκάλεσα εις σύσκεψιν τα κοινοβουλευτικά μέλη του Κόμματος των Φιλελευθέρων».
Και, ενώ αρχίζουν να κινούνται πιο δραστήρια οι θιασώτες της «μεταβατικής» για κυβέρνηση υπό τον Τζόν Θεοτόκη ή τον Πιπινέλη και τα Ανάκτορα προσπαθούσαν να πείσουν τον Παπάγο να αναλάβει εκείνος την πρωθυπουργία, ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος ξιφουλκεί κατά του Πλαστήρα, από την Ελβετία όπου βρίσκεται, φέρνοντας στο προσκήνιο και τον παλιό  διχασμό και την εκτέλεση των Έξι:
«Αι δηλώσεις του κ.πρωθυπουργού – έλεγε ο Τσαλδάρης – πιστοποιούν απλώς την στάσιν την οποίαν ετήρει μέχρι τούδε και δια της οποίας προσπαθεί να περισώση τους πράκτορας του εχθρού και να αποδώση εις αυτούς τους συνεργάτας των. Εκπληκτικόν είναι μόνον, ότι ο κ.Πλαστήρας ομιλεί περί καταργήσεως της θανατικής ποινής λησμονών ούτω την ιστορίαν του. Διότι ουδείς Έλλην ελησμόνησεν ότι αυτός φια του θανάτου εστέρησεν εις άλλην εποχήν τον τόπον εξεχόντων πολιτικών ανδρών, και μάλιστα αρχηγών κομμάτων».

Ο Πλαστήρας, στις 17 Αυγούστου, βρίσκεται στη Βόρεια Ελλάδα για τα εγκαίνια των έργων εξηλεκτρισμού στην Άγρα και της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Αμυνταίου – Πτολεμαϊδος. Εκεί πληροφορείται τις δηλώσεις του Βενιζέλου, καθώς και την απόφαση που πήρε την ημέρα εκείνη η κοινοβουλευτική ομάδα των Φιλελευθέρων, να αποσυρθούν οι βενιζελικοί υπουργοί από την κυβέρνηση (Κωστόπουλος, Γκλαβάνης, Ψαρρός, Νόβας, Χαβίνης, Μπακατσέλος, Βολουδάκης, Ιασονίδης). Αμέσως ζητά να του σταλεί αεροπλάνο για να γυρίσει στην Αθήνα. Στους δημοσιογράφους, που τον ρωτούν σχετικά με την κρίση, απαντά:

«Η επιβουλή του κ.Βενιζέλου κατά της σημερινής κυβερνήσεως του Κέντρου υπήρξε πάντοτε και δεν με ξενίζει».

Και, μετά μερικές μέρες, κατά την συζήτηση στη Βουλή, αναφερόμενος στο ιστορικό της κρίσεως θα πεί:

«… ομολογώ ότι ούτε μίαν ημέραν κατά το διάστημα των τεσσάρων μηνών η κυβέρνησις είχε το αίσθημα της ευσταθείας. Και δια το ελάχιστον προσωπικόν ζήτημα προεξωφλείτο η πτώσις της (…). Έπρεπε πάση θυσία να ευρεθή ένα πρόσχημα. Και ομολογώ, με όλην την επιείκειαν, ότι δεν ήτο δυνατόν να ευρεθή χειρότερον πρόσχημα από το ότι ο Έλλην πρωθυπουργός εις την Τήνον ωμίλησε περί διευρύνσεως των μέτρων επιείκειας και εξέφρασε την ευχήν καταργήσεως, εν καιρώ, της θανατικής ποινής δια τους πολιτικούς καταδίκους (…). Εδημιουργήθη κυβερνητική κρίσις διότι εις μίαν θρησκευτικήν εορτήν επανέλαβα το «Ειρήνη υμίν» του Ιησού, δια το οποίο Εκείνος κατεδικάσθη από τους τότε γραμματείς και φαρισαίους. Θα ήτο, φυσικά, αντίθετον προς την Ιστορίαν, εάν και οι σημερινοί γραμματείς και φαρισαίοι δεν κατεδίκαζαν δια τον λόγον αυτόν και έναν κοινόν θνητόν».