Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ (μέρος 4ο)
23 Ιανουαρίου 1968: Είμαι πάλι στο δικό μου σπίτι της οδού Χάρητος. Με άφησαν ελεύθερη την άλλη μέρα των Χριστουγέννων. Τη φοβερή εκείνη νύχτα της 12ης Δεκεμβρίου με κουβάλησαν με μια κουβέρτα από την ταράτσα όχι στο κελί μου, αλλά σ'ένα από τα απομονωτήρια του υπογείου. Εκεί που καταλήγει η τρύπα του θανάτου από το πλυσταριό. Εδώ ο αέρας είναι λίγος, η ατμόσφαιρα πνιγερή. Το πάτωμα δεν έχει τσιμέντο.
Όταν με άδειασαν από την κουβέρτα στο κελί το γυμνό πληγιασμένο κορμί μου ανακατεύθηκε με τη γλίτσα και τα πεταμένα ρούχα μου. Ήταν λάσπη που μύριζε αίμα και ακαθαρσίες. Το μάκρος του κελιού μόλις έπαιρνε το σώμα μου, αν είχα διπλωμένα τα πόδια. Ήμουνα όμως χωρίς χειροπέδες κι έτσι μπόρεσα να ντυθώ, να κρατάω τη μύτη μου και ν' αναπνέω με το στόμα. Στα πρώτα δέκα λεπτά, παρά τους πόνους, την αιμορραγία και την εξάντληση, στεκόμουνα ορθή. Αυτή η βρόμικη λάσπη μού έφερνε εμετό. Και ο εμετός γινότανε το επίστρωμα της λάσπης. Δεν άντεξα για πολύ. Έπεσα κάτω και παραδόθηκα άνευ όρων στη λάσπη και στους εμετούς. Έζησα εκεί ως τις 26 Δεκεμβρίου.
Αλλά δεν με βασάνισαν άλλο. Και δεν ξαναείδα ούτε τον Καραπαναγιώτη, ούτε τους άλλους, ούτε τον βιαστή μου.
Στις 26 το μεσημέρι ένας αστυφύλακας με στολή με πήγε στο γραφείο του Λάμπρου. Μέσα στο γραφείο αντίκρισα τον πατέρα μου. Κράτησα τους λυγμούς μου. Δεν ήθελα να δώσω ικανοποίηση στον κύριο διοικητή που στεκότανε όρθιος. Ο πατέρας μπροστά στο φάντασμα που έβλεπε είχε καταρρεύσει.
"Είσαι ελεύθερη", είπε ψυχρά ο Λάμπρου.
Και να 'μαι πάλι από τη φρίκη της Μπουμπουλίνας στη θαλπωρή και στις ανέσεις του πατρικού σπιτιού.
Η μητέρα ήταν ακόμη στην κλινική. Είχε πάθει καρδιακή προσβολή την ημέρα που έμαθε ότι μ' έπιασαν. Ο πατέρας είπε ότι ήταν θαύμα που σώθηκε. Σε τρεις μέρες γύρισε σπίτι. Εμένα με εξέτασε συμβούλιο γιατρών και με υπέβαλε σε πολύπλευρη συστηματική θεραπεία. Το κάψιμο του μηρού έχει αφήσει μια βαθιά ουλή. Πιο αποκρουστική είναι η πληγή του στήθους. Είχε αρχίσει μόλυνση και χρειάστηκε να εγχειριστώ. Μου κόψανε το μισό στήθος. Ο αριστερός ώμος είχε υποστεί εξάρθρωση από το κρέμασμα. Ένα σπασμένο πλευρό μπήκε σε νάρθηκα. Έχω συνεχείς ιλίγγους και μου κάνουν ηλεκτροθεραπεία.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο φοβερό και αγιάτρευτο. Σήμερα το πρωί βεβαιώθηκα οριστικά ότι είμαι έγκυος. Έχω μέσα στα σπλάχνα μου το σπόρο της απαίσιας εκείνης νύχτας.
Δεν έχω πει σε κανένα αυτή την ιστορία. Η μητέρα και ο πατέρας θα πέθαιναν από ντροπή. Τι έπρεπε όμως να κάνω με τον Μανώλη;
Ο πατέρας τού είχε γράψει για τη σύλληψή μου. Και μ' ένα τηλεγράφημά μου "Είμαστε όλοι καλά. Ηλέκτρα" τού έδωσα να καταλάβει ότι είμαι ελεύθερη ζωντανή. Πήρα γράμματά του που εξέφραζαν αγωνία για την υγεία μου και μου έδιναν κουράγιο. Εξακολουθούσε να με αγαπάει βαθιά και αληθινά. Αλλά εγώ τι να του γράψω; Πώς να τον πληγώσω λέγοντας ότι είμαι έγκυος και πρόκειται να φέρω στον κόσμο μια ζωή που δεν είναι δική του; Νύχτες και νύχτες τυραννήθηκα μ' αυτή τη σκέψη. Κι ακόμη τυραννιέμαι....
Οι μέρες κυλάνε άδειες. Από την πρώτη μέρα που μ'άφησαν, με την εμπειρία της παρανομίας ερευνούσα από το άνοιγμα της κουρτίνας τον δρόμο. Τις πρώτες μέρες δεν έβλεπα καμιά απολύτως ύποπτη κίνηση. Ένα σούρουπο θέλοντας να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου ξεκίνησα με τα πόδια για την οδό Χάρητος. Σε τι κατάσταση να βρισκόταν άραγε το σπίτι μου; Στρίβοντας στη γωνιά σταμάτησα σ' ένα περίπτερο ν'αγοράσω κάτι. Ενώ πλήρωνα κοιτάζοντας προς τη γωνιά του δρόμου είδα να ξεπροβάλει ένα "μούτρο". Τον θυμήθηκα αμέσως. Τον είχα δει τη νύχτα που με πρωτοπήγαν στην Μπουμπουλίνας να κατεβαίνει, μαζί με άλλους, τη σκάλα, κρατώντας βιβλία στο χέρι. Προχώρησα κι έπειτα από τρία τετράγωνα σταμάτησα σε μια βιτρίνα. Ο "τύπος" ερχότανε, δήθεν αμέριμνος, από πίσω μου. Τώρα δεν είχα καμιά αμφιβολία.
Φτάνοντας στην πολυκατοικία της Χάρητος η θυρωρός καθώς με αντίκρισε μόνο που δεν λιποθύμησε. Άνοιξα το διαμέρισμά μου και είδα την εικόνα της καταστροφής. Τη νύχτα που είχαν έρθει και τους ξέφυγα από την πόρτα υπηρεσίας, τα έκαναν από τη λύσσα τους γης Μαδιάμ. Έπιπλα, καθρέφτες, κρεβάτια σπασμένα. Τα χαλιά σκισμένα με ξυραφάκια. Τα βιβλία φύλλο φύλλο. Τα ρούχα μου έλειπαν.
Όταν γύρισα στο πατρικό σπίτι, εξήγησα στους δικούς μου την καταστροφή. Ο πατέρας με παρηγόρησε λέγοντας ότι σε λίγες μέρες όλα θα ήσαν όπως πριν. Θυμάμαι ότι ακούγοντας τη φράση "όπως πριν", έβαλα τα κλάματα. Κλείστηκα στην κάμαρά μου και για πρώτη φορά άφησα τον συγκρατημένο εαυτό μου να ξεσπάσει. Έκλαιγα βουβά ώρες ολόκληρες. Όχι, ποτέ πια για μένα δεν θα ξαναγίνει η ζωή όπως ήταν "πριν". Η ταράτσα ίσως με τα χρόνια ξεχαστεί. Αλλά το έμβρυο που έχω στα σπλάχνα μου, τα χρυσά δόντια με το κομμένο χείλος που δάγκωναν το πληγωμένο στήθος, όχι αυτά δεν θα σβήσουν ποτέ. Θα ήταν οι παντοτινοί αχώριστοι εφιάλτες μου.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου μετακόμισα στο σπίτι μου. Ο καημένος ο πατέρας το είχε κάνει πιο όμορφο από "πριν". Πρώτη μου δουλειά ήταν να κατέβω τη νύχτα στον κήπο και να κοιτάξω για το θαμμένο σιδερένιο κουτί. Ήταν στη θέση του. Φίλησα το χώμα που ήταν κολλημένο απάνω του. Το χάιδεψα σαν ένα πιστό και ανεκτίμητο σύντροφο. Να ο προορισμός της ζωής μου. Θα το πλουτίσω με υλικό, θα το πλουτίζω κάθε μέρα. Και κάποια μέρα. μέσα από το πολύτιμο κουτί, θα ζωντανέψει το χρονικό της θεομηνίας.
Όχι. δεν είμαι φιλόδοξη. Είμαι μια απλή πονεμένη γυναίκα που θέλει να κάνει το χρέος της προς τους άλλους ανθρώπους σ'όποια φυλή ή θρησκεία κι αν ανήκουν. Χωρίς να έχω ιδέα από φιλοσοφία και κοσμοθεωρίες, το ένστικτο μου λέει ότι η πυρκαγιά που φούντωσε στην πατρίδα μου είναι το προγεφύρωμα ενός καινούργιου φασισμού, που αν δεν σβήσει οι φλόγες της θ'απλωθούν σ' όλη την Ευρώπη. Και όχι μόνο στην Ευρώπη. Οι Ιταλοί και οι Σκανδιναβοί και οι Ολλανδοί δείχνουν ότι έχουν συνείδηση του κινδύνου που τους απειλεί. Οι άλλοι όμως Ευρωπαίοι - και οι Αμερικανοί - όχι ακόμη. Μα αυτού του είδους η φωτιά δεν λογαριάζει σύνορα και ωκεανούς. Στον σημερινό κόσμο κανένας δεν είναι απρόσβλητος. Μόνο το ξύπνημα των ανθρώπων θα σταματήσει την αυτοκαταστροφή τους. Πρέπει να ξυπνήσουν τώρα, για να μην ξυπνήσουν μια μέρα τρομαγμένοι και από τα ζεστά τους κρεβάτια βρεθούν στα σφραγισμένα βαγόνια που πήγαιναν τους Εβραίους στα κρεματόρια. Τα Πεντάγωνα σ’όλες τις χώρες εκτρέφουν θηρία. Συνταγματάρχες. Καραπαναγιώτηδες. Φώτηδες. Και τα θηρία καραδοκούν την ευκαιρία να χιμήξουν στους λαούς, όπως χιμούσαν πάνω μου στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Και το αναμμένο τσιγάρο πάνω στο στήθος μιας γυναίκας σαλεύει το λογικό το ίδιο στην Ελληνίδα, και στη Βιετναμέζα και στην Τσεχοσλοβάκα, μα και στην Αμερικάνα. Ο πόνος είναι κι αυτός αδιαίρετος..
...Στο υπογειάκι που ζούσα όταν πιάστηκα υπάρχει θαμμένο ένα μικρότερο κουτί με υλικό. Το νοίκι είναι πληρωμένο και μπορώ να πάω. Αλλά το "μούτρο" που με παρακολουθεί; Ευτυχώς βρήκα τη λύση του προβλήματος. Εκτός από τους γονείς μου, η πρώτη επίσκεψη που είχα ήταν της Νέλλης. Πέσαμε η μία στην αγκαλιά της άλλης και κλάψαμε πολύ.
Απέφευγα να της πω ότι θα μπορούσε να ξύσει την πάντα ανοιχτή πληγή της. Μόνη της μου είπε τη συνέχεια της ιστορίας της. Τα δύο παλικάρια που είχε δώσει τα ονόματα τους πιάστηκαν και βασανίστηκαν. Ο ένας δεν μίλησε. Πέρασε από στρατοδικείο κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Ο άλλος μίλησε και είπε το μοναδικό όνομα που ήξερε. Αλλά το "όνομα" αυτό πρόλαβε κι έφυγε στο εξωτερικό. Έτσι, η αλυσίδα είχε κοπεί. Η Νέλλη υπέφερε ακόμη. Οι αναμνήσεις την τυραννούσαν. Αλλά δεν ήταν η νεκρή ψυχή που είχα αντικρίσει εδώ και μερικούς μήνες.
Της ζήτησα να πάει στο υπογειάκι και να ξεθάψει το κουτί με το υλικό. Της εξήγησα ότι η αποστολή αυτή είχε τους κινδύνους της. Η Νέλλη τα κατάφερε θαυμάσια. Το μικρό κουτί ήρθε στα χέρια μου και θάφτηκε δίπλα στο μεγάλο.
Οι μέρες και οι μήνες της σκλαβιάς κυλάνε. Και τα δύο σιδερένια κουτιά γεμίζουν. Και το γέμισμα των κουτιών σημαίνει ότι τα κολαστήρια δουλεύουν, αλλά και η αντίσταση δυναμώνει. Ξέρεις, κύριε Λάμπρου, πόσες συνειδήσεις ξύπνησαν τα εγκλήματά σου, πόσα αντρειωμένα παλικάρια έχεις προσφέρει στον αγώνα;
21 Απριλίου 1968: Σήμερα είναι η πρώτη επέτειος της σκλαβιάς. Από τη βεράντα του σπιτιού μου αντικρίζω την εικόνα του πανηγυρισμού. Συνεργεία αστυφυλάκων περιτρέχουν την πόλη και σημειώνουν τα σπίτια που δεν έχουν αναρτήσει σημαία. Αύριο θα κληθούν στην Μπουμπουλίνας να μάθουν να σέβονται τη γιορτή της Χούντας. Το ραδιόφωνο μεταδίδει θούρια και δοξολογίες. Χαμηλώνω την ένταση και γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Το Μπι-Μπι-Σι περιγράφει διαδηλώσεις που έγιναν στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής εναντίον της δικτατορίας στην Ελλάδα. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου. Ο εκφωνητής ενός άλλου σταθμού μεταδίδει ότι φοιτητές και φοιτήτριες σε 80 ευρωπαϊκά και 41 αμερικανικά πανεπιστήμια διέκοψαν τα μαθήματά τους για να εκδηλώσουν αλληλεγγύη προς τον ελληνικό λαό. Αθάνατη σπουδαστική νεολαία, λουλούδι της κοινωνίας και ελπίδα της ανθρωπότητας. Συνέχισε τις ωραίες παραδόσεις σου, ξύπνησε και τον υπόλοιπο κόσμο. Γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Μεταδίδει μια περίληψη από μήνυμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Προσπαθώ να θυμηθώ τη μορφή του όπως την είχα δει σε φωτογραφίες των εφημερίδων. Ναι, ένας πολύ γοητευτικός άντρας, με το στοχαστικό βλέμμα του σοφού. Ας μη τον συμπαθεί ο πατέρας, ο Ανδρέας είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος. Ο λαός τον ελάτρευε. (Γιατί όμως λέω ότι τον ελάτρευε; Δεν τον λατρεύει τώρα;) Θυμάμαι που μόλις είχα λυτρωθεί από την Μπουμπουλίνας, όταν άκουσα ή διάβασα ότι ο Ανδρέας είναι ελεύθερος και έφυγε στο εξωτερικό. Η φυλάκιση και η απειλή εκτελέσεώς του είχαν προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση. Στο Νιουσγουηκ έχω διαβάσει όλη την ιστορία της απελευθερώσεως του Ανδρέα Παπανδρέου, τις δραστηριότητες του Γκαλμπραίηθ και τέλος την προσωπική παρέμβαση του Τζόνσον. Όλα αυτά ήταν ωραία και τα κατάλαβα. Εκείνο που το φτωχό μου μυαλό δεν κατάλαβε ποτέ ήταν γιατί ο Ανδρέας έφυγε και ζει στο εξωτερικό. Η θέση του ήταν στην Ελλάδα, εδώ κοντά στον μαρτυρικό λαό που τον είχε αποθεώσει. Ένας λαός που ανεβαίνει στην ταράτσα δεν του αρέσει να ξέρει ότι ο αρχηγός του κοιμάται στα μαλακά κρεβάτια της Στοκχόλμης ή του Παρισιού. Ίσως η αναχώρηση του Ανδρέα από την Ελλάδα να αποδειχτεί κάποτε σπουδαία πολιτική πράξη. Δεν θ'αποδειχτεί όμως ποτέ σωστή ενέργεια αρχηγού. Και μπορεί το μέλλον να του επιφυλάσσει ένα σημαντικό πολιτικό ρόλο. Όχι όμως το φωτοστέφανο του αρχηγού του λαού.
ΗΛΕΚΤΡΑ ΠΑΠΑ
Υ.Γ. Τώρα που ξαναδιάβασα το γράμμα μου πρόσεξα ότι αφήνει ειδικά στον Αμερικανό αναγνώστη μια πικρόχολη γεύση. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση μου. Όλοι οι Έλληνες τρέφουν αγάπη και θαυμασμό για τον αμερικανικό λαό. Οι μεγαλύτεροι από μένα θυμούνται με ευγνωμοσύνη τους θρύλους των αμερικανικών στρατευμάτων, που στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ίδιες στρατιές αγγέλων με ρομφαίες, ξεκίνησαν από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και βοήθησαν στο λύτρωμα της σκλαβωμένης Ευρώπης από την κατάρα του ναζισμού. Η αλλαγή στα αισθήματα μας άρχισε με τη Χιροσίμα. Έπειτα ήρθε το Δόγμα Τρούμαν. που μας αγόρασε από την Αγγλία. Και από τότε η μοίρα της πατρίδας μου χαράσσεται από τους ψυχρούς εγκέφαλους του NATO, του Σταίητ Ντιπάρτμεντ. του Πενταγώνου και της CIA, που εμάς, τον ελληνικό λαό, μας βλέπουν όχι σαν μια κοινωνία ανθρώπων, αλλά σαν ένα πιόνι της παγκόσμιας στρατηγικής τους. Μα σε τι διαφέρει αυτό από το δουλεμπόριο των περασμένων αιώνων; Και πάλι δεν τα'χουμε μαζί σας. Ξέρουμε ότι ο αμερικανικός λαός έχει μια ηθική αγνότητα, μια θαυμαστή ειλικρίνεια, αλλά και μια - μη σας κακοφανεί - παιδική πολιτική ανωριμότητα. Οι ηγέτες σας, παρασυρμένοι από τον δαίμονα της δυνάμεως, κατρακυλάνε κάθε μέρα και περισσότερο προς τα είδωλα των μεγάλων αυτοκατεστραμμένων αυτοκρατοριών. Κοιτάξτε στη διαδρομή της Ιστορίας την τύχη που είχαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η Περσία του Δαρείου, η Μακεδονία του Αλεξάνδρου, η Ρώμη των Καισάρων, η Βενετία των Δόγηδων και τελευταία η Γερμανία του Χίτλερ. Όλες έγιναν το φόβητρο της οικουμένης. Αλλά και όλες κατέρρευσαν από την αλαζονεία και την απληστία τους. Σεις όμως, ο αμερικανικός λαός, διαθέτετε ακόμη (προσέξτε αυτό το «ακόμη») το μεγάλο όπλο της δημοκρατίας, που δεν το είχαν οι λαοί των ρημαγμένων αυτοκρατοριών. Συγκρατείστε τους ηγέτες σας από τον κατήφορο. Στο κρίσιμο σταυροδρόμι της σήμερα ξαναγίνετε οι άγγελοι του καλού. Ξαναδώστε στην Ελλάδα μας την ελευθερία που της αφαιρέσατε...