Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Τελευταίες ώρες
Το απόγευμα της 28ης Μαρτίου, συνεδριάζει το Συμβούλιο Χα­ρίτων. Πρόεδρος είναι ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δι­καιοσύνης Δ.Αγραφιώτης. Μέλη, ο πρόεδρος, εισαγγελέας, ένας αντεισαγγελέας εφετών και τρεις ανώτατοι υπάλληλοι του Υπουρ­γείου Δικαιοσύνης. Η γνωμάτευση του συμβουλίου δεν ανακοι­νώνεται, φυσικά. Γίνεται όμως ως τη νύχτα γνωστό ότι το Συμ­βούλιο προτείνει να χαριστεί η θανατική καταδίκη στους Έλλη Ιωαννίδου, Φ.Λαζαρίδη, Μιλτ.Μπισμπιάνο και Χαρ.Τουλιάτο και να μη μετριαστεί των Ν.Μπελογιάννη, Δ.Μπάτση, Ηλ.Αργυριάδη και Ν.Καλούμενου. Ο Δ.Παπασπύρου τώρα αφηγείται:
«...περί το μεσονύκτιο έμαθα ότι υπήρξε ομόφωνα απορ­ριπτική η γνωμάτευσή του (σημ.: Συμβουλίου Χαρίτων) για όλες τις αιτήσεις με αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη επιφύλαξη του προεδρεύσαντος γενικού γραμματέ­ως. Εξαίρεση υπήρξε για την Έλλη Ιωαννίδου, για την οποία με ισχνή πλειοψηφία επροτάθη η μετατροπή της ποινής σε ισόβια, αλλά με έντονη μειοψηφία των τριών ανωτάτων δικαστών. Δεν απέμενε παρά η εισήγηση μου προς τον βα­σιλέα και η αποστολή των σχετικών εγγράφων (όχι της δι­κογραφίας) στα Ανάκτορα». (Αυγή, 31 Μαρτίου 1977.)

Η αγωνία κορυφώνεται. Όσοι θέλουν, για πολιτικούς ή αν­θρωπιστικούς λόγους να ματαιωθούν οι εκτελέσεις, κάνουν τις τε­λευταίες απεγνωσμένες προσπάθειες για να σώσουν τους μελλο­θάνατους. Κινούνται και ιεράρχες. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Χριστόφορος, με τηλεγράφημα του στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών του ζητά:

«...εν ονόματι της χριστιανικής πίστεως και της διδασκα­λίας του Χριστού όπως επέμβη διά να μην εκτελεσθούν οι οκτώ κομμουνισταί και ούτω αποτραπή η αιματοχυσία».
Ο Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας. Χριστόφορος, επίσης δηλώνει:
«Δεν πρέπει να γίνουν οι εκτελέσεις. Η γνώμη της Εκκλησίας είναι εκπεφρασμένη». (Προοδευτική Αλλαγή, 29 Μαρτίου 1952.)
Αλλά η γνώμη της Εκκλησίας, και αν ακόμα είχε εκφραστεί από τον προκαθήμενο της, δεν βαρύνει πολύ αυτές τις ώρες. Οι πολιτικές σκοπιμότητες και άλλες παρεμβάσεις είναι πολύ ισχυ­ρότερες.
Το πρωί της 29ης, ενώ οι αστυνομικοί διευθυντές I.Πανόπουλος και Θ.Ρακιντζής επισκέπτονται στις φυλακές Καλλιθέας τον Δ.Μπάτση, μήπως, την τελευταία αυτή στιγμή που φτερουγίζει πια πάνω από το κεφάλι του ο θάνατος του αποσπάσουν κάποια ακόμα αποκάλυψη ή δήλωση, στο σπίτι του άρρωστου πρωθυ­πουργού γίνεται νέα σύσκεψη των βασικών κυβερνητικών στελε­χών. Αφηγείται τώρα για τη σύσκεψη αυτή. ο Δ.Παπασπύρου:
«... είχα πάρει την αμετάκλητη απόφαση να εισηγηθώ στον βασιλέα τη μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια δε­σμά (...). Αλλά δεν αρκέσθηκα μόνο στη διατύπωση της εισηγήσεώς μου προς την οποία ήταν σύμφωνη όλη η κυ­βέρνηση. Εζήτησα ακρόαση από τον βασιλέα για να του αναπτύξω ευρύτερα τις απόψεις μου και πολύ πρωί, στις 29 Μαρτίου 1952, βρέθηκα στον κοιτώνα του αείμνηστου Πλαστήρα που ήταν σοβαρά άρρωστος. Του είπα ότι ήταν ανάγκη να κληθούν αμέσως ο αντιπρόεδρος της κυβερνή­σεως Σοφοκλής Βενιζέλος και οι υπουργοί Γεώργιος Καρτάλης, Κωνσταντίνος Ρέντης, Σάββας Παπαπολίτης για το μεγάλο αυτό θέμα. Καίτοι τους είχα κρατήσει ενήμερους για την πορεία της υποθέσεως, όταν βρεθήκαμε εν συσκέψει, ανανέωσα με πληρότητα την ενημέρωση τους και τους είπα για την εισήγησή μου προς τον βασιλέα και τη σκέψη μου να του αναπτύξω ευρύτερα τις κυβερνητικές απόψεις. Όλοι υπήρξαν σύμφωνοι μαζί μου (...). Ενθυμούμαι ιδιαί­τερα την αγωνία και την προσπάθεια του Γεωργίου Καρτάλη για τη διάσωση των καταδικασθέντων...».
Σχετικά με το γιατί δεν συνόδευσε την εισήγησή του στον βα­σιλιά με τη θέση πολιτικού ζητήματος, ο Δ.Παπασπύρου απαντά:
«Στη σύσκεψη δεν παρέλειψα να θέσω και το μέγα θέμα (...) αν δηλαδή θα έπρεπε να θέσω στον βασιλέα πολιτικό θέμα για την αποδοχή της εισηγήσεως μου, με την έννοια ότι, αν δεν την δεχθεί, θα επακολουθήσει παραίτηση της κυβερνήσεως. Η συζήτηση υπήρξε μακρά και διεξήχθη με αίσθημα ευθύνης. Εξητάσθη κυρίως αν, δι'αυτής της τα­κτικής, θα διασωθούν οι μελλοθάνατοι. Ομόφωνη υπήρξε η άποψη ότι δεν έπρεπε να τεθεί πολιτικό θέμα, γιατί, με την παραίτηση της κυβερνήσεως, δεν θα διεσώζοντο οι ατυ­χείς κατάδικοι και, αντιθέτως, θα εθριάμβευαν εκείνοι που απέβλεπαν στην πτώση της κυβερνήσεως. Έτσι θα απεμακρύνετο από την Αρχή ο Πλαστήρας και οποιαδήποτε κυβέρνηση τον διεδέχετο, υπηρεσιακή ή ακόμη και κοινο­βουλευτική, δεν θα μπορούσε να ματαιώσει τις εκτελέ­σεις». (Αυγή. στο ίδιο.)
Κανένας άλλος από εκείνους που πήραν μέρος σ'εκείνη τη δραματική σύσκεψη δεν ζει πια για να επιβεβαιώσει ή και να διορ­θώσει τις αναμνήσεις του Δ.Παπασπύρου. Τότε, ορισμένες εφη­μερίδες έγραψαν ότι ο Γ.Καρτάλης επέμεινε ως το τέλος να θέ­σει η κυβέρνηση πολιτικό ζήτημα. Έγραψαν επίσης ότι η εισήγηση του υπουργού Δικαιοσύνης ήταν να μετριαστούν οι ποινές όσων είχαν διαπράξει τα αδικήματα προτού να αναλάβει η κυβέρνηση Πλαστήρα – Βενιζέλου, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του πρωθυ­πουργού. (Αν γινόταν δεκτή αυτή η εισήγηση, θα σώζονταν οι Μπελογιάννης και Μπάτσης. Είναι φανερό όμως πως η κυβέρνηση πίστευε ότι, αν ο βασιλιάς δεχόταν να μην εκτελεστεί ο Μπε­λογιάννης, θα προχωρούσε στον μετριασμό της ποινής και των τριών άλλων.) Στη χειρόγραφη πρότασή του, που έδωσε τελευταία στη δημοσιότητα ο Δ.Παπασπύρου, αναφέρεται μόνο στον Μπελογιάννη. Γράφει:

«Προτείνω όπως μετριασθή η ποινή του θανάτου εις ισόβιον κάθειρξιν, λαμβανομένου υπ'όψιν ότι αι υπ'αυτού τελεσθείσαι πράξεις ανάγονται κατά την δικαστικήν απόφασιν εις χρόνον πολύ προγενέστερον (Δεκέμβριος 1950 και πρότερον) της υπό του προέδρου της κυβερνήσεως διακηρυχθείσης κατά τον σχηματισμόν της παρούσης κυβερ­νήσεως αρχής ότι τα προ ταύτης τελεσθέντα αδικήματα θα τύχουν επιεικούς κρίσεως και θα αποφευχθούν αι θανατικαί καταδίκαι». (Αυγή, 2 Απριλίου 1977.)

Στη σύσκεψη αποφασίστηκε επίσης να απευθύνει ο άρρωστος πρωθυπουργός προσωπική έκκληση, μ'αυτό το πνεύμα, στον βασιλιά. Την έκκληση - όπως αφηγείται τώρα, χωρίς όμως και να δί­νει στη δημοσιότητα το κείμενο της - την έγραψε ο ίδιος ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο Παπασπύρου πηγαίνει στα Ανάκτορα του Τατοίου. Παραδίνει στον βασιλιά τα σχετικά έγ­γραφα και του διαβάζει τη δική του εισήγηση και την έκκληση του Πλαστήρα.

«Μία ώρα και ένα τέταρτο - συνεχίζει την αφήγηση του ο Δ.Παπασπύρου - διήρκεσε η ακρόαση. Κάθε δύναμη που διέθετα την εξήντλησα για να στηρίξω την εισήγηση μου. Πρέπει να πω ότι ο βασιλεύς με άκουσε με πολλή προσο­χή (...).Όταν έληξε η ακρόαση, ο βασιλεύς μού είπε ότι θα εγευμάτιζε με τη "γυναίκα του" σε ένα ερημικό μέρος πριν φθάσουμε στη Χαλκίδα και επιστρέφοντας θα μελετούσε την υπόθεση. Και επειδή ήταν περασμένη η ώρα, με πα­ρακάλεσε να γευματίσω στο διπλανό κτίριο που εχρησιμοποιείτο για υπασπιστήριο (...). Έφυγα από το Τατόι με άσχημες προβλέψεις (...). Στις 6 το απόγευμα πήγα στον Πλαστήρα και τον ενημέρωσα για όσα έγιναν. Του εξέφρασα την εντύπωση μου ότι ο βασιλεύς θα αποδεχθεί την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων. Η λύπη του ήταν κα­ταφανής και πολύ θλιμμένος μού είπε: "Εμείς εκάναμε το καθήκον μας. Ο Θεός ας τον φωτίσει". Την ίδια ενημέρω­ση έκανα και προς τον Σοφοκλή Βενιζέλο».

Ο Δ.Παπασπύρου δεν αναφέρει σε ποια σημεία ή ενδείξεις στήριζε την εντύπωση του ότι ο βασιλιάς θα δεχόταν την απόφα­ση του Συμβουλίου Χαρίτων. Οι εφημερίδες τότε έγραψαν πως ο Παύλος ρώτησε τον υπουργό Δικαιοσύνης αν η κυβέρνηση συνο­δεύει την εισήγηση της με πολιτικό ζήτημα, και ο Παπασπύρου απάντησε, φυσικά, «όχι». Αν ο βασιλιάς υπέβαλε την ερώτηση εκείνη στον υπουργό Δικαιοσύνης, έχει κάποια σημασία. Γιατί ενι­σχύει την άποψη ότι, αν η κυβέρνηση συνέδεε την εισήγηση της με πολιτικό θέμα, μπορεί, παρόλο ότι άλλες δυνάμεις πίεζαν να γίνουν οι εκτελέσεις, ο Παύλος να μην αποφάσιζε να δεχτεί τηv πρό­ταση του Συμβουλίου Χαρίτων. Γιατί, εκείνη τη στιγμή, δεν είχε λόγο να συμβάλει σε μια κυβερνητική κρίση, όταν μάλιστα ήθελε ν'αποφύγει επίσπευση των νέων εκλογών, που υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να φέρουν νικητή με απόλυτη πλειοψηφία τον Πα­πάγο. Φυσικά, ο Παύλος θα είχε τη θετική πληροφορία πως η κυβέρνηση δεν θα έθετε πολιτικό ζήτημα. Γιατί βέβαιο σχεδόν ήταν πως, αν ο Πλαστήρας επέμενε στο σημείο αυτό, θα δημιουργού­σε κυβερνητική κρίση ο Βενιζέλος, που είχε συμφωνήσει να γίνουν οι εκτελέσεις. Οπωσδήποτε, κι αν ακόμα θα έπεφτε η κυβέρνη­ση, δεν ήταν βέβαιο πως άλλο κυβερνητικό σχήμα θα αναλάβαινε την ευθύνη για τις εκτελέσεις. Σε οποιαδήποτε όμως περί­πτωση, το πολιτικό συμφέρον του Κέντρου ήταν να μην αναλάβει αυτό την ευθύνη και, σε ανάγκη, να πέσει η κυβέρνηση στο θέμα αυτό. Έτσι, θα έκανε και πιο καθαρές τις διαφορές του με τη Δε­ξιά, ως μια συμφιλιωτική δύναμη που αγωνιζόταν για να μη χυ­θεί άλλο αίμα.

Το γεγονός πάντως είναι ότι ο βασιλιάς, φεύγοντας για τον περίπατο του προς τη Χαλκίδα, στη διάρκεια του οποίου θα πά­ρει και τις οριστικές αποφάσεις του για την τύχη των τεσσάρων μελλοθάνατων σε συνεννόηση με τη Φρειδερίκη, ξέρει πως δεν υπάρχει κίνδυνος η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των άλλων τριών να προκαλέσει κυβερνητική κρίση. Εξάλλου, το μεσημέρι, την ώρα που ο Δ.Παπασπύρου πήγαινε προς τα Ανάκτορα, ο Βε­νιζέλος βρισκόταν στο σπίτι του Πιουριφόυ. Δεν έγινε γνωστό τί­ποτε για τη συζήτηση του «πρωθυπουργεύοντος» αντιπροέδρου με τον Αμερικανό πρεσβευτή τις πονηρές εκείνες ώρες. Αλλά δεν μπορεί κανείς ν'αμφιβάλλει ότι οι επικείμενες εκτελέσεις ήταν το κύριο θέμα της συνομιλίας.

Ο Παύλος και η Φρειδερίκη, αφού έφαγαν σε εξοχικό κέντρο και, ασφαλώς, συμφώνησαν να γίνει η εκτέλεση των τεσσάρων, έκαμαν μια βόλτα στη Χαλκίδα. Τηλεγράφημα του εκεί ανταπο­κριτή του Βήματος ανέφερε:

«Περί ώραν 4.30 απογευματινήν αφίχθησαν άνευ προη­γουμένης προειδοποιήσεως ο βασιλεύς και η βασίλισσα. Ο βασιλεύς έφερε πολιτικήν περιβολήν και ωδήγει ο ίδιος μικρόν αυτοκίνητον, το οποίον ηκολουθείτο υπό τριών άλλων της υπηρεσίας ασφαλείας του βασιλέως. Μετά δεκάλεπτον διαδρομήν εντός της πόλεως οι βασιλείς ανεχώρησαν και πάλι επιστρέφοντες εις Αθήνας».

Στις 6.30 το απόγευμα, ο υπουργός Δικαιοσύνης ζητά από τη Γραμματεία των Ανακτόρων, πηγαίνοντας ο ίδιος στην Ηρώδου του Αττικού, να μάθει τι αποφάσισε ο βασιλιάς. Τον πληροφο­ρούν ότι τα σχετικά έγγραφα δεν έχουν ακόμα επιστραφεί από τα Ανάκτορα του Τατοΐου. Όπως αφηγείται τώρα ο ίδιος ο Δ.Παπασπύρου:

«Η ανακοίνωση των Ανακτόρου για την απόφαση του βα­σιλέως επί των αιτήσεων χάριτος εστάλη αργά τις εσπερι­νές ώρες. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έφτασε, γιατί ήταν Σάββατο βράδυ και οι υπηρεσίες δεν ειργάζοντο. Εκοινοποιήθη όμως το ανακτορικό έγγραφο και στο Υπουρ­γείο Στρατιωτικών, επειδή επρόκειτο περί αποφάσεως στρατοδικείου υπαγομένου στη δικαιοδοσία του. Εκεί, νύχτα - μέρα υπάρχει ο αξιωματικός υπηρεσίας που παρα­λαμβάνει έγγραφα. Έτσι, φαίνεται ότι ενημερώθηκαν οι στρατιωτικές Αρχές και ετηρήθη με ασυνήθη ταχύτητα η διάταξη της αποφάσεως "τω βασιλικώ επιτρόπω ανατίθησιτην εκτέλεσιν της παρούσης"». (Αυγή, 1 Απριλίου 1977.)

Ο Δ.Παπασπύρου αφήνει να εννοηθεί πως δεν ήξερε ως αρ­γά τη νύχτα ο ίδιος την απόφαση του βασιλιά. Πάντως, εκείνη τη δραματική νύχτα, οι δημοσιογράφοι, που έχουν καταλάβει πως κάτι συμβαίνει, προσπαθούν να τον βρουν, αλλά ο Παπα­σπύρου αποφεύγει κάθε συνάντηση. Κατορθώνουν να τον δουν στις 12 τα μεσάνυχτα, τη στιγμή που ετοιμάζεται να φύγει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εκεί έχουν συγκεντρωθεί και άλλοι υπουργοί (Γ.Καρτάλης, Κ.Ρέντης, Φ.Ζαΐμης κ.λ.π.). Ο Παπα­σπύρου δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι τα σχετικά έγγρα­φα δεν έχουν γυρίσει ακόμα από τα Ανάκτορα. Κάποιος δημοσιογράφος του παρατηρεί ότι οι στρατιωτικοί κανονισμοί απαγορεύουν να γίνονται εκτελέσεις την Κυριακή. Ο Παπα­σπύρου δείχνει κάποια έκπληξη. Δύο βουλευτές της ΕΔΑ τον συ­ναντούν σε λίγο στις σκάλες του Υπουργείου Συντονισμού. Προ­σπαθούν να του μιλήσουν:
-    Μη με κρατάτε, τους λέει. ούτε λεπτό. Γι'αυτό το θέμα τρέχω, μη με κρατάτε.
Από εκείνη τη στιγμή, τα ίχνη του υπουργού Δικαιοσύνης χά­νονται. Αργότερα, θα γραφεί ότι πήγε και κοιμήθηκε σε ξενοδο­χείο της Κηφισιάς. Οι εφημερίδες κλείνουν τις πρώτες εκδόσεις τους με ρεπορτάζ που πιθανολογούν ότι οι εκτελέσεις θα γίνουν την άλλη μέρα. Δευτέρα, το πρωί. Θεωρούν όμως σχεδόν βέβαιο ότι θα δοθεί χάρη στον Δ.Μπάτση. Σε δύο δημοσιογράφους που κατορθώνουν να φτάσουν ως το δωμάτιο του και να τον ρωτήσουν τι θα γίνει με τους τέσσερις θανατοποινίτες, ο άρρωστος πρωθυπουργός θα πει:
-    Παιδιά, έχετε τον νου σας. Αυτή τη νύχτα, οι σκοτεινές δυνάμεις φοβάμαι πως θα τον φάν' τον Μπάτση...
Ο Πλαστήρας φαίνεται πως, ύστερα από την επίσκεψη που του έκανε το απόγευμα ο Δ.Παπασπύρου μετά την ακρόαση του από τον βασιλιά, είναι σχεδόν βέβαιος πως θα γίνει η εκτέλεση και των τεσσάρων. Το ίδιο περίπου είπε εκείνη τη νύχτα και ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων σε βουλευτή της ΕΔΛ που τον επισκέ­φτηκε.