Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Με δύο πνεύμονας...»

Η κυπριακή αντιπροσωπεία αρχίζει επισκέψεις στους πολιτικούς αρχηγούς. Γίνεται δεκτή και από τον Πλαστήρα, ο οποίος τους δηλώνει ότι ο πόθος του κυπριακού λαού είναι και πόθος όλων των Ελλήνων, αλλά η κυβέρνηση επιφυλάσσεται να χειριστεί το Κυπριακό «εντός του πλαισίου των σχέσεων μετά της φίλης και συμμάχου δυνάμεως, άμα ως θεώρηση ότι επέστη η στιγμή της ευτυχούς αυτού διευθετήσεως».
    Τα ίδια περίπου δηλώνει ο πρωθυπουργός σε λίγες μέρες στο Παρίσι, στην αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ (Παπαϊωάννου και δήμαρχος Αμμοχώστου, Αδάμαντος), που ξεκίνησαν για παράλ­ληλη περιοδεία στις πρωτεύουσες, αλλά δεν τους δόθηκε θεώρη­ση των διαβατηρίων από το ελληνικό προξενείο για να έλθουν στην Ελλάδα. Ο Πλαστήρας τους σύστησε να αποφύγουν κάθε ανακίνηση του θέματος στον ΟΗΕ, γιατί θα φέρουν σε δύσκολη θέση την Ελλάδα. Και, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, είπε καθαρά στην κυπριακή πρεσβεία ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κρίνει την στιγμή κατάλληλη για να αναλάβει πρωτοβουλία προς λύση του Κυπριακού.
Στην Αθήνα έχει φτάσει για να ενισχύσει τις ενέργειες της κυ­πριακής πρεσβείας και ο δήμαρχος της Λευκωσίας και αρχηγός του Εθνικού Κόμματος Θ.Δέρβης. Μαζί με τους Κυπρίους και πολλοί βουλευτές όλων των παρατάξεων πιέζουν την κυβέρνηση να δεχτεί επίσημα την κυπριακή πρεσβεία και να της επιτρέψει να παραδώσει, σε τελετή στη Βουλή, τους τόμους του δημοψηφίσματος. Ζητούν επίσης να επαναλάβει η ελληνική Εθνική Αντι­προσωπεία το ψήφισμα του 1947 υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση αρνείται. Ο αντιπρόεδρος Παπαν­δρέου λέει πιο απροκάλυπτα στον δήμαρχο Δέρβη:

«Η Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν, και δι'αυτό δεν ημπορεί λόγω του Κυπριακού να διακινδυνεύση να πάθη ασφυξίαν». Τη στιχομυθία αποκάλυψε ο Καραμανλής το 1956 στη Βουλή. Ο Παπανδρέου δεν δέχτηκε τη διατύπωση, παραδέχτηκε όμως ότι η ουσία των όσων είπε ήταν αυτή. Και πρόσθεσε: «...ήτο ολίγους μήνας έπειτα από τον τερματισμόν του συμμοριακού αγώνος και υπό τας συνθήκας εκείνας το ελληνικόν κράτος ήτο εντελώς απαράσκευον να εισέλθη εις μίαν περιπέτειαν. Έπρεπε να παρέλθη χρόνος ο οποίος να επιτρέψη περισυλλογήν εις το κράτος προς ανάπτυξιν περαιτέρω αγώνων». (Πρακτικά Βουλής, 25 Απρι­λίου 1956.)

    Στο μεταξύ, η κατάσταση στην Κύπρο οξύνεται. Ο δήμαρχος της Λεμεσού, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου και τέσσε­ρις δημοτικοί σύμβουλοι συλλαμβάνονται, στις 5 Ιουνίου, γιατί αρνούνται να αναρτήσουν στους δρόμους πινακίδες με το όνομα του τέως Άγγλου διοικητή Πάλμε και άλλων. Παύονται εφτά Κύπριοι, δάσκαλοι, γιατί έστειλαν υπόμνημα στο Υπουργείο Παι­δείας υπέρ της Ενώσεως και γιατί χρησιμοποιούσαν στο σχολείο χάρτες της Ελλάδας, όπου περιλάβαινε και την Κύπρο. Ξεσπούν απεργίες μαθητών και διαδηλώσεις στις κυπριακές πόλεις υπέρ της Ενώσεως. Η κυπριακή Αριστερά προσπαθεί να πάρει στα χέ­ρια της τη σημαία της Ενώσεως. Η ελεγχόμενη από το ΑΚΕΛ Παγκύπρια Ομοσπονδία Εργασίας (ΠΕΟ) κηρύσσει 24ωρη γενική απεργία. Το Κ.Κ. Αγγλίας κηρύσσεται υπέρ της Ενώσεως. Αλλά η αγγλική Εργατική κυβέρνηση είναι άκαμπτη. Ο Βρετανός υπουρ­γός των Αποικιακών Υποθέσεων, Ντακντέιλ, δηλώνει, στις 21 Ιου­νίου, στη Βουλή των Κοινοτήτων, ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν δέχεται να συζητήσει καμιά μεταβολή στην κυριαρχία της Κύ­πρου. Και ο υπουργός των Εξωτερικών της Τουρκίας δήλωσε προς την κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος:

«Δεν αναγνωρίζομεν την ύπαρξιν ζητήματος Κύπρου. Πρό­κειται περί προκλήσεως των κομμουνιστών, προς τους οποίους η ελληνική κυβέρνησις αντιτίθεται».

    Η κυπριακή πρεσβεία παραμένει στην Ελλάδα περισσότερο από δύο μήνες και, ενισχυόμενη και από Έλληνες βουλευτές και άλλους παράγοντες, αγωνίζεται να πείσει την ελληνική κυβέρνη­ση να παραλάβει τους τόμους του δημοψηφίσματος και να ανα­λάβει πρωτοβουλία στο Κυπριακό. Τελικά, σε συνεννόηση και με την αντιπολίτευση, η κυβέρνηση βρίσκει μια μέση λύση: Τους τό­μους τούς παραλαβαίνει, σε επίσημη τελετή, ο πρόεδρος της Βου­λής Δ.Γόντικας, ο οποίος, απαντώντας στον μητροπολίτη Κυρή­νειας, εκφράζει την πεποίθηση ότι:

«...θα επιστεί η στιγμή καθ'ην η Μ. Βρετανία, η οποία δις επολέμησεν ηρωικώς διά τας αρχάς της ελευθερίας και της αυτοδιαθέσεως των λαών με την Ελλάδα παρά το πλευρόν της, ως πιστή φίλη και σύμμαχο, θα αποφασίση να εκπληρώση το όνειρον των Ελλήνων».

    Την άλλη μέρα, διαβάζονται στη Βουλή η προσφώνηση του Κυ­πριανού και η απάντηση του Δ.Γόντικα, και εγκρίνεται πρόταση να χειριστεί το θέμα «της γνωστοποιήσεως των πόθων του ελληνικού λαού» ο πρόεδρος του Σώματος. Μιλούν οι εκπρόσωποι των κομμάτων. Ο Τσαλδάρης ζητά να αναλάβουν και άλλες πρω­τοβουλίες οι βουλευτές. Ο Σβώλος καλεί την κυβέρνηση να ανα­λάβει θαρραλέα διαχείριση του Κυπριακού, «με την πεποίθησιν ότι υπερασπίζεται μίαν από τα δικαιοτέρας υποθέσεις του ελλη­νικού έθνους». Ο Πλαστήρας απαντά ότι «η κυβέρνησις χειρίζε­ται η ιδία την εξωτερικήν πολιτικήν και δεν είναι δυνατόν να γί­νεται συζήτησις δημοσία». Η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει να γίνει συλλαλητήριο, που ζητούσαν οι οργανώσεις, σε ανοιχτό χώρο. Τε­λικά, επέτρεψε να πραγματοποιηθεί στο Στάδιο. Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου, μέσα στη λάβα της καρδιάς του καλοκαιριού, το Στάδιο κατακλύζεται από χιλιάδες Αθηναίους και Πειραιώτες που υποδέχονται με θερμές εκδηλώσεις την κυπριακή πρεσβεία. Μι­λά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων και εγκρίνεται ψήφισμα για την απελευθέρωση της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου. Στη συγκέντρωση επισημάνθηκε και η παρουσία οργανωμένων ομάδων της Αριστεράς, που έριχναν αντιαγγλικά συνθήματα και ζη­τούσαν ενότητα Εθναρχίας και ΑΚΕΛ. Η αστυνομία έκανε μερι­κές συλλήψεις.
    Συγκεντρώσεις για την απελευθέρωση της Κύπρου έγιναν και σε Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα και σε άλλες πόλεις. Η κυπριακή πρε­σβεία έφυγε από την Ελλάδα, αφού έγινε δεχτή και από τον βα­σιλιά Παύλο, ικανοποιημένη για την ομόθυμη λαϊκή συμπαρά­σταση, αλλά απογοητευμένη από την κυβερνητική στάση.
    Στο μεταξύ, στη Λευκωσία, στις 28 Ιουνίου πέθανε ο Αρχιε­πίσκοπος Μακάριος Β', σε ηλικία 81 χρόνων. Μετά τα γεγονότα του 1931, είχε εξοριστεί από την αγγλική διοίκηση και ήλθε στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε ως το 1946, που του επέτρεψαν να επι­στρέψει στην Κύπρο. Αρχιεπίσκοπος είχε εκλεγεί το 1947. Στην κηδεία του (ήταν μεγαλοπρεπής και την παρακολούθησε και ο Άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου) τον επικήδειο εξεφώνησε ο Μη­τροπολίτης Κιτίου, που όλοι τον θεωρούσαν τον πιθανότερο διά­δοχο του. Ο Κιτίου Μακάριος δεν παρέλειψε να κλείσει τον επι­κήδειο με την υπόσχεση ότι «οι διάδοχοι του Αρχιεπισκόπου θα συνεχίσουν τον αγώνα του υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα».