Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Η απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944) γιορτάστηκε μέσα σε ένα παραλήρημα λαϊκού ενθουσιασμού (η κεφαλή της παρέλασης βρισκόταν στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και το τέλος στη διασταύρωση των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Αγίου Μελετίου). Περίπου στις 10 το πρωί, και ενώ οι γερμανικές φάλαγγες, συνέχιζαν την έξοδό τους από την Αθήνα, δύο αποσπάσματα Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών διέσχισαν την λεωφόρο Πανεπιστημίου ανάμεσα σε ένοπλους φρουρούς. Το ένα κατευθυνόταν προς το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, όπου κατέθεσε στεφάνι ο Φέλμυ (στρατιωτικός διοικητής Αθηνών) και το άλλο στην Ακρόπολη για την παραλαβή της γερμανικής σημαίας. Αργότερα, οι Αθηναίοι πήραν το στεφάνι και το πέταξαν σε έναν υπόνομο, ενώ άλλοι θρυμμάτισαν το κοντάρι που προηγουμένως υψωνόταν το ναζιστικό σύμβολο.
Την ίδια μέρα, η κυβέρνηση Παπανδρέου αναχώρησε από την Κάβα ντέι Τιρένι για τον Τάραντα. Εκεί την περίμενε ένα καναδικό πλοίο, ο «Πρίγκιπας Δαβίδ», που με συνοδεία βρετανικών πολεμικών, την μεταβίβασε στον Πόρο. Εκεί, το βράδυ της 17 Οκτωβρίου, την πύρε ο θρυλικός «Αβέρωφ» και την μετέφερε στο Κερατσίνι του Πειραιά. Την επομένη ημέρα, ο πρωθυπουργός ανέβηκε στην Ακρόπολη, ύψωσε την ελληνική σημαία και αφού ακλούθησε δοξολογία στην Μητρόπολη, ύστερα εκφώνησε τον περίφημο και ιστορικό λόγο της Απελευθέρωσης στο Σύνταγμα, από το ίδιο μπαλκόνι που είχε εκφωνήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον Σεπτέμβριο του 1910 τον προγραμματικό του λόγο μετά το κίνημα στο Γουδί. Στον λόγο του ο Παπανδρέου ανήγγειλε τη γρήγορη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα και την προκήρυξη εκλογών για την ανάδειξη Συντακτικής Βουλής, ενώ όταν ένα μεγάλο μέρος του πλήθους άρχισε να φωνάζει «Λαοκρατία, Λαοκρατία και όχι Βασιλεία», ο Παπανδρέου απάντησε με την περίφημη πια φράση «Πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν».
Όμως πίσω από τον λαϊκό ενθουσιασμό για την απελευθέρωση από τη ναζιστική κατοχή κρύβονταν οι ανησυχίες για την επόμενη ημέρα. Αν και ο ΕΛΑΣ είχε πειθαρχήσει στη Συμφωνία της Καζέρτας και δεν μπήκε στην Αθήνα, ωστόσο μέσα στην Αθήνα υπήρχαν τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που αποτελούσαν το Α’ Σώμα Στρατού, ένοπλες δυνάμεις της Δεξιάς – για παράδειγμα η οργάνωση Χ του συνταγματάρχη Γ.Γρίβα. Σε δύο δρόμους πίσω από το Πανεπιστήμιο και την Ακαδημία, στο κέντρο δηλαδή της πόλης, οι Αθηναίοι έβλεπαν, από τις πρώτες μέρες της Απελευθέρωσης, τις έδρες δύο στρατηγείων: του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στην οδό Σίνα και της Χ στην οδό Σόλωνος. Παρακάτω, σε διάφορα ξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια είχαν εγκατασταθεί άλλες οργανώσεις της Δεξιάς μαζί με ομάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που είχαν εγκαταλείψει τις μονάδες τους. Αυτή η εικόνα, όμως, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την πραγματική πολιτική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος, δηλαδή τη δυαδική εξουσία που χαρακτήριζε, αν όχι επίσημα πάραυτα ουσιαστικά, τη μετακατοχική ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Ή αλλιώς την πολιτική ηγεμονία που διεκδικούσε από τη μία πλευρά το παλαιοκομματικό καθεστώς και η Δεξιά – με την υποστήριξη των Άγγλων -  και οι πολιτικές και κοινωνικές βλέψεις που διεκδικούσαν – ως βασικότατο κομμάτι της Αντίστασης – το ΕΑΜ και οι λοιπές αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις.
Στις 23 Οκτωβρίου διευρύνεται η κυβέρνηση με την ένταξη πολιτικών και από άλλες, πλην του ΕΑΜ, αντιστασιακές οργανώσεις. Θα ονομασθεί «κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Η σύνθεση:
Πρωθυπουργός                                Γ.Παπανδρέου
Εξωτερικών – Στρατιωτικών           Φ.Μανουηλίδης
Εσωτερικών                                      Π.Κανελλόπουλος
Ναυτικών                                           Π.Φικιώρης
Αεροπορίας                                       Ν.Αβραάμ
Δικαιοσύνης                                      Θεμ.Τσάτσος
Εφοδιασμού                                      Κ.Μαρούλης
Υγιεινής                                              Π.Ράλλης
Εμπορικής Ναυτιλίας                       Στ.Στεφανόπουλος
Μεταφορών                                       Δ.Λόντος
Κοινωνικής Πρόνοιας                      Α.Θεολογίτης
ΤΤΤ                                                      Π.Χατζηπάνος
Παιδείας & Εκκλησιαστικών           Αλ.Σβώλος
Οικονομικών                                     Ηλ.Τσιριμώκος
Εθνικής Οικονομίας                         Α.Ασκούτσης
Δημοσίων Έργων                            Μ.Πορφυρογένης
Εργασίας                                           Ι.Ζεύγος
Γεωργίας                                            Γ.Καρτάλης
Άνευ Χαρτοφυλακίου                       Φ.Δραγούμης
Υφ.Εξωτερικών                                 Λ.Λαμπριανίδης
Υφ.Στρατιωτικών                              Π.Γαρουφαλιάς
Υφ.Τύπου – Δικον.                           Α.Αγγελόπουλος
Υφ.Παρά τω Πρωθυπουργώ          Κ.Βλαχοθανάσης
Δύο μέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, έφτασαν στην Αθήνα ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Άντονι Ήντεν μαζί με τον στρατηγό Γουίλσον και τον ναύαρχο Κάνινγκχαμ, ενώ στις 5 Νοεμβρίου, μετά από σύσκεψη με τον στρατηγό Σκόμπυ, ο Παπανδρέου ανακοίνωσε ως καταληκτική ημερομηνία του αφοπλισμού των αντιστασιακών οργανώσεων τη 10η Δεκεμβρίου και τον πρώτο προγραμματισμό για τη δημιουργία μιας προσωρινής εθνοφυλακής.
Ο Παπανδρέου, μετά και τη σύμφωνη γνώμη των Άγγλων, αλλά και την αποδοχή της Δεξιάς και της Αριστεράς, αποφασίζει να διορίσει αρχιστράτηγο του νέου εθνικού στρατού τον δημοκρατικό στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο (πρόεδρος του στρατοδικείου που καταδίκασε τους έξι για τη Μικρασιατική Καταστροφή). Ο τελευταίος δηλώνει την επιθυμία να διορίσει ως νέο του επιτελάρχη τον στρατηγό του ΕΛΑΣ Στέφανο Σαράφη, τον οποίο είχε ως επιτελάρχη και πριν το κίνημα του 1935. Το ΕΑΜ, όπως είναι φυσικό, αποδέχεται να παραχωρήσει τον Σαράφη για τη συγκεκριμένη θέση, όμως αυτή η επιθυμία του Οθωναίου – καθώς και η θέση του πως αν διοριστεί αρχιστράτηγος θα δίνει λόγο μόνο στον πρωθυπουργό – σκοντάφτει πάνω στην κατηγορηματική άρνηση του Σκόμπυ και των Άγγλων, με αποτέλεσμα την παραίτηση του Οθωναίου στις 13 Νοεμβρίου.
Μετά την παραίτηση Οθωναίου, οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση Παπανδρέου και τον ΕΑΜ γύρω από το ακανθώδες θέμα του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ και της δημιουργίας ενός ενιαίου εθνικού στρατού γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες, αναμειγνυόμενες ακόμα με εξίσου σημαντικά ζητήματα, όπως το πολιτειακό, το καθεστώς και ο χρόνος των επόμενων εθνικών εκλογών, ενώ τα χρονικά περιθώρια ολοένα και στενεύουν.
Οι διαπραγματεύσεις οδηγούν σε προτάσεις και αντιπροτάσεις, σε αποδοχές και αρνήσεις. Όταν για παράδειγμα, κάποια στιγμή, η κυβέρνηση Παπανδρέου αποδέχεται το αίτημα του ΕΑΜ για διάλυση της Ταξιαρχίας ου Ρίμινι, ο Τσόρτσιλ το απορρίπτει χωρίς συζήτηση, αρνούμενος να συναινέσει στη διάλυση μιας ετοιμοπόλεμης δύναμης που θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμη στο άμεσο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, το πολιτικό κλίμα φορτίζεται όλο και περισσότερο με συνεχόμενες διαδηλώσεις αλλά και με εμπρηστικά δημοσιεύματα στον φίλα προσκείμενο και ελεγχόμενο από κάθε παράταξη Τύπο. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Παπανδρέου κάνει μια δήλωση χαρακτηριστική των κρίσιμων και οριακών ωρών στις οποίες είχαν οδηγήσει τη χώρα και την κυβέρνηση οι σκληρές και ακόμα αδιέξοδες διαπραγματεύσεις.
«Κατεχόμενη  από την συνείδησιν των ευθυνών μας, αγωνιζόμεθα να αποτρέψομεν τον εμφύλιον πόλεμον. Είμεθα ευγνώμονες προς εκείνους οι οποίοι είναι παραστάται των προσπαθειών μας. Αλλά καταγγέλλομεν εκείνους, οι οποίοι με ανεξήγητον ελαφρότητα, εξωθούν κάθε ημέραν προς τον εμφύλιον πόλεμον. Διότι υπάρχουν δυστυχώς και όργανα του Τύπου και μέρος της ιθυνούσης τάξεως, η οποία μας επικρίνει διότι βραδύνομεν να τον πραγματοποιήσομεν… Παραμένομεν αδιάφοροι προς την παράκρουσιν μίας μερίδος της ιθυνούσης τάξεως. Και εις το πείσμα όλων των μνηστήρων της ανωμαλίας και των προφητών της καταστροφής, αισιοδοξούμε δια το μέλλον».
Η αισιοδοξία του πρωθυπουργού, όμως, επρόκειτο πολύ σύντομα να αποδειχθεί εντελώς αβάσιμη. Η αντίστροφη μέτρηση προς τη σύγκρουση, μια αντίστροφη μέτρηση που είχε ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό, έφτανε σιγά σιγά προς το τέλος της.