Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ V: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, και στη σελίδα 233, αναφέρει:
Η Τρίτη φέτα του σαλαμιού κόπηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Και ήταν επαρκής. Ενωμένη με τις άλλες δύο και με τη Δεξιά σχημάτιζε τον μαγικό αριθμό 152. Ο Κωνσταντίνος είχε καταγάγει έναν ακόμα ολυμπιακό θρίαμβο. Το περισπούδαστο αυτό κατόρθωμα συντελέστηκε κάτω από συνθήκες συναρπαστικές:
Από τη μέρα που είχε καταψηφιστεί στη Βουλή η κυβέρνηση τσιριμώκου, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Συμβουλίου του Στέμματος, δεν είχε σταματήσει ούτε για μια στιγμή η επιχείρηση εξαγοράς βουλευτών. Αλλά ο ρυθμός ήταν αργός και τα αποτελέσματα όχι ικανοποιητικά. Επιπλέον, ορισμένοι βουλευτές, ενώ είχαν συμφωνήσει στην «τιμή» και στο υπουργείο, και το κλείσιμο της δουλειάς εθεωρείτο σίγουρο, εκ των υστέρων υπαναχωρούσαν. Ίσως η επίδραση ενός περιβάλλοντος υπερφορτισμένου από δημοκρατική έξαρση, ίσως κάποιο στιγμιαίο σκίρτημα συνειδήσεως, τους ξαναγύριζε στον δρόμο της τιμής. Η Δεξιά κατηγορούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι ήταν ο εγκέφαλος κάποιας οργανώσεως που ασκούσε ψυχολογική πίεση στους ταλαντευόμενους βουλευτές. Δεν προσκομίστηκε όμως ποτέ κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πάντως, τα κρούσματα των υπαναχωρήσεων είχαν προκαλέσει νευρικότητα, ιδιαίτερα στους εξωελληνικούς παράγοντες. Και η αγανάκτησή τους ήταν δικαιολογημένη. Για σκεφθείτε, να έχει τηλεγραφηθεί στην Ουάσινγκτον μια αποστασία και εκ των υστέρων ν’ανακαλείται… Γι’αυτούς τους λόγους μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν μέθοδοι που απέκλειαν τέτοιες λαχτάρες.
Εκείνες τις ημέρες γίνονταν διαπραγματεύσεις με καμιά δεκαριά υποψήφιους αποστάτες. Ορισμένοι άλλοι είχαν κλείσει συμφωνία. (Οι πράκτορες της ΚΥΠ τους είχαν εγκλωβίσει σε απομακρυσμένα εξοχικά ξενοδοχεία, ώστε να είναι μακριά από τις επιδράσεις της «οχλοκρατούμενης» Αθήνας… Τη νύχτα της ψηφοφορίας θα πήγαιναν κατευθείαν στη Βουλή). Χωρίς τους υπό διαπραγμάτευση «δέκα» το έλλειμμα ήταν μόνο επτά.
Νωρίς, μετά το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου, ειδοποιήθηκα από ένα πληροφοριοδότη μου στο παλάτι ότι στην οδό Στησιχόρου αριθμός 10, όπου η κατοικία του εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνου, διεξήγετο ομαδική διαπραγμάτευση εξαγοράς βουλευτών. Όπως μου περιέγραψε, το δεκαμελές ανθρώπινο εμπόρευμα είχε τοποθετηθεί σε ισάριθμους χώρους του σπιτιού. Ο «αγοραστής» έλεγε στον καθένα ξεχωριστά ότι είχε συμπληρωθεί ο αριθμός 150 και ότι αυτός ήταν ο αναγκαίος εκατοστός πεντηκοστός πρώτος. Είχε, επομένως, την τελευταία ευκαιρία της ζωής του να γίνει υπουργός και πλούσιος. Το τέχνασμα απ’ότι ήξερε, είχε κάμψει τους περισσότερους.
Πήγα στην οδό Στησιχόρου. Το σπίτι του Ποταμιάνου απέχει από τα ανάκτορα λιγότερο από 100 μέτρα. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα κατά μήκος του μικρού αυτού αριστοκρατικού δρόμου γνώρισα το αυτοκίνητο του Γαρουφαλιά. Έξω από τα ανάκτορα υπήρχε αρκετή κίνηση. Από τις 15 Ιουλίου, που το παλάτι είχε μεταβληθεί σε στρατηγείο πολιτικών μηχανορραφιών, ο γύρο χώρος ήταν ζωσμένος μέρα – νύχτα από ομάδες Ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων, φωτορεπόρτερς και κινηματογραφιστών, που υπομένανε καρτερικά τον καυτερό ήλιο και τα πιο καυτερά γεγονότα του πολυτάραχου εκείνου καλοκαιριού. Αλλά σήμερα, η λιτή αρμονία του Σεπτεμβριανού δειλινού, με τα χρυσοπράσινα φύλλα που σκόρπιζαν τα δέντρα, ερχότανε σε τόση αντίθεση με τις σκοτεινές επιχειρήσεις πίσω από τους αδιαπέραστους τοίχους των ανακτόρων και του παραπλεύρως υποστρατηγείου.
Σουρούπωνε όταν άνοιξε η εξωτερική πόρτα της κατοικίας του Ποταμιάνου. Βγήκαν πρώτα 2-3 πρόσωπα της Αυλής, με ύφος ανθρώπων που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία. Πίσω τους πρόβαλαν οι εξαγορασμένοι βουλευτές. Τελευταίος εμφανίστηκε ο Γαρουφαλιάς. Φαινότανε να έχει το γενικό πρόσταγμα. Θυμάμαι, καθώς το βλέμμα μου έπεσε σ’έναν από τους καινούργιους αποστάτες, βουλευτή-δημοσιογράφο. Κατέβασε τα μάτια του ντροπιασμένος. Ένας άλλος έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του. Φάνηκε σαν να αγωνιζότανε να συγκρατήσει ένα λυγμό. Όλοι αποστρέφανε τα πρόσωπά τους, καθώς τα φλας των φωτογραφικών μηχανών έκαναν τις μικρές φωτεινές εκρήξεις. Σκέφτηκα ότι ο ύπνος τους απόψε δεν θα ήταν πολύ ήρεμος. Αργότερα, μετά είκοσι μήνες, ίσως να έγινε και εφιαλτικός. Έχουν περάσει από τότε κάπου πέντε χρόνια. Και τώρα, που γράφονται οι γραμμές αυτές, στριφογυρίζει μια σκέψη: Συναισθάνθηκε ποτέ κανένας από κείνη την οκτάδα ότι με το πούλημα της ψυχής του επηρέασε τις τύχες οκτώ εκατομμυρίων ψυχών; Ότι χωρίς το δικό του «ναι» ίσως να κατάρρεε το μοναρχικό πραξικόπημα και να μη στρωνόταν ο δρόμος για τους συνταγματάρχες; Κι αν έτυχε στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας να περάσει από την οδό Μπουμπουλίνας και ν’ακούσει τις σπαρακτικές οιμωγές κάποιου κοριτσιού της «ταράτσας» ένιωσε, άραγε, το δάγκωμα της καρδιάς που φέρνει η συναίσθηση της προσωπικής ενοχής; «Θα βασανιζόταν αυτό το ανώνυμο ανθρώπινο πλάσμα αν εγώ…;».
Οι «οκτώ» σχημάτισαν φάλαγγα κατά δυάδες και ξεκίνησαν κάτω από το άγρυπνο μάτι του Γαρουφαλιά. Δόξα σοι ο Θεός. Όλα είχαν τακτοποιηθεί πάνω στο σπίτι. Και τα υπουργεία που θα’παιρνε ο καθένας. Και τα λεφτά. Και ό,τι άλλο είχαν ζητήσει. Αλλά η κρισιμότερη φάση της επιχειρήσεως ήταν η τελευταία. Τα εκατό μέτρα από τη Στησιχόρου 10 ως την πύλη του παλατιού. Κι αν του’φευγε κανένας στο δρόμο; Η φάλαγγα προχωρούσε. Η Φρειδερίκη και ο γιος της παρακολουθούσαν από ένα κλειστό παράθυρο. Οι διαβάτες έφτυναν από αηδία.
Επιτέλους, το κοπάδι μπήκε στο μαντρί. Ο Γαρουφαλιάς πήρε βαθιά αναπνοή. Όταν οι πόρτες έκλεισαν η βασίλισσα-μήτηρ διέταξε τον Κωνσταντίνο:
-       «Τώρα είμαστε έτοιμοι. Αρχίστε». Και αποσύρθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της.
Η ορκωμοσία έγινε μέσα σε πέντε λεπτά. Οι «οκτώ», με τα ρούχα της δουλειάς, αξύριστοι οι περισσότεροι, παρατάχτηκαν δίπλα στους αρχαιότερους αποστάτες, που μαντρωμένοι, από νωρίς, φορούσαν επίσημο ένδυμα. Μπροστά, μπροστά, με άψογο φράκο, ο νέος πρωθυπουργός. Αλήθεια, ποιος ήταν ο νέος πρωθυπουργός;
Στέφανος Στεφανόπουλος ήταν το όνομα του υπ’αριθμόν 3 πρωθυπουργού, που είχε ανασυρθεί από το βασιλικό ψυγείο/ η φήμη του ήταν αρκετά καλή. Χωρίς να έχει την ασημαντότητα του Νόβα ή την ευφυΐα του Τσιριμώκου, ο Στεφανόπουλος ήταν ένα είδος ουδέτερου πολιτικού όντος. Διαλλακτικός, μετριοπαθής, συντηρητικός, χωρίς ιδανικά και χωρίς εξετάσεις, κατόρθωνε να είναι ανεκτός απ’όλους, χωρίς όμως και ν’αγαπιέται από κανένα. Ήταν ένας καλός «δεύτερος» του πολιτικού θεάτρου. Προερχόταν από τη Δεξιά και ανήκε σ’αυτήν. Το 1955, αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Παπάγου, δέχτηκε αδιαμαρτύρητα – μετά τον θάνατο του στρατάρχη – την ιστορική κλοτσιά των Ανακτόρων, που προτίμησαν για νέο αρχηγό της Δεξιάς, αντί γι’αυτόν, τον Καραμανλή. Το 1963 προσχώρησε στην Ένωση Κέντρου και ο Γεώργιος Παπανδρέου τον τίμησε με την αντιπροεδρία της κυβερνήσεως. Αλλά και μέσα στη σφριγηλή δημοκρατική παράταξη ούτε ο Ανένδοτος αγώνας ούτε η δημιουργία των πεντακοσίων ημερών τον άγγιξε. Έμεινε άβουλος, αναποφάσιστος, ανέκφραστος και άνευρος. Ποτέ δεν παντρεύτηκε. Ακόμα και όταν είχε περάσει τα εξήντα, εξακολουθούσε να είναι το παιδί της μαμάς του. Και όχι μόνο η ιδιωτική του ζωή, αλλά και η πολιτική του σταδιοδρομία ήταν εμπιστευμένη στα χέρια της δυναμικής μητέρας του. Αντιμετώπισε τις πρώτες φάσεις της ιουλιανής κρίσεως στο πλευρό του Παπανδρέου. Όταν ορκίστηκε η κυβέρνηση Νόβα, όλοι οι βουλευτές του Κέντρου υπογράψανε μια ομαδική δήλωση, που άρχιζε ως εξής: «Στιγματίζομεν την προδοσίαν…». Πρώτη φιγουράριζε η υπογραφή Στέφανος Στεφανόπουλος. Αργότερα, οι συνωμότες τον πλησίασαν και του υποδαύλισαν όλες τις απωθημένες φιλοδοξίες του. Αντιστάθηκε. Και ίσως ν’αντιστεκότανε ως το τέλος. Αλλά οι συνωμότες ήξεραν την αχίλλεια πτέρνα του. Και επιστράτευσαν τη «μαμά». Όταν η αιωνόβια «κυρία Φανή» ξεκίνησε από τον Πύργο Ηλείας για να’ρθει στην Αθήνα κανένας δεν αμφέβαλε ότι ο Στέφανος θα έλεγε το «ναι». Όπως και το είπε…
Στις 24 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου (με αντιπροέδρους τους Τσιριμώκο και Νόβα) εξασφάλιζε την πολυπόθητη εμπιστοσύνη της Βουλής (152 επί 300). Η νομότυπη διαδικασία του μοναρχικού πραξικοπήματος είχε περατωθεί. Η χώρα ξαναγύριζε στη συνέχεια της τριακονταετούς διακυβερνήσεως από τη Δεξιά. Το οικοδόμημα της δημοκρατίας, που είχε χτιστεί με αίμα, δάκρυα και πίστη, γκρεμιζότανε. Ξαναγυρίζαμε πίσω…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ V, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, στη σελίδα 228 αναφέρει:
Οι δύο εβδομάδες που είχε μείνει στην εξουσία – ωστόσο εμφανιστεί στη Βουλή – η κυβέρνηση Νόβα, χαρακτηρίστηκαν « το δεκαπενθήμερο της ντροπής». Ο χαρακτηρισμός οφείλεται στον Ηλία Τσιριμώκο, υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Σ’έναν οξύτατο λόγο που εξεφώνησε στην Θεσσαλονίκη είχε προειδοποιήσει τον βασιλιά ότι έπειτα από τον Νόβα δεν θα εύρισκε άλλους «κατεψυγμένους» πρωθυπουργούς.
Αλλά, δυστυχώς, βρέθηκε και άλλος κατεψυγμένος πρωθυπουργός. Και ποιος λέτε; Ο ίδιος ο Ηλίας Τσιριμώκος!
Η περίπτωση αναθέσεως της βασιλικής εντολή για τον σχηματισμό κυβερνήσεως στον Τσιριμώκο μας υποχρεώνει να ξανανοίξουμε ένα κεφάλαιο, που φαινόταν εξαντλημένο: Το κεφάλαιο του αντικομμουνιστικού φαρισαϊσμού της μοναρχίας (και γενικότερα του κατεστημένου).
Ο Ηλίας Τσιριμώκος, όπως έχουμε προαναφέρει, είδε διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στο φιλοαριστερό εθνικό κίνημα αντιστάσεως εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Στα μεταπελευθερωτικά χρόνια, σαν αρχηγός κόμματος, εκινείτο τα όρια μεταξύ Αριστεράς και Κέντρου. Αντιμοναρχικός από πεποίθηση, ανήκε στης εξέχουσες προσωπικότητες του διεθνούς σοσιαλισμού, στην Ένωση Κέντρου κατείχε την ακραία αριστερή έπαλξη. Εύλογη, επομένως, ήταν η αλλεργική διάθεση που προκαλούσε στα Ανάκτορα το όνομα «Τσιριμώκος». Ζούσε ακόμα ο βασιλιάς Παύλος όταν ο Τσιριμώκος εξελέγη πρόεδρος της Βουλής των πενήντα ημερών. Τότε ο Παύλος, παρουσία της γυναίκας του και του διαδόχου, είχε πει υποτιμητικά στον Παπανδρέου: «Κύριε πρωθυπουργέ, θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτήν την πρόκλησιν προς το Στέμμα». Αργότερα, επί βασιλείας Κωνσταντίνου, ο Παπανδρέου ανέθεσε στον Τσιριμώκο το Υπουργείο Εσωτερικών. Την παραμονή της ορκωμοσίας, ο βασιλιάς είχε προβάλει «βέτο». Αλλά η επιμονή του πρωθυπουργού των ανάγκασε να υποχωρήσει. Η αντιπάθεια όμως, αμοιβαία άλλωστε, παρέμεινε αμείωτη.
Αυτόν τον «αρχιαντάρτη», τον «αιμοσταγή κομμουνιστή» (κατά τους χαρακτηρισμούς της Αυλής) επέλεξε ο Κωνσταντίνος για δεύτερο πρωθυπουργό. Ένα δεύτερο «δεκαπενθήμερο ντροπής» έμπαινε στην εθνική ζωή.
Το φαινόμενο Τσιριμώκου – ο οποίος πέθανε στις 18 Ιουλίου 1968 – θα παραμείνει στην Ιστορία αιώνιο στίγμα και για τον αμοραλισμό του κατεστημένου, αλλά – δυστυχώς – και για τον  ίδιο τον Τσιριμώκο. Και είναι αυστηρή η κρίση της Ιστορίας, γιατί ο Τσιριμώκος δεν ήταν ο τυχάρπαστος Νόβας ή ο άβουλος Στεφανόπουλος (τρίτος «κατεψυγμένος» πρωθυπουργός). Ο λαός τον είχε τιμήσει εκλέγοντάς τον πρώτο βουλευτή Αθηνών. Και ήταν ανάμεσα σ’αυτόν και στον Ανδρέα Παπανδρέου που θα εκρίνετο η διαδοχή της ηγεσίας της δημοκρατίας. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ανεξερεύνητη. Ίσως, σε κάποια πτυχή της, να είχε ενσταλαχτεί η πικρή σκέψη του Τσιριμώκου ότι εξαιτίας του στενού συγγενικού δεσμού των δύο Παπανδρέου δεν θα λειτουργούσε δίκαια ο νόμος της ποιοτικής επιλογής. Ίσως αυτό να ήταν το παρορμητικό κίνητρο στο απίστευτο πήδημα από την τιμημένη έπαλξη της δημοκρατίας στον βούρκο των βασιλικών δολοπλοκιών.
Ωστόσο, το πήδημα έγινε. Και η Φρειδερίκη, που δεν του είχε δώσει ποτέ το χέρι της, δέχτηκε τώρα τον «αιμοσταγή αρχιαντάρτη» με ανοικτές αγκάλες. Η Δεξιά τον αποθέωσε. Και ο δημοκρατικός λαός, οι απλοί άνθρωποι που τον έβλεπαν σαν μια φωτεινή ελπίδα της κατατρεγμένης μοίρας τους, τον περιφρόνησε. Βέβαια, για τους ψυχρούς εγκέφαλους της αμερικανικής πρεσβείας, την αποστολής και της CIA αυτά όλα ήσαν χωρίς σημασία. Σημασία είχε η επείγουσα ανάγκη του εκμαυλισμού των είκοσι βουλευτικών συνειδήσεων – όσος ήταν ο ελλείπων αριθμός για την απόκτηση της πολυπόθητης ψήφου εμπιστοσύνης. Ο μηχανισμός δεν είχε διακόψει τη λειτουργία του. Αλλά τώρα χρειάστηκε αύξηση της μερίδας του «συσσιτίου». Οι εφοπλιστές καταθέτανε νέες γενναίες εισφορές. Οι μεγαλοβιομήχανοι το ίδιο. Εκατομμύρια δολάρια κυκλοφορούσαν στο χρηματιστήριο της Βουλής. Η διατίμηση καταργήθηκε. Οι μέρες της ψηφοφορίας πλησίαζαν. Όσα κι όσα… Κάποιος διατύπωσε την αξίωση τα αργύρια της προδοσίας να κατατεθούν επ’ονόματί του σε ελβετική Τράπεζα. Ένας άλλος ζήτησε να του αγοράσουν τυπογραφικό ταχυπιεστήριο. Και κάποιος τρίτος δεν δεχότανε να πουλήσει την ψυχή του, εκτός αν του δίνανε το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας – που, όμως, είχε παραχωρηθεί σε άλλον. [Επιβεβαιωτική μαρτυρία για τις αθλιότητες των ημερών εκείνων μας προσφέρει η εκ των υστέρων ομολογία του Σ.Κωνσταντόπουλου, υπέρμαχου του ιουλιανού πραξικοπήματος. Γράφει: «Όσοι ηγωνίζοντο δια να συγκροτηθεί μια άλλη κυβέρνησης χρησιμοποιούσαν και αυτοί μέσα κακής ηθικής ποιότητας. Προσεφερέροντο εις τους βουλευτάς χρήματα. Εδίδοντο χαρτοφυλάκια. Παρείχοντο ρουσφέτια στοιχίζοντα εις το δημόσιον ταμείον. Η πολιτική ατμόσφαιρα ανέδιδεν αποπνικτικάς αναθυμιάσεις ηθικής σήψεως» (Ελεύθερος Κόσμος, 17 Ιουλίου 1968].
Το γενικό στρατηγείο των επιχειρήσεων ήταν εγκατεστημένο στο παλάτι. Και η Φρειδερίκη, με άμεσους βοηθούς τον Χοϊδά και τον Γαρουφαλιά, κατηύθυνε τη μάχη των συνειδήσεων. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν αδιάκοπα. Η πρεσβεία ετηρείτο ενήμερη κάθε πέντε λεπτά. Η CIA δυσφορούσε για την πενιχρότητα των αποτελεσμάτων. Και όλοι ζούσαν στιγμές αγωνίας. Όταν έπειτα από πολλούς κόπους και περισσότερο «συσσίτιο» κάποιος εκάμπτετο, αλαλαγμοί χαράς ξεσπούσαν στις εφημερίδες της Δεξιάς. Ένας ακόμη…
Ξαφνικά, στις παραμονές της ψηφοφορίας, παρουσιάστηκε ένα απροσδόκητο εμπόδιο. Ο Μαρκεζίνης δήλωσε ότι το κόμμα του θα καταψηφίσει την κυβέρνηση Τσιριμώκου. Καταστροφή! Το έλλειμμα μεγάλωνε κατά επτά… Ο Κωνσταντίνος τηλεφώνησε ο ίδιος στον Μαρκεζίνη. Τον εξελιπάρησε ν’αναθεωρήσει την απόφασή του. Ο πεισματάρης Μαρκεζίνης στάθηκε ανένδοτος. Αμέσως ειδοποιήθηκε η CIA. Ανταρσία στη Δεξιά1 Αυτό μας έλειπε. Να κατασταλεί αμέσως! Ένα υποκλιμάκιο του στρατηγείου ανέλαβε ν’αποκαταστήσει την τάξη. Μέσα σε λίγες ώρες από τους επτά μαρκεζινικούς οι τέσσερις είχαν «νουθετηθεί».
Επιτέλους η ώρα της ψηφοφορίας ήρθε. Στις 28 Αυγούστου η Βουλή εψήφισε και – δεύτερο ράπισμα – κατεψήφισε την κυβέρνηση τσιριμώκου. Αντί των απαιτουμένων 151 ψήφων ψήφισαν «υπέρ» 135. Το έλλειμμα από είκοσι είχε περιοριστεί στους δεκαέξι.
Πολλοί πρόβλεψαν ότι έπειτα από την καταψήφιση και της δεύτερης βασιλικής κυβερνήσεως το Παλάτι θα ξαναγύριζε στη συνταγματική ορθοδοξία. Η πρόβλεψη αποδείχτηκε ευσεβής πόθος. Οι αρχιερείς του κατεστημένου, αφρίζοντας από λύσσα και με τη ψυχολογία του χαμένου παίκτη, αντί να εγκαταλείψουν το παιγνίδι διπλασιάζανε τις «μίζες» τους στην πολιτική ρουλέτα, αδιαφορώντας για το συνεχώς ογκούμενο κύμα λαϊκής οργής. (Ο Τσιριμώκος, πρωθυπουργός της Α.Μ., μου είπε καθαρά ότι κατά τους υπολογισμούς του η «αντιμοναρχική υστερία» είχε ξεπεράσει το 80% του ελληνικού λαού). Η μέθοδος του παιγνιδιού που εφαρμόστηκε από την αρχή αποκλήθηκε «πολιτική σαλαμιού». Η πρώτη φέτα είχε κοπεί με την κυβέρνηση Νόβα. Η δεύτερη με την κυβέρνηση Τσιριμώκου. Γιατί να μην επιχειρηθεί το κόψιμο και τρίτης φέτας;