Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Περιπλοκές με τη Γιουγκοσλαβία
Αλλά και οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, που, με την άνοδο του Πλαστήρα στην αρχή φαίνονταν να έχουν μπει στον καλό δρό­μο, παρουσίασαν, εκείνη την περίοδο, αναπάντεχες, αν και προσωρινές, περιπλοκές. Η αγγλική διπλωματία πρωτοστατούσε στην προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Αλλά, στις 8 Μαΐου, δημοσιευόταν στον Γκάρντιαν μια ανταπόκριση του Αλεξάντερ Ουέρθ: «Η εξομάλυνση των σχέ­σεων – έγραφε - προσκρούει σε διάφορα προβλήματα, το μεγα­λύτερο από τα οποία είναι το θέμα των παιδιών, που έχουν μεταφερθεί από τους αντάρτες στη Γιουγκοσλαβία». Ο Ουέρθ παρέθετε τις επίσημες απόψεις των δύο κυβερνήσεων: Της ελ­ληνικής, που υποστήριζε ότι τα παιδιά μεταφέρθηκαν για να γί­νουν γενίτσαροι, και της γιουγκοσλαβικής, που έλεγε ότι οι αντάρτες τα απομάκρυναν από την Ελλάδα για να τα σώσουν από τις φρικαλεότητες του πολέμου και ότι οι γονείς των πε­ρισσοτέρων καταδιωκόμενοι κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και πολλοί απ'αυτούς είναι "Μακεδόνες" και μιλούν "σλαβομακεδονικά"».
Απαντώντας σε έκκληση του ΟΗΕ ν'αποδώσει τα παιδιά στους γονείς τους, η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση βεβαίωσε ότι θ'αντα­ποκριθεί. Και πρόσθεσε ότι είχε στείλει ήδη στη Γαλλία και στην Αυστραλία τα παιδιά που ζούσαν οι γονείς τους εκεί. Υποστήρι­ζε όμως ότι από τα 9.506 παιδιά που μεταφέρθηκαν στη Γιου­γκοσλαβία, τα 7.812 ζούσαν εκεί με τους γονείς τους.
Ενώ όμως το θέμα των παιδιών πηγαίνει να ρυθμιστεί - πα­ρέμεναν διαφορές μόνο για τον αριθμό -, οι Γιουγκοσλάβοι προ­βάλλουν ζήτημα προστασίας μειονοτικών δικαιωμάτων στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας. Πρώτος φαίνεται πως έθεσε το ζήτημα ο επιτετραμμένος στην Αθήνα, Σέχοβιτς, που θα επέδιδε, σε λίγες μέρες, τα διαπιστευτηριά του ως πρεσβευτής. Σχε­δόν ταυτόχρονα ο Καρντέλι, σε λόγο του, αναφέρει ότι «εάν εχορηγούντο βασικά μειονοτικά δικαιώματα εις τους Μακεδόνας εν Ελλάδι, η πλήρης εξομάλυνσις των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων θα διηυκολύνετο». Και ο ραδιοσταθμός των Σκοπίων δυ­ναμώνει την εκστρατεία του για «διωγμούς των αδελφών μας της Μακεδονίας του Αιγαίου». Στις 26 Μαΐου ο πρωθυπουργός Πλαστήρας, απαντώντας σε βουλευτές που αναφέρθηκαν στη Βουλή στις δηλώσεις Καρντέλι για μακεδονική μειονότητα, τονί­ζει ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα για την Ελλάδα.
Ύστερα από την ανακίνηση «Μακεδονικού» από τους Γιου­γκοσλάβους, η ανταλλαγή πρεσβευτών ματαιώνεται και οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις παρουσιάζουν επιδείνωση. Αλλά τι ήταν αυτό που έκανε τους Γιουγκοσλάβους να ανακινήσουν «Μακεδονικό», τη στιγμή εκείνη που η φιλία της Ελλάδας τους ήταν τόσο αναγκαία για να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις από τους ανα­τολικούς πρώην συμμάχους τους; Επειδή λείπουν ακόμα περισ­σότερα στοιχεία, μπορούμε να αποδώσουμε τη γιουγκοσλαβική αυτή στροφή σ' αυτές ακριβώς τις πιέσεις. Συγκεκριμένα, οι Σο­βιετικοί και οι άλλοι Ανατολικοί, συνεπικουρούμενοι και από το ΚΚΕ, κατηγορούσαν τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας ότι υπηρε­τούν τον δυτικό ιμπεριαλισμό, ότι προσχωρούν σε επιθετικό συ­νασπισμό με την Ελλάδα κ.λπ. Ήδη για την απόδοση των παι­διών έχει εξαπολυθεί εναντίον τους επίθεση από τους Ανατολικούς και από τον Ζαχαριάδη, που τους αποκαλεί «γκάγκστερς του Βε­λιγραδίου» κ.λπ. Σε συνδυασμό με τις φιλοδοξίες των ηγετών της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», που έχουν ιδρύσει με έδρα τα Σκόπια, οι πιέσεις αυτές, και ιδίως η μόνιμη διαφορά με τους Βουλγάρους για τη «Μακεδονία του Πιρίν», έπαιξαν τον ρόλο τους. Φυσικά, πρέπει να έχουμε στον νου μας από δω και πέρα, ότι και η αγγλική διπλωματία, αν και πρωτοστατεί στην αποκα­τάσταση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων, δεν παραλείπει να χρησιμοποιεί ως φόβητρο για την Ελλάδα -αντίβαρο για το Κυπριακό - την ανακίνηση «Μακεδονικού».
Για μερικούς μήνες έχουν διακοπεί οι διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Στα μέσα Αυγούστου επισκέπτεται την Αθήνα και το Βελιγράδι, ο Φίλιπ Νόελ Μπαίκερ και έπειτα ο κοινοβουλευτικός υφυπουργός Εξωτερι­κών της Μεγάλης Βρετανίας, Νταίβις, ο οποίος πραγματοποιεί επίσημες συνομιλίες - έχει μακρές συναντήσεις με τον βασιλιά, με τον Πλαστήρα, τον υφυπουργό Εξωτερικών Πολίτη και, στο Βελιγράδι, με τον Τίτο και άλλους Γιουγκοσλάβους ηγέτες. Αλλά, παρόλο ότι και οι Αμερικανοί πιέζουν τις δύο πρωτεύουσες, η αποκατάσταση των σχέσεων καθυστερεί.