Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    ΚΚΕ: «Τα όπλα παρά πόδα»
    Αλλά και η ευρισκόμενη πια στο εξωτερικό ηγεσία του ΚΚΕ, πα­ρά τις διακηρύξεις της για παγκόσμια ειρήνη και ειρήνευση της χώρας, ενεργούσε με παρόμοια προοπτική. Και πίστευε ότι θα ήταν δυνατή μια επανάληψη του Ανταρτοπολέμου στην Ελλάδα, που είχε τέτοιο τραγικό για την Αριστερά τέλος. Στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, της 9ης Οκτωβρίου 1949, δηλαδή περισσότερο από ένα μήνα μετά την ήτ­τα στο Βίτσι και την αποχώρηση πέρα από τα ελληνικά σύνορα των κύριων δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού ανάμεσα σε διάφορες διακηρύξεις για ειρήνευση της χώρας και πανδημοκρατικό μέτωπο, διαβάζουμε ότι πρέπει να παραμείνουν «μικρά παρτιζάνικα τμήματα, σα μέσο πίεσης για όσο το δυνατόν περισσό­τερο εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής του τόπου».
Επέλεγε δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ την πιο κατάλληλη μέθο­δο για να δυσκολέψει τις προσπάθειες για ειρήνευση στη χώρα, αποκατάσταση ομαλού πολιτικού βίου και συμμέτοχη της Αρι­στεράς στην κοινοβουλευτική ζωή. Και με περισσότερη σαφήνεια παρακάτω πρόβλεπε ότι «ο ΔΣΕ, που έγινε βραχνάς για τους εχθρούς του λαού και της Ελλάδας, θα ανταποκριθεί στην ιστο­ρική του αποστολή σαν νεκροθάφτης του μοναρχοφασισμού». (Βλέπε, Σαράντα Χρόνια του ΚΚΕ, 1918-1958. Πολιτικές και Λο­γοτεχνικές εκδόσεις, σ. 580-83.) Χαρακτηριστικό ήταν ότι, και με­τά την επίσημη αναγγελία από τον εγκατεστημένο σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα», ότι στα­μάτησαν οι εχθροπραξίες, ο Ζαχαριάδης λάνσαρε το σύνθημα «Τα όπλα παρά πόδα» και διακήρυσσε ότι ο «Δ.Σ.» δεν διαλύεται.
Το ΚΚΕ. παρόλο που ήταν αποδιοργανωμένο και στις πόλεις, προσπαθούσε με τις οργανώσεις που του απέμεναν και με τις εκ­πομπές του ραδιοσταθμού του να επηρεάσει τις πολιτικές ζυμώ­σεις στην Ελλάδα. Στην Αθήνα τότε είχαν απομείνει, μετά τις συλ­λήψεις, παραπομπές σε στρατοδικεία, εκτελέσεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις, δύο βασικά κέντρα του εκτός νόμου Κομμουνιστικού Κόμματος. Το ένα υπό το παλαιό μέλος της ΚΕ Νίκο Πλουμπίδη και το άλλο μ' επικεφαλής ανώτατο στέλεχος της ΕΠΟΝ, τον Σταύ­ρο Κασιμάτη. Τα δύο κέντρα είχαν, για λόγους συνωμοτικούς, το καθένα ξεχωριστή επαφή με την ηγεσία στο εξωτερικό και το δι­κό του μηχανισμό. Σιγά σιγά άρχισαν να αλληλοϋποβλέπονται και να τρέφουν αμοιβαία καχυποψία. Ένα μέρος των «στοιχείων» εις βάρος του Πλουμπίδη, που, όπως θα δούμε, αργότερα ο Ζα­χαριάδης τον κατηγόρησε για «χαφιέ», προέρχονταν από το άλ­λο κομμουνιστικό κέντρο.
Προς το παρόν, ο Πλουμπίδης ήταν ο κύριος ηγέτης του πα­ρανόμου μηχανισμού του ΚΚΕ στην Ελλάδα και σ'αυτόν είχαν ανατεθεί οι επαφές με πολιτικά πρόσωπα. Κύρια επιδίωξη του ΚΚΕ ήταν να δημιουργηθεί το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, στο οποίο όμως οι κομμουνιστές να έχουν την πραγματική ηγεσία και τον καθοδηγητικό ρόλο. Την περίοδο αυτή, που ήταν εξαιτίας της ήτ­τας του αποδιοργανωμένο, το ΚΚΕ κατεχόταν από την αγωνία μήπως χάσει τον έλεγχο της Αριστεράς. Γι'αυτό, με τις εκπομπές του ραδιοσταθμού της, με προκηρύξεις και με τov «ψίθυρο», η ηγεσία του ΚΚΕ εξαπέλυε επιθέσεις εναντίον των κεντρώων και αριστερών ηγετών που θεωρούσε επικίνδυνους, δηλαδή ικανούς να παρασύρουν τον κόσμο της Αριστεράς έξω από τον έλεγχο της. Έτσι, κατηγορούσε τον Πλαστήρα, ιδιαίτερα μετά την άρνηση του στρατηγού να δεχτεί το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, καθώς και τον Τσουδερό, για «ψευτοδημοκράτες» που θέλουν «να νεκραναστησουν το Κέντρο του Σοφούλη», και τους ηγέτες των κομμά­των της Δημοκρατικής Αριστεράς ότι «κερδοσκοπούν πάνω στα αιτήματα του ελληνικού λαού με την ελπίδα να κληρονομήσουν τους ψηφοφόρους του ΚΚΕ».

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Η Αριστερά
Εκτός από τον Πλαστήρα, εμπνευστής στην κίνηση για συμβιβα­στική λύση στο ελληνικό πρόβλημα ήταν και ο Ιωάννης Σόφιανόπουλος. Πιστεύοντας ότι «η Ελλάδα μπορεί να γίνει το "σημείον ζεύξεως" του ανατολικού και του δυτικού κόσμου» και αξιοποιώντας τις γνωριμίες του και τις ευρύτατες γνώσεις του, ο Σοφιανόπουλος επεδίωκε στο εξωτερικό ξένη μεσολάβηση για να σταματήσει την ένοπλη σύγκρουση στην Ελλάδα. Προς αυτή την κατεύθυνση είχε ζητήσει τη συνδρομή του υπουργού της Τσε­χοσλοβακίας Μάζαρυκ (πριν από την πτώση του), καθώς και του Έβατ, με τον οποίο τον συνέδεε προσωπική φιλία και διατη­ρούσε αλληλογραφία. Στο Παρίσι, όπου είχε συνέλθει τότε η Γε­νική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Σοφιανόπουλος και ο Κομνηνός Πυρομάγλου επέδωσαν στον Έβατ υπόμνημα στο οποίο υποστήριζαν συμβιβαστική λύση του Ελληνικού και την ουδετε­ρότητα της Ελλάδας με εγγύηση των μεγάλων. Ο Έβατ, που, όπως είδαμε, είχε αναλάβει σχετική πρωτοβουλία, συμφώνησε - όπως αφηγείται ο Πυρομάγλου - μαζί τους. «Αυτή - τους είπε - είναι η λύση για την Ελλάδα».
Ο ίδιος ο Σοφιανόπουλος ανέπτυσσε τις απόψεις του, σε μια (ανέκδοτη ως τώρα) επιστολή του προς τον φίλο του δικηγόρο Γ.Κοκορέλλη, τον Μάη του 1948:
«...είμαι νυχθημερόν απησχολημένος – έγραφε - με το ζή­τημα της πιο συγκεκριμένης επαφής των μεγάλων, άνευ της οποίας δεν θα ημπορέσει να εξευρεθή λύσις ικανοποι­ητική διά το ελληνικόν πρόβλημα, μια φορά και οι Έλλη­νες τυφλωμένοι από το πάθος των δεν ημπορούν να αρ­θούν εις το ύψος του στοιχειωδεστέρου πατριωτισμού. Όπως θα αντιλαμβάνεσαι και από τα προς τας εφημερί­δας τηλεγραφήματα, η διάθεσις προς συνεννόησιν εξεδηλώθη, παρ'όλας δε τας επιφυλάξεις, που έχουν ως βάσιν το ψευτοφιλότιμο του καθενός και όλα τα ζικ ζακ, τελικώς θα καθήσουν στο σκαμνί για να συνεννοηθούν, γιατί η παγκόσμιος κοινή γνώμη ζητεί την συνεννόησιν και ο Μπλουμ στο σημερινό άρθρο του στην Populaire τούς υποδεικνύει την ανάγκην της ταχυτέρας δυνατής και συγκεκριμένης επαφής των. Θέλω να πιστεύω ότι και εγώ εν τω μέτρω των μικρών μου δυνάμεων συνετέλεσα εις το άνοιγμα κά­πως του ορίζοντος και, αν κρίνω από τας ενθαρρυντικάς απαντήσεις που έλαβα και από εδώ και από την Αμερικήν και την Αγγλίαν, φέρομαι εις το να παραδεχθώ ότι οι κό­ποι δεν θα πάνε στράφι (...) φυσικά θα εξακολουθήσω ιδία τώρα εργαζόμενος διά την σωτηρίαν της πατρίδος μας...». (Από το προσωπικό αρχείο του Γιάννη Κοκορέλλη.)

    Μετά τον τερματισμό του Ανταρτοπολέμου - που δεν τέλειω­σε όπως επεδίωκαν -, άλλοι από τους θιασώτες της «τρίτης λύ­σεως» εντάχθηκαν στην ΕΠΕΚ και άλλοι στην Ένωσιν Δημοκρα­τικών Αριστερών του Σοφιανόπουλου και σε άλλες ομάδες της μη κομμουνιστικής Αριστεράς.
Στον χώρο αυτό κινούνταν το ΣΚΕΛΔ (Σοσιαλιστικό Κόμμα - Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας) των Σβώλου - Τσιριμώκου και οι Αρι­στεροί Φιλελεύθεροι (Ν.Γρηγοριάδης, Στ.Χατζήμπεης κ.λ.π.), ομάδα συνεργαζόμενη πριν από το 1947 με το ΕΑΜ. Έγιναν διά­φορες κρούσεις προς τον Πλαστήρα για να συγκροτηθεί υπό την ηγεσία του ένα Δημοκρατικό Μέτωπο, στο οποίο θα περιλαμβά­νονταν όλες αυτές οι πολιτικές ομάδες και τα μικρά κόμματα της Αριστεράς. Σε έκκληση για τη συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μάχη, όργανο του ΣΚΕΛΔ, κα­θορίζονταν τα παρακάτω προγραμματικά σημεία:
«Διαχωρισμένο με σαφήνεια από το ΚΚΕ, αλλά διαχωρι­σμένο καθαρά και από τη Δεξιά, τους υπόπτους "οικονο­μικούς κύκλους" και κάθε υπηρέτη της ολιγαρχίας, το "Δ.Μ." θα έχει τρεις βασικούς σκοπούς: 1) Ν'αγωνισθή για την αποκατάσταση της ομαλότητας και τη διενέργεια ελευθέ­ρων εκλογών. 2) Ν'αγωνισθή για την εκλογική νίκη. 3) Ν'αγωνισθή για να εκκαθαρίση την ηθική κόπρο του Αυγείου της σημερινής πολιτικής ζωής της χώρας, ν'απόσπαση την εθνική οικονομία από τα νύχια της κερδοσκοπίας και να οδηγήση τον τόπο στον δρόμο της ανασυγκροτήσεως, της δημιουργικής δουλειάς και της προόδου».

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η ΕΠΕΚ και η καταγωγή της
Νέοι κομματικοί σχηματισμοί, που διεκδικούσαν ο πρώτος την εξουσία, ο δεύτερος σημαντικό αριθμό ψήφων, ήταν η ΕΠΕΚ και η Δημοκρατική Παράταξις.
Η ίδρυση της ΕΠΕΚ επηρέασε για μερικά χρόνια την πολιτική ζωή στην Ελλάδα.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Εμμανουήλ Τσουδερός. που ονό­μαζε το κόμμα του Δημοκρατικόν Προοδευτικόν, ανακοίνωσαν στις 14 Ιανουαρίου 1950 την απόφαση τους να συμπράξουν σε ενι­αίο κόμμα με την επωνυμία «Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέ­ντρου» (ΕΠΕΚ). Ο Τσουδερός είχε αρχίσει από τον Σεπτέμβρη τις περιοδείες του στην Κρήτη, όπου κήρυσσε την ανάγκη δημιουρ­γίας μιας «τρίτης δυνάμεως» από «νέα πρόσωπα και νέα κόμ­ματα, προοδευτικά και μεταρρυθμιστικά».
Ο Τσουδερός, πλάι στον Πλαστήρα, ήταν μια εγγύηση για τους Αγγλοαμερικανούς ότι η ΕΠΕΚ θα τηρούσε φιλοσυμμαχική πολι­τική. Εγγύηση για τους Αμερικανούς ήταν και η παρουσία στο στενό περιβάλλον του Πλαστήρα του I.Μοάτσου, ο οποίος είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στις Ηνωμένες Πο­λιτείες. Ο Πλαστήρας ένιωθε υποχρεωμένος απέναντι στον Μοάτσο (είχε βοηθήσει τον στρατηγό σε δύσκολες στιγμές της ζωής του, όταν ήταν εξόριστος στη Γαλλία), έτρεφε φιλικά αισθήματα απέναντι του και τον είχε έναν από τους κυριότερους πολιτικούς συμβούλους του.
Εκείνο που έκανε «ύποπτο» τον Ν. Πλαστήρα σε ορισμένους συμμαχικούς κύκλους και που εκμεταλλευόταν κυρίως η Δεξιά σε βάρος του ήταν το ότι στη διάρκεια του Ανταρτοπολέμου είχε πάρει μέρος σε μια κίνηση για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να εγγυηθούν την ουδετερότητα της Ελλάδας οι μεγάλες δυ­νάμεις. Η κίνηση αυτή εκδηλώθηκε τον Νοέμβριο του 1948, δηλα­δή μέσα στη μεγαλύτερη ένταση του Ανταρτοπολέμου, με ένα τηλεγράφημα εννιά πρώην υπουργών προς τον τότε πρόεδρο της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ Αυστραλό υπουργό Εξωτερικών Έβατ, που είχε αναλάβει πρωτοβουλία για την ειρήνευση στην Ελλάδα με συμβιβασμό και συνεννόηση ανάμεσα στις βαλκανι­κές δυνάμεις. Το τηλεγράφημα, που το υπέγραφαν οι πρώην υπουργοί Περικλής Αργυρόπουλος, Νικόλαος Ασκούτσης, Γεώρ­γιος Καρτάλης, Ν.Κολυβάς, Κ.Μανέττας, Στρατηγόπουλος, Βοραζάνης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μπένσης και ο από­στρατος στρατηγός Λ.Σακελλαρόπουλος, είχε ως εξής:
«Η αναληφθείσα υπό της Αυστραλιανής Αντιπροσωπείας πρωτοβουλία εγένετο δέκτη μετά πλήρους ικανοποιήσεως παρά της μεγάλης πλειονότητος του ελληνικού λαού, φρονούσης ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος δεν πρέπει να λήξη ειμή διά συμβιβαστικών μέτρων. Εξάλλου αι προσπάθεια, Υμών, όπως φέρητε τα βαλκανικά έθνη εις άμεσον συνεννόησιν, είναι αι μόναι ικαναί να επαναφέρουν την ειρήνην εις τα Βαλκάνια και να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησίαν των λαών και την ακεραιότητα των εδαφών των. Χάρις εις το γόητρον της Αυστραλιανής Αντιπροσωπείας είμεθα βέβαιοι ότι η υμετέρα παρέμβασις θα στεφθεί υπό επιτυχίας και ο ελληνικός λαός θα σας εγγράψει εις την Ιστορίαν του ως ειρηνοποιόν».         

   Το τηλεγράφημα προκάλεσε εκρήξεις οργής της Δεξιάς, αλλά και ορισμένων βενιζελικών στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Σοφοκλής Βε­νιζέλος δήλωσε στη Βουλή ότι ο Βοραζάνης, ο μόνος βουλευτής που είχε υπογράψει το τηλεγράφημα, διαγράφηκε από το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Γεώργιος Βοραζάνης ήταν ένα από τα πιο μορφωμένα μέλη του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Γεννήθηκε στην Ήπειρο το 1898. Σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες σε ξένα πανεπιστήμια. Είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και διε­τέλεσε υπουργός Οικονομικών το 1945. Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1965. Ενώ οι Κανελλόπουλος και Βενιζέλος αποδοκίμαζαν την πρά­ξη του, ο Βοραζάνης δεχόταν επίθεση από συναδέλφους του, που με κραυγές «προδότη», με κλοτσιές και γροθιές τον έδιωχναν από την αίθουσα των συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου. Ο Βοραζάνης - όπως γράφει η Ακρόπολις της 9ης Νοεμβρίου 1948 - «συρόμενος και δερόμενος εκβάλλεται (...) προς τους διαδρόμους», όπου συ­νεχίζεται το άγριο ξυλοκόπημα από συναδέλφους του.
Και οι εννιά που υπέγραψαν το τηλεγράφημα ήταν το 1949 - και το 1950 - στελέχη της κινήσεως του Πλαστήρα. Ήταν φυσικό λοιπόν να έχει δημιουργηθεί χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τη Δε­ξιά αλλά και σε ένα μέρος των Βενιζελικών.

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

    Ο Παπάγος ανακαλεί
Στις πρώτες ανακοινώσεις του, ο πρωθυπουργός διευκρίνισε ότι ο χαρακτήρας της κυβερνήσεώς του ήταν υπηρεσιακός και ότι το μόνο «πολιτικόν πρόσωπον εν ενεργεία» που μετείχε, ο Στεφανόπουλος, «παρεκλήθη τηλεγραφικώς να παραμείνη προσωρινώς εις την κυβέρνησιν ως υπουργός Συντονισμού, διότι διαχειρίζεται εις το Παρίσι σπουδαία ζητήματα της χώρας». Πραγματικά, όταν γύρισε από το Παρίσι (αρχές Φεβρουαρίου) ο Στ.Στεφανόπουλος, παραιτήθηκε, γιατί θα έπαιρνε μέρος στις εκλογές, και αντικαταστάθηκε από τον υπουργό Οικονομικών Γ.Μαντζαβίνο.
Αλλά, στις πρώτες εκείνες ανακοινώσεις του, ο πρωθυπουργός είπε και κάτι ακόμα, που προκάλεσε μεγαλύτερη ίσως έκπληξη και από τη «βόμβα Παπάγου» της προηγούμενης μέρας: Ανεκοίνωσε ότι ο αρχιστράτηγος «κληθείς χθες την μεσημβρίαν εις τα Ανάκτορα, απεδέχθη σύστασιν του βασιλέως, όπως εις μιαν τόσον κρίσιμον στιγμήν μη επιμείνη εις την παραίτησίν του». Και συνέχισε:
«Τον κ.Παπάγον παρεκάλεσα και εγώ προσωπικώς, όπως αποσύρη την παραίτησίν του, και ο αρχιστράτηγος απεδέχθη».
    Για όσους περίμεναν την κάθοδο του Παπάγου στην πολιτική ως την έλευση του αναμενόμενου Μεσσία, η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Ώστε η παραίτηση δεν ήταν το μεγάλο βήμα για τη συμμετοχή του στρατάρχη στις εκλογές επικεφαλής ενός νέου κόμματος της Δεξιάς: Ήταν απλώς μια εκδήλωση ευθιξίας του Παπάγου ή ένα μέσο για την ανατροπή της κυβερνήσεως Διομήδη; Τι είχε συμβεί μέσα σ’ένα εικοσιτετράωρο ώστε ν’αλλάξουν τόσο τα πράγματα;
    Έχουν γραφτεί πολλά γύρω από το επεισόδιο αυτό της πολιτικής μας ζωής, αλλά ίσως να μην έχει αποκαλυφθεί ακόμα όλο το σχετικό παρασκήνιο. Ορισμένες εφημερίδες έγραψαν τότε πως τον Παπάγο τον πίεσαν ν’ανακαλέσει την παραίτησή του οι Άγγλοι και, προσωπικά, ο εξάδελφος του βασιλιά, λόρδος Μαουντμπάτεν, που βρισκόταν τότε στην Αθήνα. Οι πληροφορίες για αγγλικές πιέ­σεις ήταν τόσο επίμονες που η αγγλική πρεσβεία υποχρεώθηκε να εκδώσει σχετική ανακοίνωση και να τις διαψεύσει... Στην πραγ­ματικότητα, φαίνεται πως μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε ο πρωθυπουργός Τζον Θεοτόκης (γνωστός για τους φιλικούς δεσμούς του με τα Ανά­κτορα και τους Άγγλους). Και ακόμα μεγαλύτερο το γεγονός ότι οι κινούμενοι για δημιουργία νέου κόμματος με επικεφαλής τον Παπάγο δεν είχαν ακόμα εξασφαλίσει την υποστήριξη του Στέητ Ντιπάρτμεντ. 0 Αμερικανός πρεσβευτής Γκραίηντυ υποπτευόταν πάντα τον στρατάρχη για δικτατορικές τάσεις. Και μια δικτατορία εκείνη τη στιγμή στην Ελλάδα θα ήταν ολέθρια για την αμερικανι­κή πολιτική. Όπως ήδη έχουμε πει, ο πρόεδρος Τρούμαν και η κυ­βέρνηση του προσπαθούσαν να πείσουν όλο τον κόσμο ότι στη χώ­ρα μας δεν διέθεταν τα δολάριά τους για να υποστηρίζουν ένα «μοναρχοφασιστικό» αλλά ένα δημοκρατικό καθεστώς.
Για όλους αυτούς τους λόγους και ίσως ακόμα γιατί δεν ήταν εξασφαλισμένο το πλειοψηφικό σύστημα και δεν υπήρχε αρκε­τός χρόνος για να οργανωθεί το νέο κόμμα (αφού απέτυχε η προ­σπάθεια για μεταβατική κυβέρνηση και οι εκλογές θα γίνονταν αμέσως), και ο κυριότερος σύμβουλος του Παπάγου, ο Μαρκεζί­νης, σύστησε στον στρατάρχη ν'ανακαλέσει την παραίτηση του. Του είπε πως δεν είχε έλθει ακόμα η ώρα του. Η ανατροπή της κυβερνήσεως Διομήδη, που παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα της παραιτήσεως του αρχιστρατήγου, ήταν ένα σημαντικό κέρδος για τη νέα κίνηση. Έδειξε τη δύναμη του μελλοντικού αρχηγού της. Τώρα θα έπρεπε να περιμένουν, αλλά και να μην αφήσουν μέρος του κόσμου της Δεξιάς που είχε ήδη προσχωρήσει στην ιδέα της πρωθυπουργίας Παπάγου ν'απογοητευτεί. Ο Μαρκεζίνης λοι­πόν έγραψε μια ανακοίνωση, που διέψευσε ότι η ανάκληση της παραιτήσεως του αρχιστρατήγου σήμαινε και «οριστικήν του απόφασιν όπως μη πολιτευθή».
Και η ανακοίνωση, που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες της 8ης Ιανουαρίου ανώνυμα, ως προερχόμενη «εκ του περιβάλλοντος του αρχιστρατήγου», συνέχιζε:
«Όπως ακριβώς η παραίτησις του κ. Παπάγου δεν εσήμαινε ότι ούτος απεφάσισε να πολιτευθή, ούτω και η ανάκλησις της παραιτήσεώς του ουδόλως σημαίνει ότι απεφάσισε να μην πολιτευθή. Ο αρχιστράτηγος, διατηρών σήμερον την υπεύθυνον θέσιν του. θα εμμένει απαρεγκλίτως εις την παλαιάν του τακτικήν όπως μείνη αφοσιωμένος μόνον εις τα στρατιωτικά του καθήκοντα και αποφυγή πάσαν πολιτικήν δήλωσιν. Εις την αρμοδιότητα του ιδίου και μόνον απόκει­ται να κρίνη εάν και πότε θα συμμορφωθή προς την διαρ­κώς και εντονώτερον εκδηλουμένην λαικήν επιθυμίαν όπως αναλάβη και την γενικωτέραν εθνικήν προσπάθειαν».
Ίσως εκείνοι που το 1951 πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις του Παπάγου ότι δεν θα πολιτευτεί και με βάση αυτές ρύθμισαν τις πολιτικές τους προοπτικές να είχαν ξεχάσει αυτή την τόσο εύ­γλωττη ανακοίνωση «εκ του περιβάλλοντος του αρχιστρατήγου»...

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Η κυβέρνηση διαλύεται
Ήταν το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1950. Ο αρχιστράτηγος κάλεσε τον τυπικά προϊστάμενο του υπουργό των Στρατιωτικών Πανα­γιώτη Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την απόφασή του να παραιτηθεί. «Θα σας ακολουθήσω και εγώ», του απάντησε ο υπουργός. Και έφυγε για να ειδοποιήσει τον πρωθυπουργό και τον β' αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως Σοφοκλή Βενιζέλο.
Το σκάφος βυθιζόταν και κανένας δεν ήθελε να εισπράξει ως το τέλος τα «επίχειρα της κακίας» του Λαϊκού Κόμματος. Ο Σο­φοκλής Βενιζέλος από μέρες είχε απειλήσει ότι θα αποχωρούσε από την κυβέρνηση, αν δεν ξεκαθαριζόταν το θέμα των σκανδά­λων. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων δεν είχε κανένα λόγο να φορ­τωθεί τις ευθύνες για τις ατασθαλίες των φίλων του Τσαλδάρη και μάλιστα στις παραμονές εκλογών. Αλλά ο Βενιζέλος είχε και έναν ακόμα σοβαρό λόγο να θέλει να επισπεύσει τις εκλογές. Δεν έπρεπε ν'αφήσει να οργανωθεί το κόμμα του στρατηγού Πλα­στήρα. Αν για τον Τσαλδάρη ήταν θανάσιμος κίνδυνος ο Παπά­γος, το Κόμμα των Φιλελευθέρων το απειλούσε ο Πλαστήρας. Ο Βενιζέλος λοιπόν, έχοντας, όπως φαίνεται, πληροφορίες και για τις προθέσεις του Παπάγου, αποφάσισε να επισπεύσει την κρίση. Το πρωί της 5ης Ιανουαρίου κάλεσε τους φιλελευθέρους υπουρ­γούς και αργότερα όλους τους βουλευτές του κόμματος του. και τους ανακοίνωσε την απόφασή του. Όλοι έμειναν σύμφωνοι. Έτσι, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο Βενιζέλος επισκέφτηκε τον πρω­θυπουργό Διομήδη, του ανακοίνωσε την αποχώρηση τη δική του και των φιλελευθέρων υπουργών από την κυβέρνηση και του επέ­δωσε σχετική επιστολή. Ο Βενιζέλος κατηγορούσε τον Τσαλδάρη ότι αθέτησε τη συμφωνία που είχαν κάμει «όπως το σημερινόν κυβερνητικόν σχήμα διατηρηθή κατά το εναπομένον χρονικόν διά­στημα μέχρι της διαλύσεως της παρούσης Βουλής».
«...η δε συνέχισις των περιοδειών του κ. Τσαλδάρη - συ­νέχιζε ο Βενιζέλος - εξαπέλυσεν ήδη τον εκλογικόν σάλον. τέσσαρας όλους μήνας προ των εκλογών, εις βάρος της κυβερνητικής συνοχής και των σοβαρών υποθέσεων της χώρας, όπως είναι ιδίως η ανασυγκρότησις. Υπό τοιαύτας συνθήκας το συμφέρον της χώρας επιβάλλει αναμφιβόλως μιαν σύντμησιν των προθεσμιών, αι οποίαι είχον αρχικώς προβλεφθεί. Εντεύθεν ήχθημεν μετά των εν τη κυβερνή­σει Φιλελευθέρων συναδέλφου εις την απόφασιν, όπως παρακαλέσωμεν υμάς και αποδεχθήτε την παραίτησιν την οποίαν υποβάλλομεν διά της παρούσης, εισηγηθήτε εις τον Ανώτατον Άρχοντα (...) την επίσπευσιν των εκλογών...».
Σχεδόν ταυτόχρονα έφτασε στο πρωθυπουργικό γραφείο και ο υπουργός Στρατιωτικών Παναγιώτης Κανελλόπουλος, για τον οποίο είχαν δημοσιευτεί ήδη στον Τύπο πληροφορίες ότι είχε προ­σχωρήσει στην κίνηση Παπάγου. Ανακοίνωσε την παραίτηση του αρχιστρατήγου και υπέβαλε και τη δική του. Λίγο αργότερα πα­ραιτήθηκε και ο αρχηγός του ΓΕΣ, αντιστράτηγος Γ. Κοσμάς, που ήταν πάντα αφοσιωμένος στον Παπάγο.
Μετά τις παραιτήσεις του β' αντιπροέδρου, του υπουργού Στρατιωτικών και του αρχιστρατήγου, η κυβέρνηση είχε ουσια­στικά διαλυθεί. Ο πρωθυπουργός Διομήδης ανέβηκε αμέσως στα Ανάκτορα, με τις τρεις επιστολές στα χέρια, και υπέβαλε και την παραίτηση τη δική του και ολόκληρης της κυβερνήσεως.
Ο πρωθυπουργός πρότεινε στον βασιλιά «να σχηματισθή κυβέρνησις πολιτικής ευθύνης, διά να ενεργήση εκλογάς αδιαβλήτους», απέκλεισε όμως συμμετοχή στρατιωτικών, «διότι μέτρα λαμβανόμενα τυχόν από στρατιωτικούς θα εκινδύνευαν να δια- βληθούν εις το εξωτερικόν».

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Πρώτη παραίτηση του αρχιστρατήγου
Το ενδεχόμενο της καθόδου του στρατάρχη Παπάγου στον εκλο­γικό αγώνα ήταν φυσικό να προκαλεί αληθινό πανικό στον Κων­σταντίνο Τσαλδάρη, που έβλεπε διαγραφόμενη τη βέβαιη διάλυ­ση του παρακμασμένου ήδη κόμματος του και το τέλος του δικού του ηγετικού ρόλου. Αλλά ακριβώς αυτός ο πανικός οδηγούσε τον Τσαλδάρη και το άμεσο περιβάλλον του σε τέτοιες αντιδρά­σεις, που ήταν δυνατόν να επισπεύσουν την παραίτηση του αρχι­στρατήγου και την κάθοδο του στην πολιτική.
Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου, οι σχέσεις του αρχιστρατήγου με τον πρώτο αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως βρίσκονταν ήδη σε πο­λύ άσχημο σημείο. Ο Παπάγος ήταν οργισμένος, γιατί στην εφη­μερίδα που εξέδιδε ο γιος του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος, Αθανάσιος Τσαλδάρης, Καιροί, γίνονταν υπαινιγμοί εναντίον του. Σε μια συνεδρίαση του Συντονιστικού Συμβουλίου, ο αρχιστρά­τηγος, δείχνοντας τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, είπε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Διομήδη:
- Κύριε πρόεδρε, παρακαλώ να πήτε στον κύριο αυτό να παύ­ση να εκτοξεύη συκοφαντίας εναντίον μου διά του δημοσιογρα­φικού του οργάνου.
Ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος διαμαρτυρήθηκε, ισχυριζό­μενος πως είναι ξένος προς τα δημοσιεύματα.
- Δεν επιτρέπω να με διαψεύδουν, απάντησε θυμωμένος ο στρατάρχης.
Το επεισόδιο το αποκάλυψε μια ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης και το αναδημοσίευσε ο αθηναϊκός Τύπος. Οι Τσαλ­δάρης, Διομήδης και Παναγιώτης Κανελλόπουλος το διέψευσαν. Αλλά Το Βήμα της 23ης Δεκεμβρίου 1949 έγραφε:
«Παρά τας ανωτέρω κυβερνητικάς διαψεύσεις, από άλλας, καλώς πληροφορημένας πηγάς παρείχετο η πληρο­φορία ότι το επεισόδιο πράγματι συνέβη, αλλ'ότι οι με­τάσχοντες της συνεδριάσεως εκείνης του Συντονιστικού Συμβουλίου ανέλαβον την υποχρέωσιν να αποφύγουν την κοινολόγησίν του».
Τα Χριστούγεννα, εφημερίδα θεωρούμενη φιλοανακτορική δη­μοσίευε ρεπορτάζ κατά το οποίο επιθυμία του βασιλιά ήταν να σχηματιστεί «άχρους κυβέρνησις», να αναβληθούν για ένα χρόνο οι εκλογές και να διενεργηθούν τότε με πλειοψηφικό σύστημα. Οι θιασώτες της μεταβατικής κατέβαλλαν τις τελευταίες προσπά­θειες να επιβάλουν τις απόψεις τους. Ο πρωθυπουργός Διομήδης έσπευσε να δηλώσει ότι οι εκλογές θα γίνουν οπωσδήποτε τον Απρίλιο, ίσως και νωρίτερα, με το αναλογικό σύστημα. Και το πο­λιτικό γραφείο του βασιλιά με ανακοίνωση του διέψευδε ότι το δημοσίευμα εξέφραζε βασιλικές απόψεις. Οι δημοσιογράφοι έβλε­παν πίσω από το ρεπορτάζ της φιλοανακτορικής εφημερίδας τον Παναγιώτη Πιπινέλη.
Στο μεταξύ, ο Τσαλδάρης άρχισε προεκλογική περιοδεία. Τα Χριστούγεννα πήγε στη Βόρειο Ελλάδα και μετά την Πρω­τοχρονιά στην Πελοπόννησο. Προσπαθούσε να τονώσει το κόμ­μα του, που παρουσίαζε κάμψη μετά την αποκάλυψη των σκαν­δάλων, καθώς και την προσωπική του θέση στην παράταξη της Δεξιάς, που κινδύνευε από την κίνηση υπέρ του Παπάγου. Αλλά ορισμένοι οπαδοί του. κατά την περιοδεία του, τον υποδέχο­νταν με το σύνθημα «Θέλουμε τον Παπάγο». Στην Τρίπολη, παραδοσιακό κέντρο της Δεξιάς, οι εκδηλώσεις υπέρ του Πα­πάγου ήταν ζωηρότερες. Και ο Τσαλδάρης αποφάσισε ν' αντε­πιτεθεί:
«Θα σας ομιλήσω και περί αυτού – είπε - σύμφωνα με το ρεπορτάζ των εφημερίδων. Υπάρχουν ανώτεροι αξιωμα­τικοί τους οποίους ουχί άπαξ, ουχί δις. αλλά πολλάκις παρεκάλεσα να αναλάβουν να πολεμήσουν τον συμμοριτισμόν και μου ηρνήθησαν, δικαιολογούμενοι ότι δεν θεωρούν τας δυνάμεις και τα μέσα επαρκή. Και όταν η πολιτική ηγε­σία παρεσκεύασε στρατόν με άφθονα εφόδια, τότε κατε­βλήθη ο συμμοριτισμός. Υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αναμ­φισβητήτως προσέφεραν υπηρεσίαν τινά εις τον αγώνα. Αλλά, εάν προχωρήσουν και αλλαχού, θα προξενήσουν ζημίαν εις τον τόπον».
Ήταν φανερό ότι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος είχε πε­ράσει τον Ρουβίκωνα. Δεν περιορίστηκε να υπερασπιστεί τη δική του θέση. αλλά είχε θίξει τα άγια των αγίων της παράταξής του: Τον θρύλο του «Νικητού αρχιστρατήγου». Το ποτήρι είχε ξεχει­λίσει. Ο Παπάγος πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες, αλλά και από φίλους του, που ήταν στην Τρίπολη, την επίθεση του Τσαλ­δάρη. Του είπαν μάλιστα ότι ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος χαρακτήρισε «αγυιόπαιδας» τους πολίτες που φώναζαν «Θέ­λουμε τον Παπάγο. Ζήτω ο Παπάγος». Έξαλλος ο στρατάρχης αποφάσισε ν' ανοίξει την κρίση.

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ


Το σχέδιο ψηφίσματος «περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» είχε δύο κεφάλαια. Το πρώτο προέβλεπε τη σύσταση «Οργανι­σμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» με έδρα την Αθήνα, «υπα­γομένου υπό την ανωτέραν εποπτείαν πενταμελούς συμβουλίου, αποτελουμένου εκ των υπουργών Δικαιοσύνης, Στρατιωτικών, Παιδείας, Δημοσίας Τάξεως, Τύπου και Πληροφοριών». Σκοπός του οργανισμού «είναι η διά της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις των εις αυτό υπό του κράτους παραπε­μπομένων ατόμων, άτινα διά της καθ'οιονδήποτε τρόπον παρα­νόμου δράσεως αυτών, υπενόμευσαν ή υπονομεύουν το πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς της χώρας».
Το άρθρο 6 του σχεδίου ψηφίσματος όριζε ότι στον ΟΑΜ υπά­γονταν:
«α) Οι στρατιωτικοί εν γένει, οίτινες λόγω της δράσεώς των ή της αναμείξεώς των εις αντεθνικάς ενεργείας, θεωρού­νται επικίνδυνοι εις την ασφάλειαν των ενόπλων δυνάμεων, β) Οι υπό των επιτροπών ασφαλείας του κράτους βάσει της κειμένης νομοθεσίας εκτοπιζόμενοι ως επικίνδυνοι διά την δημόσιαν ασφάλειαν (...). γ) Οι αυθορμήτως παρου­σιαζόμενοι ή συλλαμβανόμενοι συμμορίται, εφόσον δεν αφήνονται αμέσως ελεύθεροι υπό των στρατιωτικών Αρχών και δ) Οι δυνάμει του παρόντος ψηφίσματος παραπεμπό­μενοι εις τον οργανισμόν κατάδικοι και υπόδικοι. Άπαντες οι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος διατελούντες εν εκτοπίσει...».
Το δεύτερο κεφάλαιο του σχεδίου ψηφίσματος πρόβλεπε με ποιους όρους οι κατάδικοι και υπόδικοι «δι'αδικήματα σχέσιν έχοντα προς τον διεξαγόμενον συμμοριακόν αγώνα ή την παράνομον δράσιν του Κομμουνιστικού Κόμματος και των παραφυά­δων αυτού» μπορούσαν να υπαχθούν στον οργανισμό.
Ήταν φανερό ότι οι εμπνευστές του σχεδίου διέβλεπαν ότι, αφού είχε τελειώσει ο Εμφύλιος Πόλεμος, η χώρα θα περνούσε σε κάποια ομαλότητα και οι κυβερνήσεις θα υποχρεώνονταν, εξαι­τίας και των διεθνών πιέσεων, να απέλυαν τουλάχιστον σημα­ντικό αριθμό από τους πολιτικούς κατάδικους, αλλά ακόμα πε­ρισσότερο από τους εκτοπισμένους και τους «προληπτικώς συλληφθέντας», που δεν τους βάραινε καμιά συγκεκριμένη κα­τηγορία. Επιδίωκαν λοιπόν να εφαρμόσουν, όσο ήταν ακόμα και­ρός, και στους χιλιάδες κρατούμενους πολίτες - άντρες, γυναίκες, ακόμα και ανήλικα παιδιά - τις ίδιες μεθόδους «αναμορφώσεως», δηλαδή αιματηρή σωματική και ψυχολογική βία, που είχαν ασκή­σει, στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εναντίον δεκάδων χι­λιάδων αριστερών στρατιωτών, με σκοπό να τους εξουθενώσουν.
Η μηχανή της «αναμορφώσεως» στη Μακρόνησο - που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, δεν ήταν μόνο πολιτικά, αλλά και οικο­νομικά προσοδοφόρα για ορισμένους από τους πρωτομάστορές της - στηριζόταν στον συνδυασμό της ένοπλης βίας εναντίον αό­πλων, που έφτασε και σε φυσική εξόντωση μερικών δεκάδων κρατουμένων, με την ψυχολογική πίεση. Η Μακρόνησος είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται από τον Μάη του 1947 για «αναμόρφωση» αριστερών στρατιωτών, που από το 1945 τους συγκέντρωναν σε «ειδικά τάγματα». Αμέσως η Μακρόνησος άρχισε να γίνεται πο­λιτικό θέμα: οι εφημερίδες της Αριστεράς που κυκλοφορούσαν ακόμα νόμιμα, καθώς και διάφορα έντυπα στο εξωτερικό κατάγγελλαν ότι η «αναμόρφωση» σήμαινε συστηματικά βασανι­στήρια και πιέσεις εις βάρος των αριστερών στρατιωτών. Ο διε­θνής θόρυβος για το θέμα αποκορυφώθηκε ύστερα από την ένοπλη επίθεση κατά των στρατιωτών του Α' Τάγματος Μακρονήσου, που έγινε στις 29 Φεβρουαρίου και την 1η Μαρτίου 1948, από στεριά και θάλασσα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν, κατά τα επίσημα στοιχεία, 17 και να τραυματιστούν 61 στρατιώτες (Ν.Μάργαρη, Ιστορία της Μακρονήσου, και Το Βήμα, 2 Μαρτίου 1948). Από τον Ιούνιο του 1947, μεταφέρονται στο νοτιότερο άκρο του νησιού και οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), όπου επίσης αρχίζουν να βασανίζονται υπόδικοι, στρατιώτες για να υπογράφουν «δη­λώσεις μετανοίας». Σε όλο αυτό το διάστημα, πολιτικοί της Δε­ξιάς και του Κέντρου και διάφοροι διανοούμενοι επισκέπτονταν τη Μακρόνησο και εξυμνούσαν το «έργο της αναμορφώσεως». Υπουργοί χαρακτήρισαν τη Μακρόνησο «μεγάλο εκπαιδευτήριο» (Κ.Τσάτσος), «σχολείον εθνικής μετανοίας και αναβαπτίσεως» (Π.Κανελλόπουλος), επαίνεσαν την «εθνική προσφορά» του διοι­κητή της, συνταγματάρχη Γ.Μπαϊρακτάρη και των «εκλεκτών συνεργατών του» (Κ.Ρέντης) κ.λπ. (Περιοδικό Σκαπανεύς, Οκτω­βρίου 1949 και Ν.Μάργαρη, στο ίδιο.)
Οι μεταγωγές πολιτικών εξόριστων - που είχαν από το καλο­καίρι μεταφερθεί από την Ικαρία, τη Λήμνο και άλλα νησιά στο Δ' Τάγμα Μακρονήσου (στρατόπεδο χωροφυλακής στα βόρεια του ερημονήσου) - στο Α' (ΑΕΤΟ) και στο Β' (ΒΕΤΟ) στρατιωτικά τάγματα για «αναμόρφωση», σύμφωνα με τον νόμο για τον ΟAM. αρχίζουν τον Νοέμβρη του 1949 και τελειώνουν τον Δεκέμβρη. Τον Γενάρη μετάγονται και οι εκτοπισμένες γυναίκες από το Τρίκερι. Κάθε αποστολή, οι φρουρές την υποδέχονται με άγριες επι­θέσεις και ξυλοδαρμούς από οργανωμένες ομάδες αλφαμιτών και ειδικευμένων βασανιστών με επικεφαλής μονίμους ή εφέδρους αξιωματικούς. Σοβαρότερα γεγονότα διαδραματίστηκαν κατά τις αποστολές των νέων στην ηλικία πολιτικών εξόριστων στο Α' Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ). Αναφέρονται τέσσερις νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, πολλοί με απώλεια της ομιλία τους, ψυχονευρώσεις κ.λπ.
Ο διοικητής του ΑΕΤΟ ταγματάρχης Αντ.Βασιλόπουλος, πα­ρουσιάζει ως εξής τα γεγονότα στην επίσημη έκθεσή του:
«.. .θεατρικά κρούσματα αυτοκτονίας, σύμφωνα με γραμμήν ΚΚΕ, εις τε τους αρνηθέντας να υπογράψουν δηλώσεις, ως και τους υπογράψαντας μετά πάροδον ημερών (κατάποσις κοχλιαρίων, αποκοπή αρτηριών χειρών και καρωτίδος διά ξυριστικών λεπίδων, κατάποσις τεθραυσμένης υάλου, είς απαγχονισμός)...».
Στα βασανιστήρια στο ΑΕΤΟ διακρίθηκε ο υπολοχαγός τότε Δημ.Ιωαννίδης. Στις αποστολές στο ΒΕΤΟ αναφέρονται ως εξα­κριβωμένοι νεκροί δύο. εκατοντάδες τραυματίες κ.λπ. Στις φυ­λακές της Μακρονήσου (ΣΦΑ) πέθανε, ύστερα από ολονύχτια βασανιστήρια στις 10 Ιανουαρίου 1950, ο Δημήτρης Τατάκης, πλοί­αρχος του εμπορικού ναυτικού. Επικεφαλής στα βασανιστήρια και στους ξυλοδαρμούς στο ΒΕΤΟ ήταν, εκτός από τον διοικητή, ταγματάρχη Γ.Τζανετάτο. οι έφεδροι υπολοχαγοί Αντ.Ξηρουχάκης. δικηγόρος. Ελ.Ράντος, πρωτοδίκης, ο ανθυπολοχαγός Π.Μπουτσικάρης κ.λπ... Ως συστηματικούς βασανιστές των κρα­τουμένων χρησιμοποιούσαν άτομα μειωμένης διανοητικότητας ή ανώμαλους τύπους ή ακόμα και μερικούς αριστερούς, που ήθε­λαν να δείξουν καλή διαγωγή. (Περιγραφή των γεγονότων της Μακρονήσου. Στον Ν.Μάργαρη, το ίδιο, τόμος Β,σ. 490-520. Και Φ.Γελαδόπουλου, Μακρονήσι. 1965.)
Την 1 Ιανουαρίου 1950, δημοσιεύεται στο Βήμα ακόλουθη ανταπόκριση από το Λονδίνο:
«Η έγκυρος επιθεώρησις Γουόρλντ Τουνταίυ υπογραμμί­ζει εντόνως τα θλιβερά επεισόδια τα εκτυλιχθέντα εις Μακρόνησον κατά τας πρώτας αποστολάς (...) και προσθέτει ότι, μολονότι δεν υπάρχουν επίσημοι πληροφορίαι, ουδε­μία υπάρχει αμφιβολία περί της αυθεντικότατος των επει­σοδίων, τα οποία επιβεβαιούν τους φόβους σχετικώς με το πείραμα της Μακρονήσου».
Συστηματική εκστρατεία για την αποκάλυψη των οργίων που έγιναν στη Μακρόνησο και για την κατάργηση του ΟAM αρχίζει αμέσως μετά τη λήξη του Ανταρτοπολέμου ο Ηλίας Τσιριμώκος, γενικός γραμματέας τότε του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΛΔ και το δημοσιογραφικό του όργανο Μάχη:
«Μέσα σε λίγες μέρες - γράφει ο Τσιριμώκος ανάμεσα σε άλλα άρθρα του στις 17 Μαρτίου 1950, στη Μάχη - από τότε που άρχισε η μεταφορά από το στρατόπεδο πολιτι­κών εξοριστούν (το "Στρατόπεδο Ρέντη") στο αναμορφω­τήριο, εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι, που είχαν μείνει εκεί χρόνια δίχως να έχουν υπογράψει "δήλωση", υπο­γράφουν μία, δύο ή και τρεις δηλώσεις. Τι είχε συμβεί; Όλος ο κόσμος κατάλαβε και τρόμαξε... Το βογκητό της Μακρονήσου έφτασε και στην Αθήνα. Η κραυγή ακού­στηκε: "Βασανίζομαι! "»...
Την ίδια περίπου περίοδο, ο Γεώργιος Καρτάλης επισκέφθη­κε τον αρχιστράτηγο Παπάγο και του έδωσε υπόμνημα, στο οποίο εξιστορούσε με λεπτομέρειες όσα είχαν γίνει στη Μακρόνησο. Ο Καρτάλης είπε στον Παπάγο:
«Αν αυτά που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα είναι αλη­θινά, οφείλετε να επέμβετε και να τα σταματήσετε. Αν εί­ναι ψευδή, τότε πρέπει να με παραπέμψετε στο στρατο­δικείο. Ο Παπάγος έβαλε το υπόμνημα στο συρτάρι του γραφείου του». (Αφήγηση του Κομνηνού Πυρομάγλου.)
Ποιοι ήταν οι εμπνευστές της φοβερής μηχανής της «αναμορφώσεως» στρατευμένων παιδιών και πολιτών; Το ΓΕΣ, ο ΙΔΕΑ, οι Αμερικανοί; Αναφέρεται ότι «δύο άνθρωποι της CIA είχαν απο­σπαστεί σαν "παρατηρητές" κοντά στον διοικητή της Μακρονή­σου, συνταγματάρχη Γ.Μπαϊρακτάρη». (Σπ.Θεοδωρόπουλου. Από το «δόγμα Τρούμαν» στο δόγμα «Χούντα», Εκδόσεις Παπαζήση, σ. 149.) Οπωσδήποτε, Έλληνες πολιτικοί, όχι μόνο της Δεξιάς, αλλά και του Κέντρου - από τον Κ.Τσαλδάρη και τον Π.Κανελλόπουλο, ως τον Σοφ.Βενιζέλο και τον Κ.Ρέντη - εισηγή­θηκαν και κάλυψαν με την ευθύνη τους τα νομοθετήματα που άνοιξαν τον δρόμο για ομαδικά εγκλήματα στη Μακρόνησο.


Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΟΜΑΛΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, ο πόλεμος τέλειωσε τον Μάη του 1945. Χάρη στο μόχθο των λαών της και στις παροχές του Σχεδίου Μάρσαλ, στις αρχές κιόλας του 1949, η Δυτική Ευρώπη έχει ξε­περάσει το προπολεμικό επίπεδο της βιομηχανικής της παραγω­γής. Στην Ανατολική Ευρώπη, την καθυστερημένη και αγροτική, πραγματοποιούν - αν και με τις αυταρχικές μεθόδους της σταλι­νικής γραμμής - σχέδια γοργής εκβιομηχανίσεως.
Στην Ελλάδα, η ειρήνη άργησε να έλθει. Όταν, τον Σεπτέμβρη του 1949, το κανόνι παύει να βροντά, χιλιάδες ελληνικά χωριά και επαρχιακές πόλεις κείτονται σε ερείπια ή είναι μισοκατεστραμένα. Εφτακόσιες χιλιάδες περίπου άτομα έχουν απομακρυνθεί από τα χωριά τους, που είχαν γίνει πεδία μαχών. Περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες βρίσκονται στη Μακρόνησο, στη Γιάρο και στις διάφορες φυλακές. Μαζί με τους αναπήρους, τους συνταξιούχους, τους απόρους, τα απροστάτευτα παιδιά, υπολογίζονται σε δυόμισι εκατομμύρια, δηλαδή στο ένα τρίτο του πληθυσμού, εκείνοι που έχουν ανάγκη από την κρατική περίθαλψη. (Σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα, έκδοση της Αμερικανικής Αποστολής. Αθή­να 1953.) Περίπου εξήντα χιλιάδες είναι οι αντάρτες του Δημο­κρατικού Στρατού που κατέφυγαν, μετά την ήττα τους, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και είκοσι οκτώ χιλιάδες τα παιδιά που μεταφέρθηκαν εκεί.
Γενικά, υπολογίζεται ότι στην περίοδο 1940-1949 οι ανθρώπινες απώλειες της Ελλάδας φτάνουν το μισό εκατομμύριο. Η αγροτική παραγωγή έχει πέσει μετά τον πόλεμο στο 30% της προπολεμικής και μόνο το 1950 φτάνει, εκείνη του 1939. Η βιο­μηχανική παραγωγή - κατά στοιχεία του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων - το 1945 έχει πέσει στο 33% της προπολεμικής, το 1946 φτάνει το 53%, το 1947 το 67% και στα τέλη του 1949 το 87%/97% μαζί με την ηλεκτρική ενέργεια. Οι συγκοινωνίες και οι επικοινωνίες είναι εξαρθρωμένες. Οι ελληνικές εξαγωγές, που προπολεμικά κάλυπταν το 60% των εξωτερικών πληρω­μών, στις αρχές του 1950 φτάνουν το 28%. Το εθνικό κατά κε­φαλήν εισόδημα μόλις φτάνει τα εκατό δολάρια.
Ο πληθωρισμός, που δημιουργείται από την ανεπάρκεια της πα­ραγωγής και από τις υπέρογκες κρατικές δαπάνες, κυρίως τις στρα­τιωτικές. παίρνει απειλητικές, κατοχικές διαστάσεις. Η ξένη βοή­θεια χρησιμοποιείται κυρίως για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού. Στον προϋπολογισμό του 1949-1950 οι στρατιω­τικές δαπάνες μαζί με τις δαπάνες για τους πρόσφυγες (κοντύλι «συμμοριόπληκτοι») καλύπτουν το 45%. Σύμφωνα με υπολογι­σμούς του αγγλικού περιοδικού Εκόνομιστ, το 1949-50, η Ελλάδα διέθετε μόνο για στρατιωτικές δαπάνες τι 35% του κρατικού προϋπολογισμού, και το 7,5% του εθνικού της εισοδήματος. Την ίδια εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν για τον ίδιο σκοπό, αντί­στοιχα το 34% και 6,4% η Αγγλία το 20% και 7,6% η Γαλλία 17% και 4,9%, το Βέλγιο 12% και 3,2%, η Ιταλία τα 25% και 6,3%. (Το άρθρο αναδημοσιεύεται στο τεύχος 6/1950 της Νέας Οικονομίας.)
Η Αμερικανική Αποστολή μάς πληροφορεί ότι «από τα 4.550 δισεκατομμύρια δραχμές, που δαπανήθηκαν για έργα ανασυγκροτήσεως στην Ελλάδα ως το 1952, τα 2.076 δισεκατομμύρια, δηλαδή τα μισά σχεδόν, καταναλώθηκαν για τη στέγαση και την περίθαλψη των προσφύγων» (Σχέδιο Μάρσαλ, σ. 16).


Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου αρχίζει το ιστόρημα που ακολουθεί. Είναι φανερό πως, στην Ελλάδα, όχι μόνο στα πρώτα – ύστερα από το 1949 χρόνια - αλλά και για δε­καετίες ολόκληρες, θα βαραίνουν αποφασιστικά στις εξελίξεις τα γεγονότα του Πολέμου του 1940-41. της Κατοχής και του Εμφυ­λίου, με όλες τις όψεις τους και τις συνέπειές τους - τις πολιτι­κές, κοινωνικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις που έφεραν, τους ηρωισμούς και τις αθλιότητες, το μεγαλείο και τις μικρότητες, τις εξάρσεις και τις πτοήσεις, τις καταστροφές και τα τραύματα που άφησαν στη χώρα και στο έθνος. Η πορεία που ακολούθησαν τε­λικά τα πράγματα επηρεάστηκε από πολλούς παράγοντες, διεθνείς και εσωτερικούς, και από ελληνικές ιδιομορφίες. Παρ' όλα αυτά, θα'ταν λάθος να παραδεχτούμε πως η πορεία αυτή ήταν αναπόφευκτη, ότι ένας εθνικός συμβιβασμός που θα απέτρεπε τον αιματηρό Εμφύλιο Πόλεμο, δεν μπορούσε σε καμιά περί­πτωση να υπάρξει. Μια τέτοια εκδοχή, στο όνομα κάποιου ιστο­ρικού φαταλισμού, θα απάλλασσε από τις ευθύνες τους ηγέ­τες και των δύο παρατάξεων που συγκρούστηκαν στην περίοδο του 1944-49, και ιδιαίτερα εκείνους που έπαιξαν ενσυνείδητα το παιγνίδι των ξένων.
Οι καταστάσεις και οι συνθήκες στην Ελλάδα, εξαιτίας και της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της Δικτατορίας που είχε προη­γηθεί, ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Αλλά οι συνθήκες - κοινωνικοοι­κονομικές. διεθνής συσχετισμός δυνάμεων, γεωγραφική θέση μιας χώρας κ.λ.π. - και οποιοιδήποτε νόμοι ή τάσεις στην κοινωνική εξέ­λιξη δεν δημιουργούν από μόνοι τους την Ιστορία. Παρεμβάλλε­ται η δράση των οργανωμένων ομάδων και των πολιτικών ηγετών που κάνουν τις επιλογές τους. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ο διεθνής περίγυρος, η βαθμίδα στην εξέλιξη σε μια ορισμένη επο­χή, η διάταξη των ταξικών δυνάμεων διαγράφουν τα πλαίσια των επιλογών, αλλά δεν τις προκαθορίζουν. Τα πλαίσια των επιλογών για τους πολιτικούς ηγέτες, τα κόμματα, τις οργανωμένες ομάδες, τους λαούς είναι πολύ πλατιά. Και οι αποφάσεις τους, με τις συ­νέπειες τους, δημιουργούν καταστάσεις που ενσωματώνονται τε­λικά στις αντικειμενικές συνθήκες κάθε εποχής και επιδρούν στην εξέλιξη για πολλές, συχνά, δεκαετίες.
Μέσα στους σκληρούς εμφύλιους αγώνες που άρχισαν στα τελευταία χρόνια της Κατοχής και κορυφώθηκαν το 1947-49, οι συντηρητικές δυνάμεις, με την ενίσχυση των Άγγλων και των Αμε­ρικανών, που ενδιαφέρονταν κυρίως για τη στρατηγική αξία της χώρας μας, κατάφεραν συντριπτικά πλήγματα στην Αριστερά και στο ΕΑΜικό κίνημα που την ηγεσία του είχε το ΚΚΕ. Μερίδα του παλιού πολιτικού κόσμου, με την έμπνευση και της ιθύνου­σας τάξης της χώρας μας, δεν δίστασε να ζητήσει και να καλύ­ψει την ξένη ένοπλη επέμβαση ούτε να συσσωματώσει στον κορ­μό της «εθνικοφροσύνης» δοσίλογα στοιχεία, που υπηρέτησαν στην Κατοχή τους τρεις κατακτητές. Από την άλλη πλευρά, η ηγε­σία του ΚΚΕ, που αποδείχτηκε ικανή να οργανώσει το ΕΑΜικό κίνημα και να εξασφαλίσει τον έλεγχο του, όταν, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής, οι καταστάσεις άρχισαν να γί­νονται πιο λεπτές και πολύπλοκες, στάθηκε ανίκανη να εκτιμή­σει με νηφαλιότητα τους διεθνείς και εσωτερικούς συσχετισμούς των δυνάμεων και να χαράξει την κατάλληλη για κάθε στιγμή τα­κτική. Το ότι, πιθανότατα, αγνοούσε τις συμφωνίες Τσόρτσιλ - Στάλιν, που εκχωρούσαν την Ελλάδα στην αγγλοαμερικανική ζώ­νη επιρροής, δεν φτάνει για να εξηγήσει το γεγονός, ότι, παραπαίοντας ανάμεσα σε έναν άκρατο εξτρεμισμό και μια αδι­καιολόγητη, καμιά φορά, υποχωρητικότητα, έπεσε σε όλες τις παγίδες που της έστησαν οι ξένοι - οι Άγγλοι και όπως ίσως απο­δειχτεί με νεότερα στοιχεία από τότε και οι Αμερικανοί - και δεν οδήγησε το ΕΑΜικό κίνημα ούτε στη νίκη και στην εξουσία ούτε σε έναν εθνικό συμβιβασμό, που θα του επέτρεπε να κρατήσει αλώβητες τις δυνάμεις του για να παίξει πρωταρχικό ρόλο στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού αστικού καθεστώτος ύστερα από την Απελευθέρωση.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος, εκτός από τις ανθρώπινες τραγωδίες και την οικονομική καταστροφή, οδήγησε και στην πόλωση ανά­μεσα στη Δεξιά και στο ΚΚΕ. Οι ενδιάμεσες δυνάμεις καταστρά­φηκαν ή καταδικάστηκαν να παίζουν υπηρετικό ρόλο. Το Κέντρο, από τον φόβο μιας κομμουνιστικής δικτατορίας, που την ταύτιζε με σοβιετική κυριαρχία στη χώρα μας, έπεσε στην αγκαλιά αυτής της «εθνικής» συμμαχίας των πιο ανόμοιων στοιχείων, στην οποία κυριαρχούσε η Δεξιά μαζί και με το τμήμα της που είχε συνερ­γαστεί με τους κατακτητές.
Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, θα εκφραστεί αμέσως, σε πρώ­τη ευκαιρία, η έντονη επιθυμία μεγάλης μερίδας του λαού για εθνική συμφιλίωση και αλλαγή. Η ΕΠΕΚ του Ν.Πλαστήρα κα­τά κύριο λόγο και η Δημοκρατική Παράταξη με επικεφαλής τους I.Σοφιανόπουλο, Αλέξανδρο Σβώλο κ.λ.π., έγιναν οι φορείς αυ­τών των αιτημάτων. Αλλά ο Εμφύλιος Πόλεμος, εκτός από τις άλλες καταστροφές που έφερε, οδήγησε και στη μεγαλύτερη εξάρτηση της χώρας μας, στην αρχή από τους Άγγλους και αρ­γότερα από τους Αμερικανούς. Το έργο των ηγετών που είχαν τηρήσει ουδέτερη στάση στον Εμφύλιο Πόλεμο και είχαν αγω­νιστεί για ένα συμβιβασμό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Ούτε η Δεξιά, που ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» είχε γίνει η νέα ιδεο­λογία της. αλλά ούτε και η ηγεσία του ΚΚΕ, που έδειχνε αδυναμία αναπροσαρμογής και επιμονή στη μονοπώληση του αρι­στερού και προοδευτικού κινήματος, άφηναν να κλείσουν τα χάσματα. Εξάλλου, οι Αμερικανοί, που, με το δόγμα Τρούμαν, τις στρατιωτικές και οικονομικές αποστολές και το Σχέδιο Μάρσαλ, είχαν εδραιώσει τη θέση τους στη χώρα μας και χρησιμο­ποιούσαν ως όργανά τους τα Ανάκτορα, μέρος του πολιτικού κόσμου και τους στρατιωτικούς τού ΙΔΕΑ, καθώς και η παλαιά και νέα οικονομική ολιγαρχία, επιδίωκαν να θεσμοποιήσουν και να μονιμοποιήσουν την εξάρτηση της Ελλάδας. Το ίδιο επι­δίωκε και η Δυναστεία, που τη διακατείχε πάντα ο φόβος μιας εκθρόνισης. Έτσι. κυρίως οι Αμερικανοί, αφού για ένα μικρό διάστημα ευνόησαν να πάρουν την κυβέρνηση - όχι βέβαια και την αληθινή εξουσία - φιλελεύθερες δυνάμεις, που τους διευ­κόλυναν να δημιουργήσουν στο εξωτερικό την εικόνα μιας δη­μοκρατικής Ελλάδας, ιδιαίτερα ύστερα από τον πόλεμο της Κορέας, προχώρησαν στην υπονόμευση των κεντρώων κομμάτων και στην προπαρασκευή για την πλήρη επικράτηση μιας ανασυγκροτημένης Δεξιάς, που θα ενίσχυε, θεσμοποιούσε και θα μονιμοποιούσε το κράτος του άκρατου αντικομμουνισμού και της υποτέλειας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το πέ­τυχαν, χάρη και στα λάθη των φιλελεύθερων και αριστερών κομ­μάτων, με την άνοδο στην εξουσία του παπαγικού Συναγερμού. Στην περίοδο του Συναγερμού, το «κράτος της Δεξιάς», του «όσο δεξιότερα τόσο καλύτερα», που έχει τις ρίζες του στο 1935 και στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου και δεν θα πάψει να υπάρ­χει και στην Κατοχή, θα εδραιωθεί, με τη βοήθεια των Αμερι­κανών, αλλά και του παρασυντάγματος των ψηφισμάτων του Εμφυλίου Πολέμου που, με ευθύνη των κομμάτων του Κέντρου, θα διατηρηθεί και μετά την ψήφιση του νέου, συντηρητικού Συ­ντάγματος του 1952.
Όσοι μου έχουν κάνει την τιμή να διαβάσουν τα προηγούμενα ιστορήματά μου (Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Η4ηΑυγούστου - Το έργο και η Πολιτεία της, Η εξωτερική πολιτική της 4ης Αυ­γούστου, Ο πόλεμος του 1940-41 και η Μάχη της Κρήτης), ίσως να απορήσουν γιατί, αντί να συνεχίσω με την Κατοχή, την Εθνική Αντί­σταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο, «πήδησα» στη μετά το 1949 πε­ρίοδο. Είναι αναμφίβολο πως η περίοδος 1941-49, από τις πιο απο­φασιστικές για την Ελλάδα, παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες. Υπάρχει γι' αυτήν άφθονο υλικό, που θέλει μεγάλη προσπάθεια για να επιχειρήσεις να το βάλεις σε κάποια σειρά, αλλά ίσως και πολύ λίγο για να μπορέσεις να ξεκαθαρίσεις μερικά παρασκήνια της εποχής και να καταλήξεις σε σχετικά θεμελιωμένα συμπερά­σματα. Ύστερα, πρόσθετη δυσκολία είναι οι ισχυρές συναισθημα­τικές αντιδράσεις που προκαλεί η αναδρομή στην περίοδο αυτή σε όσους ζήσαμε όχι σαν απλοί θεατές την Εθνική Αντίσταση και τις πολιτικές περιπέτειες που ακολούθησαν.
Παρ' όλα αυτά, η εξήγηση για το «πήδημα» αυτό είναι πο­λύ πιο απλή και, περίπου, «τεχνική». Ένα μέρος του ιστορήματος που αρχίζει με τον τόμο αυτό να εκδίδεται, έχει γραφεί για πρώτη φορά στη διάρκεια της εφταετίας και συγκεκριμένα το 1972-73. Γράφτηκε, κατά παραγγελία πρωινής εφημερίδας, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να δημοσιευτεί σε συνέχειες, έστω και χωρίς το όνομα του συγγραφέα, στην περίοδο της «φιλελευθεροποιήσεως» του Παπαδόπουλου. Για να μπορέσει ευ­κολότερα να περάσει χωρίς να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις της Χούντας, αποφασίσαμε να κινηθεί ανάμεσα στην μετά τον Εμφύλιο και στην πριν από το πραξικόπημα του 1961 περίοδο. Ακολούθησαν το Κίνημα του Ναυτικού, η νέα σκλήρυνση της δικτατορίας, αργότερα το πραξικόπημα Ιωαννίδη και η δημοσίευ­ση του ιστορήματος αναβλήθηκε για «ευθετότερο» χρόνο. Με­τά τη Μεταπολίτευση. χρειάστηκε φυσικά να το ξαναγράψω.
Βασικές πηγές που χρησιμοποίησα ήταν οι εφημερίδες της εποχής, οι αφηγήσεις πρωταγωνιστούν των γεγονότων της πε­ριόδου εκείνης και στοιχεία από τα αρχεία τους. Πρόκειται για τις πιο πολύτιμες αλλά και τις πιο επικίνδυνες πηγές, που χρειά­ζονται έλεγχο, διασταύρωση και διερεύνηση. Στις εφημερίδες της εποχής υπάρχει πάντα το στοιχείο της προπαγάνδας, της επικαιρότητας, της σκοπιμότητας και του φανατισμού. Αλλά, εκτός από το ότι και αυτά τα δημοσιεύματα τους είναι χρήσιμα και ενδεικτικά για το πολιτικό κλίμα της εποχής, πολύτιμα βοη­θήματα αποτελούν τα κείμενα δηλώσεων και ανακοινώσεων που δημοσιεύουν, καθώς και η χρονολογική σειρά των γεγονότων που καταγράφουν. Στις προσωπικές αφηγήσεις και αναμνήσεις, που αποτελούν επίσης πολύτιμο και αναντικατάστατο υλικό, υπάρ­χει πάντα η παγίδα του υποκειμενισμού. Ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος να προσέχει, γιατί και στους πιο υπεύθυνους και ψύ­χραιμους ανθρώπους, ακόμα και με την άμβλυνση των παθών που φέρνει ο χρόνος, διατηρείται πάντα η επιθυμία της υστερο­φημίας και της δικαίωσης μιας ζωής, που επιδρά, αθέλητα τις πιο πολλές φορές, και οδηγεί σε κάποια παραμόρφωση των γε­γονότων. Ο έλεγχος και η διασταύρωση είναι πάντα αναγκαία αλλά και πολύ επίπονη δουλειά.
Άλλες χρήσιμες πηγές είναι τα Πρακτικά της Βουλής, οι μο­νογραφίες, τα περιοδικά, οι στατιστικές, οι ειδικές μελέτες κτλ.
Προτίμησα να δώσω όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέ­ρειες και ντοκουμέντα της εποχής, γιατί, για μια σχετικά αδιε­ρεύνητη περίοδο, νομίζω πως αυτό είναι χρήσιμο και για τις μελ­λοντικές έρευνες, έστω και αν μπορεί καμιά φορά να κόβει τη συνέχεια της αφήγησης. Τη δράση κάθε παράγοντα της πολιτικής ζωής προσπαθώ να την δώσω, όπως προκύπτει από τα γεγονό­τα, δηλαδή χωρίς δικές μου κρίσεις για τον «θετικό» ή «αρνητι­κό» ρόλο τους, πέρα από όσες θεωρώ απαραίτητες και, κυρίως, όσο είναι ανθρώπινα δυνατόν, χωρίς προκαταλήψεις. Προπαντός, είμαι εντελώς αντίθετος στην τάση που παρατηρείται συχνά – όχι μόνο στην επίσημη κομμουνιστική ιστοριογραφία - να φωτίζεται ή να εξαφανίζεται ένα πρόσωπο από την Ιστορία ανάλογα με το ποια ήταν η κατοπινή του δράση. Μια τέτοια μονόπλευρη πα­ρουσίαση των γεγονότων όχι μόνο αποτελεί παραποίηση της Ιστο­ρίας, αλλά και δυσκολεύει το έργο των μελλοντικών ερευνητών που θα ήθελαν να αποτιμήσουν συνολικά τη δράση προσώπων και κομμάτων και να βρουν τις αντιφάσεις τους και τις αιτίες της κά­θε φορά στάσης τους.
Αν είναι υπερβολή αυτό που έχει ειπωθείς ότι η Ιστορία ένα μόνο πράγμα διδάσκει, πως δεν διδάσκει τίποτα και κανέναν αν πιστεύουμε πως η γνώση των γεγονότων, πέρα από τις οποιεσ­δήποτε τοποθετήσεις, κρίσεις και συμπεράσματα, είναι πολύτι­μη και βοηθά στο να αποφεύγουμε, τουλάχιστον, να επαναλά­βουμε τα παλιά λάθη· αν δεχόμαστε πως η χρησιμότητα και η αξία των οποιωνδήποτε θεωριών δοκιμάζονται στην πράξη και ότι η κατά το δυνατόν πιστότερη απεικόνιση της πραγματικότητας βοη­θά στην επιβεβαίωση, στη διάψευση, στην αναθεώρηση ή στη συμπλήρωση των θεωρητικών γενικεύσεων, που, με τη σειρά τους, αποτελούν όπλα για την προσέγγιση στη βαθύτερη κατανόηση κάποιων νόμων ή τάσεων που διέπουν την Ιστορία, οφείλουμε να είμαστε όσο γίνεται πιο επίμονοι στην αναζήτηση της αλήθειας.
Τελειώνοντας θέλω να αναφέρω, όχι μόνο για να τους ευχαριστήσω και δημόσια, αλλά και γιατί οι αφηγήσεις τους και τα στοιχεία από τα προσωπικά τους αρχεία ήταν βασικές πηγές της εργασίας μου, όλους τους πολιτικούς ηγέτες και όσους άλλους με εβοήθησαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ανάμεσά τους, ένας δεν βρίσκεται πια μαζί μας: ο αξέχαστος γιατρός και αγωνιστής Γιώργος Σπηλιόπουλος.
Οι άλλοι είναι:
Γεώργιος Μαύρος, Ηλίας Ηλιού, Στέφανος Στεφανόπουλος, Γιάννης Ζίγδης, Σταύρος Ηλιόπουλος, Κομνηνός Πυρομάγλου, Βιργινία Τσουδερού, Βάσος Βασιλείου, Τάκης Κύρκος, Λεωνίδας Κύρκος, Γιάννης Κοκορέλλης, Παναγιώτης Τζαννετάκης, Κώστας Μπασιάκος, οι αξιωματικοί της αεροπορίας Βλάσης Δέδες και Γιώργος Μαδεμλής. και ο Παναγιώτης Κατερίνης.
Πολύτιμες για την ακριβή γνώση των γεγονότων και του κλί­ματος της εποχής ήταν οι επανειλημμένες συνομιλίες που είχα σχετικά με την περίοδο αυτή με τον πολιτικό και ιστορικό Σπυρ.Μαρκεζίνη.
Σημαντική βοήθεια μου έδωσαν, τέλος, οι συνάδελφοι και φί­λοι δημοσιογράφοι Νίκος Αλεξίου, Λέων Καραπαναγιώτης, Γιώρ­γος Λεονταρίτης, Νίκος Νικολάου και Γιώργος Ρωμαίος.


Αύγουστος 1977                                   Σ.Ν.Λ.


Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Το τέλος του Εμφυλίου
Ο Νίκος Ζαχαριάδης επανέρχεται στην Ελλάδα από το στρατό­πεδο του Νταχάου (Μάιος 1945) και επιβάλλει τη γραμμή ένο­πλου αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Συγκροτείται ο Δη­μοκρατικός Στρατός υπό την ηγεσία του Μάρκου Βαφειάδη. Με την πρώτη πολεμική εξόρμηση στο Λιτόχωρο αρχίζει ο «τρίτος γύρος» του αγώνα του ΚΚΕ για την κατάληψη της εξουσίας.
Στις εκλογές του Μαρτίου 1946, το ΚΚΕ απέχει, όπως και οι Γ.Καφαντάρης, I.Σοφιανόπουλος. Εμ.Τσουδερός και Γ.Καρτάλης. Την πλειοψηφία θα αποσπάσει το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο σχηματίζει κυβέρνηση με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη.
Θα ακολουθήσει δημοψήφισμα για τον βασιλιά. Οι συνθήκες ευνοούσαν τους οπαδούς του. Και με «ολίγη νοθεία», ο Γεώρ­γιος Β' επιστρέφει στον θρόνο στις 27 Σεπτεμβρίου 1946. Την 1η Απριλίου 1947 θα αποβιώσει. Θα τον διαδεχθεί ο αδελφός του Παύλος Α'.
Στην Ελλάδα όλα πάνε «δεξιά»: Συγκροτούνται τρία στρα­τόπεδα συγκέντρωσης. Στη Μακρόνησο για τους αριστερούς στρα­τεύσιμους, στο Τρίκερι για τους υπόπτους και στη Γιάρο για τους φυλακισμένους και συλλαμβανόμενους αριστερούς πολίτες. Ιδρύο­νται έκτακτα στρατοδικεία σε όλους τους νομούς.
Ο Κ. Τσαλδάρης πηγαίνει στις ΗΠΑ και ζητεί βοήθεια για αντι­μετώπιση των κομμουνιστών. Την επιτυγχάνει και εγκρίνεται από την κυβέρνηση και τα κόμματα. Η Αγγλία γνωστοποιεί στις ΗΠΑ ότι αδυνατεί να συνεχίσει τη βοήθεια προς την Ελλάδα. Το κενό καλύπτει η Αμερική με το «Δόγμα Τρούμαν».Έχει αρχίσει και ο «Ψυχρός Πόλεμος».
Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις των ανταρτών σε πόλεις της Βό­ρειας Ελλάδος ενισχύουν τον ρόλο των Αμερικανών. Η κυβέρνη­ση Τσαλδάρη υπογράφει συμφωνία, με την οποία εξουσιοδοτού­νται οι ΗΠΑ να εποπτεύουν ελεύθερα τις ελληνικές Αρχές, που διαχειρίζονται την αμερικανική βοήθεια. Η Ελλάδα γίνεται προτεκτοράτο των ΗΠΑ... Ανοικτή επέμβαση και στα πολιτικά. Στην κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος (Κ.Τσαλδάρη) θα επιβάλουν και τον Θεμ.Σοφούλη (των Φιλελευθέρων) και στη συνέχεια θα «υποβαθμίσουν» τον Τσαλδάρη σε υπουργό Εξωτερικών με πρω­θυπουργό τον Σοφούλη.
Επιθυμούν «δημοκρατικό πρωθυπουργό» για την επιβολή έκτακτων μέτρων: Στρατιωτικός νόμος, αναγκαστικός νόμος 509, ο οποίος θέτει το ΚΚΕ εκτός νόμου και οδηγεί πολλούς στην εξο­ρία, και ψηφίσματα για τη δήμευση περιουσιών των ανταρτών.
Από την πλευρά τους, οι κομμουνιστές συγκροτούν νέα «Δη­μοκρατική Κυβέρνηση» με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη και υπουργούς τους I.Ιωαννίδη, Μ.Πορφυρογένη, Π.Ρούσσο, Β.Μπαρτζώκα, Δ.Βλαντά, Λ.Στρίγγο και Π.Κόκκαλη.
Ακολουθεί η τελική αναμέτρηση. Η δολοφονία του υπουρ­γού Εσωτερικών Χρ.Λαδά. την 1η Μαΐου 1948, οδηγεί στην τε­λική αναμέτρηση. Ο Αλ.Παπάγος αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία και προχωρεί σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Μουργκάνα, τον Γράμμο και το Βίτσι. Τον «βοηθάει» και ο Τί­το, ο οποίος συγκρούεται με την Κομινφόρμ και κλείνει τα σύ­νορα. Εγκαταλείπεται και το σχέδιο της προσάρτησης της ελ­ληνικής Μακεδονίας στη «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», το οποίο υποστήριζε ο Στάλιν και με το οποίο εί­χε συμφωνήσει και το ΚΚΕ!
Στις 18 Οκτωβρίου 1948, το ΚΚΕ ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός. Τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Θα διακηρύξει, όμως, ότι έχει τα όπλα «παραπόδας», που εσήμαινε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν απέκλειε και τον δ' γύρο για την κατάκτηση της εξουσίας. Δεν ήταν άσχετη και η προσπάθεια του Ζαχαριάδη για «αυτονόμη­ση» της Μακεδονίας.
Ο νέος «Εθνικός Διχασμός» αρχίζει με την κήρυξη του ΚΚΕ εκτός νόμου, με τον πολλαπλασιασμό των περιοχών εκτόπισης των κομμουνιστών (Τρίκερι, Λήμνος, Λέρος, Αίγινα, Άγιος Ευ­στράτιος κ.ά.). Χιλιάδες αντάρτες θα αυτοεξοριστούν σε χώρες της ΣοβιετικήςΈνωσης και θα στερηθούν, με νόμο, της ελληνικής ιθαγένειας.
Με το τέλος του Εμφυλίου θα αποκατασταθεί η ειρήνη, όχι, όμως. και η πολιτική ομαλότητα. Από το 1950 μέχρι το 1967 (17 χρόνια) 8 εκλογικές αναμετρήσεις και 22 κυβερνήσεις! Από το 1944 μέχρι το 1950 (6 χρόνια) μία εκλογική αναμέτρηση (1946) και 12 κυβερνήσεις.
Με την ένταξη της Ελλάδος στο NATO (1952) και την εγκατά­σταση αμερικανικών βάσεων, η πολιτική αλλά και η οικονομική πορεία της χώρας καθοδηγείται και ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Το τέλος αυτής της «πορείας» ήταν η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.