Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

«Απόδραση» Ακριβογιάννη

Ο αυτοκινητιστής Τσώκος καταθέτει ότι μαζί με τον Ακριβογιάννη είχαν πάει σε μια κομμουνιστική «γιάφκα» και εκεί ο υπο­σμηναγός Θεοδωρίδης συνέστησε στον νεαρό δόκιμο πιλότο να φύγει για την Αλβανία. Ο Θεοδωρίδης, στην απολογία του. λέει ήρεμα, με ύφος κάπως απόκοσμου ανθρώπου αφιερωμένου στα θεία, ότι δεν γνώρισε ποτέ του ούτε τον Ακριβογιάννη ούτε τον Τσώκο. Ο Θεοδωρίδης έχει υποστεί τα φοβερότερα βασανιστή­ρια. Του έχουν κάψει το πέλμα για να «ομολογήσει» και κινδυ­νεύει να χάσει το πόδι του.

Ο υποσμηναγός Γ.Μαδεμλής, που κατηγορείται ότι συνόδευσε τον Ακριβογιάννη ως τα σύνορα, καταθέτει ότι όλα είναι ψέματα και ότι αυτός βρισκόταν εκείνη την ώρα στο αεροδρόμιο, όπως προκύπτει από τα επίσημα βιβλία. Πρόσφατα, ο Γ.Μαδεμλής, με επιστολή του στο Βήμα (17 Μαρτίου 1977, έρευνα Πάνου Λουκάκου για την υπόθεση της Αεροπορίας), αφηγήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα:

«Μετά από πολυετή υπηρεσία σε πολεμικές μονάδες στην Ελλάδα και στη Μέση Ανατολή, υπηρετούσα στη Σχολή Αεροπορίας στο Τατόι ως εκπαιδευτής πτήσεων και ως αποκλειστικός δοκιμαστής των αεροσκαφών της. Στα υπό­γεια του Φαλήρου και στις φυλακές Τατοΐου αυτή την επο­χή οι βασανισταί σκευωρούν για να "μοντάρουν" την γνω­στή υπόθεση των αεροπόρων. Στις 29 Μαρτίου 1952, οι σκευωροί ανακριταί, με μία ψευδή και καθ'υποβολήν κα­τάθεση του Παναγουλάκη εναντίον μου, ανοίγουν τον δρό­μο της τραγικής μου περιπετείας χωρίς όμως και να ενερ­γούν τη σύλληψή μου (...). Μία δηλαδή ακόμη τρανή απόδειξις ότι οι ανακριταί εγνώριζαν ότι η "δήθεν κατάθεσις Παναγουλάκη" ήταν ιδικόν των κατασκεύασμα. Στις 7 Απριλίου 1952, εξαφανίζεται ο Ακριβογιάννης - μαθητής της Σχολής Αεροπορίας -, κι όμως παραμένω ελεύθερος, πετώ και ως σμηναγός Ασφαλείας κρατώ το αεροδρόμιο στα χέρια μου ως και τις φυλακές. Αυτό διαρκεί μέχρι την 29ην Απριλίου 1952. Την ημέρα αυτή, μόλις κατέβηκα από μία δοκιμαστική πτήση, με δόλο και βία, οι εγκληματίες ανακριτές με ενέκλεισαν, παρά τις διαμαρτυρίες μου, στις φυλακές του αεροδρομίου χωρίς καμιά δικαιολογία ή εξή­γηση για την ενέργειά τους αυτή. Μετά από διήμερη αυ­στηρή απομόνωση, με μόνη συντροφιά τα βογγητά και τα ουρλιαχτά του ετοιμοθάνατου Δαδαλή, μου είπαν ότι το όνομά του ανεφέρετο στην κατάθεση Παναγουλάκη. Η πε­ρίφημος αυτή κατάθεση Παναγουλάκη, αποσπασθείσα κατόπιν φρικτών βασανιστηρίων και καθ' υποβολήν των ανα­κριτών (...) υπήρξε μόνον η αφετηρία της τραγωδίας μου, διότι καθ'οδόν, λίγες μέρες προ της δίκης (...) εξύφαναν και νέαν σκευωρίαν υπό τον τίτλον "συνοδεία Ακριβογιάννη εις Αλβανίαν". Οι λόγοι που επέβαλαν την κατασκευή ενός ενόχου συνοδείας του Ακριβογιάννη είναι πολύ φανε­ροί. Έπρεπε να δώσουν την ευχέρεια στο Αεροδικείο που αυτοί εξουσίαζαν - το έλεγαν άλλωστε οι βασανιστές στην ανάκριση "Εμείς θα είμαστε στην έδρα" - να επιβάλη ποι­νές με τον Νόμο 375/36 – κατασκοπία - για να μην έχουν το δικαίωμα οι καταδικασθέντες να προσφύγουν σε ανα­θεωρητικό δικαστήριο κι έτσι να είναι πάντα απόλυτα σί­γουροι ότι το έγκλημά των δεν θα αποκαλυφθή. Την εντολή γι'αυτό την έδωσε ο ίδιος ο αρχηγός της Αεροπορίας, στις 18 Ιουλίου 1952, ήτοι μετά από δυόμισι μήνες από της συλλήψεώς μου, προς τον επισμηναγό Δημακόπουλο (...). Ο Δημακόπουλος φαντάζεται την συνοδεία, υπο­βάλλει το πόρισμά του στο αφεντικό του εν σπουδή - για­τί βρισκόμαστε ήδη στις παραμονές της δίκης - και κατόπιν προσπαθεί να στηρίξη τον μύθο του με υπ'αυ­τού κατασκευασθείσες καταθέσεις ψευδομαρτύρων, με πλαστογραφίες εγγράφων που διεπιστώθησαν (...). Με το φανταστικό πόρισμά του, ο Δημακόπουλος με φέρνει αυθαίρετα να πετώ την ίδια ώρα που πετούσε ο δόκιμος Ακριβογιάννης και να προσγειώνομαι στο αεροδρόμιο Τα­τοΐου πολύ αργότερα από την ώρα της παύσεως εργασίας, δηλαδή 14.15, ενώ η τελευταία μου προσγείωση την ημέ­ρα εκείνη έγινε στις 12.54 ώρα, σύμφωνα με το επίσημο βιβλίο του πύργου ελέγχου...».

Αλλά ο Ακριβογιάννης είχε πραγματικά φύγει για την Αλβα­νία - και για ποιο σκοπό; Κανένας δεν πίστεψε ποτέ στα σοβα­ρά την κατηγορία ότι κάποια κομμουνιστική οργάνωση τον έστει­λε... στον Εμβέρ Χότζα για να... μεταφέρει κάποιο σημείωμα. Για πάρα πολλά χρόνια επικρατούσε η εντύπωση πως κάποιο ατύχημα θα είχε συμβεί στον νεαρό δόκιμο, θα έπεσε κάπου, σε χαράδρα ή σε θάλασσα, με το αεροπλάνο του και χάθηκε. Και οι σκευωροί της Αεροπορίας χρησιμοποίησαν το ατύχημα για να κατασκευάσουν υπόθεση κατασκοπίας και να δώσουν υπόστα­ση στην τόσο ετοιμόρροπη υπόθεση «κομμουνιστικής συνωμοσίας» που είχαν χαλκεύσει. Αλλά τον Μάρτη του 1976, ο από­στρατος ταξίαρχος Αεροπορίας Β.Δέδες, πρώην διευθυντής ασφαλείας πτήσεων του ΓΕΑ, υποβάλλει απόρρητο υπόμνημα, στο οποίο, με πλήθος στοιχεία, υποστηρίζει πως τον Ακριβογιάννη τον έστειλαν στην Αλβανία οι σκευωροί (Μητσάκος, Σκαρμαλιωράκης κ.λ.π.) με «εθνική αποστολή», στην πραγματικότητα όμως για να στοιχειοθετήσουν κατηγορία κατασκοπίας εναντίον των κρατουμένων και βασανιζομένων από τους ίδιους συναδέλ­φων τους αξιωματικών και υπαξιωματικών της Αεροπορίας. Και. όπως περίμεναν και ήθελαν οι σκευωροί, οι Αλβανοί καταδίκα­σαν και τουφέκισαν τον νεαρό δόκιμο ως κατάσκοπο της Ελλά­δας. Στο μεταξύ, στα βασανιστήρια στο Φάληρο, οι σκευωροί σκότωσαν τον καθηγητή Δάδαλη, που τον παρουσίαζαν σαν τον μυστηριώδη κομμουνιστή καθοδηγητή «Κώστα», που έδωσε την εντολή στον Ακριβογιάννη να πάει στην Αλβανία. Έτσι, χάθηκαν οι δύο ουσιαστικοί μάρτυρες και θύματα της πλεκτάνης. Κατά το υπόμνημα Δέδε, σκηνοθέτες της τραγικής και σατανικής αυτής πλεκτάνης ήταν ο τότε σμηναγός - και αργότερα υποπτέραρχος και γενικός γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού κατά τη δι­κτατορία της Χούντας - Αντ.Σκαρμαλιωράκης, ο Μητσάκος, ο Καρακίτσος, ο Δημακόπουλος, που συνόδευσαν τον Ακριβογιάν­νη με ένα Ντακότα στην πτήση του προς την Αλβανία, ενώ τε­λευταίος που έδωσε οδηγίες στο αεροδρόμιο στον νεαρό δόκιμο ήταν ο εκπαιδευτής του, ένας σμηναγός - νομάρχης στη δικτατο­ρία και τώρα απόστρατος ταξίαρχος. «Καθοδηγητής» του Σκαρμαλιωράκη, του επικεφαλής του Α2 της Σχολής Αεροπορίας, ήταν - κατά το υπόμνημα Δέδε - ο τότε σταθμάρχης της CIA στην Ελλά­δα, Ελληνοαμερικανός Τομ Καραμεσίνης, και άμεσος προϊστά­μενος ο αντισμήναρχος Καρακίτσος.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο αεροδικείο, τον Σεπτέμβριο του 1952.