Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV: Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 193, αναφέρει:

Στις αρχές Μαρτίου (1964) ο Παπανδρέου σημείωσε την πρώτη διπλωματική επιτυχία. Με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ απαγορεύτηκε στην Τουρκία κάθε ενέργεια εναντίον της Κύπρου. Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε η αποστολή στρατιωτικής ειρηνευτικής δυνάμεως του ΟΗΕ στην Κύπρο και διορίστηκε ουδέτερος «μεσολαβητής» για το Κυπριακό. Η ιδιαίτερη σημασία του επιτεύγματος έγκειται στο ότι το θέμα ξέφευγε από τα πλαίσια των συνθηκών Ζυρίχης και έμπαινε στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Εθνών. Ο άμεσος κίνδυνος είχε περάσει, αλλά οι αμερικανικές πιέσεις, για μια ρύθμιση που να ευνοεί την Τουρκία, είχαν γίνει αφόρητες. Τον Ιούνιο του 1964 ο πρωθυπουργός, συνοδευόμενος από τον Ανδρέα Παπανδρέου, επισκέφθηκε επίσημα – ύστερα από πρόσκληση – την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Το Σταίητ Ντηπάρτμεντ ζήτησε πιεστικά από τον Έλληνα πρωθυπουργό να δεχτεί διμερείς συνομιλίες με την Άγκυρα. Και όχι μόνο αυτό. Συνόδευε το πιεστικό αίτημα με την έμμεση απειλή ότι σε περίπτωση μη αποδοχής του δεν θα μπορούσαν (οι Ηνωμένες Πολιτείες) να εμποδίσουν τουρκική πολεμική ενέργεια.
Ο Παπανδρέου αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποκύψει. Εξήγησε στους συνομιλητές του ότι χωρίς να προϋπάρχει λύση του Κυπριακού, αποδεκτή από όλες τις πλευρές, οι διμερείς συνομιλίες με την Τουρκία δημιουργούσαν απειλή πολέμου. Γιατί αν κατέληγαν – όπως ήταν βέβαιο – σε αδιέξοδο, η ελληνοτουρκική ρήξη θα ήταν αναπόφευκτη.
Το επίσημο στενογραφημένο πρακτικό της συνομιλίας Γ.Παπανδρέου και Ντην Ρασκ, υπουργού Εξωτερικών (Ιούνιος 1964), μιλάει εύγλωττα για την περήφανη στάση του ‘Έλληνα πρωθυπουργού.
Τη συζήτηση άνοιξε ο Ρασκ δίνοντας τον λόγο στον πρωθυπουργό της Ελλάδας:
Γ.Παπανδρέου: «Ευρισκόμεθα ενώπιον προτάσεως ν’αρχίσωμεν άνευ αναβολής, αμέσως, διαπραγματεύσεις μετά των Τούρκων. Και τούτο, διότι οι Τούρκοι απεφάσισαν να εισβάλλουν στην Κύπρο. Πληροφορούμεθα ότι τοιαύτη εισβολή ανεχαιτίσθη επεμβάσει του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ότι νέα αν επαναλαμβάνετο, δεν θα επετύγχανε. Τούτο αντιστοιχεί προς τελεσίγραφον,. Μας ζητείτε άνευ όρων παράδοσιν. Μας λέγετε: Ή θα υποταγείτε ή θα γίνει εισβολή. Όχι μόνο η Τουρκία απεφάσισε την επιδρομήν, αλλά και επληροφορήθη ότι η επιδρομή δεν δύναται να παρεμποδισθή. Αλλ’αυτό σημαίνει τελεσίγραφον. Τοιαύτα τελεσίγραφα έχει λάβει η Ελλάς από τον φασισμόν και τον ναζισμόν. Ουδέποτε ανέμενε ότι θα ελάμβανε από τους ηγέτας του ελευθέρου κόσμου. Και μάλιστα από συμμάχους. Το τελεσίγραφον είναι Τουρκικόν, αλλά καθ’ον τρόπον μας το διαβιβάζετε, αν δεν σημαίνει αποδοχήν, σημαίνει ανοχήν σας. Χωρίς καμίαν μεγαληγορίαν, εις ηρεμώτατον τόνον, οφείλω να σας δώσω την απάντησιν., την οποίαν υπαγορεύει η Ιστορία και η τιμή του έθνους: Όχι».
Ο Ρασκ σιωπούσε. Ο Παπανδρέου συνέχισε:
«Η Ελλάς είναι παράγων ειρήνης. Ουδένα απειλεί. Ουδέν ζητεί. Μολονότι προκαλείται, δεν προβαίνει εις αντίποινα. Οι Τούρκοι (Σ.Σ.: η μειονότητα) προστατεύονται εις την Ελλάδα. Και χάριν της ειρήνης και διότι επιτάσσει τούτο η ποιότης του πολιτισμού μας. Αυτή είναι η υπηρεσία την οποίαν προσφέρομεν εις την Συμμαχίαν και επίσης εις την Τουρκίαν.
            Δια την Κύπρον ουδέν ζητούμεν. Απλώς ζητούμεν την εφαρμογήν θεμελιακών αρχών δικαιοσύνης και ελευθερίας. Αρχών αι οποίαι εφαρμόζονται ενταύθα και αποτελούν την δόξαν των Ηνωμένων Πολιτειών. Ζητούμεν δια την Κύπρον αδέσμευτον ανεξαρτησίαν και δημοκρατικόν πολίτευμα. Δηλαδή, η πλειοψηφία να κυβερνά και η μειονότης να προστατεύεται. Και προς τούτο προσφέρομεν διεθνείς εγγυήσεις.
            Η Ελλάς αισθάνεται εν πλήρει αρμονία προς τον ελεύθερον κόσμον και τας Ηνωμένας Πολιτείας. Υφίσταται όμως εκβιασμόν παρά της Τουρκίας. Ηλπίζαμεν να εύρωμεν αλληλεγγύην παρά των Ηνομένων Πολιτειών. Και δοκιμάζομεν βαθυτάτην απογοήτευσιν βλέποντες ότι ο εκβιασμός αυτός νομιμοποιείται».
Με παγερή ευγένεια ο Ντην Ρασκ και οι συνεργάτες του, του Σταίητ Ντιπάρτμεντ άκουγαν τους υπερήφανους λόγου του Γεωργίου Παπανδρέου. Και αναπολούσαν νοσταλγία παλαιότερες επισκέψεις των Ελλήνων πολιτικών της Δεξιάς. Πόσο βολικοί ήσαν εκείνοι… Εκθέτανε δειλά δειλά τα θέματα και περίμεναν με θρησκευτική ευλάβεια την απάντηση – δηλαδή της απόφαση – των αμερικανών συνομιλητών τους… Και κάθε τόσο επαναλάμβαναν: «Γιες, σερ».
Ενώ αυτός εδώ… Η διαλεκτική επιχειρηματολογία του θυμίζει τους φιλόσοφους της αρχαίας Ελλάδας. Και είναι ακλόνητη. Λέει την αλήθεια. Αλλά πολιτική και αλήθεια είναι ασυμβίβαστες έννοιες. Τι αξία μπορεί να έχει η αλήθεια μπροστά στην ατλαντική σκοπιμότητα; Και οι βουδιστές έλεγαν την αλήθεια. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν να καίγονται σαν λαμπάδες. Και ο Γαλιλαίος τα ίδια… Όχι. Όχι. Δεν μας αρέσει αυτός ο ευθυτενής, πανύψηλος γέρος, με την ακατανίκητη γοητεία, με τη ρητορική του Δημοσθένη. Όχι, προτιμάμε τους άλλους»…
Όσο και να μην άρεσε στην κυβέρνηση Τζόνσον η σταθερή στάση του Παπανδρέου είχε όμως θετικά αποτελέσματα. Το σπουδαιότερο ήταν ότι απέτρεψε και τον αμερικανοτουρκικό εκβιασμό και τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η Ουάσιγκτον έδειξε ν εντυπωσιάστηκε από τον Παπανδρέου και μετατόπισε την πιεστική πολιτική της στο διπλωματικό πεδίο.
Οι Αμερικανοί ιθύνοντες δεν επείσθησαν. Απόδειξη ότι η κυπριακή πολιτική τους παρέμεινε αμετάβλητη, παρά την υιοθέτηση άλλες τακτικής. Εκείνο που είναι ακριβές και έχει ιστορική σημασία είναι ότι ο Παπανδρέου συμπεριφέρθηκε προς τους κηδεμόνες σαν πραγματικός Έλληνας.
Βέβαια η τύχη του – και η τύχη της δημοκρατίας – είχε κριθεί από τότε. Αλλά αυτή ακριβώς υπήρξε η μεγάλη αρετή του Παπανδρέου: Να μην εξαγοράζει την παραμονή του στην Αρχή – όπως έκαναν οι «άλλοι» - προδίδοντας τα ιδεώδη του. Στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο του 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου τίμησε το όνομα της Ελλάδας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 186, αναφέρει:

Αμέσως μετά τις εκλογές, ο Παπανδρέου σχημάτισε τη δεύτερη κυβέρνησή του. Από τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου φάνηκε η πρώτη σκιά. Στα Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης τοποθετήθηκαν πρόσωπα που από άποψη ιδεολογίας και πολιτικών αρχών ήσαν πολύ μακριά από το πνεύμα του Ανένδοτου αγώνα. Ο Σταύρος Κωστόπουλος που ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν τραπεζίτης.  Ο Πέτρος Γαρουφαλιάς που πήρε το Υπουργείο Αμύνης είχε το μονοπώλιο της βιομηχανίας μπύρας. Ο πρώτος διατηρούσε στενούς δεσμούς με την ολιγαρχία. Ο δεύτερος ανήκε σ’αυτήν. Και οι δύο ήσαν αφοσιωμένοι στο Παλάτι και είχαν άμεση εξάρτηση από την αμερικανική πρεσβεία. Σ’αυτούς τους δύο πράκτορες της Φρειδερίκης και της ξένης κηδεμονίας εμπιστεύθηκε ο Παπανδρέου τους δύο νευραλγικότερους τομείς της εθνικής ζωής, τα περίφημα «στεγανά» της βασιλοαμερικανικής εξουσίας.
Την ανάθεση των δύο Υπουργείων στους Γαρουφαλιά και Κωστόπουλο είχε υποδείξει – κατ’εντολή της μητέρας του – ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. Ο Παπανδρέου δεν αντέδρασε. Ο λαϊκός ενθουσιασμός δεχόταν την πρώτη ψυχρολουσία. Πολύ αργότερα, ο Παπανδρέου αμφισβήτησε το γεγονός της βασιλικής παρεμβάσεως. Ο αμφισβήτηση δεν αναιρεί την πραγματικότητα, που έχει επιβεβαιωθεί από αξιόπιστες πηγές, ανακτορικές, αμερικανικές και βρετανικές. Αλλά και αν δεχτούμε ότι η επιλογή των δύο υπουργών έγινε χωρίς βασιλική ή άλλη παρέμβαση, πάλι η ευθύνη του Παπανδρέου παραμένει ακέραιη.
Δεν ήσαν μόνο οι τομείς του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής που παρέμειναν υπό τον έλεγχο των δυνάμεων της Δεξιάς. Στα σώματα ασφαλείας έγιναν μερικές θεαματικές μεταβολές (ιδίως στη χωροφυλακή), αλλά η δομή της διοικήσεως έμεινε αμετάβλητη. Ακόμη και οι «κομισάριοι» διατηρήθηκαν. Στην κρατική ιεραρχία οι θέσεις-κλειδιά εκρατούντο σφιχτά από χέρια εχθρικά προς τη δημοκρατία. Τα βασιλικά ιδρύματα δεν εθίγησαν. Οι ημικρατικοί οργανισμοί διοικούντο στα καλά χρόνια της Δεξιάς από απόστρατους στρατηγούς, ναυάρχους και πτέραρχους, που διορίζονταν με σημειώματα της Φρειδερίκης. Επί κυβερνήσεως Παπανδρέου μερικές διοικήσεις άλλαξαν. Αλλά εκείνοι που αντικαταστήσανε τους παλαιούς ήταν πάλι πρόσωπα με αντικομμουνιστικό και αντιδημοκρατικό προσανατολισμό. Το στρατιωτικά επανδρωμένο υπερκράτος λειτουργούσε – δυστυχώς – και τώρα ανενόχλητο, κάτω από τι σκιά μιας αναιμικής δημοκρατίας.
Οι σχέσεις της βασιλικής οικογένειας με τον πρωθυπουργό ήσαν του πρώτους μήνες σχεδόν ειδυλλιακές. Ο Κωνσταντίνος άκουγε με φαινομενική τουλάχιστον ευλάβεια τις νουθεσίες του Παπανδρέου για την ανάγκη εκδημοκρατισμού της Αυλής. Η βασίλισσα Άννα-Μαρία δεν έκρυβε το πόσο την γοήτευαν ο πρωθυπουργός και οι ωραίες ιδέες του. Χαριτολογώντας μια μέρα ο βασιλιάς του είπε: «Επροσηλυτίσατε την Άννα-Μαρία. Φοβούμαι ότι θα την κάνετε μέλος της Ενώσεως Κέντρου».
Αλλά το ειδύλλιο, από τη βασιλική πλευρά, σταματούσε ως εκεί. Όταν οι συζητήσεις έμπαιναν στα σύνορα των ουσιαστικών μεταβολών, τότε ο Κωνσταντίνος ζητούσε αναβολή ως την άλλη μέρα «για να μελετήσει το ζήτημα». Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ερωτηθεί η «μαμά». Η Φρειδερίκη συνήθως έδινε, δια του Κωνσταντίνου, αρνητική απάντηση. Κι αν ο πρωθυπουργός επέμενε, ο βασιλιάς οπλιζότανε από τη βασιλομήτορα με μερικές «συμβιβαστικές» αντιπροτάσεις, που σήμαιναν αποδοχή με της αιτούμενης μεταβολής, αλλά και υπόδειξη του αντικαταστάτη, που ήταν του ίδιου φυράματος.
Κλασική υπήρξε η περίπτωση της αντικαταστάσεως του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Όταν ορκίστηκε η δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου, κατείχε αυτή τη θέση ο αντιστράτηγος Κ.Σακελλαρίου, φανατικός μοναρχικός, ακροδεξιός και μέλος του ΙΔΕΑ. Αντλώντας δύναμη – και θράσος – από τις υπερκυβερνητικές δυνάμεις, δεν είχε δισταγμούς στο να καταφέρεται με βαρείς χαρακτηρισμούς εναντίον του νόμιμου πρωθυπουργού, του οποίου ξεχνούσε ότι ήταν – κατά το Σύνταγμα – ένας απλός υπάλληλος. Ο Παπανδρέου «ζήτησε» την αντικατάστασή του. Ο βασιλιάς αντέδρασε. Αλλά και ο Παπανδρέου φάνηκε αποφασισμένος να μην υποχωρήσει. Στις 7 Απριλίου, ο Κωνσταντίνος εδέησε να υπογράψει το διάταγμα αποστρατεύσεως του Σακελλαρίου. Και τότε ανέκυψε το κρίσιμο θέμα: ποιος θα ήταν ο διάδοχός του στην καίρια θέση του αρχηγού του Επιτελείου; Ένας κατάλογος στρατηγών «προς επιλογήν» που στάλθηκε στα Ανάκτορα επεστρέφη. Οι περιλαμβανόμενοι στον κατάλογο στρατηγοί (φιλοβασιλικοί, δεξιοί, ατλαντικοί, αλλά όχι πράκτορες) είχαν συλλήβδην προσκρούσει στο «βέτο» της Φρειδερίκης. Επακολούθησαν παζάρια. Ο Κωνσταντίνος υπέδειξε τον αντιστράτηγο Ιωάννη Γεννηματά. Ο πρωθυπουργός εξεμάνη. Ο υποδεικνυόμενος νέος αρχηγός του στρατού ανήκε στα πρωτοπαλίκαρα του εκλογικού πραξικοπήματος του 1961. Διοικητής μεραρχίας στην Κεντρική Μακεδονία είχε κυριολεκτικά οργιάσει εναντίον του «κίτρινου» εχθρού, [ου συνέβαινε όμως ν’αντιπροσωπεύει το 53% του ελληνικού λαού και να είναι σήμερα η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.
Μπροστά στο αδιέξοδο χρησιμοποιήθηκαν θεατρικά τεχνάσματα. Ο Γεννηματάς επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό. Και πέφτοντας στα πόδια του, του ζητούσε με δάκρυα μετανοίας να του συγχωρήσει το παράπτωμα του 1961. Και ξεχειλίζοντας από υποσχέσεις και όρκους, του δήλωσε ότι από εκείνη τη στιγμή αφοσιώνεται στον Παπανδρέου και στη … δημοκρατία μέχρι θανάτου!
Το «κόλπο έπιασε. Ο Παπανδρέου είδε στο πρόσωπο του γονυκλινούς στρατηγού όχι βέβαια τη «μετανοούσα Μαγδαληνή», αλλά τον γενίτσαρο της δημοκρατίας. Την άλλη μέρα, ο Γεννηματάς αναλάμβανε το αξίωμα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Το προσκύνημα στον καινούργιο «θεό» δεν αποτέλεσε πρωτοτυπία του Γεννηματά. Στο «Καστρί», την ασκητική κατοικία του πρωθυπουργού, συρρέανε καθημερινά τα πιο ετερόκλιτα πρόσωπα του κατεστημένου και του προσφέρανε «γην και ύδωρ», προκειμένου – εννοείται – να διατηρήσουν τις υψηλές θέσεις και τα κεκτημένα προνόμια. Ο Παπανδρέου δεν πίστεψε ποτέ ότι οι πασίγνωστοι αυτοκράτορες των θαλασσών, τα ηχηρά ονόματα της βιομηχανικής ολιγαρχίας, οι μανδαρίνοι των δημόσιων υπηρεσιών, όλη αυτή η αφρόκρεμα της Δεξιάς είχε δεχτεί ξαφνικά την επιφοίτηση του αγίου πνεύματος της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχοντας όμως υπέρμετρη αυτοπεποίθηση και υποτιμώντας την οξύτητα των κοινωνικών αντιθέσεων υπέκυπτε, εν μέρει, στην καταλυτική δύναμη της προσωπολατρίας. Ο Παπανδρέου βαυκαλιζόταν με το ρομαντικό όνειρο ότι θα κατάφερνε με τον καιρό ν’απορροφήσει το κατεστημένο (αντί να ρουφηχτεί απ’αυτό), να ψαλιδίσει τα απολυταρχικά φτερά του Θρόνου, να περιορίσει τις επεμβάσεις των ξένων και με μια ιδανική «εξισορρόπηση επιρροών» να φέρει στον τόπο την κοινωνική γαλήνη, πείθοντας την ολιγαρχία να υποστή μερικές «θυσίες», που θα είχαν χαρακτήρα μακροπρόθεσμης ασφαλίσεως των προνομίων της.
Αλλά οι λύκοι παραμείνανε λύκοι, παρά την πρόσκαιρη μεταμόρφωσή τους σε άκακα αρνιά. Και αμέσως μόλις βεβαιώθηκαν ότι οι φόβοι των πρώτων ημερών ήσαν αδικαιολόγητοι ότι η κυβέρνηση, που με την υποστήριξη της Αριστεράς εξέφραζε τη θέληση του 65%, έμενε κυβέρνηση χωρίς εξουσία – ένας γίγας με πήλινα πόδια – πέταξαν τη μάσκα.