Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 186, αναφέρει:

Αμέσως μετά τις εκλογές, ο Παπανδρέου σχημάτισε τη δεύτερη κυβέρνησή του. Από τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου φάνηκε η πρώτη σκιά. Στα Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης τοποθετήθηκαν πρόσωπα που από άποψη ιδεολογίας και πολιτικών αρχών ήσαν πολύ μακριά από το πνεύμα του Ανένδοτου αγώνα. Ο Σταύρος Κωστόπουλος που ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν τραπεζίτης.  Ο Πέτρος Γαρουφαλιάς που πήρε το Υπουργείο Αμύνης είχε το μονοπώλιο της βιομηχανίας μπύρας. Ο πρώτος διατηρούσε στενούς δεσμούς με την ολιγαρχία. Ο δεύτερος ανήκε σ’αυτήν. Και οι δύο ήσαν αφοσιωμένοι στο Παλάτι και είχαν άμεση εξάρτηση από την αμερικανική πρεσβεία. Σ’αυτούς τους δύο πράκτορες της Φρειδερίκης και της ξένης κηδεμονίας εμπιστεύθηκε ο Παπανδρέου τους δύο νευραλγικότερους τομείς της εθνικής ζωής, τα περίφημα «στεγανά» της βασιλοαμερικανικής εξουσίας.
Την ανάθεση των δύο Υπουργείων στους Γαρουφαλιά και Κωστόπουλο είχε υποδείξει – κατ’εντολή της μητέρας του – ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. Ο Παπανδρέου δεν αντέδρασε. Ο λαϊκός ενθουσιασμός δεχόταν την πρώτη ψυχρολουσία. Πολύ αργότερα, ο Παπανδρέου αμφισβήτησε το γεγονός της βασιλικής παρεμβάσεως. Ο αμφισβήτηση δεν αναιρεί την πραγματικότητα, που έχει επιβεβαιωθεί από αξιόπιστες πηγές, ανακτορικές, αμερικανικές και βρετανικές. Αλλά και αν δεχτούμε ότι η επιλογή των δύο υπουργών έγινε χωρίς βασιλική ή άλλη παρέμβαση, πάλι η ευθύνη του Παπανδρέου παραμένει ακέραιη.
Δεν ήσαν μόνο οι τομείς του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής που παρέμειναν υπό τον έλεγχο των δυνάμεων της Δεξιάς. Στα σώματα ασφαλείας έγιναν μερικές θεαματικές μεταβολές (ιδίως στη χωροφυλακή), αλλά η δομή της διοικήσεως έμεινε αμετάβλητη. Ακόμη και οι «κομισάριοι» διατηρήθηκαν. Στην κρατική ιεραρχία οι θέσεις-κλειδιά εκρατούντο σφιχτά από χέρια εχθρικά προς τη δημοκρατία. Τα βασιλικά ιδρύματα δεν εθίγησαν. Οι ημικρατικοί οργανισμοί διοικούντο στα καλά χρόνια της Δεξιάς από απόστρατους στρατηγούς, ναυάρχους και πτέραρχους, που διορίζονταν με σημειώματα της Φρειδερίκης. Επί κυβερνήσεως Παπανδρέου μερικές διοικήσεις άλλαξαν. Αλλά εκείνοι που αντικαταστήσανε τους παλαιούς ήταν πάλι πρόσωπα με αντικομμουνιστικό και αντιδημοκρατικό προσανατολισμό. Το στρατιωτικά επανδρωμένο υπερκράτος λειτουργούσε – δυστυχώς – και τώρα ανενόχλητο, κάτω από τι σκιά μιας αναιμικής δημοκρατίας.
Οι σχέσεις της βασιλικής οικογένειας με τον πρωθυπουργό ήσαν του πρώτους μήνες σχεδόν ειδυλλιακές. Ο Κωνσταντίνος άκουγε με φαινομενική τουλάχιστον ευλάβεια τις νουθεσίες του Παπανδρέου για την ανάγκη εκδημοκρατισμού της Αυλής. Η βασίλισσα Άννα-Μαρία δεν έκρυβε το πόσο την γοήτευαν ο πρωθυπουργός και οι ωραίες ιδέες του. Χαριτολογώντας μια μέρα ο βασιλιάς του είπε: «Επροσηλυτίσατε την Άννα-Μαρία. Φοβούμαι ότι θα την κάνετε μέλος της Ενώσεως Κέντρου».
Αλλά το ειδύλλιο, από τη βασιλική πλευρά, σταματούσε ως εκεί. Όταν οι συζητήσεις έμπαιναν στα σύνορα των ουσιαστικών μεταβολών, τότε ο Κωνσταντίνος ζητούσε αναβολή ως την άλλη μέρα «για να μελετήσει το ζήτημα». Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ερωτηθεί η «μαμά». Η Φρειδερίκη συνήθως έδινε, δια του Κωνσταντίνου, αρνητική απάντηση. Κι αν ο πρωθυπουργός επέμενε, ο βασιλιάς οπλιζότανε από τη βασιλομήτορα με μερικές «συμβιβαστικές» αντιπροτάσεις, που σήμαιναν αποδοχή με της αιτούμενης μεταβολής, αλλά και υπόδειξη του αντικαταστάτη, που ήταν του ίδιου φυράματος.
Κλασική υπήρξε η περίπτωση της αντικαταστάσεως του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Όταν ορκίστηκε η δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου, κατείχε αυτή τη θέση ο αντιστράτηγος Κ.Σακελλαρίου, φανατικός μοναρχικός, ακροδεξιός και μέλος του ΙΔΕΑ. Αντλώντας δύναμη – και θράσος – από τις υπερκυβερνητικές δυνάμεις, δεν είχε δισταγμούς στο να καταφέρεται με βαρείς χαρακτηρισμούς εναντίον του νόμιμου πρωθυπουργού, του οποίου ξεχνούσε ότι ήταν – κατά το Σύνταγμα – ένας απλός υπάλληλος. Ο Παπανδρέου «ζήτησε» την αντικατάστασή του. Ο βασιλιάς αντέδρασε. Αλλά και ο Παπανδρέου φάνηκε αποφασισμένος να μην υποχωρήσει. Στις 7 Απριλίου, ο Κωνσταντίνος εδέησε να υπογράψει το διάταγμα αποστρατεύσεως του Σακελλαρίου. Και τότε ανέκυψε το κρίσιμο θέμα: ποιος θα ήταν ο διάδοχός του στην καίρια θέση του αρχηγού του Επιτελείου; Ένας κατάλογος στρατηγών «προς επιλογήν» που στάλθηκε στα Ανάκτορα επεστρέφη. Οι περιλαμβανόμενοι στον κατάλογο στρατηγοί (φιλοβασιλικοί, δεξιοί, ατλαντικοί, αλλά όχι πράκτορες) είχαν συλλήβδην προσκρούσει στο «βέτο» της Φρειδερίκης. Επακολούθησαν παζάρια. Ο Κωνσταντίνος υπέδειξε τον αντιστράτηγο Ιωάννη Γεννηματά. Ο πρωθυπουργός εξεμάνη. Ο υποδεικνυόμενος νέος αρχηγός του στρατού ανήκε στα πρωτοπαλίκαρα του εκλογικού πραξικοπήματος του 1961. Διοικητής μεραρχίας στην Κεντρική Μακεδονία είχε κυριολεκτικά οργιάσει εναντίον του «κίτρινου» εχθρού, [ου συνέβαινε όμως ν’αντιπροσωπεύει το 53% του ελληνικού λαού και να είναι σήμερα η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.
Μπροστά στο αδιέξοδο χρησιμοποιήθηκαν θεατρικά τεχνάσματα. Ο Γεννηματάς επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό. Και πέφτοντας στα πόδια του, του ζητούσε με δάκρυα μετανοίας να του συγχωρήσει το παράπτωμα του 1961. Και ξεχειλίζοντας από υποσχέσεις και όρκους, του δήλωσε ότι από εκείνη τη στιγμή αφοσιώνεται στον Παπανδρέου και στη … δημοκρατία μέχρι θανάτου!
Το «κόλπο έπιασε. Ο Παπανδρέου είδε στο πρόσωπο του γονυκλινούς στρατηγού όχι βέβαια τη «μετανοούσα Μαγδαληνή», αλλά τον γενίτσαρο της δημοκρατίας. Την άλλη μέρα, ο Γεννηματάς αναλάμβανε το αξίωμα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Το προσκύνημα στον καινούργιο «θεό» δεν αποτέλεσε πρωτοτυπία του Γεννηματά. Στο «Καστρί», την ασκητική κατοικία του πρωθυπουργού, συρρέανε καθημερινά τα πιο ετερόκλιτα πρόσωπα του κατεστημένου και του προσφέρανε «γην και ύδωρ», προκειμένου – εννοείται – να διατηρήσουν τις υψηλές θέσεις και τα κεκτημένα προνόμια. Ο Παπανδρέου δεν πίστεψε ποτέ ότι οι πασίγνωστοι αυτοκράτορες των θαλασσών, τα ηχηρά ονόματα της βιομηχανικής ολιγαρχίας, οι μανδαρίνοι των δημόσιων υπηρεσιών, όλη αυτή η αφρόκρεμα της Δεξιάς είχε δεχτεί ξαφνικά την επιφοίτηση του αγίου πνεύματος της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχοντας όμως υπέρμετρη αυτοπεποίθηση και υποτιμώντας την οξύτητα των κοινωνικών αντιθέσεων υπέκυπτε, εν μέρει, στην καταλυτική δύναμη της προσωπολατρίας. Ο Παπανδρέου βαυκαλιζόταν με το ρομαντικό όνειρο ότι θα κατάφερνε με τον καιρό ν’απορροφήσει το κατεστημένο (αντί να ρουφηχτεί απ’αυτό), να ψαλιδίσει τα απολυταρχικά φτερά του Θρόνου, να περιορίσει τις επεμβάσεις των ξένων και με μια ιδανική «εξισορρόπηση επιρροών» να φέρει στον τόπο την κοινωνική γαλήνη, πείθοντας την ολιγαρχία να υποστή μερικές «θυσίες», που θα είχαν χαρακτήρα μακροπρόθεσμης ασφαλίσεως των προνομίων της.
Αλλά οι λύκοι παραμείνανε λύκοι, παρά την πρόσκαιρη μεταμόρφωσή τους σε άκακα αρνιά. Και αμέσως μόλις βεβαιώθηκαν ότι οι φόβοι των πρώτων ημερών ήσαν αδικαιολόγητοι ότι η κυβέρνηση, που με την υποστήριξη της Αριστεράς εξέφραζε τη θέληση του 65%, έμενε κυβέρνηση χωρίς εξουσία – ένας γίγας με πήλινα πόδια – πέταξαν τη μάσκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου