Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Εκκαθαρίσεις στο ΚΚΕ
Στην περίοδο αυτή, που και στο Κέντρο και στη Δεξιά και στην Αριστερά γίνονται έντονες ζυμώσεις για νέα σχήματα και η χώ­ρα προσπαθεί ν’αναπροσαρμοστεί από την πολεμική στην ειρη­νική περίοδο, η σύγχυση είναι γενική σε όλες τις παρατάξεις και στα κόμματα. Οι διαμάχες είναι ιδιαίτερα ζωηρές στην Αριστε­ρά, που βρίσκεται πάντα σε σκληρή καταδίωξη. Το ΚΚΕ, αγω­νιζόμενο ν'ανασυγκροτηθεί, στρέφει τα πυρά του εναντίον των άλλων, μικρών κομμάτων και ομάδων της Αριστεράς. Επιδιώκει ή να τα θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχο του ή να τα διαλύσει, για να μην κινδυνεύει να του πάρουν τους οπαδούς του, εκμεταλλευό­μενα τα σοβαρά λάθη της ηγεσίας του, την ήττα του και τον απο­κλεισμό του από τη νόμιμη πολιτική ζωή. Αυτή η διαπάλη έχει ιδιαί­τερο ενδιαφέρον, γιατί θα επηρεάσει τις εξελίξεις της δεκαετίας.
Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού ήταν αναπόφευκτο να δια­λύσει τον μύθο του αλάθητου της ηγεσίας και ιδιαίτερα του γενι­κού γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, που έχει καταφύγει στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αρχίζουν να διατυπώνονται επικρίσεις για την πολιτική που ακολουθήθηκε από το Κόμμα, ενώ ο Ζαχαριάδης και ο στενός κύκλος των πιστών του εξαπολύουν ανελέητη εκστρατεία για την κατασυκοφάντηση και την πο­λιτική και φυσική ακόμα εξόντωση των «αμφισβητιών». Πρώτος τους στόχος, στη διάρκεια ακόμα του Εμφυλίου Πολέμου, είναι ο Μάρκος Βαφειάδης, που αμφισβητεί ότι ήταν ορθή η απόφαση να μετατραπεί ο αντάρτικος σε «τακτικό» στρατό. Ο Βαφειάδης, σε σημείωμα για τις απόψεις του που κατέθεσε ο ίδιος στο πολιτικό γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, στις 15 Νοεμβρίου 1948, γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«Απ'το Κόμμα μας λείπει, σχεδόν από παράδοση, η εσω­κομματική δημοκρατία και οι εκάστοτε καθοδηγήσεις δεν έκαναν ποτέ σοβαρή αυτοκριτική των λαθών τους. Κάθε αντίθετη απόπειρα που γίνεται, πνίγεται με τρόπο αντικομματικό. Οι καθοδηγήσεις του Κόμματος, αντί να σου ανοίγουν τον δρόμο για θαρρετή σκέψη, σου σκοτώνουν τη σκέψη. Έτσι, τα στελέχη μας δεν εκφράζουν καθαρά τη γνώμη τους. Δεν τολμούν να μιλήσουν για βασικά ζητήμα­τα, αντίθετα απ'ό,τι βάζει η καθοδήγηση. Αυτό το καθε­στώς δημιουργεί ένα είδος εκφυλισμού των στελεχών και της κομματικής νοοτροπίας (...). Δημιουργείται το καθε­στώς της κολακείας, ποιος περισσότερο θα λιβανίζει αυτό που λέει η καθοδήγηση, και το Κόμμα οδηγιέται σε σοβα­ρά λάθη (...).
»Η λαθεμένη τοποθέτηση των λαθών της ηγεσίας του Κόμ­ματος μας στη γερμανοφασιστική κατοχή και τον Δεκέμβρη, ότι δηλαδή πάθαμε στρατιωτική ήττα, όχι και πολιτική, οδή­γησε το Κόμμα μας σε περιττούς παλληκαρισμούς και σε μια άσκοπη κατανάλωση της μεγάλης επιρροής του Κόμματος που είχε κερδίσει στην Κατοχή. Η 2η Ολομέλεια του Κόμ­ματος μας συνήλθε προ των εκλογών. Σ'αυτή σχεδόν δεν συ­ζητήθηκε το ζήτημα των εκλογών. Έμεινε ανοιχτό αν θα πά­ρουμε μέρος ή όχι. Αντίθετα, στη στρατιωτική σύσκεψη που'γινε στο τέλος της Ολομέλειας φάνηκε ότι η καθοδήγηση του Κόμματος προσανατολίζεται μάλλον για ένοπλη εξέγερση, για ανατροπή της αντίδρασης. Σαν συνέπεια είχε να οδηγη­θεί το Κόμμα στην επίσης λαθεμένη θέση άρνησης, στην από­φαση αποχής απ'τις εκλογές της 31ης του Μάρτη».
»Το Κόμμα δεν ξεκίνησε με πίστη και απόφαση να επι­κρατήσει το ένοπλο λαϊκό κίνημα. Θέλησε να το χρησιμο­ποιήσει σαν μέσο εκβιασμού για την αντιμετώπιση της κα­τάστασης που προέκυψε από τη Βάρκιζα και μετεκλογικά (...). Καμιά απ'τις οργανώσεις του Κόμματος δεν είχε ξε­καθαρισμένη θέση για το πού τραβάμε. (...). Μέχρι τον Οκτώβρη και σε συνέχεια ελάχιστα κομματικά στελέχη στάλθηκαν στο Αντάρτικο και 150 - 200 μαχητές απ'τις πό­λεις, τη στιγμή που κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν τα στε­λέχη και τα μέλη του Κόμματος για το εκτελεστικό από­σπασμα, τις φυλακές και τις εξορίες».
»Όταν στην κομματική σύσκεψη (...) είπα ότι ένας απ'τους λόγους που δεν πήραμε την Κόνιτσα είναι ότι είμα­στε ακόμα από άποψη οργάνωσης, μέσων και δυνατοτή­των περισσότερο αντάρτες παρά ταχτικός στρατός και δεν είμαστε ακόμα σε θέση να ενεργήσουμε σοβαρές επιθέσεις σε κέντρα, ο σ.Ζαχαριάδης σηκώθηκε όρθιος θυμωμένος και με συνεχείς έντονες διακοπές αναγκάστηκα να μην προ­χωρήσω. (...) Η διατήρηση των σχηματισμών του ταχτικού στρατού που δημιουργήσαμε (...) θα μας κρατήσουν, είτε θέλουμε είτε όχι, στο πνεύμα της άμυνας και κόλλημα σε ορισμένες εχθρικές θέσεις που θα εμποδίσουν την έντονη παρτιζάνικη δράση, με όλες τις συνέπειες. Από την άπο­ψη αυτή ήταν βιαστική η ονομασία των αρχηγείων σε με­ραρχίες». (Η Διάσπαση του ΚΚΕ, τόμος Α', σ. 19-28.)
Αργότερα ο Ζαχαριάδης κατηγορεί για «οπορτουνισμό», «συμ­βιβαστικές τάσεις» κ.λ.π. τους Δημήτρη Παρτσαλίδη και Χρύσα Χατζηβασιλείου, τα μόνα μέλη του πολιτικού γραφείου που το 1946 αντιτάχθηκαν στην απόφαση ν'αρχίσει ένοπλος αγώνας.
Σε σημείωμα του της 14ης Φεβρουαρίου 1950, ο Μήτσος Παρτσαλίδης ασκεί κριτική για την πολιτική του ΚΚΕ από το 1935. Αναφερόμενος στο «λάθος της αποχής από τις εκλογές του 1946», γράφει:
«Επέμεινα πολύ στην ανάγκη της συμμετοχής στις εκλο­γές και για πρώτη φορά "τσακωθήκαμε" με τον σ.Ζαχα­ριάδη που έφτασε να μου πει: "Ξέρεις, τώρα δεν υπάρχει Κομιντέρνα και πρέπει να πείσεις το Κόμμα". Ανοιχτά η ΚΕ πρέπει να αναγνωρίσει το λάθος από τις εκλογές του 1946 και ιδιαίτερα ο σ.Ζαχαριάδης, που στο άρθρο του για τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας διατυπώνει την άποψη πως ο Τίτο στα 1946 μας έσπρωχνε στον ένοπλο αγώνα επι­διώκοντας τη συντριβή μας (...) η επιμονή μας στον ταχτι­κό πόλεμο μας στοίχισε πολύ. Κι αυτό σήμερα θα πρέπει να το παραδεχτούμε. Η επιμονή μας αυτή έχει σχέση με την υποτίμηση των δυνάμεων του εχθρού. Τέτοια υποτί­μηση δείχνει ακόμα ο ισχυρισμός του σ.Ζαχαριάδη πως και μετά την ήττα μας στο Βίτσι - Γράμμο "στην Ελλάδα η κατάσταση παραμένει επαναστατική" (...). Λάθος ήταν και η αλλαγή της 5ης Ολομέλειας στο Μακεδονικό. Το πέ­ρασμα από το σύνθημα της ισοτιμίας στο σύνθημα της πλέ­ριας εθνικής αποκαταστάσεως των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας...».
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Παρτσαλίδης, πιστός τότε απόλυτα στη Σοβιετική Ένωση, προσπαθεί ν' αποδείξει πως ο Ζαχα­ριάδης είναι εθνικιστής, όπως ο Τίτο και τα διάφορα ηγετικά στε­λέχη που καταδικάζονται και εκτελούνται εκείνη την περίοδο στις Λαϊκές Δημοκρατίες για «εθνικιστικές παρεκκλίσεις». Έτσι, στο ίδιο σημείωμα, γράφει:
«Αυτή η "τόλμη", η απόκρουση υποδείξεων - σαν την υπό­δειξη της συμμετοχής στις εκλογές του 1946 - στο όνομα της αυτοτέλειας του Κόμματος, η επιμονή στις λαθεμένες από­ψεις κι ύστερα από τη διόρθωση τους κ.λ.π. κ.λ.π., δεν εί­ναι κάτι σαν φανερώματα της αρρώστιας της εθνικιστικής παρέκκλισης, που παρουσιάστηκε και στ'άλλα κόμματα;



Νομίζω πως κάτι τέτοιο είναι. Η τέτοια αρρώστια πάντα, και στις σημερινές συνθήκες της όξυνσης της διεθνούς κα­τάστασης ιδιαίτερα, αποτελεί σοβαρότατο κίνδυνο (...). Με το φως της κριτικής που έγινε και στ'άλλα κόμματα δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε πως η λαθεμένη γραμμή της χιτλεροφασιστικής κατοχής, η απόφαση του ΠΓ του Ιούνη 1945 σχετικά με την περίπτωση εισβολής του ελ­ληνικού στρατού στην Αλβανία, η θεωρία για τον ελληνικό άξονα με τους δύο πόλους, η παρασιώπηση του ζητήματος της διχτατορίας του προλεταριάτου κ.λ.π., είναι φανερώ­ματα της εθνικιστικής εκδήλωσης και στο Κόμμα μας». (Στο ίδιο, σ. 28-33.)

Με άλλα λόγια, ο Παρτσαλίδης έκανε στον Ζαχαριάδη κριτι­κή ότι δεν συμμορφωνόταν στις υποδείξεις των Σοβιετικών. Αυ­τό όμως δεν τον έσωσε τον Παρτσαλίδη από τη διαγραφή και τους διωγμούς, όταν ο Ζαχαριάδης αποφάσισε να ξεκαθαρίσει και μα­ζί του τους λογαριασμούς.
Σε λίγο θα «αφορίσει» και τον Κώστα Καραγιώργη, γιατί προ­σχωρεί στις απόψεις των επικριτών της τακτικής του Ζαχαριάδη. Σε σημείωμά του προς το πολιτικό γραφείο, στις 6 Ιουνίου 1950, ο Καραγιώργης γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«Αυτή η "παμψηφεί" ομοφωνία μας, αντί να δείχνει μπολσεβίκικη μονολιθικότητα, δείχνει ίσως περισσότερο μια πο­λύ έκδηλη ιδεολογική αποτελμάτωση. Ιδίως, αν σκεφτεί κανένας ότι επί χρόνια τώρα (από το 1941 και δω) σχεδόν τα ίδια πρόσωπα (με ελάχιστες αλλαγές) συζητούν στα κομματικά σώματα χωρίς να μπαίνουν στην ουσία και δέ­χονται κατά κανόνα όσα λέει κάθε φορά η εισήγηση. Έτσι, π.χ, στην άλλη Κατοχή και αμέσως ύστερα απ'αυτήν κα­ταδικάστηκαν "παμψηφεί" οι απόψεις του Γιάννη Ζεύγου και οι δικές μου, που ήσαν αντίθετες από την οπορτουνιστική γραμμή της καθοδήγησης, αλλά οι ίδιες απόψεις (στο βασικό τους πυρήνα) πάλι "παμψηφεί" εγκρίθηκαν αργό­τερα, όταν αυτή τη φορά τις παρουσίασε στην 5η Ολομέ­λεια ο σ.Ζαχαριάδης κάνοντας με τετράχρονη καθυστέ­ρηση την κριτική της κομματικής γραμμής στην άλλη κατοχή. "Παμψηφεί" καταδικάστηκαν οι γνώμες του Μάρκου Βαφειάδη. "Παμψηφεί" καταδικάζεται τώρα ο Παρτσαλίδης. Αλλά "παμψηφεί" είχε γίνει δεκτό και εκείνο το εθνικιστικό σοβινιστικό "τερατούργημα" (όπως τώρα αυτοκριτικά το λέει ο Ζαχαριάδης ο ίδιος) της απόφασης του Π.Γ. στα 1945, που έλεγε ότι, εάν αποφασίσουν τα αστικά δημοκρατικά κόμματα στρατιωτική εισβολή από μέρους της Ελλάδας (της μοναρχοφασιστικής φυσικά Ελλάδας του καλοκαιριού του 1945) εναντίον της (Λαϊκοδημοκρατικής) Αλβανίας, το ΚΚΕ παρά τις επιφυλά­ξεις του θα το δεχτεί (...). "Παμψηφεί" ακόμα έγινε δε­χτή και η αντισοβιετική κατά βάση και αναμφισβήτητα οπορτουνιστική αντίληψη του σ.Ζαχαριάδη στη 12η Ολο­μέλεια και στο 7ο Συνέδριο για τον ρόλο της Αγγλίας στην Ελλάδα σαν αντιστάθμισμα για πίεση από Βορρά (Λαϊ­κές Δημοκρατίες και Σ.Ένωση). Και φυσικά πάλι "παμ­ψηφεί" τώρα η ΚΕ δέχτηκε την αυτοκριτική του σ.Ζαχα­ριάδη (απόλυτα ανεπαρκή και μασημένη για το ζήτημα της Αγγλίας), τώρα, έπειτα από 5 ολόκληρα χρόνια, όχι βέβαια από πρωτοβουλία του (...). Η τελευταία μας Ολο­μέλεια. αντί να αισθανθεί βαθιά τη σημασία του θέματος, γλίστρησε και σε αντισοβιετικό κατήφορο καθοδηγούμε­νη από το Π.Γ. Αν έτσι τους ξεφεύγει και μιλάνε οι σ.Ζα­χαριάδης και Ιωαννίδης για τους Μπολσεβίκους, σε μια τέτοια Ολομέλεια έπειτα από την ήττα μας, όταν έχουμε τέτοιο θέμα, πώς θα μιλούσαν (και κυρίως πώς θα σκέ­φτονταν), αν είμαστε ακόμα με τα όπλα στα βουνά της Ελλάδας...». (Στο ίδιο, σ. 33-39.)

Ο Κώστας Καραγιώργης (Γυφτοδήμος), γιατρός και δημο­σιογράφος, διευθυντής του Ριζοσπάστη κατά την περίοδο 1944 - 47, κατηγορείται από τον Ζαχαριάδη για προδοσία, καθαιρείται από την Κεντρική Επιτροπή τον Ιούνιο του 1950 και διαγράφεται από το ΚΚΕ. Αργότερα, πιστά στον Ζαχαριάδη στελέχη, με εντο­λή του αρχηγού, στήνουν στον Καραγιώργη ενέδρα σε δρόμο του Βουκουρεστίου, κατηγορώντας τον ότι σκόπευε να μπει στη γιου­γκοσλαβική πρεσβεία (το κτίριο της βρισκόταν κοντά στο σπίτι όπου έμενε ο Καραγιώργης). Με τέτοιες «κατηγορίες» κλείνουν τον Καραγιώργη σε ρουμανική φυλακή, όπου και θα πεθάνει το 1956, σε αξεκαθάριστες ακόμα συνθήκες. (Βλέπε λεπτομέρειες στο: Κώστα Καραγιώργη, Από τη Βάρκιζα ως τον Εμφύλιο Πόλε­μο, Εκδόσεις Διάλογος.)
Παρά την έντονη νομιμοφροσύνη προς το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα που δείχνουν οι διαφωνούντες με τον Ζαχαριάδη, δεν πρόκειται, όσο ζει ο Στάλιν, να πετύχουν τίποτε, εκτός από τη δική τους καταδίκη και καταδίωξη. Ο Ζαχαριάδης έχει την υπο­στήριξη της σοβιετικής ηγεσίας, που, γενικά, δεν συμπαθεί τα στελέχη με ανεξαρτησία γνώμης απέναντι στους διορισμένους από την ίδια τοπικούς αρχηγούς. Ο Ζαχαριάδης πραγματοποιεί με­γάλη εκκαθάριση όλων των στελεχών που του ασκούν κριτική. Για αντιπερισπασμό στις επικρίσεις για τις ολέθριες συνέπειες της δικής του τακτικής, «αναθεωρεί» τη γραμμή και την πολιτική του ΚΚΕ κατά την περίοδο της γερμανοιταλικής κατοχής. Όπως την αποτυχία του «Δεύτερου Αντάρτικου» την απέδωσε, για ν'απαλλαγεί ο ίδιος από τις ευθύνες, στην «προδοσία» του Τίτο, την ήττα του 1944 τη φορτώνει στον Σιάντο, που έχει πεθάνει το 1947. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ «ανακαλύπτει» τώρα, με τη βοήθεια των Βλαντά, Γούσια, Μπαρτζώτα, Κολιγιάννη κ.λ.π., ότι ο Σιάντος ήταν «πράκτορας της Ιντέλιντζενς Σέρβις» από πα­λιά και, γι'αυτό, συνειδητά «υπέταξε τον ΕΛΑΣ στα αγγλικά συμφέροντα και στην αγγλική ιμπεριαλιστική πολιτική». Με απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ του Φεβρουαρίου του 1951, ο γενικός γραμματέας του Κόμματος κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο «γέ­ρος του αγώνα», χαρακτηρίζεται, τέσσερα περίπου χρόνια ύστε­ρα από τον θάνατο του, «ξεσκολισμένος προβοκάτορας της Αγγλίας».
Τα χιλιάδες στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που έχουν απομείνει στην Ελλάδα - τα περισσότερα στις φυλακές ή στα στρατόπεδα εξορίας - παρακολουθούν με απορία και κατάπληξη όλες αυτές τις «αποκαλύψεις». Διατηρώντας όμως την πίστη τους στο αλά­θητο του Στάλιν και του Ζαχαριάδη, πείθονται εύκολα ότι όλες αυτές οι κατηγορίες είναι ορθές και ότι η πραγματοποιούμενη εκκαθάριση στις γραμμές του Κόμματος αποβλέπει στην ανανέωσή του. Έτσι, συμβιβάζουν την πειθαρχία στο Κόμμα με την αγανάκτηση τους για τους υπεύθυνους της ήττας και μπορούν πιο εύκολα ν'αντιμετωπίσουν το συνεχιζόμενο δράμα το δικό τους και των οικογενειών τους.
Για να μην υπάρξουν ταλαντεύσεις και στο εσωτερικό και να εφαρμοστεί πιστά η γραμμή της, η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει, με πλαστά διαβατήρια, στην Ελλάδα τα μέλη της Κεντρικής Επι­τροπής Νίκο Μπελογιάννη και Νίκο Ακριτίδη, παλιό μαθητή της Σχολής Ευελπίδων και ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ κατά την Κα­τοχή. Έχει υποστηριχτεί πως ο Ζαχαριάδης, που «ήταν δαιμόνιος και αδίστακτος», έστειλε τον Μπελογιάννη, που «ήταν ιδεολόγος κομμουνιστής διανοούμενος» και «άνθρωπος με ευρύτερους προ­βληματισμούς» στην Ελλάδα για «να τον απομακρύνει από τον χώρο, όπου άρχισαν να αναπτύσσονται οι διαφωνίες και οι αντι­θέσεις» και γι'αυτό τον σύνδεσε με τις «διαβρωμένες» από την Ασφάλεια οργανώσεις στην Αθήνα. (Πότη Παρασκευοπούλου, Ποιος σκότωσε τον Μπελογιάννη, σ. 14-15.) Αν και ορισμένοι από τους ισχυρισμούς αυτούς είναι επιβεβαιωμένοι από το ιστορικό υλικό (όπως π.χ., ότι ο Ζαχαριάδης ήταν αδίστακτος στην εσω­κομματική διαπάλη), δεν νομίζω ότι προσφέρονται στοιχεία που να πείθουν ότι ο τότε γενικός γραμματέας του ΚΚΕ ήθελε να εξου­δετερώσει τον Μπελογιάννη ή ότι ο Μπελογιάννης, όταν ξεκίνη­σε για την Ελλάδα, είχε οποιαδήποτε διαφωνία με τη γραμμή του Ζαχαριάδη και με τις εκκαθαρίσεις στο Κόμμα από τα «οπορτουνιστικά» στοιχεία. Φοβάμαι, τουλάχιστον ώσπου να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία, ότι πρόκειται για μια αγιογράφηση του Μπελογιάννη, επηρεασμένη από την αληθινά ηρωική στάση του στο στρατοδικείο και στο εκτελεστικό απόσπασμα και προσαρ­μοσμένη στις σημερινές ανάγκες της διαπάλης στους κόλπους της Αριστεράς, που δεν βλέπει το ιστορούμενο πρόσωπο με τις πραγ­ματικές διαστάσεις και αντιφάσεις του στη συγκεκριμένη ιστορι­κή στιγμή.
Όπως είδαμε, ο Μπελογιάννης πέφτει στα δίχτυα της Ασφά­λειας, ενώ ο Ακριτίδης κατορθώνει να ξεφύγει στο εξωτερικό. Κύ­ρια κατεύθυνση του ΚΚΕ στο εσωτερικό είναι η ανάπτυξη αγώ­νων των εργαζομένων, ο έλεγχος των νόμιμων πολιτικών κομμάτων της Αριστεράς και των συνδικάτων, η ανασυγκρότηση των δικών του οργανώσεων, που έχουν δεχτεί αποφασιστικά πλήγματα από τις υπηρεσίες ασφαλείας, αλλά και η προετοιμασία για νέα ένο­πλη αναμέτρηση, που ο Ζαχαριάδης την θεωρεί αναπόφευκτη και γιαυτό προβάλλει και το σύνθημα «τα όπλα παρά πόδα». Εξάλ­λου, το ΚΚΕ αυτή την περίοδο κάνει αδιάκοπη πολεμική εναντίον τωv άλλων σχηματισμών της Αριστεράς.