Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΗΣ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΎ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV, Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, στη σελίδα 202, αναφέρει:
Όταν τα κονδύλια των στρατιωτικών δαπανών ήσαν – πρό της δικτατορίας – σε χαμηλότερο επίπεδο, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, καθηγητής Ξενοφών Ζολώτας, είχε επισημάνει στη γενική συνέλευση των μετόχων της Τραπέζης (Απρίλιος 1963) ότι «το πρόβλημα των στρατιωτικών δαπανών σωρεύει μεγάλους κινδύνους και αφήνει έκθετον την οικονομικήν ανάπτυξιν και σταθερότητα της χώρας». Κατά τον Ζολώτα, «ουσιώδη προϋπόθεσις» για την περιφρούρηση της οικονομικής ισορροπίας ήταν η «κάλυψις με αμερικανικήν βοήθειαν του υπερβάλλοντος βάρους των αμυντικών δαπανών». Εκτός από τις «ηθικές αξίες της Δύσεως» (που τόσο γνήσια εκφράζονται από τον Τσαγκ-Κάι-Σεκ, τον Κυ, τον Φράνκο ή τον Παττακό…), το μεγάλο «ατού» της ελληνικής Δεξιάς για την δικαιολόγηση του δυσβάστακτου ύψους των στρατιωτικών δαπανών ήταν ο βουλγαρικός κίνδυνος. Χωρίς να λησμονάμε τον κάθε άλλο παρά έντιμο ρόλο της μοναρχικής Βουλγαρίας από το 1912 μέχρι το 1945 και τις ωμότητες σε βάρος ελληνικών πληθυσμών, η καλή πίστη επιβάλλει ν’αναγνωρίσουμε ότι το μεταπολεμικό καθεστώς της Βουλγαρίας ακολούθησε πολιτική «ειρηνικής συνυπάρξεως» με τα διαφορετικού καθεστώτος γειτονικά κράτη. Επανειλημμένα μάλιστα η Βουλγαρία διεκήρυξε ότι δεν τρέφει εδαφικές διεκδικήσεις απέναντι στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε, μετά τις συμφωνίες της Σόφιας (1965 ο μύθος του βουλγαρικού κινδύνου άρχισε να εξατμίζεται.
Απόμειναν για να δικαιολογούν τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες δύο άλλες περιπτώσεις: το ενδεχόμενο τουρκικής επιθέσεως και η πιθανότητα γενικότερης ρωσικής ενέργειας, προς κατάληψη της Ευρώπης. Στην πρώτη περίπτωση θα επρόκειτο για ενδοατλαντική διένεξη, δεδομένου, ότι και η Ελλάδα και η Τουρκία ήσαν και είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Μοιάζει όμως με παραλογισμό το να υφίσταται η χώρα μας αυτή την τρομερή οικονομική αφαίμαξη (εν ονόματι των ατλαντικών ιδεωδών) για να προασπίζει την εδαφική της ακεραιότητα από επιθετικές προθέσεις ενός ατλαντικού συνεταίρου της. Η περίπτωση, τέλος, ευρείας σοβιετικής ενεργείας στην Ευρώπη δεν αφορούσε άμεσα τη μικρή Ελλάδα. Ήταν και είναι ένα πρόβλημα που η αντιμετώπισή του ανήκει στην δικαιοδοσία των «μεγάλων».
Το συμπέρασμα είναι ότι από όποια άποψη και αν κοιταζότανε το θέμα των στρατιωτικών δαπανών πρόβαλε σαν μια από τις μορφές των κακοήθων αλλοιώσεων που είχαν δημιουργηθεί στην εθνική ζωή. Ο λαός εστέναζε κάτω από το καταθλιπτικό βάρος των δαπανών. Και οι μόνο ωφελημένοι ήσαν το ΝΑΤΟ, που είχε εξασφαλίσει αδάπανα μια στρατιωτική δύναμη με αστυνομικά καθήκοντα για την υποταγή του ελληνικού λαού, και η κάστα των μιλιταριστών, που γι’αυτούς το ύψος των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν ευθέως ανάλογο με την ταχύτητα των προαγωγών, τα πρόσθετα οικονομικά προνόμια και την άσκηση ελέγχου επί της δημόσιας ζωής. Για το Παλάτι, τέλος, ο στρατός – επιμελώς ξεκαθαρισμένος – ήταν το δυναμικό αντίβαρο στης δυσμενείς διακυμάνσεις του λαϊκού αισθήματος.
Πως αντιμετώπισε ο Παπανδρέου το θεμελιώδες αυτό πρόβλημα; Η απάντηση είναι: δεν το αντιμετώπισε καθόλου. Και η απουσία αντιμετωπίσεως σήμαινε σιωπηρή παραδοχή από τον πρωθυπουργό ότι και οι στρατιωτικές δαπάνες υπάγονταν στα «στεγανά» της βασιλικής και αμερικανικής εξουσίας. Και όμως. Οι ωραίοι οραματισμοί της κοινωνικής αναπλάσεως και της λαϊκής ευημερίας ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν χωρίς μια ρωμαλέα αντιμετώπιση (με την απλή μέθοδο του «γόρδιου δεσμού») των στρατιωτικών δαπανών.
Οι αλλεπάλληλοι «ιπποτισμοί» του Παπανδρέου προς το κατεστημένο εξελήφθησαν – όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή – σαν αδυναμία. Και αποθράσυναν και το Παλάτι και την ξένη κηδεμονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου